Το Bespar περιέχει βουσπιρόνη, ένα αγχολυτικό φάρμακο που χρησιμοποιείται κυρίως σε γενικευμένο άγχος ή σε συμπτώματα άγχους, όταν το κρίνει ο θεράπων ιατρός. Δεν είναι βενζοδιαζεπίνη, δεν είναι αντιψυχωσικό και δεν δρα όπως το Xanax, το Lexotanil, το Tavor ή το Stedon. Σε ξένες πηγές μπορεί να συναντήσετε τη βουσπιρόνη και με την εμπορική ονομασία Buspar, όμως για την Ελλάδα το σωστό εμπορικό όνομα στο άρθρο είναι Bespar.
1Τι είναι το Bespar
Το Bespar είναι εμπορικό φάρμακο με δραστική ουσία τη βουσπιρόνη. Χρησιμοποιείται σε αγχώδεις διαταραχές, κυρίως όταν υπάρχει επίμονο άγχος, ένταση, ανησυχία, δυσκολία χαλάρωσης ή σωματικά συμπτώματα που σχετίζονται με το άγχος. Το σημαντικό είναι ότι το Bespar δεν ανήκει στις βενζοδιαζεπίνες και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «ηρεμιστικό άμεσης δράσης».
Στην καθημερινή γλώσσα πολλοί ασθενείς χρησιμοποιούν τον όρο «ηρεμιστικό» για πολλά διαφορετικά φάρμακα. Αυτό δημιουργεί σύγχυση. Άλλο είναι οι βενζοδιαζεπίνες, άλλο είναι τα αντικαταθλιπτικά που χρησιμοποιούνται σε αγχώδεις διαταραχές, άλλο είναι τα αντιψυχωσικά που μπορεί να προκαλέσουν καταστολή, και άλλο είναι η βουσπιρόνη. Το Bespar έχει δική του θέση και δεν πρέπει να μπαίνει στο ίδιο καλάθι με φάρμακα όπως Xanax, Lexotanil, Tavor ή Stedon.
Η βουσπιρόνη συνήθως δεν δίνει την άμεση αίσθηση «με πήρε κάτω» ή «ηρέμησα σε λίγα λεπτά» που περιμένουν ορισμένοι ασθενείς από τα κλασικά ηρεμιστικά. Η δράση της είναι πιο σταδιακή. Αυτό είναι βασικό σημείο, γιατί αν ο ασθενής την πάρει περιμένοντας άμεση ανακούφιση μέσα στην ίδια ώρα, μπορεί να θεωρήσει λανθασμένα ότι «δεν κάνει τίποτα».
Το Bespar χρειάζεται σταθερή λήψη σύμφωνα με ιατρική οδηγία. Δεν είναι φάρμακο που συνήθως χρησιμοποιείται περιστασιακά, μόνο όταν συμβεί μια κρίση άγχους. Αν ο ασθενής έχει κρίσεις πανικού, έντονα επεισόδια φόβου, ταχυκαρδίες, αίσθημα πνιγμού ή φόβο θανάτου, χρειάζεται ολοκληρωμένη αξιολόγηση και όχι αυθαίρετη επιλογή αγχολυτικού.
Για τον ασθενή που προσπαθεί να καταλάβει τη θέση του Bespar ανάμεσα στα άλλα φάρμακα ψυχικής υγείας, χρήσιμοι οδηγοί είναι ο κεντρικός οδηγός Ηρεμιστικά και αγχολυτικά και το άρθρο Ηρεμιστικά και Αντικαταθλιπτικά: Ποια η Διαφορά;.
2Ποια είναι η βουσπιρόνη
Η βουσπιρόνη είναι η δραστική ουσία του Bespar. Σε διεθνείς πηγές μπορεί να τη συναντήσει κάποιος ως buspirone, ενώ σε ορισμένες χώρες είναι γνωστή και με εμπορικές ονομασίες όπως Buspar. Για την ελληνική πραγματικότητα, όμως, το όνομα που πρέπει να χρησιμοποιείται ως κύριο στο άρθρο είναι Bespar.
Φαρμακολογικά, η βουσπιρόνη ανήκει στα αγχολυτικά της ομάδας των αζαπιρονών. Έχει διαφορετικό μηχανισμό από τις βενζοδιαζεπίνες. Δεν έχει την ίδια μυοχαλαρωτική δράση, δεν προκαλεί την ίδια άμεση καταστολή και δεν δρα στους υποδοχείς GABA με τον τρόπο που δρουν τα κλασικά ηρεμιστικά. Αυτό εξηγεί και γιατί η κλινική εμπειρία του ασθενούς είναι διαφορετική.
Η βουσπιρόνη επηρεάζει κυρίως σεροτονινεργικά συστήματα και, σε κάποιο βαθμό, ντοπαμινεργικούς μηχανισμούς. Στόχος δεν είναι να «ναρκώσει» τον ασθενή, αλλά να μειώσει σταδιακά το επίμονο άγχος. Γι’ αυτό το φάρμακο ταιριάζει περισσότερο σε χρόνιο ή γενικευμένο άγχος παρά σε περιστασιακή χρήση για άμεση καταστολή.
Η πρακτική σημασία αυτής της διαφοράς είναι μεγάλη. Ο ασθενής πρέπει να ξέρει από την αρχή ότι το Bespar δεν λειτουργεί όπως ένα φάρμακο που λαμβάνεται μια φορά και μέσα σε λίγα λεπτά σταματά μια κρίση. Χρειάζεται χρόνος, συνέπεια και επανεκτίμηση. Αν αυτό δεν εξηγηθεί, η συμμόρφωση στη θεραπεία μπορεί να είναι κακή.
Η γνώση της δραστικής ουσίας βοηθά και στην αποφυγή λαθών. Αν ένας ασθενής διαβάζει ξένες πληροφορίες για buspirone, πρέπει να καταλαβαίνει ότι αυτές αφορούν τη βουσπιρόνη, αλλά στο ελληνικό άρθρο και στην ελληνική αναζήτηση το σωστό κέντρο είναι το Bespar / Βουσπιρόνη.
3Διαφορά από βενζοδιαζεπίνες
Η πιο σημαντική ερώτηση που κάνει ένας ασθενής είναι: «Είναι το Bespar σαν το Xanax;». Η απάντηση είναι όχι. Το Bespar δεν είναι βενζοδιαζεπίνη. Δεν έχει την ίδια άμεση κατασταλτική δράση, δεν προκαλεί συνήθως την ίδια υπνηλία και δεν χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο.
Οι βενζοδιαζεπίνες, όπως αλπραζολάμη, λοραζεπάμη, διαζεπάμη, βρωμαζεπάμη ή κλοναζεπάμη, μπορούν να προκαλέσουν σχετικά γρήγορη αγχολυτική και κατασταλτική δράση. Αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αλλά συνδέεται με κινδύνους όπως υπνηλία, μειωμένη εγρήγορση, πτώσεις, ανοχή, εξάρτηση και δυσκολία διακοπής.
Η βουσπιρόνη έχει διαφορετική λογική. Δεν είναι φάρμακο που συνήθως δίνεται για άμεση ανακούφιση κρίσης. Χρειάζεται σταθερή λήψη για ημέρες ή εβδομάδες ώστε να φανεί το αποτέλεσμα. Αυτό την κάνει λιγότερο κατάλληλη για «έκτακτη χρήση», αλλά πιο ενδιαφέρουσα για ασθενείς με επίμονο άγχος όπου ο στόχος είναι σταδιακή μείωση της αγχώδους βάσης.
Επειδή δεν είναι βενζοδιαζεπίνη, η βουσπιρόνη δεν έχει το ίδιο προφίλ εξάρτησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ασθενής πρέπει να τη διακόπτει αυθαίρετα ή να την παίρνει χωρίς παρακολούθηση. Σημαίνει ότι η θεραπευτική στρατηγική είναι διαφορετική. Η σωστή λήψη και η σταδιακή αξιολόγηση έχουν μεγαλύτερη σημασία από την άμεση αίσθηση καταστολής.
Για αναλυτική κατανόηση των βενζοδιαζεπινών και των κινδύνων τους, δείτε τον οδηγό Βενζοδιαζεπίνες: ποιες είναι και πότε χρειάζονται προσοχή, καθώς και τα σχετικά άρθρα για Xanax και άγχος και Rivotril / Κλοναζεπάμη.
4Πώς δρα στο άγχος
Η βουσπιρόνη δρα κυρίως μέσω υποδοχέων σεροτονίνης, με τρόπο διαφορετικό από τα κλασικά αντικαταθλιπτικά και τελείως διαφορετικό από τις βενζοδιαζεπίνες. Ο στόχος της δεν είναι να προκαλέσει άμεση υπνηλία, αλλά να ρυθμίσει σταδιακά κυκλώματα που σχετίζονται με την ένταση, την ανησυχία και την υπερβολική αγχώδη επαγρύπνηση.
Στο γενικευμένο άγχος, ο ασθενής συχνά δεν έχει μόνο «φόβο». Μπορεί να έχει συνεχή ανησυχία, μυϊκή ένταση, δυσκολία συγκέντρωσης, ευερεθιστότητα, κόπωση, ταχυκαρδία, γαστρεντερικές ενοχλήσεις ή κακό ύπνο. Η βουσπιρόνη στοχεύει στο χρόνιο υπόστρωμα του άγχους, όχι στην άμεση καταστολή ενός μεμονωμένου επεισοδίου.
Αυτό εξηγεί γιατί χρειάζεται χρόνος. Ο εγκέφαλος δεν ανταποκρίνεται πάντα άμεσα σε τέτοιες ρυθμιστικές αλλαγές. Ο ασθενής μπορεί να μην αισθανθεί σημαντική διαφορά τις πρώτες ημέρες. Η βελτίωση, όταν εμφανιστεί, μπορεί να είναι πιο σταδιακή: λιγότερη εσωτερική ένταση, λιγότερη ανησυχία, καλύτερη συγκέντρωση, λιγότερη σωματική υπερδιέγερση.
Η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με πρακτικές ερωτήσεις: κοιμάται καλύτερα ο ασθενής; μειώθηκε η ανησυχία; μπορεί να εργαστεί; έχει λιγότερες σωματικές εκδηλώσεις; υπάρχουν ζάλη, ναυτία ή πονοκέφαλος; έχει ξεχάσει δόσεις; παίρνει το φάρμακο σταθερά; Αυτά έχουν μεγαλύτερη αξία από το να κρίνει το φάρμακο μόνο με βάση την πρώτη ημέρα.
5Πότε χρησιμοποιείται
Το Bespar χρησιμοποιείται κυρίως σε γενικευμένη αγχώδη διαταραχή ή σε επίμονα συμπτώματα άγχους, όταν ο γιατρός θεωρεί ότι η βουσπιρόνη ταιριάζει στο προφίλ του ασθενούς. Είναι πιο λογική επιλογή όταν το άγχος είναι σταθερό, καθημερινό ή χρόνιο, και όχι όταν υπάρχει μόνο περιστασιακή ανάγκη άμεσης καταστολής.
Μπορεί να συζητηθεί όταν ο ασθενής δεν ανέχεται βενζοδιαζεπίνες, όταν υπάρχει ανησυχία για εξάρτηση, όταν η υπνηλία πρέπει να αποφευχθεί ή όταν χρειάζεται αγχολυτική στρατηγική διαφορετική από τα κλασικά ηρεμιστικά. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε ορισμένα θεραπευτικά σχήματα μαζί με άλλα φάρμακα, εφόσον υπάρχει σαφές ιατρικό πλάνο.
Δεν είναι όμως φάρμακο που «ταιριάζει σε κάθε άγχος». Το άγχος μπορεί να είναι σύμπτωμα κατάθλιψης, θυρεοειδικής διαταραχής, αναιμίας, κατάχρησης καφεΐνης, αλκοόλ, στέρησης ουσιών, καρδιολογικού προβλήματος, υπογλυκαιμίας ή άλλης οργανικής κατάστασης. Αν δεν αξιολογηθεί η αιτία, υπάρχει κίνδυνος λάθος θεραπευτικής κατεύθυνσης.
Σε ασθενείς με κατάθλιψη και άγχος, ο γιατρός μπορεί να επιλέξει αντικαταθλιπτικό, ψυχοθεραπεία, βουσπιρόνη ή συνδυασμό, ανάλογα με την εικόνα. Για περισσότερα σχετικά με τα αντικαταθλιπτικά που χρησιμοποιούνται συχνά σε άγχος και κατάθλιψη, δείτε τον οδηγό αντικαταθλιπτικών.
6Πότε δεν είναι η σωστή λύση
Το Bespar δεν είναι συνήθως η σωστή λύση όταν ο ασθενής ζητά άμεση δράση μέσα σε λίγα λεπτά. Δεν είναι φάρμακο «έκτακτης ανάγκης» για μια μεμονωμένη κρίση πανικού. Αν ο ασθενής έχει συχνές κρίσεις πανικού, χρειάζεται ειδική αξιολόγηση, γιατί η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία, αντικαταθλιπτικά, τεχνικές διαχείρισης άγχους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, βραχυχρόνια αγχολυτική αγωγή.
Δεν είναι επίσης λύση όταν το άγχος οφείλεται σε αδιάγνωστη οργανική αιτία. Υπερθυρεοειδισμός, αναιμία, χαμηλή Β12, αρρυθμίες, υπογλυκαιμία, φάρμακα, καφεΐνη ή αλκοόλ μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα που ο ασθενής βιώνει ως άγχος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η θεραπεία του άγχους χωρίς εργαστηριακό ή κλινικό έλεγχο μπορεί να καθυστερήσει τη σωστή διάγνωση.
Η βουσπιρόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε σοβαρή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια, εκτός αν υπάρχει ειδική ιατρική εκτίμηση και διαφορετική τεκμηριωμένη απόφαση. Επίσης χρειάζεται προσοχή σε ιστορικό επιληψίας και δεν προορίζεται για χρήση σε παιδιά ή εφήβους χωρίς ειδική αξιολόγηση.
Δεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί με MAOIs ή σε καταστάσεις όπου υπάρχει κίνδυνος σοβαρών αλληλεπιδράσεων. Αν ο ασθενής έχει λάβει πρόσφατα αντικαταθλιπτικά ειδικής κατηγορίας, αντιβιοτικά όπως linezolid ή άλλα φάρμακα που επηρεάζουν τη σεροτονίνη, πρέπει να ενημερώνει τον γιατρό πριν ξεκινήσει βουσπιρόνη.
7Δόση και τρόπος λήψης
Η δοσολογία του Bespar καθορίζεται από τον γιατρό. Η βουσπιρόνη συνήθως λαμβάνεται σε διαιρεμένες δόσεις μέσα στην ημέρα, ώστε να υπάρχει σταθερή έκθεση στο φάρμακο. Η δόση μπορεί να ξεκινήσει χαμηλά και να αυξηθεί σταδιακά, ανάλογα με την ανταπόκριση και τις ανεπιθύμητες ενέργειες.
Το βασικό είναι η συνέπεια. Η βουσπιρόνη πρέπει να λαμβάνεται με σταθερό τρόπο, είτε πάντα με τροφή είτε πάντα χωρίς τροφή, σύμφωνα με τις οδηγίες. Αυτό βοηθά να υπάρχει πιο προβλέψιμη απορρόφηση και πιο σταθερή δράση. Οι συχνές παραλείψεις δυσκολεύουν την αξιολόγηση του αποτελέσματος.
Ο ασθενής δεν πρέπει να αυξάνει μόνος του τη δόση επειδή δεν νιώθει άμεση βελτίωση τις πρώτες ημέρες. Η καθυστερημένη έναρξη δράσης είναι αναμενόμενη. Η αυθαίρετη αύξηση μπορεί να προκαλέσει ζάλη, ναυτία, πονοκέφαλο, νευρικότητα ή άλλες ενοχλήσεις χωρίς να επιταχύνει ουσιαστικά το θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Αν ξεχαστεί μια δόση, δεν πρέπει να διπλασιαστεί η επόμενη χωρίς οδηγία. Σε ασθενείς που ξεχνούν συχνά, μπορεί να βοηθήσει υπενθύμιση στο κινητό, κουτί φαρμάκων ή πιο πρακτικό πρόγραμμα λήψης. Η συμμόρφωση είναι κεντρική γιατί το Bespar δεν λειτουργεί ως περιστασιακό αγχολυτικό.
8Πότε αρχίζει να δρα
Η βουσπιρόνη έχει βραδεία έναρξη δράσης. Πολλοί ασθενείς χρειάζονται ημέρες έως εβδομάδες για να αντιληφθούν ουσιαστική διαφορά. Αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά σημεία που πρέπει να εξηγούνται πριν την έναρξη, γιατί διαφορετικά ο ασθενής μπορεί να απογοητευτεί και να σταματήσει πρόωρα.
Η βελτίωση συχνά δεν είναι θεαματική από τη μία ημέρα στην άλλη. Μπορεί να εμφανιστεί ως μικρή αλλά σταθερή μείωση της ανησυχίας, καλύτερη αντοχή στο στρες, λιγότερη ευερεθιστότητα, βελτίωση στη συγκέντρωση ή μικρότερη σωματική ένταση. Ο ασθενής μπορεί να το καταλάβει περισσότερο συγκρίνοντας εβδομάδα με εβδομάδα, όχι δόση με δόση.
Αν μετά από επαρκές διάστημα δεν υπάρχει καμία βελτίωση, ο γιατρός θα αξιολογήσει αν η δόση είναι κατάλληλη, αν η διάγνωση είναι σωστή, αν υπάρχουν οργανικοί παράγοντες που συντηρούν το άγχος, αν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις ή αν χρειάζεται άλλο θεραπευτικό πλάνο.
Η αναμονή για δράση δεν σημαίνει ότι ο ασθενής πρέπει να υπομένει σοβαρές παρενέργειες. Αν εμφανιστούν έντονη ζάλη, λιποθυμία, αλλεργικό εξάνθημα, σύγχυση, έντονη διέγερση, ταχυκαρδία ή συμπτώματα σεροτονινεργικής αντίδρασης, χρειάζεται άμεση επικοινωνία με γιατρό.
9Συχνές παρενέργειες
Οι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες της βουσπιρόνης μπορεί να περιλαμβάνουν ζάλη, ναυτία, πονοκέφαλο, νευρικότητα, αϋπνία, διέγερση, υπνηλία ή δυσκολία συγκέντρωσης. Σε αρκετούς ασθενείς οι ενοχλήσεις είναι ήπιες και υποχωρούν με τον χρόνο, αλλά σε άλλους μπορεί να επιμένουν και να απαιτούν προσαρμογή.
Η ζάλη είναι από τις πιο πρακτικά σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Μπορεί να επηρεάσει την οδήγηση, την εργασία, την ισορροπία και την καθημερινή λειτουργικότητα. Αν ο ασθενής είναι ηλικιωμένος, έχει χαμηλή πίεση ή λαμβάνει άλλα φάρμακα που προκαλούν ζάλη, ο κίνδυνος πτώσης πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά.
Η ναυτία μπορεί να σχετίζεται με τον τρόπο λήψης ή με την αρχική προσαρμογή. Η σταθερή λήψη με τον ίδιο τρόπο σε σχέση με την τροφή μπορεί να βοηθήσει. Ο πονοκέφαλος ή η νευρικότητα πρέπει να παρακολουθούνται, ειδικά αν είναι έντονα ή αν ο ασθενής νιώθει ότι το άγχος επιδεινώνεται.
Σε αντίθεση με τις βενζοδιαζεπίνες, η βουσπιρόνη συνήθως έχει περιορισμένη κατασταλτική και μυοχαλαρωτική δράση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κανείς δεν θα νιώσει υπνηλία. Κάθε ασθενής πρέπει να δει πώς τον επηρεάζει πριν οδηγήσει ή χειριστεί μηχανήματα.
10Ύπνος, υπνηλία και οδήγηση
Το Bespar δεν είναι κλασικό υπνωτικό. Σε κάποιους ασθενείς μπορεί να προκαλέσει υπνηλία, ενώ σε άλλους μπορεί να σχετιστεί με νευρικότητα ή αϋπνία, ιδιαίτερα στην αρχή. Αυτό το διπλό ενδεχόμενο πρέπει να συζητείται, γιατί ο ασθενής μπορεί να έχει διαφορετική εμπειρία από αυτό που περίμενε.
Αν υπάρχει υπνηλία, πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση μέχρι να φανεί καθαρά πώς επηρεάζει το φάρμακο. Το ίδιο ισχύει για χειρισμό μηχανημάτων, εργασία σε ύψος ή οποιαδήποτε δραστηριότητα όπου η εγρήγορση είναι κρίσιμη. Το ότι η βουσπιρόνη δεν είναι βενζοδιαζεπίνη δεν σημαίνει ότι η οδήγηση είναι πάντα ασφαλής από την πρώτη δόση.
Αν υπάρχει αϋπνία ή έντονη νευρικότητα μετά την έναρξη, ο ασθενής πρέπει να ενημερώσει τον γιατρό. Μπορεί να χρειάζεται αλλαγή ώρας λήψης, πιο αργή τιτλοποίηση ή επανεκτίμηση του συνολικού πλάνου. Δεν πρέπει να προσθέτει μόνος του υπνωτικά, αλκοόλ ή άλλα ηρεμιστικά για να αντιρροπήσει την αϋπνία.
Η σχέση άγχους και ύπνου είναι συχνά αμφίδρομη. Το άγχος χαλάει τον ύπνο και ο κακός ύπνος αυξάνει το άγχος. Αν ο ύπνος είναι βασικό πρόβλημα, πρέπει να αξιολογούνται και άλλοι παράγοντες: καφεΐνη, αλκοόλ, οθόνες, άπνοια ύπνου, πόνος, θυρεοειδής και φάρμακα που διεγείρουν.
11Ποιες εξετάσεις αίματος μπορεί να χρειαστούν
Η βουσπιρόνη δεν έχει ειδική εξέταση αίματος ρουτίνας που να απαιτείται για όλους τους ασθενείς. Δεν παρακολουθείται καθημερινά με «επίπεδα φαρμάκου» όπως συμβαίνει με ορισμένα άλλα φάρμακα. Παρ’ όλα αυτά, οι εξετάσεις αίματος μπορεί να είναι πολύ χρήσιμες για την ασφάλεια, την εξατομίκευση και τη διαφορική διάγνωση.
Ο βασικός εργαστηριακός έλεγχος πριν ή κατά τη διάρκεια θεραπείας μπορεί να έχει νόημα όταν υπάρχει ηλικία, πολυφαρμακία, ιστορικό ηπατικής ή νεφρικής νόσου, ζάλη, κόπωση, σύγχυση, αϋπνία, ταχυκαρδία, απώλεια βάρους, τρέμουλο ή συμπτώματα που μπορεί να μην οφείλονται μόνο στο άγχος.
Ανάλογα με την περίπτωση, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει:
- AST, ALT, γ-GT, ALP και χολερυθρίνη, για εκτίμηση ηπατικής λειτουργίας.
- Ουρία, κρεατινίνη και eGFR, για νεφρική λειτουργία.
- Νάτριο, κάλιο, ασβέστιο και μαγνήσιο, όταν υπάρχουν ζάλη, αδυναμία, αρρυθμίες, διουρητικά ή πολυφαρμακία.
- Γενική αίματος, όταν υπάρχει κόπωση, αδυναμία, λοιμώξεις, ωχρότητα ή υποψία αναιμίας.
- TSH και FT4, όταν υπάρχουν συμπτώματα που μπορεί να μοιάζουν με άγχος, όπως ταχυκαρδία, τρόμος, απώλεια βάρους ή αϋπνία.
- Βιταμίνη Β12, φερριτίνη και φυλλικό οξύ, όταν υπάρχει κόπωση, μουδιάσματα, ζάλη, κακή συγκέντρωση ή αναιμία.
- Γλυκόζη νηστείας και HbA1c, όταν υπάρχουν συμπτώματα υπογλυκαιμίας/υπεργλυκαιμίας, μεταβολικός κίνδυνος ή ασαφή επεισόδια αδυναμίας.
Το νόημα αυτών των εξετάσεων δεν είναι ότι η βουσπιρόνη «χαλάει» απαραίτητα όλους αυτούς τους δείκτες. Το νόημα είναι ότι το άγχος συχνά μοιάζει με οργανικά προβλήματα και ότι η ασφάλεια του φαρμάκου επηρεάζεται από ήπαρ, νεφρά και αλληλεπιδράσεις.
12Ήπαρ και ηπατικά ένζυμα
Η βουσπιρόνη μεταβολίζεται στο ήπαρ. Αυτό σημαίνει ότι η ηπατική λειτουργία έχει σημασία, ειδικά όταν υπάρχει γνωστή ηπατική νόσος, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, λιπώδες ήπαρ, συχνή κατανάλωση αλκοόλ ή χρήση πολλών φαρμάκων που μεταβολίζονται από το ήπαρ.
Σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η βουσπιρόνη γενικά δεν είναι κατάλληλη επιλογή χωρίς ειδική ιατρική κρίση. Αν το ήπαρ δεν μεταβολίζει σωστά το φάρμακο, μπορεί να αυξηθούν τα επίπεδα και να ενισχυθούν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ζάλη, ναυτία, υπνηλία ή νευρολογικές ενοχλήσεις.
Οι εξετάσεις που μπορεί να ζητηθούν είναι AST, ALT, γ-GT, ALP και χολερυθρίνη. Σε ορισμένες περιπτώσεις προστίθενται λευκώματα, INR ή άλλοι δείκτες, αν υπάρχει γνωστή ηπατική νόσος. Για έναν κατά τα άλλα υγιή ασθενή χωρίς ιστορικό, ο γιατρός μπορεί να μην ζητήσει συστηματική παρακολούθηση, αλλά η αρχική εικόνα είναι χρήσιμη όταν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου.
Συμπτώματα που χρειάζονται αξιολόγηση είναι ίκτερος, σκούρα ούρα, αποχρωματισμένα κόπρανα, έντονη κόπωση, επίμονη ναυτία, πόνος στο δεξιό άνω μέρος της κοιλιάς ή γενικευμένος κνησμός. Αυτά δεν πρέπει να αποδίδονται απλώς στο άγχος.
13Νεφρική λειτουργία
Η νεφρική λειτουργία έχει σημασία επειδή η βουσπιρόνη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται σε σημαντικό βαθμό μέσω των νεφρών. Σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, η χρήση της δεν συνιστάται χωρίς ειδική ιατρική αξιολόγηση. Σε ηπιότερη επιβάρυνση, ο γιατρός αποφασίζει ανάλογα με την περίπτωση.
Οι βασικές εξετάσεις είναι ουρία, κρεατινίνη και eGFR. Το eGFR βοηθά στην εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας με βάση την κρεατινίνη, την ηλικία και άλλα χαρακτηριστικά. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε ηλικιωμένους, όπου η κρεατινίνη μπορεί να φαίνεται «φυσιολογική» αλλά η πραγματική νεφρική λειτουργία να είναι μειωμένη.
Η νεφρική λειτουργία είναι σημαντική και λόγω συγχορηγούμενων φαρμάκων. Διουρητικά, αντιυπερτασικά, αντιφλεγμονώδη, φάρμακα για διαβήτη και άλλα σκευάσματα μπορεί να επηρεάζουν νεφρά ή ηλεκτρολύτες. Αν ο ασθενής έχει ζάλη, αδυναμία, αφυδάτωση ή συχνές πτώσεις, ο έλεγχος νεφρικής λειτουργίας και ηλεκτρολυτών έχει πρακτική αξία.
Η καλή εργαστηριακή εικόνα βοηθά τον γιατρό να αποφασίσει αν το Bespar είναι κατάλληλο, αν χρειάζεται προσοχή στη δόση ή αν πρέπει να αναζητηθεί άλλη αιτία για τα συμπτώματα.
14Ηλεκτρολύτες και γενικός έλεγχος
Οι ηλεκτρολύτες, όπως νάτριο, κάλιο, ασβέστιο και μαγνήσιο, δεν είναι ειδικές εξετάσεις για τη βουσπιρόνη σε κάθε ασθενή. Έχουν όμως σημασία όταν υπάρχουν συμπτώματα που μπορεί να μπερδεύονται με άγχος ή παρενέργειες: ζάλη, ταχυκαρδία, μυϊκή αδυναμία, κράμπες, αστάθεια, σύγχυση ή αίσθημα παλμών.
Το κάλιο και το μαγνήσιο σχετίζονται με τη μυϊκή και καρδιακή λειτουργία. Το νάτριο σχετίζεται με νευρολογική λειτουργία και επίπεδο συνείδησης. Το ασβέστιο μπορεί να σχετίζεται με νευρομυϊκά συμπτώματα. Αν ένας ασθενής έχει άγχος αλλά ταυτόχρονα έχει ηλεκτρολυτική διαταραχή, η αντιμετώπιση μόνο με αγχολυτικό δεν αρκεί.
Οι ηλεκτρολύτες έχουν ιδιαίτερη σημασία σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά, έχουν εμετούς ή διάρροιες, κάνουν περιοριστικές δίαιτες, έχουν νεφρική νόσο ή λαμβάνουν πολλά φάρμακα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο εργαστηριακός έλεγχος μπορεί να αποτρέψει λάθος ερμηνεία των συμπτωμάτων.
Ο γενικός έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει και CRP ή άλλους δείκτες όταν υπάρχουν συμπτώματα λοίμωξης ή φλεγμονής. Δεν ζητούνται όλα σε όλους. Το κλειδί είναι η εξατομίκευση με βάση την κλινική εικόνα.
15Θυρεοειδής, Β12 και οργανικές αιτίες άγχους
Πριν αποδοθούν όλα τα συμπτώματα σε ψυχικό άγχος, πρέπει να θυμόμαστε ότι αρκετές οργανικές καταστάσεις μοιάζουν με άγχος. Ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί να προκαλέσει ταχυκαρδία, τρόμο, αϋπνία, εφίδρωση, νευρικότητα και απώλεια βάρους. Η αναιμία μπορεί να προκαλέσει κόπωση, δύσπνοια, ταχυκαρδία και αδυναμία. Η χαμηλή Β12 μπορεί να επηρεάσει νευρικό σύστημα, διάθεση και συγκέντρωση.
Γι’ αυτό σε ασθενείς με νέο άγχος, ασαφή σωματικά συμπτώματα ή κακή ανταπόκριση στη θεραπεία, μπορεί να έχει νόημα έλεγχος TSH, FT4, γενικής αίματος, φερριτίνης, Β12, φυλλικού οξέος και γλυκόζης. Αυτές οι εξετάσεις δεν γίνονται επειδή το Bespar απαιτεί τέτοια ρουτίνα, αλλά επειδή βοηθούν να μη χαθεί οργανική αιτία.
Η εργαστηριακή διερεύνηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν το άγχος εμφανίζεται για πρώτη φορά σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως απώλεια βάρους, νυχτερινές εφιδρώσεις, έντονη κόπωση, ταχυκαρδία, διαταραχές περιόδου, μουδιάσματα ή γαστρεντερικές αλλαγές.
Σχετικά με τη βιταμίνη Β12, μπορείτε να δείτε τους οδηγούς Βιταμίνη Β12: πλήρης οδηγός, Χαμηλή Β12 και Υψηλή Β12.
16Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
Η βουσπιρόνη έχει σημαντικές αλληλεπιδράσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Μεταβολίζεται κυρίως μέσω ηπατικών ενζύμων, ειδικά του CYP3A4. Αυτό σημαίνει ότι φάρμακα ή ουσίες που αναστέλλουν ή επάγουν αυτό το σύστημα μπορούν να αυξήσουν ή να μειώσουν τα επίπεδά της.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4, με ορισμένα αντιβιοτικά, αντιμυκητιασικά, αντιρετροϊκά, αντικαταθλιπτικά και άλλα φάρμακα. Επίσης, το grapefruit μπορεί να αυξήσει την έκθεση στη βουσπιρόνη, γι’ αυτό χρειάζεται αποφυγή μεγάλων ποσοτήτων grapefruit ή χυμού grapefruit.
Ο συνδυασμός με MAOIs αντενδείκνυται λόγω κινδύνου σοβαρών αντιδράσεων, όπως αυξημένη πίεση ή σεροτονινεργική τοξικότητα. Προσοχή χρειάζεται επίσης με linezolid ή ενδοφλέβιο methylene blue, επειδή μπορεί να λειτουργούν ως αναστολείς MAO.
Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνει τον γιατρό για όλα τα φάρμακα, ακόμα και αν θεωρεί ότι δεν σχετίζονται με το άγχος. Αν λαμβάνει αντικαταθλιπτικά όπως Zoloft / Σερτραλίνη, Cipralex / Εσιταλοπράμη, Cymbalta / Ντουλοξετίνη ή Ladose / Φλουοξετίνη, χρειάζεται σαφές πλάνο από τον γιατρό.
17Αλκοόλ και κατασταλτικά
Η βουσπιρόνη δεν έχει την ίδια έντονη κατασταλτική δράση με τις βενζοδιαζεπίνες, όμως ο συνδυασμός με αλκοόλ δεν είναι καλή ιδέα. Το αλκοόλ μπορεί να επιδεινώσει το άγχος μακροπρόθεσμα, να χαλάσει τον ύπνο, να επηρεάσει το ήπαρ και να αυξήσει ζάλη, υπνηλία ή μειωμένη κρίση.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν ο ασθενής λαμβάνει και άλλα κατασταλτικά φάρμακα, όπως υπνωτικά, οπιοειδή, αντιισταμινικά, μυοχαλαρωτικά, πρεγκαμπαλίνη ή γκαμπαπεντίνη. Η αθροιστική επίδραση μπορεί να είναι μεγαλύτερη από ό,τι περιμένει ο ασθενής.
Σε ασθενείς με συχνή κατανάλωση αλκοόλ, ο γιατρός πρέπει να το γνωρίζει. Το αλκοόλ μπορεί να επηρεάζει το άγχος, τον ύπνο, την κατάθλιψη, την ηπατική λειτουργία και την αξιολόγηση της ανταπόκρισης στη βουσπιρόνη. Αν δεν αναφερθεί, η θεραπευτική εικόνα μπορεί να είναι παραπλανητική.
Για περισσότερα σχετικά με τον συνδυασμό αγχολυτικών/κατασταλτικών και αλκοόλ, δείτε τον οδηγό Ηρεμιστικά και Αλκοόλ.
18Συνδυασμός με αντικαταθλιπτικά
Η βουσπιρόνη μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να χρησιμοποιηθεί μαζί με αντικαταθλιπτικά, αλλά αυτό πρέπει να γίνεται μόνο με ιατρική καθοδήγηση. Ο συνδυασμός μπορεί να έχει νόημα όταν υπάρχει άγχος που επιμένει παρά την αντικαταθλιπτική θεραπεία ή όταν ο γιατρός θέλει να αποφύγει βενζοδιαζεπίνες.
Ο συνδυασμός με σεροτονινεργικά φάρμακα χρειάζεται προσοχή. Συμπτώματα όπως έντονη διέγερση, τρόμος, εφίδρωση, διάρροια, πυρετός, μυϊκή δυσκαμψία, ταχυκαρδία ή σύγχυση πρέπει να αναφέρονται άμεσα, επειδή μπορεί να σχετίζονται με σεροτονινεργική τοξικότητα.
Ο ασθενής δεν πρέπει να προσθέτει μόνος του Bespar σε αγωγή με SSRI ή SNRI επειδή διάβασε ότι «βοηθά στο άγχος». Το ιστορικό, η δόση, η διάρκεια θεραπείας, τα άλλα φάρμακα και ο κίνδυνος αλληλεπιδράσεων πρέπει να αξιολογούνται από γιατρό.
Σχετικοί οδηγοί στο site είναι το άρθρο για Wellbutrin / Βουπροπιόνη, το Valdoxan / Αγομελατίνη, το Saroten / Αμιτριπτυλίνη και το άρθρο Σεξουαλικές παρενέργειες αντικαταθλιπτικών.
19Διακοπή, εξάρτηση και στερητικά
Η βουσπιρόνη δεν έχει το ίδιο προφίλ εξάρτησης με τις βενζοδιαζεπίνες. Αυτό είναι ένα από τα βασικά σημεία που την ξεχωρίζουν. Δεν προκαλεί συνήθως την ίδια ανοχή, επιθυμία για αύξηση δόσης ή κίνδυνο στερητικών συμπτωμάτων που βλέπουμε με μακροχρόνια χρήση κλασικών ηρεμιστικών.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ασθενής πρέπει να τη διακόπτει μόνος του. Η απότομη διακοπή μπορεί να οδηγήσει σε επιστροφή του άγχους, σύγχυση σχετικά με την αποτελεσματικότητα ή κακή αξιολόγηση του θεραπευτικού πλάνου. Η διακοπή πρέπει να γίνεται μετά από συζήτηση με τον γιατρό, ειδικά αν το φάρμακο λαμβάνεται για καιρό.
Αν ο ασθενής νιώθει ότι «δεν βοηθά», πρέπει πρώτα να αξιολογηθεί αν το έλαβε για αρκετό χρόνο, στη σωστή δόση, με σταθερό τρόπο και χωρίς αλληλεπιδράσεις. Πολλές αποτυχίες δεν οφείλονται στο ίδιο το φάρμακο, αλλά σε πρόωρη διακοπή ή μη σταθερή λήψη.
Αν υπάρχουν παρενέργειες όπως ζάλη, ναυτία ή νευρικότητα, μπορεί να χρειάζεται προσαρμογή. Η ασφαλής αλλαγή θεραπείας είναι ιατρική διαδικασία και όχι απόφαση της στιγμής.
20Ηλικιωμένοι, εγκυμοσύνη και ειδικές ομάδες
Στους ηλικιωμένους, το Bespar χρειάζεται προσοχή κυρίως λόγω ζάλης, πολυφαρμακίας, νεφρικής λειτουργίας και κινδύνου πτώσεων. Ακόμη και αν δεν προκαλεί έντονη καταστολή όπως οι βενζοδιαζεπίνες, κάθε νέο φάρμακο που επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά.
Σε άτομα με ηπατική ή νεφρική επιβάρυνση, η χρήση πρέπει να αποφασίζεται από γιατρό με βάση την έκταση της βλάβης και τα υπόλοιπα φάρμακα. Σε σοβαρή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια, η βουσπιρόνη γενικά δεν είναι κατάλληλη επιλογή.
Σε εγκυμοσύνη και θηλασμό, η χρήση πρέπει να συζητείται εξατομικευμένα. Δεν πρέπει να ξεκινά ή να διακόπτεται φάρμακο χωρίς ιατρική εκτίμηση. Το μη ελεγχόμενο άγχος μπορεί επίσης να έχει επιπτώσεις, οπότε η απόφαση πρέπει να ζυγίζει όφελος και κίνδυνο.
Σε άτομα κάτω των 18 ετών, η χρήση δεν πρέπει να γίνεται χωρίς ειδική ιατρική αξιολόγηση. Σε ιστορικό επιληψίας χρειάζεται επίσης προσοχή, καθώς η επιλογή αγωγής πρέπει να λαμβάνει υπόψη το νευρολογικό ιστορικό.
21Συχνές ερωτήσεις
Το Bespar είναι το ίδιο με Buspar;
Η δραστική ουσία είναι η βουσπιρόνη. Σε ξένες πηγές μπορεί να δείτε την ονομασία Buspar, αλλά για την Ελλάδα το σωστό εμπορικό όνομα που πρέπει να χρησιμοποιείται ως κύριο είναι Bespar.
Το Bespar είναι βενζοδιαζεπίνη;
Όχι. Το Bespar / βουσπιρόνη δεν είναι βενζοδιαζεπίνη και δεν δρα όπως Xanax, Lexotanil, Tavor ή Stedon. Έχει διαφορετικό μηχανισμό και πιο αργή έναρξη δράσης.
Δρα άμεσα στο άγχος;
Όχι συνήθως. Η βουσπιρόνη χρειάζεται σταθερή λήψη και χρόνο για να φανεί η δράση της. Δεν είναι φάρμακο άμεσης περιστασιακής καταστολής.
Χρειάζονται εξετάσεις αίματος με Bespar;
Δεν υπάρχει ειδική εξέταση ρουτίνας για όλους. Όμως μπορεί να ζητηθούν ηπατικά ένζυμα, νεφρική λειτουργία, ηλεκτρολύτες, γενική αίματος, TSH, Β12 ή γλυκόζη, ανάλογα με ιστορικό και συμπτώματα.
Μπορώ να πιω αλκοόλ με βουσπιρόνη;
Δεν συνιστάται. Το αλκοόλ μπορεί να επιδεινώσει άγχος, ύπνο, ζάλη, κρίση και ηπατική επιβάρυνση. Η χρήση πρέπει να συζητείται με τον γιατρό.
Το grapefruit επηρεάζει το Bespar;
Ναι, μεγάλες ποσότητες grapefruit ή χυμού grapefruit μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα βουσπιρόνης. Καλό είναι να αποφεύγονται ή να συζητείται με τον γιατρό.
Μπορώ να το πάρω μαζί με αντικαταθλιπτικό;
Μόνο με ιατρική καθοδήγηση. Ο συνδυασμός μπορεί να έχει νόημα σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά χρειάζεται προσοχή σε αλληλεπιδράσεις και σεροτονινεργικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Πότε πρέπει να επικοινωνήσω άμεσα με γιατρό;
Άμεσα αν εμφανιστούν αλλεργικό εξάνθημα, πρήξιμο, δύσπνοια, έντονη ζάλη, λιποθυμία, σύγχυση, ταχυκαρδία, μυϊκή δυσκαμψία, πυρετός, έντονη διέγερση ή συμπτώματα σεροτονινεργικής τοξικότητας.
22Ραντεβού και βιβλιογραφία
Αν λαμβάνετε Bespar / βουσπιρόνη και ο γιατρός σας έχει ζητήσει εργαστηριακό έλεγχο, μπορείτε να πραγματοποιήσετε τις απαραίτητες εξετάσεις στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας. Ο έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει ηπατικά ένζυμα, ουρία, κρεατινίνη, eGFR, ηλεκτρολύτες, γενική αίματος, TSH, Β12, φερριτίνη, γλυκόζη και HbA1c, ανάλογα με την ιατρική οδηγία.
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας
Για προγραμματισμό εξετάσεων ή πληροφορίες σχετικά με την προετοιμασία, επικοινωνήστε με το εργαστήριο.
Σχετικοί οδηγοί στο mikrobiologikolamia.gr:
Οδηγός ηρεμιστικών και αγχολυτικών,
Βενζοδιαζεπίνες,
Ηρεμιστικά και αντικαταθλιπτικά,
Ηρεμιστικά και αλκοόλ,
Οδηγός αντικαταθλιπτικών.
Βιβλιογραφία / Ενδεικτικές πηγές
Επιστημονική επιμέλεια: Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος.
Το άρθρο παρέχει γενική ενημέρωση για το Bespar / βουσπιρόνη και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική οδηγία, τη διάγνωση ή την παρακολούθηση από τον θεράποντα ιατρό. Μην ξεκινάτε, μη διακόπτετε και μην αλλάζετε φαρμακευτική αγωγή χωρίς ιατρική καθοδήγηση.

