aprovel-irbesartani-ypertasi-diavitiki-nefropatheia-mikrobiologikolamia-1200x628-1-1200x800.jpg

APROVEL (Ιρβεσαρτάνη): Πλήρης Ιατρικός Οδηγός για Υπέρταση & Διαβητική Νεφροπάθεια

Τελευταία ενημέρωση:

Σύντομη περίληψη:
Το APROVEL (ιρβεσαρτάνη) είναι φάρμακο της κατηγορίας των ανταγωνιστών υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARB), που χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση της αρτηριακής υπέρτασης και για τη νεφροπροστασία σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Δρα μειώνοντας την αρτηριακή πίεση και τη λευκωματουρία, με καλή ανεκτικότητα και χωρίς τον χαρακτηριστικό βήχα των αναστολέων ΜΕΑ.

1 Τι είναι το APROVEL

Το APROVEL είναι η εμπορική ονομασία της
ιρβεσαρτάνης, ενός αντιυπερτασικού φαρμάκου που ανήκει
στους ανταγωνιστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ
(Angiotensin II Receptor Blockers – ARBs).
Χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία της
αρτηριακής υπέρτασης
και για την επιβράδυνση της εξέλιξης της διαβητικής νεφροπάθειας
σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Η ιρβεσαρτάνη δρα στο
σύστημα ρενίνης–αγγειοτενσίνης–αλδοστερόνης (RAAS),
ένα βασικό ορμονικό σύστημα που ρυθμίζει
την αρτηριακή πίεση, τον όγκο υγρών
και τη νεφρική αιμάτωση.
Με τον εκλεκτικό αποκλεισμό των υποδοχέων AT1,
περιορίζεται η αγγειοσύσπαση
και η κατακράτηση νατρίου,
οδηγώντας σε σταθερή μείωση της πίεσης
και προστασία των νεφρών.

Σε αντίθεση με τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου (ΜΕΑ),
η ιρβεσαρτάνη δεν αυξάνει τη βραδυκινίνη
και επομένως δεν προκαλεί ξηρό βήχα,
μία ανεπιθύμητη ενέργεια που συχνά οδηγεί
σε διακοπή της θεραπείας.
Αυτό το χαρακτηριστικό
βελτιώνει σημαντικά τη συμμόρφωση των ασθενών
σε μακροχρόνια αγωγή.

Το APROVEL μπορεί να χορηγηθεί
ως μονοθεραπεία
ή σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά,
ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς.
Προορίζεται για
χρόνια, μακροχρόνια θεραπεία,
με στόχο όχι μόνο τη ρύθμιση των τιμών της πίεσης,
αλλά και τη μείωση του συνολικού καρδιαγγειακού
και νεφρικού κινδύνου
.

Στην καθημερινή κλινική πράξη,
η ιρβεσαρτάνη αποτελεί συχνά
θεραπεία πρώτης γραμμής
σε υπερτασικούς ασθενείς,
ιδίως όταν συνυπάρχει διαβήτης
ή αυξημένος καρδιαγγειακός κίνδυνος,
λόγω του ευνοϊκού συνδυασμού
αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.

2 Πώς δρα η ιρβεσαρτάνη – Μηχανισμός δράσης (RAAS)

Η ιρβεσαρτάνη δρα αναστέλλοντας εκλεκτικά τους υποδοχείς AT1 της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ είναι μία από τις ισχυρότερες αγγειοσυσπαστικές ουσίες του οργανισμού και παίζει κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Με τον αποκλεισμό των υποδοχέων AT1:

  • προκαλείται αγγειοδιαστολή,
  • μειώνεται η έκκριση αλδοστερόνης,
  • περιορίζεται η κατακράτηση νατρίου και ύδατος,
  • μειώνεται η ενδοσπειραματική πίεση στα νεφρά.

Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή και σταθερή μείωση της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης, καθώς και η νεφροπροστατευτική δράση, ιδιαίτερα σημαντική στους διαβητικούς ασθενείς.

3 Σε ποιους ασθενείς ενδείκνυται

Το APROVEL ενδείκνυται σε ενήλικες ασθενείς με:

  • Πρωτοπαθή αρτηριακή υπέρταση, ανεξαρτήτως ηλικίας,
  • Σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 με υπέρταση,
  • Διαβητική νεφροπάθεια με λευκωματουρία.

Η ιρβεσαρτάνη αποτελεί ιδιαίτερα κατάλληλη επιλογή
σε ασθενείς με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο,
καθώς η αποτελεσματική ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης
συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου
αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου,
στεφανιαίας νόσου και καρδιακής ανεπάρκειας.

Ιδιαίτερα ωφελούνται ασθενείς
που δεν ανέχονται αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου (ΜΕΑ),
λόγω εμφάνισης ξηρού βήχα
ή άλλων ανεπιθύμητων ενεργειών.
Σε αυτές τις περιπτώσεις,
το APROVEL προσφέρει ισοδύναμη αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα
χωρίς τη σχετιζόμενη με τη βραδυκινίνη συμπτωματολογία.

Στους διαβητικούς ασθενείς,
η ένδειξη του APROVEL αποκτά επιπλέον σημασία,
καθώς η δράση του στο
σύστημα ρενίνης–αγγειοτενσίνης–αλδοστερόνης
συμβάλλει όχι μόνο στη ρύθμιση της πίεσης,
αλλά και στη νεφροπροστασία,
μέσω της μείωσης της ενδοσπειραματικής πίεσης
και της λευκωματουρίας.

Στην κλινική πράξη,
το APROVEL χρησιμοποιείται συχνά
ως θεραπεία πρώτης γραμμής
σε υπερτασικούς διαβητικούς ασθενείς,
ακόμη και σε πρώιμα στάδια νεφρικής προσβολής,
με στόχο την επιβράδυνση της εξέλιξης
της χρόνιας νεφρικής νόσου.

Η επιλογή του φαρμάκου
πρέπει πάντοτε να βασίζεται
σε εξατομικευμένη ιατρική εκτίμηση,
λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό προφίλ κινδύνου,
τις συννοσηρότητες και τη συνολική φαρμακευτική αγωγή.

4 Πότε δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (Αντενδείξεις)

Το APROVEL δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Κύηση (ιδίως 2ο και 3ο τρίμηνο),
  • Σοβαρή υπερκαλιαιμία,
  • Στένωση νεφρικής αρτηρίας και στα δύο νεφρά,
  • Συνδυασμός με αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένη σε διαβητικούς (διπλός αποκλεισμός RAAS).

Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται εναλλακτική φαρμακευτική προσέγγιση.

Οι αντενδείξεις του APROVEL σχετίζονται κυρίως
με τον μηχανισμό δράσης του στο
σύστημα ρενίνης–αγγειοτενσίνης–αλδοστερόνης (RAAS)
και τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο, τη νεφρική λειτουργία
ή την εμφάνιση ηλεκτρολυτικών διαταραχών.

Κύηση:
Η χρήση της ιρβεσαρτάνης κατά την εγκυμοσύνη,
ιδίως στο 2ο και 3ο τρίμηνο,
μπορεί να προκαλέσει σοβαρές εμβρυϊκές επιπλοκές,
όπως ολιγοϋδράμνιο, νεφρική ανεπάρκεια και υποπλασία κρανίου.
Για τον λόγο αυτό,
τα φάρμακα που δρουν στο RAAS
αντενδείκνυνται απολύτως στην κύηση.

Υπερκαλιαιμία:
Σε ασθενείς με ήδη αυξημένα επίπεδα καλίου,
η χορήγηση APROVEL μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση,
ιδίως όταν συνυπάρχει χρόνια νεφρική νόσος
ή συγχορήγηση καλιοσυντηρητικών φαρμάκων.
Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται
εναλλακτική αντιυπερτασική αγωγή.

Στένωση νεφρικής αρτηρίας:
Σε αμφοτερόπλευρη στένωση
ή σε στένωση νεφρικής αρτηρίας σε μονήρη λειτουργούντα νεφρό,
ο αποκλεισμός του RAAS
μπορεί να οδηγήσει σε απότομη μείωση
της σπειραματικής διήθησης
και σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας.

Διπλός αποκλεισμός του RAAS:
Ο συνδυασμός με αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένη,
ιδίως σε διαβητικούς ασθενείς,
έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο
υπερκαλιαιμίας, υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας
χωρίς αποδεδειγμένο πρόσθετο κλινικό όφελος
και για τον λόγο αυτό δεν συνιστάται.

Σε περιπτώσεις αμφιβολίας,
η επιλογή ή μη του APROVEL
πρέπει να βασίζεται σε
εξατομικευμένη ιατρική εκτίμηση
και σε εργαστηριακό έλεγχο
πριν από την έναρξη της θεραπείας.

5 Δοσολογία και τρόπος λήψης

Η συνήθης αρχική δόση του APROVEL είναι
150 mg άπαξ ημερησίως.
Εφόσον η αρτηριακή πίεση δεν ρυθμίζεται επαρκώς
μετά από κατάλληλο χρονικό διάστημα,
η δόση μπορεί να αυξηθεί στα
300 mg άπαξ ημερησίως,
που αποτελεί και τη μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση.

Η τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να γίνεται
σταδιακά και με βάση:

  • τις τιμές αρτηριακής πίεσης,
  • την κλινική ανοχή του ασθενούς,
  • την παρουσία συννοσηροτήτων (π.χ. διαβήτης, χρόνια νεφρική νόσος).

Η λήψη του φαρμάκου μπορεί να γίνει
ανεξάρτητα από τα γεύματα,
κατά προτίμηση την ίδια ώρα κάθε ημέρα,
ώστε να διατηρούνται
σταθερά επίπεδα ιρβεσαρτάνης στο αίμα
και να εξασφαλίζεται πλήρης 24ωρη κάλυψη.

Σε ειδικές κατηγορίες ασθενών:

  • Ηλικιωμένοι: συνήθως δεν απαιτείται προσαρμογή της αρχικής δόσης,
  • Διαβητικοί: συχνά απαιτείται δόση 300 mg για βέλτιστη νεφροπροστασία,
  • Ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο: η δόση εξατομικεύεται με στενή παρακολούθηση.

Κατά την έναρξη της θεραπείας,
ιδιαίτερα σε ασθενείς με αφυδάτωση
ή υπό αγωγή με διουρητικά,
συνιστάται προσοχή για την αποφυγή
συμπτωματικής υπότασης.

Η καλή συμμόρφωση στη δοσολογία
και η αποφυγή ακανόνιστης λήψης
είναι καθοριστικές για τη
μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
της θεραπείας με APROVEL.


6

Πότε αρχίζει να δρα και πόσο διαρκεί το αποτέλεσμα

Η αντιυπερτασική δράση της ιρβεσαρτάνης αρχίζει συνήθως μέσα στις πρώτες
3–6 ώρες μετά τη λήψη της πρώτης δόσης.
Ωστόσο, το μέγιστο και σταθερό θεραπευτικό αποτέλεσμα
δεν είναι άμεσο και εγκαθίσταται προοδευτικά μετά από
2–4 εβδομάδες συνεχούς καθημερινής χορήγησης.

Η σταδιακή αυτή εγκατάσταση της δράσης είναι αναμενόμενη
και σχετίζεται με τη ρύθμιση του
συστήματος ρενίνης–αγγειοτενσίνης–αλδοστερόνης (RAAS)
και τη μείωση της αγγειοσύσπασης και της ενδοσπειραματικής πίεσης.
Για τον λόγο αυτό, δεν πρέπει να αξιολογείται η αποτελεσματικότητα
του APROVEL μόνο τις πρώτες ημέρες της θεραπείας.

Το APROVEL χαρακτηρίζεται από 24ωρη διάρκεια δράσης,
εξασφαλίζοντας σταθερό έλεγχο της αρτηριακής πίεσης
καθ’ όλη τη διάρκεια του ημερονυκτίου
με μία μόνο ημερήσια δόση.
Αυτό μειώνει τις διακυμάνσεις της πίεσης
και περιορίζει το φαινόμενο της πρωινής αιχμής
(morning surge), που σχετίζεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Η πλήρης 24ωρη κάλυψη συμβάλλει:

  • σε καλύτερο έλεγχο της νυχτερινής αρτηριακής πίεσης,
  • σε μειωμένο κίνδυνο αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου,
  • σε βελτιωμένη συμμόρφωση λόγω απλής δοσολογίας.

Σε περίπτωση που μετά από 3–4 εβδομάδες
η αρτηριακή πίεση δεν έχει ρυθμιστεί επαρκώς,
η θεραπεία μπορεί να τιτλοποιηθεί
(αύξηση δόσης ή προσθήκη δεύτερου φαρμάκου),
πάντα με βάση την ιατρική εκτίμηση
και όχι την πρόωρη διακοπή της αγωγής.


7

APROVEL και ρύθμιση αρτηριακής πίεσης

Το APROVEL (ιρβεσαρτάνη) μειώνει αποτελεσματικά τόσο τη
συστολική όσο και τη διαστολική αρτηριακή πίεση,
παρέχοντας σταθερό 24ωρο αντιυπερτασικό αποτέλεσμα με μία μόνο ημερήσια δόση.
Η δράση του είναι προοδευτική και όχι απότομη, γεγονός που μειώνει τον
κίνδυνο συμπτωματικής υπότασης.

Η αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα της ιρβεσαρτάνης:

  • διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου,
  • εμφανίζει μικρές διακυμάνσεις μεταξύ δόσεων,
  • βελτιώνει τη συμμόρφωση στη χρόνια θεραπεία.

Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια υπέρταση,
η ιρβεσαρτάνη μπορεί να επιτύχει ικανοποιητική ρύθμιση
ως μονοθεραπεία.
Σε πιο ανθεκτικές περιπτώσεις,
αποτελεί αξιόπιστη βάση για συνδυαστική αγωγή,
χωρίς να αυξάνει σημαντικά τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

Η σωστή και σταθερή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης
συνδέεται άμεσα με μείωση του κινδύνου
για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο,
έμφραγμα του μυοκαρδίου και καρδιακή ανεπάρκεια.

Κλινική πράξη:
Η ιρβεσαρτάνη παρουσιάζει ιδιαίτερο πλεονέκτημα στη σταθερότητα του 24ώρου,
καθώς περιορίζει το φαινόμενο morning surge της αρτηριακής πίεσης,
το οποίο συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.

Σε καθημερινή κλινική πρακτική,
το APROVEL προτιμάται σε ασθενείς με
μεταβλητές τιμές πίεσης μέσα στην ημέρα,
καθώς προσφέρει ομαλή και προβλέψιμη δράση
χωρίς απότομες πτώσεις.

Η καλή 24ωρη κάλυψη επιτρέπει:

  • καλύτερο έλεγχο νυχτερινής υπέρτασης,
  • μείωση καρδιαγγειακών συμβαμάτων υψηλού κινδύνου,
  • βελτιωμένη ποιότητα ζωής λόγω λιγότερων συμπτωμάτων.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ιρβεσαρτάνη
χρησιμοποιείται συχνά ως βασικό φάρμακο
σε ασθενείς με πολλαπλούς καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου.


8

APROVEL και διαβητική νεφροπάθεια

Η ιρβεσαρτάνη έχει τεκμηριωμένη νεφροπροστατευτική δράση
σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και υπέρταση,
ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει λευκωματουρία.
Η δράση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.

Σε επίπεδο νεφρού, το APROVEL:

  • μειώνει την ενδοσπειραματική πίεση,
  • περιορίζει τη διαρροή λευκώματος στα ούρα,
  • επιβραδύνει την εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής νόσου.

Κλινικά, αυτό μεταφράζεται σε:

  • καθυστέρηση της επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας,
  • μείωση του κινδύνου τελικού σταδίου νεφρικής ανεπάρκειας,
  • καλύτερη μακροχρόνια πρόγνωση των διαβητικών ασθενών.

Για τον λόγο αυτό, το APROVEL θεωρείται
θεραπεία εκλογής σε υπερτασικούς διαβητικούς
με ενδείξεις νεφρικής προσβολής.

Τι να θυμάστε:
Η μείωση της λευκωματουρίας είναι ανεξάρτητος δείκτης
νεφροπροστασίας και όχι απλώς αποτέλεσμα πτώσης της πίεσης.

Η ιρβεσαρτάνη δρα στο επίπεδο του σπειράματος,
μειώνοντας την πίεση στο προσαγωγό και απαγωγό αρτηρίδιο,
γεγονός που περιορίζει τη μηχανική καταπόνηση των νεφρών.

Σε διαβητικούς ασθενείς,
η δράση αυτή είναι κρίσιμη,
καθώς η χρόνια υπεργλυκαιμία
επιταχύνει τη σπειραματική βλάβη.

Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η ιρβεσαρτάνη:

  • μειώνει τη μικρολευκωματουρία,
  • επιβραδύνει τη μετάβαση σε μακρολευκωματουρία,
  • καθυστερεί την ανάγκη υποκατάστασης νεφρικής λειτουργίας.

Αυτός είναι ο λόγος που σε διαβητικούς με υπέρταση,
το APROVEL θεωρείται θεραπεία πρώτης γραμμής,
ακόμη και όταν η αρτηριακή πίεση δεν είναι ιδιαίτερα αυξημένη.

Για διαβητικούς ασθενείς:
Η υπέρταση και η λευκωματουρία επιταχύνουν τη μικροαγγειακή βλάβη
και αποτελούν βασικούς προγνωστικούς δείκτες εξέλιξης της διαβητικής νεφροπάθειας.

Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2,
η ενεργοποίηση του συστήματος RAAS είναι εντονότερη,
με αποτέλεσμα αυξημένη ενδοσπειραματική πίεση
και σταδιακή απώλεια νεφρικών μονάδων.
Η ιρβεσαρτάνη δρα στοχευμένα σε αυτόν τον μηχανισμό,
προσφέροντας νεφροπροστασία πέρα από τη μείωση της πίεσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η μείωση της λευκωματουρίας,
η οποία αποτελεί ανεξάρτητο θεραπευτικό στόχο στους διαβητικούς.
Ακόμη και μικρή μείωση των επιπέδων λευκώματος στα ούρα
συνδέεται με βραδύτερη εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής νόσου
και χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Για τον λόγο αυτό,
το APROVEL χρησιμοποιείται συχνά
σε διαβητικούς ασθενείς με πρώιμα σημεία νεφρικής βλάβης,
ακόμη και όταν οι τιμές αρτηριακής πίεσης
βρίσκονται οριακά πάνω από τους στόχους.


9

Συνδυασμοί με άλλα αντιυπερτασικά

Όταν η μονοθεραπεία δεν επαρκεί,
το APROVEL μπορεί να συνδυαστεί με άλλα αντιυπερτασικά,
με στόχο καλύτερη ρύθμιση της πίεσης
χωρίς σημαντική αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών.

Συνηθέστεροι και ασφαλείς συνδυασμοί:

  • Θειαζιδικά διουρητικά (π.χ. υδροχλωροθειαζίδη),
  • Ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου,
  • άλλες κατηγορίες με συμπληρωματικό μηχανισμό δράσης.

Ο συνδυασμός με αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένη
δεν συνιστάται,
ιδιαίτερα σε διαβητικούς ασθενείς,
λόγω αυξημένου κινδύνου
υπερκαλιαιμίας και επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας.


10

Ανεπιθύμητες ενέργειες & ασφάλεια

Το APROVEL χαρακτηρίζεται από
καλό προφίλ ασφάλειας
και γενικά καλή ανεκτικότητα,
ακόμη και σε μακροχρόνια χορήγηση.
Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες
είναι ήπιες και παροδικές.

Συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες:

  • ζάλη, ιδιαίτερα στην έναρξη της θεραπείας,
  • ήπια υπόταση,
  • κόπωση.

Σπανιότερα μπορεί να παρατηρηθούν:

  • υπερκαλιαιμία,
  • αύξηση κρεατινίνης (συνήθως ήπια και αναστρέψιμη),
  • αλλεργικές αντιδράσεις.

Η τακτική ιατρική παρακολούθηση
και ο περιοδικός εργαστηριακός έλεγχος
εξασφαλίζουν την ασφαλή και αποτελεσματική
χρήση του φαρμάκου.

Συχνό κλινικό λάθος:
Η άσκοπη διακοπή του φαρμάκου λόγω ήπιας αύξησης κρεατινίνης.

Η αρχική άνοδος της κρεατινίνης
συχνά παρερμηνεύεται ως «επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας»,
ενώ στην πραγματικότητα αντανακλά
τη μείωση της ενδοσπειραματικής πίεσης.

Εφόσον:

  • η αύξηση είναι ήπια,
  • δεν συνοδεύεται από συμπτώματα,
  • σταθεροποιείται στους επόμενους ελέγχους,

η αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται,
αλλά να συνεχίζεται με παρακολούθηση.


11

Κάλιο, κρεατινίνη & νεφρική λειτουργία

Η χρήση του APROVEL (ιρβεσαρτάνη) μπορεί να επηρεάσει
ορισμένους εργαστηριακούς δείκτες,
κυρίως το κάλιο και την κρεατινίνη,
ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική νόσο.
Οι μεταβολές αυτές είναι συνήθως αναμενόμενες και ελεγχόμενες.

Συγκεκριμένα:

  • το κάλιο μπορεί να αυξηθεί ήπια λόγω μειωμένης αλδοστερόνης,
  • η κρεατινίνη μπορεί να εμφανίσει μικρή άνοδο στην αρχή της θεραπείας.

Μια ήπια αύξηση της κρεατινίνης
(έως ~30% από τις αρχικές τιμές)
δεν θεωρείται παθολογική
και αντανακλά τη μείωση της ενδοσπειραματικής πίεσης,
δηλαδή τον ίδιο τον νεφροπροστατευτικό μηχανισμό του φαρμάκου.

Απαιτείται τακτικός εργαστηριακός έλεγχος
ιδιαίτερα σε:

  • ηλικιωμένους ασθενείς,
  • διαβητικούς,
  • ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο,
  • συνδυασμό με διουρητικά ή συμπληρώματα καλίου.

Σημαντική ή ταχεία αύξηση καλίου ή κρεατινίνης
απαιτεί επανεκτίμηση της αγωγής από ιατρό.

Για τον ασθενή, είναι σημαντικό να γνωρίζει ότι:

  • ένα κάλιο έως ~5,3 mEq/L συχνά είναι αποδεκτό,
  • μικρές διακυμάνσεις της κρεατινίνης είναι αναμενόμενες,
  • η απότομη και συνεχής άνοδος χρειάζεται άμεσο έλεγχο.

Η σωστή ερμηνεία των εξετάσεων
πρέπει να γίνεται πάντα σε συνδυασμό
με την κλινική εικόνα και το ιστορικό του ασθενούς
και όχι απομονωμένα.

Στους διαβητικούς ασθενείς,
η παρακολούθηση του καλίου και της κρεατινίνης
είναι ιδιαίτερα σημαντική,
καθώς συνυπάρχουν συχνά παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο διαταραχών,
όπως χρόνια νεφρική νόσος και πολυφαρμακία.

Στην πράξη:

  • μια ήπια αύξηση καλίου είναι συχνή και συνήθως διαχειρίσιμη,
  • σταθερή κρεατινίνη μετά την έναρξη υποδηλώνει σωστή προσαρμογή,
  • απότομες μεταβολές απαιτούν έλεγχο αφυδάτωσης ή συγχορηγούμενων φαρμάκων.

Η σωστή ερμηνεία των εξετάσεων
προλαμβάνει άσκοπες διακοπές θεραπείας
και επιτρέπει τη διατήρηση της νεφροπροστατευτικής αγωγής.


12

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων

Το APROVEL παρουσιάζει σχετικά λίγες κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις,
ωστόσο ορισμένοι συνδυασμοί απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή.

Συνδυασμοί που χρειάζονται έλεγχο:

  • Συμπληρώματα καλίου ή καλιοσυντηρητικά διουρητικά → κίνδυνος υπερκαλιαιμίας,
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ) → πιθανή επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας,
  • Διπλός αποκλεισμός RAAS (ACE-i ή αλισκιρένη) → αυξημένος κίνδυνος επιπλοκών.

Ο συνδυασμός με άλλα αντιυπερτασικά
(π.χ. ανταγωνιστές ασβεστίου, θειαζίδες)
θεωρείται γενικά ασφαλής και αποτελεσματικός,
εφόσον γίνεται υπό ιατρική παρακολούθηση.


13

Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς

Το APROVEL μπορεί να χρησιμοποιηθεί
σε ευρύ φάσμα ασθενών,
με ορισμένες ειδικές επισημάνσεις.

  • Ηλικιωμένοι: συνήθως δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης,
  • Χρόνια νεφρική νόσος: απαιτείται στενότερη παρακολούθηση,
  • Διαβητικοί: ιδιαίτερα ωφέλιμο λόγω νεφροπροστασίας.

Το APROVEL αντενδείκνυται στην κύηση,
καθώς τα φάρμακα που δρουν στο RAAS
μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές εμβρυϊκές επιπλοκές.
Η χρήση κατά τη γαλουχία
δεν συνιστάται χωρίς ιατρική εκτίμηση.

Για τους διαβητικούς ασθενείς,
η θεραπεία με APROVEL είναι μακροχρόνια
και στοχεύει όχι μόνο στη ρύθμιση της πίεσης,
αλλά και στη μείωση των επιπλοκών
σε νεφρούς, καρδιά και αγγεία.

Η σταθερή λήψη του φαρμάκου,
σε συνδυασμό με καλή γλυκαιμική ρύθμιση,
μειώνει τον συνολικό μικροαγγειακό και μακροαγγειακό κίνδυνο.
Η απλότητα της δοσολογίας (1 φορά/ημέρα)
συμβάλλει σημαντικά στη συμμόρφωση,
ιδιαίτερα σε ασθενείς με πολλαπλές θεραπείες.


14

Συχνά λάθη στη χρήση του APROVEL

Παρά τη γενικά καλή ανεκτικότητα,
ορισμένα συχνά λάθη
μπορούν να μειώσουν την αποτελεσματικότητα
ή να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.

  • διακοπή της αγωγής μόλις «πέσει» η πίεση,
  • παράλειψη τακτικού ελέγχου καλίου και κρεατινίνης,
  • συνδυασμός με συμπληρώματα καλίου χωρίς ιατρική οδηγία,
  • ακανόνιστη λήψη σε διαφορετικές ώρες.

Η σωστή ενημέρωση του ασθενούς
και η συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό
είναι καθοριστικές για
ασφαλή και αποτελεσματική μακροχρόνια θεραπεία.


15

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Πόσο γρήγορα ρίχνει την πίεση το APROVEL;

Η μείωση της αρτηριακής πίεσης ξεκινά μέσα σε λίγες ώρες, με πλήρη σταθεροποίηση μετά από 2–4 εβδομάδες.

Μπορώ να το πάρω για πολλά χρόνια;

Ναι, το APROVEL προορίζεται για μακροχρόνια χρήση με τακτική ιατρική και εργαστηριακή παρακολούθηση.

Προκαλεί βήχα όπως άλλα αντιυπερτασικά;

Όχι, η ιρβεσαρτάνη δεν αυξάνει τη βραδυκινίνη και δεν προκαλεί ξηρό βήχα.

Πρέπει να ελέγχω συχνά το κάλιο και την κρεατινίνη;

Ναι, ειδικά στην έναρξη της θεραπείας ή αν υπάρχει διαβήτης ή χρόνια νεφρική νόσος.

Μπορώ να το διακόψω αν ρυθμιστεί η πίεση;

Όχι, η διακοπή πρέπει να γίνεται μόνο μετά από οδηγία ιατρού, ακόμη και αν οι τιμές είναι φυσιολογικές.

Μπορεί το APROVEL να προστατεύσει τα νεφρά ακόμα κι αν η πίεση είναι φυσιολογική;

Ναι, σε διαβητικούς ασθενείς με λευκωματουρία η ιρβεσαρτάνη προσφέρει νεφροπροστασία
μέσω μείωσης της ενδοσπειραματικής πίεσης, ακόμη και πέρα από τη μείωση της αρτηριακής πίεσης.


16

Κλείστε Ραντεβού


Ερμηνεία εργαστηριακών αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας.
Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


17

Βιβλιογραφία

Κατάλογος Εξετάσεων – Μικροβιολογικό Λαμία
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/

European Society of Hypertension – Clinical Practice Guidelines
https://www.eshonline.org

Kidney Disease: Improving Global Outcomes (KDIGO) – Clinical Practice Guideline
https://kdigo.org/guidelines/

American Diabetes Association – Standards of Medical Care in Diabetes
https://diabetesjournals.org/care

European Society of Cardiology (ESC) – Arterial Hypertension Guidelines
https://www.escardio.org/Guidelines
Επιστημονική επιμέλεια: Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Lasix.jpg

Lasix (Φουροσεμίδη): Πλήρης Οδηγός Χρήσης, Δοσολογία, Παρενέργειες & Εξετάσεις

Τελευταία ενημέρωση:

Σύντομη περίληψη:
Το Lasix (φουροσεμίδη) είναι ισχυρό διουρητικό αγκύλης
για την αντιμετώπιση οιδημάτων και κατακράτησης υγρών
σε καρδιακή ανεπάρκεια, νεφρικές και ηπατικές παθήσεις.
Απαιτεί προσεκτική δοσολογία και τακτική παρακολούθηση ηλεκτρολυτών.


1

Τι είναι και πώς δρα το Lasix (Φουροσεμίδη)

Σύντομη απάντηση: Το Lasix (φουροσεμίδη) είναι ισχυρό διουρητικό αγκύλης που αυξάνει την αποβολή νερού και αλάτων μέσω των νεφρών, μειώνοντας οιδήματα και κατακράτηση υγρών.

Τι να θυμάστε: Δρα στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle, αναστέλλοντας την επαναρρόφηση νατρίου, καλίου και χλωρίου.

Η φουροσεμίδη αυξάνει τη διούρηση και μειώνει τα οιδήματα που σχετίζονται με
καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατικές ή νεφρικές παθήσεις.
Η μείωση του ενδαγγειακού όγκου συμβάλλει και στη μείωση της αρτηριακής πίεσης,
ιδίως όταν υπάρχει κατακράτηση υγρών.

  • Έναρξη δράσης από το στόμα: 30–60 λεπτά
  • Διάρκεια δράσης: 4–6 ώρες
  • Ενδοφλέβια χορήγηση: δράση εντός 5 λεπτών

Η αυξημένη αποβολή υγρών συνοδεύεται συχνά από απώλεια
καλίου και μαγνησίου, γεγονός που καθιστά
απαραίτητη την τακτική εργαστηριακή παρακολούθηση.

Σημαντική προειδοποίηση:
Η ισχυρή διουρητική δράση μπορεί να προκαλέσει
υπόταση, αφυδάτωση ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές
αν δεν υπάρχει ιατρική καθοδήγηση.


2

Πότε χρησιμοποιείται το Lasix

Το Lasix χρησιμοποιείται όταν υπάρχει
κατακράτηση υγρών ή ανάγκη ταχείας αποσυμφόρησης του οργανισμού.
Δεν αποτελεί φάρμακο ρουτίνας για ήπιο οίδημα ή απλή υπέρταση.

Κύριες ενδείξεις

  • Καρδιακή ανεπάρκεια: μείωση πνευμονικού και περιφερικού οιδήματος.
  • Κίρρωση ήπατος: αντιμετώπιση ασκίτη, συνήθως σε συνδυασμό με σπιρονολακτόνη.
  • Νεφρωσικό σύνδρομο: έλεγχος κατακράτησης λόγω απώλειας πρωτεϊνών.
  • Οξεία ή χρόνια νεφρική ανεπάρκεια: πρόκληση διούρησης υπό στενή παρακολούθηση.
  • Υπέρταση: μόνο ως συμπληρωματική αγωγή όταν συνυπάρχουν οιδήματα.

Άλλες χρήσεις (κατ’ ένδειξη)

  • Οξύ πνευμονικό οίδημα σε νοσοκομειακό περιβάλλον.
  • Υπερασβεστιαιμία για ενίσχυση αποβολής ασβεστίου.
  • Επιλεγμένες δηλητηριάσεις για αύξηση διούρησης.
Κλινική διευκρίνιση:
Η απώλεια βάρους με Lasix αφορά υγρά, όχι λίπος.
Δεν ενδείκνυται για χρήση αδυνατίσματος.


3

Δοσολογία & Τρόπος Λήψης

Η δοσολογία του Lasix είναι εξατομικευμένη και εξαρτάται από
την πάθηση, τη νεφρική λειτουργία και την κλινική ανταπόκριση.
Η ρύθμιση γίνεται αποκλειστικά από ιατρό.

Ενδεικτικές δόσεις ενηλίκων

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΚατάστασηΑρχική δόσηΣυνήθη όριαΣχόλιο
Καρδιακή ανεπάρκεια20–40 mg το πρωί20–120 mg/ημέραΡύθμιση βάσει βάρους & διούρησης
Κίρρωση / Ασκίτης20–40 mg/ημέραέως 160 mg/ημέραΣυχνά με σπιρονολακτόνη
Νεφρική δυσλειτουργία40–80 mgέως 200 mg (υπό επίβλεψη)Απαραίτητος έλεγχος ηλεκτρολυτών
Υπέρταση20–40 mgΜόνο σε συνδυασμόΌχι μονοθεραπεία

Οδηγίες χορήγησης

  • Λαμβάνεται πρωινές ώρες.
  • Δεύτερη δόση μόνο νωρίς το απόγευμα.
  • Αποφύγετε τη λήψη πριν τον ύπνο.
  • Μην τροποποιείτε δόση χωρίς ιατρική οδηγία.
Πρακτική συμβουλή:
Καθημερινή ζύγιση. Απότομη πτώση βάρους μπορεί να υποδηλώνει
υπερβολική διούρηση.


4

Συχνές Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Το Lasix (φουροσεμίδη) είναι αποτελεσματικό αλλά μπορεί να προκαλέσει
ηλεκτρολυτικές διαταραχές και αφυδάτωση,
ιδίως σε υψηλές δόσεις ή παρατεταμένη χρήση.

Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες

  • Υποκαλιαιμία: μυϊκή αδυναμία, κράμπες, αρρυθμίες.
  • Υπονατριαιμία: ζάλη, σύγχυση, πονοκέφαλος, ναυτία.
  • Αφυδάτωση: ξηροστομία, χαμηλή αρτηριακή πίεση, λιποθυμική τάση.
  • Υπόταση: συχνότερη σε ηλικιωμένους ή σε συνδυασμό με αντιυπερτασικά.
  • Αύξηση κρεατινίνης ή ουρίας: ένδειξη υπερβολικής διούρησης.
  • Υπερουριχαιμία: πιθανή επιδείνωση ουρικής αρθρίτιδας.

Λιγότερο συχνές ή σπάνιες ανεπιθύμητες

  • Ωτοτοξικότητα: κυρίως με ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση ή συγχορήγηση ωτοτοξικών αντιβιοτικών.
  • Δερματικά εξανθήματα ή φωτοευαισθησία.
  • Αλλεργικές αντιδράσεις σε άτομα με υπερευαισθησία σε σουλφοναμίδες.
  • Παροδική αύξηση σακχάρου ή λιπιδίων.

Επικοινωνήστε άμεσα με ιατρό αν εμφανίσετε:

  • Έντονη κόπωση, σύγχυση ή λιποθυμία.
  • Ακανόνιστους παλμούς ή αρρυθμίες.
  • Σημαντικά μειωμένη ποσότητα ούρων.
  • Εξάνθημα, κνησμό ή δυσκολία στην αναπνοή.


5

Προφυλάξεις & Αντενδείξεις

Η θεραπεία με Lasix απαιτεί προσεκτική ιατρική παρακολούθηση,
ιδίως σε ασθενείς με νεφρικά ή ηπατικά νοσήματα.

Αντενδείκνυται σε

  • Ανουρία που δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία.
  • Σοβαρή υπονατριαιμία ή υποκαλιαιμία χωρίς διόρθωση.
  • Υπερευαισθησία στη φουροσεμίδη ή σε σουλφοναμίδες.
  • Ηπατικό κώμα ή βαριά ηπατική εγκεφαλοπάθεια.

Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε

  • Ηλικιωμένους: αυξημένος κίνδυνος υπότασης και αφυδάτωσης.
  • Χρόνια Νεφρική Νόσο: ανάγκη συχνού ελέγχου κρεατινίνης και ηλεκτρολυτών.
  • Ηπατική νόσο: κίνδυνος επιδείνωσης εγκεφαλοπάθειας.
  • Υπόταση ή αφυδάτωση: μπορεί να μειωθεί η νεφρική αιμάτωση.
  • Σακχαρώδη διαβήτη: πιθανή παροδική αύξηση σακχάρου.

Διατροφή και υγρά

  • Επαρκής ενυδάτωση, εκτός αν υπάρχει ιατρικός περιορισμός.
  • Τροφές πλούσιες σε κάλιο, εφόσον επιτρέπεται.
  • Αποφυγή υπερβολικού αλατιού.
Κλινική υπενθύμιση:
Σε μακροχρόνια χρήση απαιτείται τακτικός έλεγχος
ηλεκτρολυτών, νεφρικής λειτουργίας και αρτηριακής πίεσης.


6

Σημαντικές Αλληλεπιδράσεις με Άλλα Φάρμακα

Η φουροσεμίδη αλληλεπιδρά με αρκετά φάρμακα,
αυξάνοντας τον κίνδυνο υπότασης,
νεφρικής δυσλειτουργίας ή ηλεκτρολυτικών διαταραχών.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΚατηγορίαΠαράδειγμαΚίνδυνοςΤι να κάνετε
Αναστολείς ΜΕΑ / ARBεναλαπρίλη, λοσαρτάνηΥπόταση, αύξηση κρεατινίνηςΈλεγχος πίεσης & νεφρικής λειτουργίας
ΜΣΑΦιβουπροφαίνηΜείωση δράσης, νεφρικός κίνδυνοςΑποφυγή συχνής χρήσης
ΑμινογλυκοσίδεςγενταμικίνηΩτοτοξικότητα, νεφροτοξικότηταΑποφυγή συνδυασμού
Λίθιοανθρακικό λίθιοΤοξικότητα λιθίουΠαρακολούθηση ή αλλαγή αγωγής
ΔιγοξίνηδιγοξίνηΑρρυθμίες λόγω υποκαλιαιμίαςΈλεγχος καλίου & ΗΚΓ
Πρακτική οδηγία:
Πριν ξεκινήσετε νέο φάρμακο, ενημερώστε ότι λαμβάνετε Lasix.


7

Παρακολούθηση με Εξετάσεις

Η αγωγή με Lasix (φουροσεμίδη) απαιτεί
τακτικό εργαστηριακό έλεγχο για την πρόληψη
αφυδάτωσης και ηλεκτρολυτικών διαταραχών.

Τι πρέπει να ελέγχεται

  • Ηλεκτρολύτες: Νάτριο (Na⁺), Κάλιο (K⁺), Χλώριο (Cl⁻), Μαγνήσιο (Mg²⁺).
  • Νεφρική λειτουργία: Κρεατινίνη, eGFR, Ουρία.
  • Ουρικό οξύ: ειδικά σε ιστορικό ουρικής αρθρίτιδας.
  • Αρτηριακή πίεση και σωματικό βάρος: ιδανικά καθημερινά.

Πότε να γίνονται οι έλεγχοι

  • Έναρξη ή αύξηση δόσης: σε 3–7 ημέρες.
  • Σταθερή αγωγή: κάθε 1–3 μήνες (συχνότερα σε ηλικιωμένους ή ΧΝΑ).
  • Συμπτώματα: άμεσα (ζάλη, κράμπες, υπόταση).
  • Νέα συγχορήγηση ΜΣΑΦ, Αναστολείς ΜΕΑ (ACEi) / ARB ή λιθίου: έλεγχος σε 3–7 ημέρες.
↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΠαράμετροςΣτόχοςΣυναγερμόςΕνέργεια
Κάλιο (K⁺)3.5–5.0 mmol/L<3.5 ή >5.5Διόρθωση, επανεκτίμηση δόσης
Νάτριο (Na⁺)135–145 mmol/L<130Έλεγχος υγρών, προσαρμογή αγωγής
Μαγνήσιο≥1.8 mg/dLΣυμπτώματαΣυμπλήρωμα Mg²⁺
Κρεατινίνη/eGFRΣταθερή τιμή↑ >20–30%Έλεγχος αφυδάτωσης, αναθεώρηση δόσης
Κλινική πρακτική:
Καθημερινή ζύγιση. Μεταβολή >1–2 kg σε 48 ώρες χρειάζεται ιατρική εκτίμηση.


8

Ειδικοί Πληθυσμοί

Ορισμένες ομάδες ασθενών απαιτούν
χαμηλότερη έναρξη, αργή τιτλοποίηση και στενή παρακολούθηση.

Ηλικιωμένοι

  • Αυξημένος κίνδυνος υπότασης και πτώσεων.
  • Συχνός έλεγχος ηλεκτρολυτών και νεφρικής λειτουργίας.

Κύηση

  • Χρήση μόνο όταν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
  • Υπερβολική διούρηση μπορεί να μειώσει πλακουντιακή αιμάτωση.

Θηλασμός

  • Περνά στο μητρικό γάλα και μπορεί να μειώσει τη γαλουχία.
  • Χρήση μόνο κατόπιν ιατρικής απόφασης.

Χρόνια Νεφρική Νόσος

  • Συχνά απαιτούνται υψηλότερες δόσεις.
  • Υποχρεωτικός έλεγχος eGFR και καλίου.

Καρδιακή ανεπάρκεια

  • Βασικό φάρμακο αποσυμφόρησης.
  • Συχνός έλεγχος καλίου, ιδίως με σπιρονολακτόνη.
Σύνοψη:
Σε ευπαθείς ομάδες απαιτείται ελάχιστη αποτελεσματική δόση
και στενή ιατρική παρακολούθηση.


9

Πρακτικές Συμβουλές Ασφάλειας

Οι σωστές καθημερινές πρακτικές μειώνουν σημαντικά
τον κίνδυνο επιπλοκών από το Lasix.

Καθημερινή ρουτίνα

  • Λήψη πρωινές ώρες.
  • Καθημερινή ζύγιση.
  • Καταγραφή πίεσης και διούρησης.

Υγρά και διατροφή

  • Τήρηση οδηγιών πρόσληψης υγρών.
  • Τροφές με κάλιο, αν επιτρέπεται.
  • Περιορισμός αλατιού.

Τι να αποφεύγετε

  • ΜΣΑΦ χωρίς ιατρική σύσταση.
  • Υπερβολικό αλκοόλ.
  • Αυθαίρετη αλλαγή δόσης.

Σημάδια συναγερμού

    • Έντονη ζάλη ή λιποθυμία.
    • Αρρυθμίες ή κράμπες.
    • Σημαντική μείωση ούρων.
Υπενθύμιση:
Πριν ξεκινήσετε νέο φάρμακο, ενημερώστε ότι λαμβάνετε Lasix.


10

Υπερδοσολογία – Τι να κάνετε

Η υπερδοσολογία με Lasix μπορεί να οδηγήσει σε

σοβαρή αφυδάτωση και επικίνδυνες διαταραχές ηλεκτρολυτών.

  • Έντονη δίψα, ξηροστομία
  • Σημαντική πτώση αρτηριακής πίεσης
  • Σύγχυση ή υπνηλία
  • Μυϊκές κράμπες, αρρυθμίες
  • Ολιγουρία ή ανουρία
Επείγον:
Σε υποψία υπερδοσολογίας, διακόψτε το φάρμακο και
επικοινωνήστε άμεσα με γιατρό ή ΤΕΠ.


11

Lasix & Απώλεια Βάρους – Μύθος

Το Lasix δεν προκαλεί απώλεια λίπους.
Η μείωση βάρους που παρατηρείται αφορά αποκλειστικά
απώλεια υγρών.

  • Η ένδειξη της ζυγαριάς μπορεί να μειωθεί γρήγορα
  • Το βάρος επανέρχεται με την ενυδάτωση
  • Υπάρχει κίνδυνος αφυδάτωσης και υποκαλιαιμίας
Συμπέρασμα:
Η χρήση του Lasix για αδυνάτισμα είναι
επικίνδυνη και αντενδείκνυται.


12

Διακοπή Θεραπείας & Τιτλοποίηση

Η απότομη διακοπή του Lasix μπορεί να προκαλέσει
επανεμφάνιση οιδημάτων και επιδείνωση συμπτωμάτων.

  • Η μείωση της δόσης γίνεται σταδιακά
  • Απαιτείται παρακολούθηση βάρους και αρτηριακής πίεσης
  • Σε καρδιακή ανεπάρκεια, η διακοπή γίνεται μόνο κατόπιν ιατρικής οδηγίας
Κλινική αρχή:
Στόχος είναι η ελάχιστη αποτελεσματική δόση που ελέγχει τα συμπτώματα
χωρίς διαταραχές ηλεκτρολυτών.


13

Τι να ελέγχετε μόνοι σας στη θεραπεία με Lasix

Σύντομη απάντηση: Η καθημερινή παρακολούθηση (βάρος, πίεση, διούρηση και συμπτώματα) βοηθά να εντοπιστεί νωρίς
υπερβολική διούρηση, αφυδάτωση ή ηλεκτρολυτική διαταραχή πριν γίνει σοβαρό πρόβλημα.

Κλινική αρχή: Στόχος είναι η ελάχιστη αποτελεσματική δόση που ελέγχει οίδημα/δύσπνοια
χωρίς υπόταση, αφυδάτωση ή διαταραχές Na⁺/K⁺/Mg²⁺.

1) Βάρος (ζύγιση) – ο πιο χρήσιμος «δείκτης»

  • Ζυγιστείτε κάθε πρωί, μετά την ούρηση, με τα ίδια ρούχα.
  • Σημειώστε την τιμή σε ημερολόγιο (ή σημειώσεις κινητού).
  • Ενδεικτικά: μεταβολή >1–2 kg σε 48 ώρες χρειάζεται ιατρική εκτίμηση (ανάλογα με το κλινικό πλαίσιο).
Πρακτική συμβουλή: Απότομη πτώση βάρους μπορεί να υποδηλώνει υπερβολική διούρηση,
ενώ απότομη αύξηση μπορεί να σημαίνει επιδείνωση κατακράτησης/οιδήματος.

2) Αρτηριακή πίεση – ειδικά μετά από αλλαγές δόσης

  • Μετρήστε πίεση πρωί–βράδυ για 5–7 ημέρες μετά από αλλαγή δόσης ή νέου φαρμάκου.
  • Αν έχετε ζάλη, μετρήστε και σε όρθια θέση (1–3 λεπτά μετά το σήκωμα) για πιθανή ορθοστατική υπόταση.
  • Αν εμφανιστεί επαναλαμβανόμενη συμπτωματική υπόταση (ζάλη/λιποθυμική τάση), ενημερώστε τον ιατρό.

3) Διούρηση και πρόσληψη υγρών – χωρίς υπερβολές

  • Δεν χρειάζεται «μεζούρα» σε όλους, αλλά είναι χρήσιμο να ξέρετε αν υπάρχει αιφνίδια μείωση ούρων ή υπερβολική διούρηση.
  • Αν έχετε περιορισμό υγρών (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια), ακολουθήστε αυστηρά το πλάνο του θεράποντος.
  • Σκοτεινά ούρα/ξηροστομία/έντονη δίψα μπορεί να δείχνουν αφυδάτωση.

4) Συμπτώματα που «προειδοποιούν» για ηλεκτρολύτες

  • Υποκαλιαιμία (χαμηλό K⁺): κράμπες, μυϊκή αδυναμία, «φτερουγίσματα»/παλμοί.
  • Υπονατριαιμία (χαμηλό Na⁺): πονοκέφαλος, ναυτία, σύγχυση, υπνηλία.
  • Υπομαγνησιαιμία (χαμηλό Mg²⁺): κράμπες, τρόμος, ευερεθιστότητα, αρρυθμίες.
  • Υπερβολική διούρηση/αφυδάτωση: ζάλη, χαμηλή πίεση, αδυναμία, τάση λιποθυμίας.
Σημαντικό: Μην «διορθώνετε» μόνοι σας ηλεκτρολύτες με συμπληρώματα χωρίς εργαστηριακό έλεγχο,
ειδικά αν λαμβάνετε και άλλα φάρμακα που επηρεάζουν Κ⁺/νεφρική λειτουργία.

5) Τι να ΜΗΝ κάνετε χωρίς οδηγία

  • Μην αυξομειώνετε δόση «με το ένστικτο».
  • Μην παίρνετε ΜΣΑΦ (ιβουπροφαίνη/ναπροξένη κ.λπ.) συστηματικά χωρίς συνεννόηση.
  • Μην παίρνετε το Lasix βράδυ (συχνουρία, αφυδάτωση, πτώσεις).
  • Μην χρησιμοποιείτε Lasix για «αδυνάτισμα».
Πρακτική οδηγία: Πριν ξεκινήσετε νέο φάρμακο, ενημερώστε ότι λαμβάνετε Lasix
(ιδίως αν πρόκειται για αντιυπερτασικά, ΜΣΑΦ ή σκευάσματα που επηρεάζουν ηλεκτρολύτες).


14

Lasix & ηλεκτρολύτες – Πότε οι τιμές γίνονται επικίνδυνες

Σύντομη απάντηση: Οι πιο κρίσιμες παράμετροι στη θεραπεία με Lasix είναι
Na⁺, K⁺, Mg²⁺ και η νεφρική λειτουργία (κρεατινίνη/eGFR).
Η επικινδυνότητα δεν είναι μόνο «ο αριθμός», αλλά και τα συμπτώματα και η ταχύτητα μεταβολής.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΠαράμετροςΤι σημαίνει στη θεραπεία με LasixΠότε ανησυχώ (ενδεικτικά)Τι κάνω πρακτικά
Κάλιο (K⁺)Το Lasix αυξάνει απώλεια K⁺ → κίνδυνος κράμπες/αρρυθμίες.<3.5 mmol/L ή συμπτώματα (παλμοί, έντονες κράμπες).Επικοινωνία με ιατρό, έλεγχος και καθοδήγηση για διόρθωση/ρύθμιση αγωγής.
Νάτριο (Na⁺)Υπονατριαιμία μπορεί να προκαλέσει νευρολογικά συμπτώματα.<130 mmol/L ή σύγχυση/υπνηλία/ναυτία, ειδικά αν πέφτει γρήγορα.Άμεση ιατρική αξιολόγηση αν υπάρχουν συμπτώματα ή μεγάλη πτώση.
Μαγνήσιο (Mg²⁺)Χαμηλό Mg²⁺ «συντηρεί» κράμπες και επιδεινώνει αρρυθμίες.Χαμηλό με συμπτώματα (κράμπες, τρόμος, παλμοί) ή σε ανθεκτική υποκαλιαιμία.Έλεγχος/συμπλήρωση μόνο με οδηγία, συχνά μαζί με επανέλεγχο K⁺.
Κρεατινίνη / eGFRΆνοδος μπορεί να σημαίνει υπερβολική διούρηση/χαμηλή αιμάτωση νεφρών.Αύξηση >20–30% από baseline ή μαζί με υπόταση/ολιγουρία.Έλεγχος αφυδάτωσης, φαρμάκων (ΜΣΑΦ/ACEi/ARB), αναθεώρηση δόσης κατά ιατρό.

Ποιο είναι το «κόκκινο σημείο» στην πράξη;

  • Τα συμπτώματα έχουν μεγαλύτερη αξία από μια «οριακή» τιμή χωρίς συμπτώματα.
  • Η ταχεία μεταβολή (π.χ. πτώση Na⁺ σε λίγες ημέρες) είναι πιο επικίνδυνη από μια αργή αλλαγή.
  • Ο συνδυασμός Lasix με ΜΣΑΦ ή με φάρμακα που επηρεάζουν νεφρά/πίεση αυξάνει τον κίνδυνο.
Κανόνας ασφάλειας: Αν εμφανίσετε νέα συμπτώματα (ζάλη, σύγχυση, παλμούς, έντονες κράμπες)
ή αιφνίδια αλλαγή βάρους/διούρησης, απαιτείται επανεκτίμηση θεραπείας.

Επείγον – ζητήστε άμεσα ιατρική βοήθεια αν εμφανίσετε:

  • Λιποθυμία ή σοβαρή ζάλη με πτώση πίεσης.
  • Ακανόνιστους παλμούς/αρρυθμίες ή έντονες κράμπες.
  • Σημαντικά μειωμένη ποσότητα ούρων.
  • Σύγχυση, υπνηλία ή αλλαγή επιπέδου συνείδησης.
  • Εξάνθημα/οίδημα/δύσπνοια (πιθανή αλλεργική αντίδραση).


15

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Πόσο γρήγορα δρα το Lasix;

Η δράση αρχίζει σε 30–60 λεπτά από το στόμα και περίπου σε 5 λεπτά ενδοφλεβίως, με διάρκεια 4–6 ώρες.

Τι να κάνω αν ξεχάσω μία δόση;

Λάβετε τη δόση μόλις το θυμηθείτε, εκτός αν πλησιάζει η επόμενη· μην διπλασιάζετε δόση.

Χρειάζεται συμπλήρωμα καλίου;

Μόνο μετά από έλεγχο καλίου και ιατρική σύσταση, καθώς η υπερκαλιαιμία είναι επικίνδυνη.

Μπορώ να καταναλώνω αλκοόλ;

Το αλκοόλ μπορεί να ενισχύσει υπόταση και ζάλη· συνιστάται περιορισμός.

Μπορώ να το πάρω το βράδυ;

Όχι, γιατί προκαλεί συχνουρία και διαταράσσει τον ύπνο· προτιμήστε πρωινή λήψη.

Χάνω βάρος με το Lasix;

Η απώλεια αφορά υγρά και όχι λίπος, και δεν αποτελεί μέθοδο αδυνατίσματος.

Ποιες εξετάσεις είναι πιο σημαντικές;

Νάτριο, κάλιο, μαγνήσιο, κρεατινίνη και ουρία, με επανάληψη ανά 1–3 μήνες ή μετά από αλλαγή δόσης.

Ιατρική υπενθύμιση: Για σωστή παρακολούθηση απαιτούνται τακτικοί εργαστηριακοί έλεγχοι.


16

Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων ηλεκτρολυτών και νεφρικής λειτουργίας
από ιατρό στο εργαστήριό μας.

Κλείστε εύκολα εξέταση ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


17

Βιβλιογραφία

1. European Society of Cardiology.
Guidelines for the diagnosis and treatment of acute and chronic heart failure.
Eur Heart J. 2021.
https://www.escardio.org/Guidelines
2. KDIGO.
Clinical Practice Guideline for the Evaluation and Management of Chronic Kidney Disease.
2024.
https://kdigo.org/guidelines/ckd-evaluation-and-management/
3. ΕΟΦ.
Περίληψη χαρακτηριστικών προϊόντος – Φουροσεμίδη.
https://www.eof.gr/web/guest/drugs
4. Brunton LL, Hilal-Dandan R, Knollmann BC.
Goodman & Gilman’s The Pharmacological Basis of Therapeutics.
14th ed. McGraw-Hill; 2023.
https://accesspharmacy.mhmedical.com/
5. Williams Textbook of Endocrinology.
15th ed. Elsevier; 2024.
https://www.elsevier.com/books/williams-textbook-of-endocrinology/9780323711548
6. Μικροβιολογικό Λαμία.
Κατάλογος Εξετάσεων.
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

κρεατινινη.jpg

Κρεατινίνη – Φιλικός Οδηγός για Ασθενείς

Τελευταία ενημέρωση:

Σύντομη σύνοψη:
Η κρεατινίνη είναι βασικός δείκτης της νεφρικής λειτουργίας.
Στον οδηγό αυτό θα δείτε τι ακριβώς εκφράζει η τιμή της,
ποιοι παράγοντες την επηρεάζουν,
πώς ερμηνεύεται σωστά
και πότε απαιτείται περαιτέρω ιατρική αξιολόγηση.


1

Τι είναι η κρεατινίνη;

Η κρεατινίνη είναι ένα φυσικό παραπροϊόν του μεταβολισμού της
κρεατίνης, μιας ουσίας που βρίσκεται κυρίως στους μύες και συμμετέχει
στην παραγωγή ενέργειας.
Παράγεται καθημερινά σε σχετικά σταθερή ποσότητα
και αποβάλλεται σχεδόν αποκλειστικά από τους νεφρούς.

Απλά λόγια:
Όσο καλύτερα λειτουργούν οι νεφροί, τόσο πιο αποτελεσματικά απομακρύνουν
την κρεατινίνη από το αίμα.

Επειδή η παραγωγή της κρεατινίνης σχετίζεται με τη μυϊκή μάζα,
τα επίπεδά της διαφέρουν φυσιολογικά από άτομο σε άτομο.
Άτομα με περισσότερους μύες (π.χ. αθλητές) τείνουν να έχουν
υψηλότερες τιμές, ενώ ηλικιωμένοι ή άτομα με χαμηλή μυϊκή μάζα
μπορεί να έχουν χαμηλότερες.

Αυτό σημαίνει ότι η κρεατινίνη δεν είναι απόλυτος αριθμός.
Η ίδια τιμή μπορεί να έχει διαφορετική κλινική σημασία
ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, τη σωματική διάπλαση
και το συνολικό ιατρικό ιστορικό.

Κλινικό νόημα:
Η κρεατινίνη αποτελεί βασικό δείκτη για την εκτίμηση της
νεφρικής λειτουργίας, αλλά η ερμηνεία της γίνεται
πάντα σε συνδυασμό με άλλα δεδομένα και όχι μεμονωμένα.

Για τον λόγο αυτό, ακόμη και μικρές μεταβολές στην τιμή της
μπορεί να έχουν κλινική σημασία σε ορισμένα άτομα,
ενώ σε άλλα να θεωρούνται απολύτως φυσιολογικές.


2

Πώς παράγεται και αποβάλλεται η κρεατινίνη

Η κρεατινίνη προκύπτει από τη φυσιολογική διάσπαση της κρεατίνης,
μιας ουσίας που αποθηκεύεται στους μύες και συμμετέχει
στην παραγωγή ενέργειας κατά τη μυϊκή σύσπαση.
Η διαδικασία αυτή είναι συνεχής και συμβαίνει καθημερινά.

Επειδή η συνολική μυϊκή μάζα παραμένει σχετικά σταθερή
σε έναν υγιή ενήλικα, η ποσότητα κρεατινίνης που παράγεται
κάθε ημέρα είναι επίσης σχεδόν σταθερή.
Αυτός είναι και ο λόγος που η κρεατινίνη θεωρείται
αξιόπιστος δείκτης παρακολούθησης στον χρόνο.

Σημαντικό:
Η παραγωγή κρεατινίνης εξαρτάται κυρίως από τη μυϊκή μάζα
και όχι από τη διατροφή ή την πρόσληψη υγρών σε φυσιολογικές συνθήκες.

Μετά την παραγωγή της, η κρεατινίνη μεταφέρεται μέσω του αίματος
στους νεφρούς.
Εκεί διηθείται στα σπειράματα και αποβάλλεται με τα ούρα,
χωρίς να επαναρροφάται σε σημαντικό βαθμό.

Όταν οι νεφροί λειτουργούν φυσιολογικά,
η αποβολή της κρεατινίνης είναι αποτελεσματική
και τα επίπεδά της στο αίμα παραμένουν σταθερά.
Αν όμως μειωθεί η ικανότητα των νεφρών να τη φιλτράρουν,
η κρεατινίνη αρχίζει να συσσωρεύεται στο αίμα.

Κλινικό νόημα:
Η αύξηση της κρεατινίνης στο αίμα δεν οφείλεται συνήθως
σε αυξημένη παραγωγή,
αλλά σε μειωμένη αποβολή από τους νεφρούς.

Για τον λόγο αυτό, η κρεατινίνη χρησιμοποιείται ευρέως
στην καθημερινή κλινική πράξη
ως έμμεσος δείκτης της νεφρικής λειτουργίας
και της ικανότητας των νεφρών να καθαρίζουν το αίμα.


3

Γιατί μετριέται – Πότε ζητείται;

Η μέτρηση της κρεατινίνης αποτελεί βασικό μέρος
του εργαστηριακού ελέγχου, επειδή προσφέρει
μια γρήγορη και αξιόπιστη ένδειξη για το
πώς λειτουργούν οι νεφροί.
Για τον λόγο αυτό περιλαμβάνεται συχνά
τόσο σε προληπτικούς ελέγχους όσο και σε διαγνωστική διερεύνηση.

Η εξέταση ζητείται συχνά στο πλαίσιο:

  • Γενικού check-up, ακόμη και σε ασυμπτωματικά άτομα.
  • Παρακολούθησης ατόμων με υπέρταση ή σακχαρώδη διαβήτη.
  • Ελέγχου ασθενών με γνωστή ή ύποπτη νεφρική νόσο.
  • Αξιολόγησης οίδηματος, μειωμένης διούρησης ή ανεξήγητης κόπωσης.
  • Προετοιμασίας πριν από απεικονιστικές εξετάσεις με σκιαγραφικό.
Σημείωση:
Η κρεατινίνη συχνά ζητείται επαναλαμβανόμενα,
ώστε να αξιολογηθεί η τάση στον χρόνο
και όχι μόνο μια μεμονωμένη τιμή.

Επιπλέον, η εξέταση χρησιμοποιείται για την
παρακολούθηση της ασφάλειας φαρμακευτικής αγωγής,
ιδίως όταν χορηγούνται φάρμακα που
αποβάλλονται από τους νεφρούς
ή μπορεί να επηρεάσουν τη νεφρική λειτουργία.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μεταβολή της κρεατινίνης
μπορεί να οδηγήσει σε προσαρμογή της δόσης
ή σε αλλαγή της θεραπευτικής στρατηγικής,
με στόχο την προστασία των νεφρών.

Κλινικό νόημα:
Η μέτρηση της κρεατινίνης δεν αφορά μόνο τη διάγνωση,
αλλά και την παρακολούθηση
και τη λήψη ασφαλών θεραπευτικών αποφάσεων.


4

Παράγοντες που επηρεάζουν την κρεατινίνη

Η τιμή της κρεατινίνης στο αίμα δεν εξαρτάται αποκλειστικά
από τη λειτουργία των νεφρών.
Υπάρχουν αρκετοί φυσιολογικοί και εξωγενείς παράγοντες
που μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα,
χωρίς απαραίτητα να υποδηλώνουν νόσο.

Σωματική διάπλαση και μυϊκή μάζα

Άτομα με αυξημένη μυϊκή μάζα παράγουν περισσότερη κρεατινίνη,
με αποτέλεσμα φυσιολογικά υψηλότερες τιμές.
Αντίθετα, ηλικιωμένοι ή άτομα με απώλεια μυϊκού ιστού
μπορεί να εμφανίζουν χαμηλότερες τιμές.

Άσκηση και φυσική καταπόνηση

Η έντονη σωματική άσκηση, ιδιαίτερα ασκήσεις μεγάλης έντασης
ή παρατεταμένη μυϊκή καταπόνηση,
μπορεί να προκαλέσει παροδική αύξηση της κρεατινίνης.
Για τον λόγο αυτό συνιστάται αποφυγή έντονης άσκησης
τις 24 ώρες πριν από την εξέταση.

Ενυδάτωση και πρόσληψη υγρών

Η αφυδάτωση μειώνει τον όγκο του πλάσματος
και μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς αυξημένες τιμές κρεατινίνης.
Η επαρκής ενυδάτωση πριν την αιμοληψία
συμβάλλει σε πιο αξιόπιστο αποτέλεσμα.

Διατροφή και συμπληρώματα

Η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας κρέατος
ή η λήψη συμπληρωμάτων κρεατίνης
μπορεί να αυξήσει παροδικά την κρεατινίνη,
ιδιαίτερα αν προηγηθεί λίγο πριν από την εξέταση.

Φάρμακα

Ορισμένα φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν τη νεφρική λειτουργία
ή να μεταβάλλουν την κρεατινίνη,
όπως μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη,
ορισμένα αντιβιοτικά και διουρητικά.
Η αξιολόγηση γίνεται πάντα από τον θεράποντα ιατρό.

Κλινικό μήνυμα:
Μια μεμονωμένη αυξημένη τιμή κρεατινίνης
δεν σημαίνει απαραίτητα νεφρική νόσο.
Η σωστή ερμηνεία απαιτεί γνώση των παραγόντων
που μπορεί να επηρεάζουν το αποτέλεσμα.


5

Προετοιμασία & Δειγματοληψία

Η μέτρηση της κρεατινίνης στο αίμα είναι απλή εξέταση
και στις περισσότερες περιπτώσεις
δεν απαιτεί ειδική προετοιμασία.
Ωστόσο, ορισμένες πρακτικές οδηγίες
βοηθούν ώστε το αποτέλεσμα να είναι όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστο.

  • Δεν απαιτείται νηστεία, εκτός αν συνδυάζεται με άλλες εξετάσεις.
  • Αποφύγετε έντονη σωματική άσκηση το προηγούμενο 24ωρο.
  • Αποφύγετε μεγάλη κατανάλωση κρέατος ή συμπληρωμάτων κρεατίνης πριν την εξέταση.
  • Διατηρήστε καλή ενυδάτωση, εκτός αν ο γιατρός έχει δώσει διαφορετική οδηγία.
  • Ενημερώστε για φάρμακα ή συμπληρώματα που λαμβάνετε.
Σημείωση:
Ορισμένα φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν την κρεατινίνη.
Μην τα διακόπτετε χωρίς ιατρική οδηγία,
αλλά ενημερώστε τον γιατρό ή το εργαστήριο πριν την αιμοληψία.

Δειγματοληψία αίματος

Η εξέταση γίνεται με απλή αιμοληψία από φλέβα του χεριού.
Η διαδικασία είναι σύντομη και ανώδυνη
και διαρκεί λίγα λεπτά.
Το δείγμα αποστέλλεται στο εργαστήριο για ανάλυση.

Όταν απαιτείται συλλογή ούρων 24ώρου

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει
συλλογή ούρων 24ώρου
για τον υπολογισμό της κάθαρσης κρεατινίνης.
Η σωστή συλλογή είναι απαραίτητη
για την αξιοπιστία του αποτελέσματος.

  • Το πρωί απορρίπτεται η πρώτη ούρηση και σημειώνεται η ώρα έναρξης.
  • Συλλέγονται όλα τα ούρα του επόμενου 24ώρου σε ειδικό δοχείο.
  • Την επόμενη ημέρα συλλέγεται και η πρώτη πρωινή ούρηση.
  • Το δοχείο φυλάσσεται σε δροσερό μέρος ή στο ψυγείο.
Κλινικό νόημα:
Λανθασμένη συλλογή ούρων 24ώρου
μπορεί να οδηγήσει σε αναξιόπιστα αποτελέσματα
και εσφαλμένη εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας.


6

Φυσιολογικές τιμές κρεατινίνης (τιμές αναφοράς)

Οι φυσιολογικές τιμές κρεατινίνης στο αίμα
διαφέρουν ανάλογα με το φύλο, την ηλικία
και τη μυϊκή μάζα.
Επιπλέον, τα όρια αναφοράς μπορεί να παρουσιάζουν
μικρές αποκλίσεις μεταξύ εργαστηρίων,
ανάλογα με τη μέθοδο μέτρησης.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΠληθυσμόςΚρεατινίνη ορού (mg/dL)Σχόλιο
Ενήλικες άνδρες≈ 0.74 – 1.35Επηρεάζεται από τη μυϊκή μάζα
Ενήλικες γυναίκες≈ 0.59 – 1.04Συνήθως χαμηλότερες τιμές
ΗλικιωμένοιΣυχνά χαμηλότερεςΜειωμένη μυϊκή παραγωγή
ΚύησηΕλαφρώς χαμηλότερεςΑυξημένη νεφρική διήθηση
ΠαιδιάΧαμηλότερεςΕξαρτάται από ηλικία και ανάπτυξη
Σημαντικό:
Μια τιμή εντός «φυσιολογικών ορίων»
δεν αποκλείει απαραίτητα διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας,
ιδίως σε ηλικιωμένους ή άτομα με χαμηλή μυϊκή μάζα.

Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση της κρεατινίνης
δεν βασίζεται μόνο στο αν η τιμή είναι
εντός ή εκτός ορίων,
αλλά στο συνολικό κλινικό πλαίσιο
και στη μεταβολή των τιμών με την πάροδο του χρόνου.


7

Υψηλή κρεατινίνη: αίτια & τι να κάνω

Η αυξημένη κρεατινίνη στο αίμα σημαίνει ότι
η αποβολή της από τους νεφρούς
δεν είναι τόσο αποτελεσματική όσο αναμένεται.
Ωστόσο, η αύξηση δεν οφείλεται πάντα σε μόνιμη νεφρική βλάβη
και απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση.

Συχνά αίτια αυξημένης κρεατινίνης

  • Αφυδάτωση ή απώλεια υγρών (διάρροια, εμετοί, πυρετός).
  • Οξεία ή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία.
  • Απόφραξη του ουροποιητικού (π.χ. υπερπλασία προστάτη, λίθοι).
  • Φάρμακα που επηρεάζουν τη νεφρική αιμάτωση ή απέκκριση.
  • Έντονη μυϊκή καταπόνηση ή ραβδομυόλυση.
  • Υψηλή πρόσληψη κρέατος ή συμπληρωμάτων κρεατίνης πριν την εξέταση.
Σημείωση:
Η παροδική αύξηση της κρεατινίνης
μπορεί να υποχωρήσει μετά από ενυδάτωση
ή αποφυγή έντονης άσκησης.
Η επιμονή της αύξησης χρειάζεται διερεύνηση.

Τι να κάνω αν η κρεατινίνη είναι αυξημένη;

  • Συζητήστε το αποτέλεσμα με τον γιατρό σας.
  • Επαναλάβετε την εξέταση αν σας ζητηθεί.
  • Ελέγξτε συνοδά ευρήματα (π.χ. ουρία, ηλεκτρολύτες, γενική ούρων).
  • Διασφαλίστε επαρκή ενυδάτωση, αν δεν υπάρχει αντένδειξη.
  • Μην διακόπτετε ή ξεκινάτε φάρμακα χωρίς ιατρική οδηγία.
Κλινικό μήνυμα:
Η τάση των τιμών στον χρόνο
και το συνολικό κλινικό πλαίσιο
είναι πιο σημαντικά από μια μεμονωμένη μέτρηση.

Η έγκαιρη αναγνώριση και η σωστή ερμηνεία
μιας αυξημένης κρεατινίνης
μπορεί να προλάβει επιπλοκές
και να συμβάλει στην προστασία της νεφρικής λειτουργίας.


8

Χαμηλή κρεατινίνη: τι σημαίνει

Η χαμηλή κρεατινίνη στο αίμα
είναι συνήθως καλοήθης
και σπάνια σχετίζεται με σοβαρή παθολογία.
Στις περισσότερες περιπτώσεις
αντικατοπτρίζει χαρακτηριστικά
της σωματικής διάπλασης ή φυσιολογικές καταστάσεις.

Συχνές αιτίες χαμηλής κρεατινίνης

  • Μειωμένη μυϊκή μάζα (ηλικιωμένοι, καχεξία, χρόνια νοσήματα).
  • Κύηση, λόγω αυξημένης νεφρικής διήθησης.
  • Χαμηλή πρόσληψη πρωτεΐνης ή υποσιτισμός.
  • Απώλεια βάρους ή παρατεταμένη ακινησία.
  • Σπανιότερα, ηπατική νόσος με μειωμένη παραγωγή κρεατίνης.
Σημείωση:
Η χαμηλή κρεατινίνη
δεν αποτελεί ένδειξη μειωμένης νεφρικής λειτουργίας
και από μόνη της
δεν υποδηλώνει νεφρική νόσο.

Πότε χρειάζεται αξιολόγηση;

Αν και τις περισσότερες φορές δεν απαιτείται παρέμβαση,
η χαμηλή κρεατινίνη αξίζει να αξιολογηθεί
όταν συνοδεύεται από
απώλεια μυϊκής μάζας,
αδυναμία ή
άλλα συμπτώματα που δεν εξηγούνται.

Κλινικό μήνυμα:
Η χαμηλή κρεατινίνη ερμηνεύεται
πάντα στο πλαίσιο της συνολικής εικόνας
και όχι ως μεμονωμένο εύρημα.

Σε εγκύους και ηλικιωμένους,
οι χαμηλότερες τιμές θεωρούνται
φυσιολογική προσαρμογή
και συνήθως δεν απαιτούν ειδική αντιμετώπιση.


9

Σχέση με τη νεφρική λειτουργία

Η κρεατινίνη χρησιμοποιείται στην καθημερινή ιατρική πράξη
ως έμμεσος δείκτης της νεφρικής λειτουργίας,
επειδή αποβάλλεται σχεδόν αποκλειστικά από τους νεφρούς.
Όταν η ικανότητα των νεφρών να φιλτράρουν το αίμα μειώνεται,
η κρεατινίνη τείνει να αυξάνεται.

Για μια πιο εξειδικευμένη περιγραφή του ρόλου των δεικτών
στην αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας,
μπορείτε να δείτε τον αντίστοιχο οδηγό:
Τι είναι ο eGFR και πώς ερμηνεύεται.

Ωστόσο, η κρεατινίνη δεν αντικατοπτρίζει πάντα άμεσα
τον βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας.
Μικρές αυξήσεις μπορεί να έχουν διαφορετική σημασία
ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και τη μυϊκή μάζα,
ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η τιμή μπορεί να παραμένει
φαινομενικά φυσιολογική παρά τη μείωση της λειτουργίας.

Σημαντικό:
Η ερμηνεία της κρεατινίνης γίνεται πάντα
σε συνδυασμό με το ιστορικό,
την κλινική εικόνα
και άλλες εργαστηριακές εξετάσεις.

Για τον λόγο αυτό, οι γιατροί αξιολογούν
όχι μόνο την απόλυτη τιμή,
αλλά και τη μεταβολή της στον χρόνο.
Η σταδιακή αύξηση σε διαδοχικές μετρήσεις
είναι συχνά πιο ενδεικτική
από μια μεμονωμένη μέτρηση.

Συμπερασματικά, η κρεατινίνη αποτελεί
ένα χρήσιμο αλλά όχι απόλυτο εργαλείο
για την εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας
και χρειάζεται πάντα σωστή κλινική συσχέτιση.


10

Κάθαρση κρεατινίνης & ούρα 24ώρου

Η κάθαρση κρεατινίνης είναι ένας υπολογισμός
που εκτιμά πόσο αποτελεσματικά οι νεφροί
απομακρύνουν την κρεατινίνη από το αίμα
σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Για τον υπολογισμό της απαιτείται
συλλογή ούρων 24ώρου
σε συνδυασμό με αιμοληψία.

Σε αντίθεση με την απλή μέτρηση κρεατινίνης ορού,
η κάθαρση κρεατινίνης προσφέρει
μια πιο άμεση εικόνα της ικανότητας των νεφρών
να «καθαρίζουν» το αίμα,
ιδίως σε περιπτώσεις όπου η ερμηνεία
της κρεατινίνης είναι δυσκολότερη.

Πότε προτιμάται:
Η κάθαρση κρεατινίνης ζητείται κυρίως
όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την αξιοπιστία
της κρεατινίνης ορού.

Πότε μπορεί να ζητηθεί

  • Σε άτομα με πολύ αυξημένη ή πολύ μειωμένη μυϊκή μάζα.
  • Όταν τα εργαστηριακά ευρήματα δεν συμφωνούν με την κλινική εικόνα.
  • Σε ειδικές καταστάσεις, όπως κύηση ή προχωρημένη ηλικία.
  • Σε ορισμένα πρωτόκολλα παρακολούθησης νεφρικής λειτουργίας.

Σωστή συλλογή ούρων 24ώρου

Η ακρίβεια της κάθαρσης κρεατινίνης
εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό
από τη σωστή συλλογή των ούρων.

  • Το πρωί απορρίπτεται η πρώτη ούρηση και σημειώνεται η ώρα.
  • Συλλέγονται όλα τα ούρα για τις επόμενες 24 ώρες.
  • Την επόμενη ημέρα συλλέγεται και η πρώτη πρωινή ούρηση.
  • Το δοχείο διατηρείται σε δροσερό μέρος ή στο ψυγείο.
Κλινικό μήνυμα:
Ατελής ή λανθασμένη συλλογή ούρων 24ώρου
μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη εκτίμηση
της νεφρικής λειτουργίας.

Παρότι η διαδικασία είναι πιο απαιτητική,
η κάθαρση κρεατινίνης παραμένει
ένα χρήσιμο εργαλείο σε επιλεγμένες περιπτώσεις,
όταν απαιτείται πιο λεπτομερής αξιολόγηση.


11

Ειδικές καταστάσεις (αθλητές, ηλικιωμένοι, κύηση)

Η ερμηνεία της κρεατινίνης δεν είναι ίδια για όλους.
Σε ορισμένες ομάδες πληθυσμού,
οι τιμές μπορεί να διαφέρουν από τα συνήθη όρια
χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα παθολογία.
Για τον λόγο αυτό απαιτείται εξατομικευμένη αξιολόγηση.

Αθλητές και άτομα με αυξημένη μυϊκή μάζα

Σε άτομα με αυξημένη μυϊκή μάζα,
η παραγωγή κρεατινίνης είναι φυσιολογικά υψηλότερη.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε τιμές
που φαίνονται αυξημένες σε σχέση με τα γενικά όρια αναφοράς,
χωρίς να υπάρχει διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας.

Επιπλέον, η έντονη άσκηση
ή η λήψη συμπληρωμάτων κρεατίνης
μπορεί να προκαλέσει παροδική αύξηση της κρεατινίνης,
ιδίως όταν η εξέταση γίνεται κοντά σε περίοδο προπόνησης.

Κλινική επισήμανση:
Στους αθλητές,
η κρεατινίνη πρέπει να αξιολογείται
με ιδιαίτερη προσοχή και πάντα σε συνδυασμό
με το ιστορικό και τη φυσική κατάσταση.

Ηλικιωμένοι

Στους ηλικιωμένους παρατηρείται συχνά
μείωση της μυϊκής μάζας,
με αποτέλεσμα χαμηλότερη παραγωγή κρεατινίνης.
Έτσι, μια φαινομενικά «φυσιολογική» τιμή
μπορεί να συνυπάρχει με μειωμένη νεφρική λειτουργία.

Για τον λόγο αυτό,
η αξιολόγηση βασίζεται περισσότερο
στη συνολική κλινική εικόνα
και στη μεταβολή των τιμών με τον χρόνο,
παρά σε μία μεμονωμένη μέτρηση.

Κύηση

Κατά την εγκυμοσύνη,
η νεφρική διήθηση αυξάνεται φυσιολογικά,
με αποτέλεσμα οι τιμές κρεατινίνης
να είναι χαμηλότερες σε σύγκριση
με τον γενικό πληθυσμό.

Σε αυτό το πλαίσιο,
ακόμη και μικρή αύξηση της κρεατινίνης
μπορεί να έχει κλινική σημασία
και να απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.

Κλινικό μήνυμα:
Σε ειδικές καταστάσεις,
τα όρια αναφοράς δεν αρκούν από μόνα τους·
η σωστή ερμηνεία απαιτεί
εξατομικευμένη ιατρική κρίση.


12

Σχετικές εξετάσεις

Η κρεατινίνη σπάνια αξιολογείται μεμονωμένα.
Ο συνδυασμός της με άλλες εργαστηριακές εξετάσεις
παρέχει πιο ολοκληρωμένη εικόνα
της νεφρικής λειτουργίας και της γενικής μεταβολικής κατάστασης.

  • Ουρία:
    Συμπληρωματικός δείκτης νεφρικής απέκκρισης,
    επηρεάζεται και από την ενυδάτωση και τη διατροφή.
  • Ηλεκτρολύτες (Νάτριο, Κάλιο, Ασβέστιο, Φώσφορος):
    Αντανακλούν την ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών,
    που συχνά διαταράσσεται σε νεφρική δυσλειτουργία.
  • Γενική ούρων:
    Μπορεί να αποκαλύψει πρωτεΐνη, αίμα,
    κύλινδρους ή άλλες ανωμαλίες
    που υποδηλώνουν νεφρική ή ουρολογική παθολογία.
  • Αλβουμίνη ούρων / μικροαλβουμινουρία:
    Πρώιμος δείκτης σπειραματικής βλάβης,
    ιδιαίτερα χρήσιμος σε άτομα με διαβήτη ή υπέρταση.
  • Ουρικό οξύ:
    Συχνά συνυπάρχει αυξημένο σε νεφρικές διαταραχές
    και σε μεταβολικά νοσήματα.
  • Απεικονιστικός έλεγχος (π.χ. υπέρηχος νεφρών):
    Χρησιμοποιείται όταν απαιτείται έλεγχος
    της μορφολογίας ή πιθανής απόφραξης του ουροποιητικού.
Κλινικό νόημα:
Ο συνδυασμός εξετάσεων
επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ
παροδικών μεταβολών και πραγματικής νεφρικής νόσου,
καθοδηγώντας τη σωστή διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση.


13

Πότε να επικοινωνήσω με γιατρό

Η τιμή της κρεατινίνης πρέπει πάντα να ερμηνεύεται
σε συνδυασμό με το ιατρικό ιστορικό,
τα συνοδά συμπτώματα
και τα υπόλοιπα εργαστηριακά ευρήματα.
Δεν αρκεί η αξιολόγηση ενός μεμονωμένου αριθμού.

Συνιστάται να επικοινωνήσετε με τον γιατρό σας όταν:

  • Η κρεατινίνη είναι σταθερά αυξημένη ή παρουσιάζει προοδευτική άνοδο.
  • Υπάρχει αιφνίδια αύξηση σε σχέση με προηγούμενες μετρήσεις.
  • Συνυπάρχουν οίδημα στα κάτω άκρα, στο πρόσωπο ή γύρω από τα μάτια.
  • Παρατηρείται μείωση της ποσότητας ούρων ή αλλαγή στο χρώμα τους.
  • Υπάρχει αρτηριακή υπέρταση που δεν ρυθμίζεται εύκολα.
  • Λαμβάνονται φάρμακα που μπορεί να επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία.
Άμεση ιατρική εκτίμηση:
Απαιτείται όταν η αύξηση της κρεατινίνης
συνοδεύεται από έντονη κόπωση,
δύσπνοια, ναυτία,
πόνο στη μέση ή γενική επιδείνωση της κατάστασης.

Η έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση
μπορεί να αποτρέψει επιπλοκές,
να οδηγήσει σε σωστή διάγνωση
και να συμβάλει στην προστασία
της μακροχρόνιας νεφρικής υγείας.


14

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση κρεατινίνης;

Όχι, η εξέταση κρεατινίνης δεν απαιτεί νηστεία, εκτός αν συνδυάζεται με άλλες αιματολογικές εξετάσεις που το απαιτούν.

Μπορεί η άσκηση να επηρεάσει την κρεατινίνη;

Ναι, η έντονη σωματική άσκηση μπορεί να αυξήσει παροδικά την κρεατινίνη, γι’ αυτό συνιστάται αποφυγή προπόνησης το προηγούμενο 24ωρο.

Τι σημαίνει μια αυξημένη κρεατινίνη;

Συνήθως υποδηλώνει μειωμένη αποβολή από τους νεφρούς, αλλά μπορεί να σχετίζεται και με αφυδάτωση, φάρμακα ή πρόσφατη έντονη άσκηση.

Είναι ανησυχητική η χαμηλή κρεατινίνη;

Συνήθως όχι· συχνά σχετίζεται με χαμηλή μυϊκή μάζα, ηλικία ή εγκυμοσύνη και δεν υποδηλώνει νεφρική νόσο.

Ποια φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν την κρεατινίνη;

Ορισμένα αντιφλεγμονώδη, αντιβιοτικά και διουρητικά μπορούν να μεταβάλουν την κρεατινίνη και απαιτούν ιατρική αξιολόγηση.

Πότε χρειάζεται επανάληψη της εξέτασης;

Όταν υπάρχει αιφνίδια ή ανεξήγητη μεταβολή της τιμής ή όταν ζητείται παρακολούθηση της τάσης στον χρόνο.

Μπορεί η διατροφή να αλλάξει την κρεατινίνη;

Η αυξημένη κατανάλωση κρέατος ή συμπληρωμάτων κρεατίνης μπορεί να αυξήσει παροδικά την τιμή πριν από την εξέταση.

Πότε πρέπει να ανησυχήσω;

Όταν η κρεατινίνη αυξάνεται σταθερά ή συνοδεύεται από συμπτώματα όπως οίδημα,
μειωμένα ούρα ή κακή γενική κατάσταση.


15

Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας.
Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση
ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.

Κλείστε εύκολα εξέταση κρεατινίνης ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


16

Βιβλιογραφία

1. National Kidney Foundation. Clinical Practice Guidelines for Chronic Kidney Disease.
https://www.kidney.org

2. KDIGO. Clinical Practice Guideline for the Evaluation and Management of CKD.
https://kdigo.org

4. National Institutes of Health (NIH). Serum creatinine and kidney function.
https://www.nih.gov

5. Ελληνική Νεφρολογική Εταιρεία. Χρόνια Νεφρική Νόσος – Οδηγίες.
https://www.ene.gr

6. Μικροβιολογικό Λαμίας. Κατάλογος Εξετάσεων.
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/

Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Κυστατίνη-C-1200x800.jpg

Κυστατίνη C (Cystatin C) – Πλήρης Οδηγός για Ασθενείς & Επαγγελματίες Υγείας

Τελευταία ενημέρωση: 1 Σεπτεμβρίου 2025 • Mobile-friendly TOC FAQ

Η Κυστατίνη C είναι μία μικρή πρωτεΐνη (~13 kDa) που παράγεται σταθερά από όλα τα πυρηνούχα κύτταρα και καθαίρεται σχεδόν αποκλειστικά από τα σπειράματα των νεφρών. Αποτελεί αξιόπιστο βιοδείκτη για την εκτίμηση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR), συχνά με πλεονεκτήματα έναντι της κλασικής κρεατινίνης σε συγκεκριμένους πληθυσμούς.

Με μια ματιά:

  • Σταθερή παραγωγή, ελάχιστη επίδραση από μυϊκή μάζα/δίαιτα.
  • Ελεύθερη σπειραματική διήθηση, πλήρης σωληναριακή επαναρρόφηση/καταβολισμός, χωρίς σωληναριακή έκκριση.
  • Χρήσιμη όταν η κρεατινίνη είναι «παραπλανητική» (π.χ. ηλικιωμένοι, χαμηλή ή υψηλή μυϊκή μάζα, καχεξία).
  • Χρησιμοποιείται σε εξισώσεις CKD-EPI για υπολογισμό eGFR.

1) Εισαγωγή – Τι είναι η Κυστατίνη C

Η Κυστατίνη C (Cystatin C) είναι μία μικρή, μη γλυκοζυλιωμένη πρωτεΐνη (~13 kDa) που
παράγεται σταθερά από όλα τα πυρηνούχα κύτταρα και βρίσκεται σε σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Διηθείται ελεύθερα από τα σπειράματα, επαναρροφάται και καταβολίζεται πλήρως στα
εγγύς σωληνάρια χωρίς να επανεκκρίνεται στα ούρα· γι’ αυτό η τιμή της στον ορό αντανακλά τον
ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR).

Με απλά λόγια:

  • Η Κυστατίνη C είναι βιοδείκτης νεφρικής λειτουργίας πιο «ουδέτερος» από την κρεατινίνη ως προς μυϊκή μάζα/δίαιτα.
  • Είναι χρήσιμη για πιο ακριβή εκτίμηση eGFR, ειδικά όταν τα αποτελέσματα επηρεάζουν δοσολογίες φαρμάκων.
  • Οι σύγχρονες εξισώσεις CKD-EPI χρησιμοποιούν κρεατινίνη, κυστατίνη C ή τον συνδυασμό τους.

1.1 Πώς “δουλεύει” ως δείκτης;

  • Σταθερή παραγωγή: ελάχιστη βιολογική μεταβλητότητα μεταξύ ατόμων.
  • Νεφρική κάθαρση μόνο με διήθηση: δεν έχει σωληναριακή έκκριση που να «νοθεύει» την τιμή.
  • Αντιστροφή με GFR: όσο ανεβαίνει η κυστατίνη C στον ορό, τόσο μειώνεται ο GFR.

1.2 Γιατί να προτιμηθεί έναντι της κρεατινίνης;

ΖήτημαΚρεατινίνηΚυστατίνη C
Επίδραση μυϊκής μάζας/δίαιταςΜεγάληΜικρή
Ηλικιωμένοι/καχεκτικοί/αθλητέςΣυχνά παραπλανητικήΠιο αξιόπιστη
Διαθεσιμότητα/κόστοςΠαντού/χαμηλόΛιγότερο διαθέσιμη/υψηλότερο
Καλύτερη πρακτικήΣυνδυαστικός eGFR (CKD-EPI creatinine-cystatin C) όταν η απόφαση είναι κλινικά κρίσιμη.

1.3 Τι επηρεάζει την τιμή (πέρα από τον GFR);

  • Θυρεοειδής: ↑ σε υποθυρεοειδισμό, ↓ σε υπέρθυρεοειδισμό.
  • Στεροειδή υψηλής δόσης & φλεγμονή: τείνουν να αυξάνουν την τιμή.
  • Εγκυμοσύνη: φυσιολογικά χαμηλότερη λόγω ↑ GFR (κυρίως 2ο–3ο τρίμηνο).

Σημαντικό για την ερμηνεία:

  • Πάντα χρησιμοποιούμε το εύρος αναφοράς του συγκεκριμένου εργαστηρίου (μέθοδος διακριβωμένη σε ERM-DA471/IFCC όπου είναι δυνατό).
  • Μια μεμονωμένη τιμή δεν αρκεί για διάγνωση ΧΝΝ — απαιτείται επιβεβαίωση ≥3 μήνες και συσχέτιση με αλβουμινουρία/απεικόνιση.

1.4 Πότε τη ζητάμε πρακτικά;

  • Όταν η κλινική εικόνα «δεν ταιριάζει» με eGFR από κρεατινίνη (π.χ. ηλικιωμένος με «φυσιολογική» κρεατινίνη).
  • Όταν η δοσολογία φαρμάκων εξαρτάται από ακριβή eGFR (αντιβιοτικά, χημειοθεραπεία, DOACs κατά ένδειξη).
  • Σε παιδιά, αθλητές, καχεκτικούς ή άτομα με πολύ υψηλή/χαμηλή μυϊκή μάζα.
  • Σε μεταμοσχευμένους νεφρού για ευαίσθητη παρακολούθηση.

1.5 Μικρός αλγόριθμος απόφασης

  1. Υπολόγισε eGFR με CKD-EPI κρεατινίνης.
  2. Αν αποτέλεσμα οριακό ή ασύμβατο με την κλινική εικόνα → μέτρησε Κυστατίνη C.
  3. Υπολόγισε συνδυαστικό eGFR (CKD-EPI creatinine-cystatin C) → χρησιμοποίησέ το για σταδιοποίηση/δοσολογία.

Tip: Δεν απαιτείται νηστεία· προτιμάται ορός ή πλάσμα (Heparin/Li). Αναφέρετε στον ιατρό πρόσφατη
λήψη υψηλών δόσεων στεροειδών ή ενεργό φλεγμονή.

2) Βιολογικός ρόλος & παραγωγή

Η Κυστατίνη C κωδικοποιείται από το γονίδιο CST3 και ανήκει στην οικογένεια των ενδογενών αναστολέων των κυστεϊνικών πρωτεασών. Φυσιολογικά, συνεισφέρει στη ρύθμιση της αποδόμησης πρωτεϊνών της εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας και συμμετέχει σε διεργασίες όπως η φλεγμονή και η αναδιαμόρφωση ιστών. Το χαρακτηριστικό της για την εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας είναι ότι παράγεται σχεδόν σταθερά από όλα τα πυρηνούχα κύτταρα, με σχετικά μικρές διακυμάνσεις μεταξύ των ατόμων, σε αντίθεση με την κρεατινίνη της οποίας η παραγωγή εξαρτάται σημαντικά από τη μυϊκή μάζα.

Μετά τη σπειραματική διήθηση, η Κυστατίνη C επαναρροφάται ενεργά από τα εγγύς σωληναριακά κύτταρα και αποδομείται ενδοκυττάρια, με αποτέλεσμα να μην ανιχνεύεται συνήθως στα ούρα σε αξιοσημείωτες ποσότητες. Συνεπώς, η αύξηση της συγκέντρωσης στον ορό συνδέεται αντιστρόφως με την ελάττωση του GFR.

3) Γιατί είναι σημαντική στη νεφρική λειτουργία

Στην κλινική πράξη, ο GFR σπάνια μετριέται απευθείας (π.χ. με ινουλίνη ή ραδιοϊσοτοπικές μεθόδους). Αντίθετα, χρησιμοποιούμε ενδογενείς δείκτες (κρεατινίνη, κυστατίνη C) και εξισώσεις εκτίμησης (π.χ. CKD-EPI) για τον υπολογισμό του eGFR. Η Κυστατίνη C:

  • Είναι πιο ανεξάρτητη από μυϊκή μάζα, φύλο και πρόσληψη πρωτεΐνης.
  • Μπορεί να βελτιώσει την ακρίβεια στα όρια μεταξύ σταδίων ΧΝΝ, ειδικά όταν συνδυάζεται με κρεατινίνη (συνδυαστικές εξισώσεις).
  • Είναι χρήσιμη όταν υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ κλινικής εικόνας και κρεατινίνης (π.χ. «φυσιολογική» κρεατινίνη αλλά ισχυρή υποψία μειωμένου GFR).
  • Σε οξείες καταστάσεις, μπορεί να αντικατοπτρίσει πιο έγκαιρα αλλαγές στη νεφρική λειτουργία σε σχέση με την κρεατινίνη, αν και αυτό εξαρτάται από το κλινικό πλαίσιο.
Κλινικό «μαργαριτάρι»: Όταν η κρεατινίνη δίνει eGFR στα όρια σταδιοποίησης (π.χ. 58–62 mL/min/1.73 m²), η προσθήκη Κυστατίνης C για συνδυαστικό eGFR μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τη θεραπευτική στρατηγική (π.χ. δοσολογία φαρμάκων, παραπομπή, παρακολούθηση).

4) Κυστατίνη C vs Κρεατινίνη (συγκριτική ανάλυση)

Και οι δύο δείκτες είναι χρήσιμοι, αλλά έχουν διαφορετικά δυνατά σημεία. Ο παρακάτω συνοπτικός πίνακας βοηθά στην πρακτική επιλογή:

ΧαρακτηριστικόΚυστατίνη CΚρεατινίνη
Εξάρτηση από μυϊκή μάζαΕλάχιστηΥψηλή (επηρεάζεται από μυϊκή μάζα/δίαιτα)
Διατροφική επίδραση (κρέας, πρωτεΐνη)ΜικρήΣημαντική (οξεία αύξηση μετά από γεύμα πλούσιο σε κρέας)
Ακρίβεια σε ηλικιωμένους/καχεκτικούςΣυνήθως καλύτερηΣυχνά υποεκτιμά δυσλειτουργία
Κόστος/ΔιαθεσιμότηταΥψηλότερο/λιγότερο διαδεδομένηΧαμηλότερο/ευρέως διαθέσιμη
Χρόνος απόκρισης σε οξείες μεταβολέςΔυνητικά ταχύτερη σε ορισμένα πλαίσιαΠιο αργή λόγω «δεξαμενής» μυών
Συνδυασμός δεικτώνΟ συνδυασμός (CKD-EPI creatinine-cystatin C) παρέχει συνήθως τον πιο αξιόπιστο eGFR.

Στην καθημερινή πράξη, η κρεατινίνη παραμένει το «πρώτο φίλτρο». Όταν όμως απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια ή υπάρχει ασυνέπεια μεταξύ κλινικής εικόνας και eGFR από κρεατινίνη, η Κυστατίνη C —μόνη ή σε συνδυασμό— είναι ιδιαίτερα χρήσιμη.

Συνέχεια: 5) Κλινικές χρήσεις & ενδείξεις, 6) Φυσιολογικές τιμές, 7) Αιτίες αύξησης/μείωσης, 8) Πλεονεκτήματα & περιορισμοί, 9) Ειδικές καταστάσεις, 10) Διατροφή, 11) Οδηγίες, 12) Συμπεράσματα, 13) FAQ.

5) Κλινικές χρήσεις & ενδείξεις

Η Κυστατίνη C έχει αποκτήσει σημαντικό ρόλο στην καθημερινή κλινική πράξη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υποψία ή γνωστή νεφρική δυσλειτουργία. Οι κυριότερες χρήσεις περιλαμβάνουν:

  • Εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με φυσιολογική ή οριακή κρεατινίνη.
  • Σταδιοποίηση Χρόνιας Νεφρικής Νόσου (ΧΝΝ) – όταν απαιτείται ακριβέστερη ταξινόμηση.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς – όπου η μυϊκή μάζα είναι μεταβαλλόμενη και η κρεατινίνη συχνά δεν είναι αξιόπιστη.
  • Ηλικιωμένοι – όπου η χαμηλή μυϊκή μάζα «καμουφλάρει» τη μείωση του GFR.
  • Δοσολογία φαρμάκων με στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. ανοσοκατασταλτικά, αντιβιοτικά, χημειοθεραπεία).
  • Μεταμοσχευμένοι νεφρού – για ευαίσθηρη παρακολούθηση της λειτουργίας του μοσχεύματος.
  • Οξείες καταστάσεις – έλεγχος σε σηπτικούς ασθενείς ή σε ΜΕΘ, όπου η έγκαιρη διάγνωση οξείας νεφρικής βλάβης είναι κρίσιμη.
Παράδειγμα: Σε ασθενή 75 ετών με «φυσιολογική» κρεατινίνη 0,9 mg/dL αλλά με σακχαρώδη διαβήτη και υπέρταση, η Κυστατίνη C μπορεί να δείξει eGFR 55 mL/min/1.73 m² → έγκαιρη διάγνωση ΧΝΝ σταδίου 3.

6) Φυσιολογικές τιμές – Σχόλια για την αναφορά

Οι φυσιολογικές τιμές της Κυστατίνης C μπορεί να διαφέρουν ελαφρώς ανάλογα με τη μέθοδο και τον αναλυτή. Συνήθως δίνονται σε mg/L.

ΠληθυσμόςΤιμή αναφοράς (mg/L)Σχόλια
Ενήλικες0,6 – 1,0Ελαφρές διαφορές ανά εργαστήριο
Παιδιά0,7 – 1,1Σχετικά σταθερή σε όλες τις ηλικίες μετά τον 1ο χρόνο
Ηλικιωμένοι0,7 – 1,2Μικρή αύξηση με την ηλικία
Εγκυμοσύνη0,4 – 0,8Συχνά χαμηλότερη λόγω αυξημένου GFR

Σημαντικό: Δεν υπάρχει απόλυτη «καθολική» τιμή αναφοράς. Ο ιατρός ερμηνεύει πάντα το αποτέλεσμα με βάση το εργαστήριο, το ιστορικό και τις συνυπάρχουσες συνθήκες.

Προσοχή: Η χρήση μίας μόνο τιμής Κυστατίνης C δεν αρκεί για διάγνωση ΧΝΝ. Απαιτείται επανάληψη σε ≥3 μήνες και συνδυασμός με άλλους δείκτες (π.χ. αλβουμινουρία).

7) Αιτίες αυξημένης/μειωμένης Κυστατίνης C

Η συγκέντρωση της Κυστατίνης C στο αίμα αντικατοπτρίζει κυρίως τη νεφρική λειτουργία, αλλά μπορεί να επηρεαστεί και από άλλους παράγοντες.

Αυξημένη Κυστατίνη C

  • Χρόνια Νεφρική Νόσος (στάδια 2–5).
  • Οξεία Νεφρική Βλάβη (π.χ. σήψη, αφυδάτωση, τοξικά φάρμακα).
  • Υποθυρεοειδισμός.
  • Φλεγμονώδεις καταστάσεις (υψηλή CRP, λοίμωξη).
  • Κακοήθειες – σε ορισμένα νεοπλάσματα η Κυστατίνη C φαίνεται αυξημένη.
  • Καρδιαγγειακά νοσήματα – μελέτες έδειξαν συσχέτιση με καρδιακή ανεπάρκεια.

Μειωμένη Κυστατίνη C

  • Υπερθυρεοειδισμός (επιταχύνει τον καταβολισμό).
  • Εγκυμοσύνη – λόγω αυξημένου GFR.
  • Παχυσαρκία (σε ορισμένες μελέτες εμφανίζονται χαμηλότερες τιμές, αλλά αμφιλεγόμενο).
Κλινικό παράδειγμα: Ασθενής με ήπια αύξηση κρεατινίνης και φυσιολογική κυστατίνη C μπορεί να έχει παροδική αύξηση κρεατινίνης από αφυδάτωση. Αντίστροφα, υψηλή κυστατίνη C με «φυσιολογική» κρεατινίνη συχνά σημαίνει υποκείμενη μείωση του GFR.

8) Πλεονεκτήματα & περιορισμοί της εξέτασης

Η Κυστατίνη C έχει καθιερωθεί ως πολύτιμος δείκτης νεφρικής λειτουργίας, ιδιαίτερα όταν η κρεατινίνη είναι δυνητικά παραπλανητική. Ωστόσο, όπως κάθε βιοδείκτης, έχει πλεονεκτήματα αλλά και περιορισμούς.

ΠλεονεκτήματαΠεριορισμοί
Μικρή εξάρτηση από μυϊκή μάζα, φύλο και δίαιτα.Υψηλότερο κόστος και λιγότερη διαθεσιμότητα σε ορισμένα περιβάλλοντα.
Ελεύθερη σπειραματική διήθηση και πλήρης σωληναριακή καταβολή.Επηρεάζεται από θυρεοειδική λειτουργία (↓ σε υπερθυρεοειδισμό, ↑ σε υποθυρεοειδισμό).
Συχνά πιο ακριβής σε ηλικιωμένους/καχεκτικούς.Φλεγμονή/οξεία νόσος ενδέχεται να αυξάνουν τα επίπεδα ανεξάρτητα από GFR.
Συνδυαστικές εξισώσεις (κρεατινίνη+Κυστατίνη C) βελτιώνουν την ακρίβεια eGFR.Υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών έχουν αναφερθεί ότι αυξάνουν την Κυστατίνη C.
Χρήσιμη για βελτιωμένη σταδιοποίηση ΧΝΝ και προσαρμογή δοσολογιών.Απαιτείται ερμηνεία με βάση το συγκεκριμένο εργαστηριακό εύρος αναφοράς.
Εργαστηριακή σημείωση: Ιδανικά, η μέθοδος μέτρησης είναι διακριβωμένη σε διεθνές πρότυπο (π.χ. ERM-DA471/IFCC), ώστε τα αποτελέσματα να είναι συγκρίσιμα μεταξύ εργαστηρίων.
Κλινική ερμηνεία: Η Κυστατίνη C δεν υποκαθιστά την κλινική κρίση. Συνδυάστε την με το ιστορικό, την κρεατινίνη, την αλβουμινουρία/πρωτεϊνουρία και την απεικόνιση όπου χρειάζεται.

9) Ειδικές καταστάσεις: ηλικιωμένοι, παιδιά, εγκυμοσύνη & άλλα

Ηλικιωμένοι

  • Η μειωμένη μυϊκή μάζα μπορεί να «κρύβει» τη νεφρική δυσλειτουργία όταν βασιζόμαστε μόνο στην κρεατινίνη.
  • Η Κυστατίνη C συχνά προσφέρει πιο ρεαλιστική εκτίμηση eGFR σε αυτή την ομάδα, ιδίως όταν τα αποτελέσματα επηρεάζουν δοσολογίες ή παραπομπές.

Παιδιά

  • Η μεταβαλλόμενη μυϊκή μάζα και οι αναπτυξιακές φάσεις καθιστούν την κρεατινίνη λιγότερο αξιόπιστη.
  • Η Κυστατίνη C μπορεί να ενσωματωθεί σε παιδιατρικές εξισώσεις eGFR, βελτιώνοντας την παρακολούθηση.

Εγκυμοσύνη

  • Η φυσιολογική αύξηση του GFR στο 2ο–3ο τρίμηνο τείνει να μειώνει την Κυστατίνη C.
  • Σε επιπλοκές (π.χ. προεκλαμψία), ενδέχεται να παρατηρηθούν αποκλίσεις που απαιτούν συστηματική εκτίμηση από τον θεράποντα ιατρό.

Υψηλή/χαμηλή μυϊκή μάζα, ακρωτηριασμοί, αθλητές

  • Σε σώματα με «ασυνήθιστη» μυϊκή σύσταση, η κρεατινίνη μπορεί να είναι παραπλανητική.
  • Η Κυστατίνη C προσφέρει μια πιο λειτουργική αποτύπωση του GFR σε αυτούς τους πληθυσμούς.

Ηπατική νόσος, καρδιακή ανεπάρκεια, ΜΕΘ

  • Σε κίρρωση ή βαριά συστηματική νόσο η κρεατινίνη μπορεί να υποεκτιμά τη δυσλειτουργία.
  • Η Κυστατίνη C μπορεί να ανιχνεύσει νωρίτερα μεταβολές, αλλά η φλεγμονή/καταβολισμός μπορεί επίσης να επηρεάζουν τα επίπεδα → απαιτείται προσεκτική ερμηνεία.
Πρακτικό tip: Όταν η κλινική απόφαση είναι κρίσιμη (π.χ. χημειοθεραπεία, ισχυρά αντιβιοτικά), σκεφτείτε eGFR από συνδυαστική εξίσωση (κρεατινίνη + Κυστατίνη C) πριν «κλειδώσετε» δοσολογία.

10) Παράγοντες τρόπου ζωής & διατροφής

Η Κυστατίνη C επηρεάζεται πολύ λιγότερο από τη διατροφή και τη μυϊκή μάζα σε σχέση με την κρεατινίνη. Ωστόσο, ο συνολικός τρόπος ζωής επηρεάζει την υγεία των νεφρών και, κατ’ επέκταση, τα επίπεδα των δεικτών GFR.

Διατροφή

  • Σταθερή πρόσληψη πρωτεΐνης: Δεν προκαλεί οξείες αυξήσεις στην Κυστατίνη C όπως στην κρεατινίνη. Ωστόσο, σε ΧΝΝ προτείνεται εξατομικευμένη ρύθμιση πρωτεΐνης.
  • Νάτριο (αλάτι): Υψηλή πρόσληψη επιβαρύνει την αρτηριακή πίεση και τη νεφρική λειτουργία. Στόχος: μείωση αλατιού στην καθημερινότητα.
  • Γλυκαιμικός έλεγχος: Σε διαβήτη, η καλή ρύθμιση γλυκόζης προστατεύει μακροπρόθεσμα τους νεφρούς.
  • Μεσογειακό/DASH πρότυπο: Πλούσιο σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ψάρια, ανεπεξέργαστα δημητριακά.

Συνήθειες & φάρμακα

  • Αποφύγετε την υπερβολική χρήση ΜΣΑΦ (π.χ. ιμπουπροφαίνη) χωρίς ιατρική καθοδήγηση.
  • Κορτικοστεροειδή: Υψηλές δόσεις μπορεί να αυξάνουν την Κυστατίνη C ανεξάρτητα από GFR → ενημερώστε τον ιατρό.
  • Κάπνισμα: Επιβαρύνει το καρδιονεφρικό σύστημα. Η διακοπή μειώνει συνολικό κίνδυνο.
  • Ενυδάτωση: Η ήπια, συνεπής ενυδάτωση είναι ωφέλιμη. Αποφύγετε ακραίες οδηγίες «υπερενυδάτωσης» χωρίς ιατρική σύσταση.

Άσκηση

  • Η μέτρια άσκηση ωφελεί την αρτηριακή πίεση, το βάρος και τον γλυκαιμικό έλεγχο.
  • Η οξεία έντονη άσκηση μπορεί να μεταβάλει προσωρινά διάφορους δείκτες. Για συγκρίσιμες μετρήσεις, προτιμήστε συνθήκες ηρεμίας πριν την αιμοληψία.
Σημαντικό: Οι παραπάνω συμβουλές είναι γενικές. Για διατροφικές/φαρμακευτικές αλλαγές, συμβουλευτείτε τον ιατρό ή τον διαιτολόγο σας, ειδικά εάν υπάρχει ΧΝΝ ή άλλο χρόνιο νόσημα.

11) Σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες (επισκόπηση)

Οι διεθνείς επιστημονικές εταιρείες έχουν ενσωματώσει την Κυστατίνη C στις κατευθυντήριες οδηγίες για τη διάγνωση και παρακολούθηση της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου (ΧΝΝ).

  • KDIGO (2024): Συνιστά τον υπολογισμό eGFR με κρεατινίνη και, σε αμφίβολες περιπτώσεις, επιβεβαίωση με Κυστατίνη C ή συνδυαστικό τύπο (CKD-EPI).
  • Ευρωπαϊκή Νεφρολογική Εταιρεία: Προτείνει την χρήση της Κυστατίνης C σε ασθενείς με ασυμφωνία κλινικής εικόνας και eGFR από κρεατινίνη.
  • ΕΟΠΥΥ (Ελλάδα): Καλύπτει την εξέταση σε συγκεκριμένες ενδείξεις (σταδιοποίηση ΧΝΝ, μεταμοσχευμένοι, ειδικές κατηγορίες).
  • FDA/EMA: Αναγνωρίζουν τη χρήση της Κυστατίνης C σε μελέτες φαρμάκων για εκτίμηση νεφρικής λειτουργίας.

Πρακτικά: Οι οδηγίες τονίζουν ότι η Κυστατίνη C είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν:

  1. Η κρεατινίνη είναι «φυσιολογική» αλλά υπάρχουν κλινικές ενδείξεις νεφρικής δυσλειτουργίας.
  2. Απαιτείται ακριβής σταδιοποίηση ΧΝΝ για θεραπευτική απόφαση.
  3. Υπάρχει αμφιβολία για την ακρίβεια της κρεατινίνης (ηλικιωμένοι, παιδιά, καχεξία, παχυσαρκία).

12) Συμπεράσματα

Η Κυστατίνη C αποτελεί έναν σύγχρονο και αξιόπιστο δείκτη εκτίμησης της νεφρικής λειτουργίας, με σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι της κρεατινίνης σε ειδικούς πληθυσμούς. Η ευρύτερη ενσωμάτωσή της στην κλινική πρακτική βοηθά:

  • Στην έγκαιρη διάγνωση ΧΝΝ.
  • Στην ακριβέστερη σταδιοποίηση και καθοδήγηση θεραπείας.
  • Στην προσαρμογή δοσολογιών φαρμάκων με στενό θεραπευτικό εύρος.
  • Στην βελτίωση της πρόγνωσης μέσω καλύτερης παρακολούθησης.

Παρά το υψηλότερο κόστος και τους ορισμένους περιορισμούς, η Κυστατίνη C κερδίζει έδαφος και θεωρείται πλέον «εργαλείο πρώτης γραμμής» σε πληθυσμούς όπου η κρεατινίνη δεν αρκεί.

13) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Τι είναι η Κυστατίνη C;

Είναι μια πρωτεΐνη που παράγεται σταθερά από όλα τα πυρηνούχα κύτταρα, διηθείται από τα σπειράματα των νεφρών και αντανακλά τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR).

Πότε χρειάζεται να μετρηθεί η Κυστατίνη C;

Όταν η κρεατινίνη δεν επαρκεί για την εκτίμηση του GFR, όπως σε ηλικιωμένους, παιδιά, άτομα με χαμηλή ή υψηλή μυϊκή μάζα, μεταμοσχευμένους ή σε αμφίβολες περιπτώσεις ΧΝΝ.

Ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές;

Στους ενήλικες συνήθως 0,6–1,0 mg/L. Οι τιμές διαφοροποιούνται ανάλογα με το εργαστήριο και τη μέθοδο μέτρησης.

Είναι πιο αξιόπιστη από την κρεατινίνη;

Σε πολλές περιπτώσεις ναι, γιατί δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη μυϊκή μάζα ή τη δίαιτα. Ωστόσο, το ιδανικό είναι ο συνδυασμός Κυστατίνης C + Κρεατινίνης.

Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την Κυστατίνη C;

Θυρεοειδοπάθειες, φλεγμονή, κορτικοστεροειδή, καθώς και καταστάσεις όπως εγκυμοσύνη ή οξεία λοίμωξη.

Πόσο συχνά πρέπει να ελέγχεται;

Η συχνότητα εξαρτάται από την κλινική εικόνα. Σε ΧΝΝ συστήνεται παρακολούθηση κάθε 3–6 μήνες ή όπως υποδείξει ο νεφρολόγος.

Μπορεί η διατροφή να αλλάξει την Κυστατίνη C;

Όχι άμεσα. Η διατροφή δεν επηρεάζει σημαντικά τα επίπεδα, σε αντίθεση με την κρεατινίνη. Ωστόσο, ο υγιεινός τρόπος ζωής προστατεύει τη νεφρική λειτουργία.

Χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη;

Ναι, αλλά οι τιμές μπορεί να είναι χαμηλότερες λόγω αυξημένου GFR. Ο ιατρός ερμηνεύει το αποτέλεσμα με βάση το τρίμηνο και την κλινική εικόνα.

Πόσο κοστίζει η εξέταση;

Στην Ελλάδα κυμαίνεται περίπου 15–30€, ανάλογα με το εργαστήριο. Σε αρκετές περιπτώσεις καλύπτεται από τον ΕΟΠΥΥ.

Πόσο γρήγορα βγαίνει το αποτέλεσμα;

Συνήθως εντός 24 ωρών, όπως οι περισσότερες αιματολογικές εξετάσεις.

Είναι κατάλληλη για παιδιά;

Ναι, μάλιστα θεωρείται πιο αξιόπιστη από την κρεατινίνη, καθώς δεν επηρεάζεται έντονα από την ανάπτυξη και τη μυϊκή μάζα.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ eGFR με κρεατινίνη και με Κυστατίνη C;

Ο eGFR με κρεατινίνη επηρεάζεται από μυϊκή μάζα, ενώ ο eGFR με Κυστατίνη C είναι πιο «καθαρός» δείκτης. Ο συνδυασμός τους είναι η πιο ακριβής προσέγγιση.

Χρειάζεται ειδική προετοιμασία για την εξέταση;

Όχι, η εξέταση γίνεται με απλή αιμοληψία χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία.

Μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως την κρεατινίνη;

Όχι, στην πράξη χρησιμοποιούνται και οι δύο δείκτες. Η κρεατινίνη είναι φθηνή και ευρέως διαθέσιμη, ενώ η Κυστατίνη C προσθέτει ακρίβεια σε ειδικές περιπτώσεις.

</article

14) Βιβλιογραφία

Ενδεικτική βιβλιογραφία για περαιτέρω μελέτη:

  • ΕΟΠΥΥ – Κατάλογος Αποζημιούμενων Εργαστηριακών Εξετάσεων (τελευταία ενημέρωση).
  • Ελληνική Νεφρολογική Εταιρεία – Οδηγίες για τη Χρόνια Νεφρική Νόσο.
  • KDIGO 2024 Clinical Practice Guideline for the Evaluation and Management of Chronic Kidney Disease. Kidney Int Suppl. 2024.
  • Inker LA, et al. Estimating Glomerular Filtration Rate from Serum Creatinine and Cystatin C. N Engl J Med. 2012;367(1):20-29.
  • Shlipak MG, et al. Cystatin C and the Risk of Death and Cardiovascular Events among Elderly Persons. N Engl J Med. 2005;352:2049-2060.
  • Grubb A, et al. Cystatin C – from discovery to clinical use. Kidney Int Suppl. 2010;78(1):S20-S25.
  • Laterza OF, et al. Cystatin C: an improved estimator of glomerular filtration rate? Clin Chem. 2002;48(5):699-707.
  • Dharnidharka VR, et al. Serum cystatin C is superior to serum creatinine as a marker of kidney function: meta-analysis. Am J Kidney Dis. 2002;40(2):221-226.
    Υπόδειγμα αναφοράς eGFR (Κυστατίνη C)

    ΠαράμετροςΚυστατίνη C (Cystatin C)
    Αποτέλεσμα[ X.XX ] mg/L (Εύρος αναφοράς εργαστηρίου: [ 0,60–1,00 ] mg/L)
    Μέθοδος / ΔιακρίβωσηPETIA ή PENIA (ανάλογα με τον αναλυτή), διακρίβωση ERM-DA471/IFCC
    eGFRcys[ YY ] mL/min/1.73 m² (CKD-EPI cystatin C, έτος εξίσωσης: [ 2012 / 2021 ])
    eGFRcr (προαιρετικά)[ … ] mL/min/1.73 m² (CKD-EPI creatinine, IDMS-traceable)
    eGFRcr-cys (συνδυαστικό)[ … ] mL/min/1.73 m² (CKD-EPI creatinine+cystatin C, race-free)
    ACR ούρων (προτείνεται)[ … ] mg/g κρεατινίνης (A1/A2/A3)
    Ημερομηνία/Ώρα[ … ]

    Τυποποιημένο σχόλιο ερμηνείας:
    «Το eGFR εκτιμήθηκε με Κυστατίνη C [και κρεατινίνη, όπου αναφέρεται]. Η σταδιοποίηση ΧΝΝ απαιτεί επιμονή
    ευρημάτων ≥3 μήνες και συνεκτίμηση αλβουμινουρίας (ACR), κλινικής εικόνας και απεικόνισης.»

    Κατηγορία GeGFR (mL/min/1.73 m²)Σχόλιο
    G1≥90Φυσιολογικός/υψηλός (απαιτείται συνύπαρξη βλάβης για ΧΝΝ)
    G260–89Ήπια μείωση (απαιτείται συνύπαρξη βλάβης για ΧΝΝ)
    G3a45–59Ήπια-μέτρια μείωση
    G3b30–44Μέτρια-σοβαρή μείωση
    G415–29Σοβαρή μείωση
    G5<15Νεφρική ανεπάρκεια
    Σημειώσεις εργαστηρίου:

    • Αναφέρετε ρητά την εξίσωση CKD-EPI και το έτος (π.χ. 2012 ή 2021, race-free), καθώς και αν πρόκειται για eGFRcys, eGFRcr ή eGFRcr-cys.
    • Η κρεατινίνη πρέπει να είναι IDMS-traceable όταν χρησιμοποιείται στο συνδυαστικό eGFR.
    • Το εύρος αναφοράς της Κυστατίνης C διαφέρει ανά μέθοδο/εργαστήριο· χρησιμοποιήστε το δικό σας verified interval.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΗΡΗ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ ΖΗΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ !!

https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/

 


Νεφρική-λειτουργεία.jpg

Τι είναι η Νεφρική Λειτουργία;

Η νεφρική λειτουργία περιγράφει το σύνολο των διεργασιών με τις οποίες οι νεφροί
φιλτράρουν το αίμα, διατηρούν την οξεοβασική ισορροπία και την
ομοιόσταση υγρών & ηλεκτρολυτών, αποβάλλουν ουραιμικές τοξίνες και
ρυθμίζουν κρίσιμες ορμονικές οδούς (π.χ. ερυθροποιητίνη, ρενοαγγειοτενσίνη-αλδοστερόνη,
ενεργοποίηση βιταμίνης D). Η αξιολόγησή της αποτελεί βασικό πυλώνα της προληπτικής ιατρικής και
της διάγνωσης/παρακολούθησης πολλών νοσημάτων.

🔎 Γρήγορη Επισκόπηση

  • Κύριες λειτουργίες: αποβολή άχρηστων ουσιών, ρύθμιση υγρών/ηλεκτρολυτών, οξεοβασική ισορροπία,
    ενδοκρινής ρύθμιση (EPO, βιταμίνη D), αρτηριακή πίεση (RAAS).
  • Συχνότεροι δείκτες αίματος: κρεατινίνη, ουρία, eGFR, ηλεκτρολύτες (Na⁺, K⁺, Cl⁻), HCO₃⁻.
  • Ούρα: γενική ούρων, λευκωματουρία/αλβουμινουρία, ίζημα, αναλογία αλβουμίνης/κρεατινίνης (ACR).
  • Συμπτώματα: συχνά απουσιάζουν στα πρώιμα στάδια∙ έγκαιρος έλεγχος = καλύτερη πρόγνωση.
  • Κύριοι κίνδυνοι: σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, καρδιαγγειακή νόσος, παχυσαρκία, νεφροτοξικά φάρμακα.

Η πρώιμη βλάβη των νεφρών μπορεί να είναι σιωπηρή. Γι’ αυτό συνιστώνται στοχευμένοι έλεγχοι σε ομάδες
υψηλού κινδύνου (π.χ. διαβητικοί, υπερτασικοί, ηλικιωμένοι, άτομα με οικογενειακό ιστορικό νεφροπάθειας ή
μακροχρόνια χρήση νεφροτοξικών φαρμάκων). Η σωστή ερμηνεία των εξετάσεων απαιτεί σύνθεση κλινικών,
εργαστηριακών και απεικονιστικών δεδομένων.

💡 Γιατί έχει σημασία;

Η έγκαιρη ανίχνευση δυσλειτουργίας επιτρέπει παρέμβαση στη αιτία (π.χ. γλυκαιμικός/πιεστικός έλεγχος),
προσαρμογή φαρμάκων (δοσολογίες με βάση eGFR), καθοδήγηση διατροφής και μείωση
του κινδύνου επιπλοκών (καρδιαγγειακός κίνδυνος, οστική νόσος, αναιμία).

Τι θα μάθετε σε αυτόν τον οδηγό:

  • Ανατομία & φυσιολογία των νεφρών με πρακτικό προσανατολισμό.
  • Όλες οι βασικές εξετάσεις αίματος & ούρων, με ερμηνεία για κλινική πράξη.
  • Κύριες παθήσεις: οξεία νεφρική βλάβη, χρόνια νεφρική νόσος, σπειραματοπάθειες κ.ά.
  • Παράγοντες κινδύνου, πρόληψη, διατροφή & ειδικά θέματα (π.χ. εγκυμοσύνη).
  • Θεραπευτικές προσεγγίσεις και συχνές ερωτήσεις με ξεκάθαρες απαντήσεις.

Σημείωση: Οι πληροφορίες είναι εκπαιδευτικές και δεν υποκαθιστούν εξατομικευμένη ιατρική συμβουλή.
Για προσωπική αξιολόγηση, συμβουλευτείτε τον ιατρό σας.

Ανατομία και Ρόλος των Νεφρών

Οι νεφροί είναι δύο οπισθοπεριτοναϊκά όργανα με σχήμα φασολιού, που βρίσκονται εκατέρωθεν της σπονδυλικής στήλης.
Κάθε νεφρός ζυγίζει ~120–160 g και περιβάλλεται από ινώδη κάψα, λιπώδη ιστό και περιτονία του Gerota.
Μακροσκοπικά διακρίνουμε φλοιό και μυελό (πυραμίδες, θηλές) που αποχετεύουν σε μείζονες/ελάσσονες κάλυκες, τη νεφρική πύελο και τον ουρητήρα.

📌 Βασικοί αριθμοί (φυσιολογικά)

  • Αριθμός νεφρώνων/νεφρό: ~0,8–1,5 εκατομμύρια
  • Σπειραματικός ρυθμός διήθησης (GFR): ~90–120 mL/min/1,73 m2 (νεαροί ενήλικες)
  • Νεφρική αιματική ροή: ~20–25% του καρδιακού παροχέτευματος (~1–1,2 L/min)

Μικροανατομία: ο Νεφρώνας

Η λειτουργική μονάδα είναι ο νεφρώνας, που αποτελείται από το σπείραμα (κάψα Bowman + τριχοειδικό σπείραμα),
τον εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο (PCT), την αγκύλη Henle (κατιούσα & ανιούσα μοίρα), το
άπω εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και το αθροιστικό σωληνάριο.
Το παρακείμενο σπειραματικό σύμπλεγμα (JGA) (κοκκιώδη κύτταρα + macula densa) ρυθμίζει τη νεφρική αιμοδυναμική μέσω συστήματος RAAS.

ΤμήμαΚύρια λειτουργίαΤι «χειρίζεται» κυρίωςΟρμονική ρύθμιση
ΣπείραμαΥπερδιήθηση πλάσματοςΝερό, μικρά διαλυτά, ουρία, κρεατινίνη, ηλεκτρολύτες
PCTΜαζική επαναρρόφηση (~65%)Na⁺, νερό, γλυκόζη, αμινοξέα, HCO₃⁻, φωσφορικάΠαραθορμόνη (PTH) στα φωσφορικά
Αγκύλη HenleΑραίωση/συμπύκνωση, αντιμετάθεσηΚατιούσα: νερό • Παχιά ανιούσα: Na⁺/K⁺/2Cl⁻
DCTΛεπτορύθμιση Na⁺/Ca²⁺Na⁺-Cl⁻ cotransporter, επαναρρόφηση Ca²⁺Αλδοστερόνη (έμμεσα), PTH (↑Ca²⁺)
Αθροιστικό σωληνάριοΤελική ρύθμιση νερού/οξέων-βάσεων/Κ⁺Κύτταρα principal: νερό & Na⁺/K⁺ • Διακυτταρικά: H⁺/HCO₃⁻ADH (νερό), Αλδοστερόνη (Na⁺/K⁺)

Αγγείωση & Μικροκυκλοφορία

Η νεφρική αρτηρία διακλαδίζεται σε τοξοειδείς/μεσολοβίδιες αρτηρίες → προσαγωγά αρτηρίδια → σπειραματικά τριχοειδή →
απαγωγά αρτηρίδια. Στους φλοιώδεις νεφρώνες το απαγωγό τροφοδοτεί το περιτοσοληναριακό δίκτυο, ενώ στους
παραμυελικούς σχηματίζει τις vasa recta που διατηρούν την ωσμωτική κλίση του μυελού.

🩺 Κλινικό νόημα

Η αρχιτεκτονική του νεφρώνα εξηγεί γιατί ορισμένα φάρμακα είναι νεφροτοξικά (π.χ. παχιά ανιούσα μοίρα, ισχαιμία μυελού),
γιατί αλλάζει η συμπύκνωση ούρων (ανεπάρκεια ADH/αντίσταση) και γιατί η αρτηριακή πίεση επηρεάζει άμεσα τον GFR (τόνος προσαγωγού/απαγωγού).

nefronas-anatomia

Φυσιολογία Νεφρικής Λειτουργίας

Η φυσιολογία των νεφρών εστιάζει στον τρόπο που ρυθμίζεται η διήθηση, η επαναρρόφηση,
η έκκριση και η απέκκριση ουσιών, ώστε να διατηρείται η ομοιόσταση υγρών, ηλεκτρολυτών και pH.
Ο κύριος δείκτης λειτουργικότητας είναι ο σπειραματικός ρυθμός διήθησης (GFR), που αντικατοπτρίζει το
πόσο πλάσμα διηθείται ανά λεπτό από τα σπειράματα.

⚙️ Βασικές Λειτουργίες

  • Διήθηση: Σπείραμα → πρωτογενές διήθημα (~180 L/ημέρα).
  • Επαναρρόφηση: Επαναφορά ~99% νερού & ουσιών (Na⁺, γλυκόζη, HCO₃⁻).
  • Έκκριση: Ενεργή μεταφορά H⁺, K⁺, ουρικού, φαρμάκων.
  • Απέκκριση: Τελική σύνθεση ούρων ~1,5–2 L/ημέρα.

Αυτορρύθμιση GFR

Οι νεφροί διαθέτουν μηχανισμούς αυτορρύθμισης που διατηρούν σταθερό GFR και ροή αίματος
παρά τις διακυμάνσεις της αρτηριακής πίεσης (80–180 mmHg).
Οι δύο βασικοί μηχανισμοί είναι:

  • Μυογενής απάντηση: διάταση προσαγωγού → σύσπαση λείου μυός → σταθερό GFR.
  • Σωληναριοσπειραματική ανατροφοδότηση: Macula densa «αισθάνεται» NaCl → απελευθέρωση αγγειοδραστικών ουσιών.

Συμπύκνωση & Αραίωση Ούρων

Η αγκύλη Henle και το σύστημα ανταλλαγής (vasa recta) δημιουργούν τη μυελική ωσμωτική κλίση.
Η ADH (αντιδιουρητική ορμόνη) ρυθμίζει την διαπερατότητα των αθροιστικών σωληναρίων →
ελέγχει την τελική συγκέντρωση των ούρων.

📐 Χρήσιμοι Υπολογισμοί

  • eGFR (CKD-EPI): βασισμένο σε κρεατινίνη, ηλικία, φύλο, φυλή.
  • FENa (%): (Na⁺ ούρων × Cr ορού) ÷ (Na⁺ ορού × Cr ούρων) × 100
  • Κλασματική απέκκριση ουρίας (FEUrea): χρήσιμη σε διουρητικά.

Ρύθμιση Οξέων–Βάσεων

Οι νεφροί είναι το κύριο όργανο μακροπρόθεσμης ρύθμισης pH.
Επαναρροφούν σχεδόν όλο το HCO₃⁻, εκκρίνουν H⁺ και παράγουν «νέο» HCO₃⁻ μέσω αμμωνιογένεσης.
Διαταραχές σε αυτούς τους μηχανισμούς οδηγούν σε μεταβολικές οξέσεις ή αλκάλωσεις.

Ορμονικές Δράσεις

🩺 Κλινικό Σημείο

Η μείωση eGFR μπορεί να προηγείται ετών πριν εμφανιστούν συμπτώματα.
Τακτικός έλεγχος σε διαβητικούς/υπερτασικούς μειώνει τον κίνδυνο καθυστερημένης διάγνωσης χρόνιας νεφρικής νόσου.

Εργαστηριακές Εξετάσεις Νεφρικής Λειτουργίας

Η αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας βασίζεται σε συνδυασμό δεικτών αίματος,
υπολογιστικών εξισώσεων (eGFR), και εξετάσεων ούρων.
Κανένας δείκτης μόνος του δεν αρκεί∙ η σύνθεση των ευρημάτων με το κλινικό προφίλ είναι απαραίτητη.

🧪 Προ-αναλυτικοί Παράγοντες (σημαντικοί για σωστή ερμηνεία)

  • Ενυδάτωση & δίαιτα: Αφυδάτωση ↑ ουρία, δίαιτα πλούσια σε πρωτεΐνη ↑ ουρία.
  • Μυϊκή μάζα & δραστηριότητα: Επηρεάζουν την κρεατινίνη (σκελετική μυϊκή προέλευση).
  • Φάρμακα/σκιαγραφικά: Νεφροτοξικά ή παρεμβατικά (π.χ. τριμεθοπρίμη ↑ κρεατινίνη χωρίς πραγματική μείωση GFR).
  • Αιμόλυση/λιπαιμία/ίκτερος δείγματος: Μπορούν να αλλοιώσουν μετρήσεις.
  • Χρονισμός δειγματοληψίας: Πρωινό δείγμα συνήθως προτιμητέο για επαναληψιμότητα.

5.1 Ουρία (BUN)

Η ουρία είναι προϊόν του καταβολισμού των πρωτεϊνών (κύκλος ουρίας στο ήπαρ) και αποβάλλεται από τους νεφρούς.
Επηρεάζεται έντονα από την πρόσληψη πρωτεΐνης, την ενυδάτωση και την ηπατική λειτουργία.
Επομένως είναι λιγότερο ειδική από την κρεατινίνη για GFR.

ΔείκτηςΣυνήθη Φυσιολογικά Όρια*Τι αυξάνειΤι μειώνει
Ουρία (mg/dL)~15–45Αφυδάτωση, ↑ πρωτεΐνη, αιμορραγία ΓΕΣ, κορτικοστεροειδή, ΧΝΝΥπερενυδάτωση, ηπατική ανεπάρκεια, χαμηλή πρόσληψη πρωτεΐνης

*Τα όρια ποικίλλουν ανά εργαστήριο/τεχνική.

💡 BUN/Cr λόγος: ↑ (>20:1) υποδηλώνει συχνά προνεφρική αιτιολογία (αφυδάτωση, υποογκαιμία, αιμορραγία ΓΕΣ).
Φυσιολογικός/χαμηλός λόγος με ↑ κρεατινίνη → υποψία παρεγχυματικής βλάβης.

5.2 Κρεατινίνη ορού

Η κρεατινίνη παράγεται σταθερά από τον μυϊκό ιστό και αποβάλλεται κυρίως με σπειραματική διήθηση.
Είναι πρακτικός δείκτης για GFR, αλλά επηρεάζεται από ηλικία, φύλο, φυλή, μυϊκή μάζα, δίαιτα.

ΠληθυσμόςΤυπικά όρια (mg/dL)*Σχόλιο
Ενήλικες άνδρες~0.7–1.2Υψηλότερη λόγω ↑ μυϊκής μάζας κατά μέσο όρο
Ενήλικες γυναίκες~0.5–1.0Μπορεί να είναι χαμηλότερη σε χαμηλή μυϊκή μάζα
ΗλικιωμένοιΣυχνά «φυσιολογική» με χαμηλό GFRΗ χαμηλή μυϊκή μάζα αποκρύπτει μείωση GFR → προτιμήστε eGFR

*Ενδεικτικά — προσαρμόστε στα όρια του εργαστηρίου σας.

🩺 Κλινικό σημείο: Μικρές απόλυτες μεταβολές στην κρεατινίνη μπορεί να αντιστοιχούν σε μεγάλη μεταβολή eGFR,
ειδικά όταν οι τιμές ξεκινούν χαμηλές (καμπύλη μη γραμμική).

5.3 eGFR (εκτιμώμενος GFR)

Ο eGFR υπολογίζεται από εξισώσεις που ενσωματώνουν κρεατινίνη (± κυστατίνη C), ηλικία και φύλο.
Συνιστάται η χρήση εξισώσεων χωρίς φυλετικούς συντελεστές (π.χ. CKD-EPI 2021).

📐 Πρακτικά:

  • CKD-EPI 2021 (κρεατινίνη): στάνταρ για ενήλικες.
  • CKD-EPI (κρεατινίνη + κυστατίνη C): ↑ ακρίβεια όταν η κρεατινίνη είναι αναξιόπιστη (π.χ. χαμηλή/υψηλή μυϊκή μάζα).
  • eGFR <60 mL/min/1,73 m² για ≥3 μήνες → ορισμός Χρόνιας Νεφρικής Νόσου (ΧΝΝ), ανεξαρτήτως αιτίας.
  • Παθολογική αλβουμινουρία (ACR ≥30 mg/g) μπορεί να ορίζει ΧΝΝ ακόμα και με eGFR ≥60.
Κατηγορία eGFRΤιμή (mL/min/1,73 m²)Ερμηνεία
G1≥90Φυσιολογικός/υψηλός (απαιτείται ACR για πλήρη εκτίμηση)
G260–89Ήπια μείωση (ηλικιακή πτώση συχνή — δείτε ACR)
G3a45–59Ήπια-μέτρια μείωση
G3b30–44Μέτρια-σοβαρή μείωση
G415–29Σοβαρή μείωση
G5<15Νεφρική ανεπάρκεια (υποψία ανάγκης υποκατάστασης)
⚠️ Όρια eGFR: Μη αξιόπιστος σε: εγκυμοσύνη, οξύτητα (οξεία νεφρική βλάβη), ακραίες τιμές BMI, καχεξία/ακρωμηγαλία,
ηπατική ανεπάρκεια, δίαιτα κετο/vegan, λήψη κρεατίνης, σοβαρή φλεγμονή (προτιμήστε κυστεατίνη C ή μεθόδους κάθαρσης).

5.4 Κυστατίνη C

Η κυστατίνη C είναι μικρή πρωτεΐνη που παράγεται σταθερά από όλα τα πυρηνούχα κύτταρα,
διηθείται ελεύθερα στο σπείραμα και καταβολίζεται πλήρως στα σωληνάρια (δεν επιστρέφει στο αίμα).
Λιγότερο επηρεάζεται από μυϊκή μάζα/δίαιτα σε σχέση με την κρεατινίνη.

  • Χρήσιμη όταν η κρεατινίνη είναι «ύποπτη» ή αντιφατική με την κλινική εικόνα.
  • eGFRcr-cys: ο συνδυασμός κρεατινίνης + κυστατίνης C βελτιώνει την ακρίβεια.
  • Περιορισμοί: επηρεάζεται από θυρεοειδοπάθειες, φλεγμονή, κορτικοστεροειδή.

5.5 Ηλεκτρολύτες & οξεοβασική ισορροπία

Οι ηλεκτρολύτες αντικατοπτρίζουν την ικανότητα των νεφρών να ρυθμίζουν Na⁺, K⁺, Cl⁻ και HCO₃⁻.
Οι διαταραχές συχνά είναι λειτουργικοί δείκτες σωληναριακής δυσλειτουργίας.

ΔείκτηςΤυπικά όρια*Αύξηση (συχνές αιτίες)Μείωση (συχνές αιτίες)
Na⁺ (mmol/L)~135–145Υπερτονική αφυδάτωση, υπεραλδοστερονισμόςSIADH, διουρητικά, υποογκαιμία με αντικατάσταση H₂O
K⁺ (mmol/L)~3.5–5.0ΧΝΝ, ΚΑΕ, καλιοπροστατευτικά, υποαλδοστερονισμόςΔιουρητικά αγκύλης/θειαζίδες, αλκάλωση, ινσουλίνη/β-αγωνιστές
Cl⁻ (mmol/L)~98–107Υπερχλωραιμική μεταβολική οξέωσηΈμετοι/γαστρική απώλεια HCl, μεταβολική αλκάλωση
HCO₃⁻ (mmol/L)~22–28Μεταβολική αλκάλωση, αντιρρόπηση αναπνευστικής οξέωσηςΜεταβολική οξέωση, ΧΝΝ (σωληναριακή οξέωση)

*Προσαρμόστε στα όρια του δικού σας αναλυτή/εργαστηρίου.

5.6 Ουρικό οξύ (προαιρετικά)

Το ουρικό οξύ αποβάλλεται κυρίως νεφρικά (διήθηση, επαναρρόφηση, έκκριση).
↑ επίπεδα συσχετίζονται με μεταβολικό σύνδρομο/υπέρταση και μπορεί να συνυπάρχουν με ΧΝΝ.
Δεν αποτελεί άμεσο δείκτη GFR, αλλά δίνει συνολικό μεταβολικό/νεφρικό στίγμα.

5.7 Συλλογή ούρων 24ώρου — Κάθαρση κρεατινίνης

Η κάθαρση κρεατινίνης από ούρα 24ώρου μπορεί να εκτιμήσει τον πραγματικό GFR,
αλλά είναι ευαίσθητη σε λάθη συλλογής. Προτιμάται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (κύηση, ακραίες σωματότυποι, φαρμακοδοσία με στενό θεραπευτικό εύρος).

Τύπος (mL/min): (Cr ούρων × όγκος 24h) / (Cr ορού × 1440) (προσαρμογή σε 1,73 m² για σύγκριση).

5.8 Γρήγορος οδηγός ερμηνείας

  • Κρεατινίνη + φυσιολογικός/χαμηλός BUN/Cr: παρεγχυματική βλάβη πιθανή.
  • ↑ BUN/Cr > 20:1: προνεφρική αιτιολογία (αφυδάτωση/υποάρδευση/αιμορραγία ΓΕΣ).
  • eGFR 45–59 (G3a) με ACR ≥30 mg/g: ΧΝΝ σταδίου 3a — απαιτείται διαχείριση παραγόντων κινδύνου και παρακολούθηση.
  • Υπερκαλιαιμία σε ΧΝΝ: ελέγξτε φάρμακα (ACEi/ARB, καλιοπροστατευτικά), δίαιτα, οξέωση.
  • Μεταβολική οξέωση (HCO₃⁻ <22): σχετίζεται με κακή πρόγνωση στη ΧΝΝ — αξιολογήστε ανάγκη αλκαλοποίησης.

Ουρολογικές Εξετάσεις & Γενική Ούρων

Οι εξετάσεις ούρων αποτελούν θεμέλιο στην αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας:
ανιχνεύουν αλβουμινουρία/πρωτεϊνουρία, αιματουρία, λοίμωξη, και παρέχουν ενδείξεις για
σπειραματική ή σωληναριακή παθολογία μέσω του μικροσκοπικού ιζήματος.

🧪 Συλλογή δείγματος (κρίσιμο για αξιοπιστία)

  • Πρωινά ούρα μέσης ροής μετά από τοπικό καθαρισμό. Αποφύγετε τα πρώτα mL.
  • Ανάλυση εντός 2 ωρών ή ψύξη 2–8°C έως 4–6 ώρες.
  • Αποφύγετε έντονη άσκηση, πυρετό, έμμηνο ρύση, σοβαρή αφυδάτωση προ της δειγματοληψίας.
  • Για 24ωρα ούρα: απορρίψτε την πρώτη πρωινή ούρηση, συλλέξτε όλες τις επόμενες για 24 ώρες, συμπεριλάβετε την τελική πρωινή.

6.1 Γενική Ούρων (μακροσκοπικά & test strips)

Τα test strips παρέχουν ταχεία εκτίμηση για pH, ειδικό βάρος, λευκώματα, γλυκόζη, κετόνες, αίμα/αιμοσφαιρίνη,
νιτρώδη, λευκοκυτταρική εστεράση, ουροχολινογόνο/χολερυθρίνη. Τα παθολογικά ευρήματα πρέπει να
επιβεβαιώνονται μικροσκοπικά και/ή με ποσοτικές μεθόδους.

ΠαράμετροςΦυσιολογικάΠαθολογικά / Σχόλια
Χρώμα / ΔιαύγειαΚιτρινωπό, διαυγέςΘολερό: κρύσταλλοι/πύο • Σκούρο: αφυδάτωση/χολερυθρίνη/αιματουρία
Ειδικό βάρος~1.005–1.030Ισοστενουρία (~1.010) σε ΧΝΝ • Υψηλό: αφυδάτωση/γλυκοζουρία
pH~5.0–7.5Οξίνωση: λιθίαση ουρικού • Αλκάλωση: ουρεόλυση/λοίμωξη
Λευκώματα (strip)ΑρνητικόΘετικό → επιβεβαίωση με ACR/PCR
Αίμα/αιμοσφαιρίνηΑρνητικόΨευδώς (+) με μυοσφαιρίνη, οξειδωτικά καθαριστικά
Νιτρώδη / Λευκ. εστεράσηΑρνητικάΘετικά → υποψία UTI (ευαισθησία ειδικά σε Gram−, επιβεβαίωση με καλλιέργεια)
⚠️ Περιορισμοί strips: Η πρωτεΐνη «διαβάζει» κυρίως αλβουμίνη (λιγότερο ευαίσθητο για μη αλβουμινικές πρωτεΐνες).
Το pH >8 και η υψηλή πυκνότητα δίνουν ψευδώς (+) ή (−). Πάντα συνδυάζετε με μικροσκόπηση.

6.2 Αλβουμινουρία/Πρωτεϊνουρία — ACR & PCR

Η αλβουμινουρία είναι πρώιμος δείκτης σπειραματικής βλάβης και καρδιαγγειακού κινδύνου.
Προτιμάται ο λόγος αλβουμίνης/κρεατινίνης σε τυχαίο δείγμα (πρωινό) για τυποποίηση ως προς την αραίωση.

Κατηγορία ACRuACR (mg/g)ΕρμηνείαΕνέργειες
A1<30Φυσιολογική έως ήπια ↑Παρακολούθηση, έλεγχος παραγόντων κινδύνου
A230–300Μέτρια ↑ (πρώην «μικροαλβουμινουρία»)Επιβεβαίωση σε 2/3 δείγματα σε 3–6 μήνες, αντιμετώπιση ΑΠ/ΣΔ, ACEi/ARB κατά ένδειξη
A3>300Σοβαρή ↑Επιθετική αντιμετώπιση κινδύνων, παραπομπή σε νεφρολόγο
  • PCR (mg/g): ολική πρωτεΐνη/κρεατινίνη — χρήσιμη όταν υπάρχουν μη αλβουμινικές πρωτεΐνες.
  • Επαναληψιμότητα: επιβεβαίωση ανωμαλίας σε ≥2 από 3 δείγματα (3–6 μήνες).
  • Παροδική πρωτεϊνουρία: πυρετός, έντονη άσκηση, αφυδάτωση, UTI — επαναλάβετε μετά την ύφεση.
  • Ορθοστατική πρωτεϊνουρία (νέοι): φυσιολογικό πρωινό δείγμα, ↑ σε όρθια θέση.

6.3 Μικροσκοπικό ίζημα

Η μικροσκόπηση αναδεικνύει ερυθρά, λευκά, κύλινδροι, κύτταρα και κρυστάλλους.
Παρέχει στοιχεία για σπειραματική (δυσμορφικά RBC, ερυθροκυτταρικοί κύλινδροι) ή σωληναριακή/διάμεση βλάβη (λευκοκυτταρικοί/κοκκώδεις κύλινδροι).

ΕύρημαΣημασίαΣυχνές αιτίες
Δυσμορφικά RBC / RBC κύλινδροιΣπειραματική αιματουρίαΣπειραματονεφρίτιδα, IgA νεφροπάθεια
Λευκοκυτταρικοί κύλινδροιΔιάμεση νεφρίτιδα/πιελονεφρίτιδαΦάρμακα, λοίμωξη ανώτερου ουροποιητικού
Κοκκώδεις/κηρώδεις κύλινδροιΠροχωρημένη νεφρική βλάβηΧΝΝ, οξεία σωληναριακή νέκρωση
Επιθηλιακά σωληναριακά κύτταραΣωληναριακή βλάβηΤοξικά/ισχαιμικά αίτια
Κρύσταλλοι (ουρικού, οξαλικού, στρουβίτες)Λιθογένεση, pH-εξαρτώμενα ευρήματαΥπερουριχαιμία, υπεροξαλουρία, ουρεόλυση/UTI

🩺 Κλινικές επισημάνσεις:

  • Απομόνωση αιματουρίας (χωρίς πρωτεϊνουρία/κυλίνδρους) → αναζητήστε ουρολογικά αίτια.
  • Αφρώδη ούρα δεν ισοδυναμούν με πρωτεϊνουρία — απαιτείται ποσοτικός έλεγχος.
  • Μόλυνση δείγματος: πολλά πλακώδη επιθηλιακά κύτταρα → επαναλάβετε με σωστή συλλογή.

6.4 Καλλιέργεια ούρων (UTI)

Ενδείκνυται όταν υπάρχουν συμπτώματα UTI ή θετικά strip (νιτρώδη/λευκ. εστεράση).
Απαιτείται σωστή συλλογή και ποσοτική εκτίμηση (cfu/mL) με ταυτόχρονη ευαισθησία αντιβιοτικών.

6.5 Spot vs 24ωρα ούρα — πότε τι;

  • Spot (πρωινό): προτιμητέο για ACR/PCR στην κλινική πράξη, συμμόρφωση ασθενούς, μικρό bias αραίωσης.
  • 24ωρα: χρήσιμα για κάθαρση ή μεταβολικές λιθιάσεις (κιτρικά, οξαλικά, Ca, ουρικό, Na κ.ά.).

📌 Take-home:
Για διαλογή και παρακολούθηση ΧΝΝ, συνδυάστε eGFR με uACR.
Επιβεβαιώστε τις ανωμαλίες σε επαναληπτικό δείγμα και αιτιολογήστε με μικροσκόπηση/καλλιέργεια όταν ενδείκνυται.

Κύριες Παθήσεις που Επηρεάζουν τη Νεφρική Λειτουργία

Οι διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας ταξινομούνται χονδρικά σε οξείες (ΑΚΙ) και
χρόνιες (ΧΝΝ), ενώ ειδικές οντότητες (σπειραματοπάθειες, διαμεσοσωληναριακές νεφρίτιδες,
αποφρακτική ουροπάθεια, λοιμώξεις) απαιτούν στοχευμένη διερεύνηση και θεραπεία.

🧭 Γρήγορος Αλγόριθμος Διερεύνησης ↑Κρεατινίνης

  1. Επιβεβαίωση: επαναλάβετε μέτρηση, ελέγξτε προ-αναλυτικά σφάλματα/φάρμακα (π.χ. τριμεθοπρίμη).
  2. Ουροπαραγωγή & ACR/Πρωτεΐνη: Γενική ούρων, uACR/PCR, ίζημα.
  3. Υπερηχογράφημα νεφρών/ουροποιητικού: αποκλεισμός απόφραξης, μέγεθος/ηχογένεια.
  4. Διαφοροδιάγνωση ΑΚΙ: Προνεφρική (υποάρδευση), Ενδονεφρική (ATN/AIN/GN), Μετανεφρική (απόφραξη).
  5. Ανασκόπηση φαρμάκων: ACEi/ARB, NSAIDs (ΜΣΑΦ), Διουρητικά, Σκιαγραφικά, PPIs, Αντιβιοτικά κ.ά.
  6. Red flags για βιοψία/παραπομπή: ταχεία επιδείνωση, ενεργό ίζημα (RBC casts), νεφρωσικό σύνδρομο, συστηματικά σημεία αγγειίτιδας.

7.1 Οξεία Νεφρική Βλάβη (AKI)

Η AKI ορίζεται από οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας εντός ωρών–ημερών και σχετίζεται με αυξημένη θνητότητα.
Συνήθεις κατηγορίες αιτίων: προνεφρικά (υποογκαιμία/καρδιακή ανεπάρκεια), ενδονεφρικά
(οξεία σωληναριακή νέκρωση, σπειραματονεφρίτιδα, διαμεσοσωληναριακή νεφρίτιδα) και μετανεφρικά (απόφραξη).

KDIGO ΟρισμόςΚριτήρια
Διάγνωση AKI↑ κρεατινίνης ορού ≥0,3 mg/dL σε 48 ώρες ή ≥1,5× από τη γραμμή βάσης εντός 7 ημερών ή
ολιγουρία <0,5 mL/kg/h για ≥6 ώρες.
ΣτάδιοΚρεατινίνηΟυροπαραγωγή
11,5–1,9× από baseline ή ↑ ≥0,3 mg/dL<0,5 mL/kg/h για 6–12 ώρες
22,0–2,9× από baseline<0,5 mL/kg/h ≥12 ώρες
3≥3× από baseline ή Cr ≥4,0 mg/dL ή έναρξη υποκατάστασης<0,3 mL/kg/h ≥24 ώρες ή ανουρία ≥12 ώρες

🔎 Χρήσιμες Δοκιμές:

  • FENa (%): <1% → προνεφρική (εκτός διουρητικών), >2% → ενδονεφρική/ATN (με επιφυλάξεις).
  • FEUrea (%): <35% υποστηρίζει προνεφρική αιτία σε ασθενείς με διουρητικά.
  • Υπέρηχος: αποκλεισμός απόφραξης, αξιολόγηση μεγέθους/ηχογένειας.

🩺 Αρχική αντιμετώπιση (συνοπτικά):

  • Δράστε στην αιτία: υγρά/αιμοδυναμική, διακοπή νεφροτοξικών, αποσυμφόρηση/αντιμετώπιση απόφραξης.
  • Δόσεις φαρμάκων βάσει eGFR/ουροπαραγωγής.
  • Διαχείριση Κ⁺, υπερφόρτωσης υγρών, οξέωσης. Σκεφτείτε υποκατάσταση αν ενδείκνυται.

7.2 Χρόνια Νεφρική Νόσος (CKD/ΧΝΝ)

Η ΧΝΝ ορίζεται ως ανωμαλία δομής/λειτουργίας των νεφρών με επιπτώσεις στην υγεία, που
διαρκεί ≥3 μήνες — π.χ. eGFR <60 mL/min/1,73 m² ή επίμονα παθολογική αλβουμινουρία,
ή απεικονιστικές/ιστολογικές ανωμαλίες.

Κατηγορία ΑλβουμινουρίαςuACR (mg/g)Κίνδυνος/Σχόλια
A1<30Φυσιολογική–ήπια ↑
A230–300Μέτρια ↑ — αυξάνει CV κίνδυνο, απαιτείται παρέμβαση
A3>300Σοβαρή ↑ — υψηλός νεφρικός/καρδιαγγειακός κίνδυνος
🟩 Συνδυασμός G (eGFR) + A (ACR): Ο κίνδυνος προόδου/επιπλοκών αυξάνει από G1A1 (χαμηλός) → G5A3 (πολύ υψηλός).
Χρησιμοποιήστε τον συνδυασμό για παραπομπή, συχνότητα παρακολούθησης και στόχους παρέμβασης.

🩺 Διαχείριση-πυλώνες (σύνοψη):

  • Αρτηριακή πίεση: στόχος εξατομικευμένος· ACEi/ARB σε αλβουμινουρία.
  • ΣΔ/μεταβολικό: SGLT2i για eGFR κατάλληλο, έλεγχος γλυκαιμίας/βάρους/λιπιδίων.
  • Κάπνισμα/δίαιτα/άσκηση: τροποποίηση τρόπου ζωής, περιορισμός Na⁺.
  • CKD-MBD: έλεγχος Ca/P/PTH/βιταμίνης D, οστική υγεία.
  • Αναιμία: σίδηρος ± EPO σύμφωνα με κατευθυντήριες.
  • Φάρμακα: προσαρμογή δόσεων, αποφυγή νεφροτοξικών (NSAIDs κ.ά.).

🚩 Παραπομπή σε νεφρολόγο (ενδείξεις):

  • eGFR <30 (G4–G5) ή ταχεία πτώση eGFR (>5 mL/min/1,73 m²/έτος).
  • Επιμένουσα A3 ή νεφρωσικό σύνδρομο.
  • Ανθεκτική υπέρταση, υποψία σπειραματονεφρίτιδας/συστηματικής αγγειίτιδας.
  • Σοβαρές ηλεκτρολυτικές/οξεοβασικές διαταραχές, επαναλαμβανόμενη υπερκαλιαιμία.

7.3 Σπειραματονεφρίτιδες (GN)

Οι σπειραματοπάθειες εκδηλώνονται ως νεφριτικό (αιματουρία, RBC casts, οίδημα, υπέρταση, ↓GFR)
ή νεφρωσικό σύνδρομο (πρωτεϊνουρία >3,5 g/24h, υποαλβουμιναιμία, οίδημα, υπερλιπιδαιμία).
Συχνές οντότητες: IgA νεφροπάθεια, ANCA-αγγειίτιδα, anti-GBM, μεμβρανώδης, ελάχιστων αλλοιώσεων.

🔬 Πότε συστήνεται βιοψία νεφρού;

  • Νεφριτικό σύνδρομο ή επίμονη αιματουρία με παθολογικό ίζημα (RBC casts).
  • Νεφρωσικό σύνδρομο ενηλίκων.
  • Ταχεία επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας χωρίς εμφανή αιτία.
  • Ανεξήγητη πρωτεϊνουρία >1 g/ημέρα.
🧪 Στοχευμένες εξετάσεις:
ANA, anti-dsDNA, C3/C4, ANCA, anti-GBM, HBsAg/anti-HCV, HIV, ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών/ελεύθερων ελαφρών αλύσεων,
καθώς και uACR/PCR, ίζημα ούρων.

7.4 Διαμεσοσωληναριακή Νεφρίτιδα (AIN/TIN)

Η AIN είναι φλεγμονώδης βλάβη του διάμεσου και των σωληναρίων, συχνά φαρμακευτικής αιτιολογίας
(β-λακτάμες, NSAIDs (ΜΣΑΦ), PPIs, σουλφοναμίδες, ριφαμπικίνη κ.ά.). Άλλα αίτια: λοιμώξεις, αυτοάνοσα (π.χ. Sjögren).

Κλινικά σημεία: πυρετός, εξάνθημα, ηωσινοφιλία (όχι πάντα), λευκοκυτταρικοί κύλινδροι, στείρα πυουρία.

Δράση: άμεση διακοπή υπαίτιου φαρμάκου· σε επιμένουσα βλάβη, σκέψη για κορτικοστεροειδή κατά ένδειξη.

7.5 Οξεία Πυελονεφρίτιδα (UTI ανώτερου ουροποιητικού)

Εκδηλώνεται με πυρετό, άλγος οσφύος/πλευρικό, ρίγος, ναυτία/έμετο.
Στη Γενική Ούρων: πυουρία, νιτρώδη/λευκ. εστεράση· στην καλλιέργεια >105 cfu/mL (ή >104 με συμπτώματα).

Σημεία επιπλοκής/εισαγωγής: εγκυμοσύνη, ΧΝΝ, ουρολογική απόφραξη/λιθίαση, σηπτική εικόνα, σακχαρώδης διαβήτης,
αποτυχία από του στόματος θεραπείας, ανοσοκαταστολή.

7.6 Αποφρακτική Ουροπάθεια (Μετανεφρική ΑΚΙ)

Προκαλείται από απόφραξη ροής ούρων (προστάτης, ουρητηρικοί λίθοι, όγκοι, νευρογενής κύστη).
Ο υπέρηχος δείχνει υδρονέφρωση. Η έγκαιρη αποσυμφόρηση (καθετηριασμός/νεφροσωληνίσκος/ουρητηρικός καθετήρας)
είναι κρίσιμη για αποφυγή μόνιμης βλάβης.

📌 Take-home:

  • Σε οξεία επιδείνωση → σκεφτείτε πάντα υποάρδευση, νεφροτοξικά, απόφραξη.
  • Στη χρόνια βλάβη → ταξινομήστε με G (eGFR) & A (ACR), στοχεύστε παράγοντες κινδύνου.
  • Ενεργό ίζημα ή νεφρωσικό/νεφριτικό πρότυπο → συζήτηση για βιοψία/εξειδικευμένο έλεγχο.

Σημείωση: Οι παραπάνω πληροφορίες είναι εκπαιδευτικές και δεν υποκαθιστούν ιατρική συμβουλή. Εφαρμόζονται με κλινική κρίση.

Παράγοντες Κινδύνου & Προληπτικός Έλεγχος

Η νεφρική δυσλειτουργία αναπτύσσεται συχνά σιωπηλά. Ο εντοπισμός των
παραγόντων κινδύνου και ο τακτικός προληπτικός έλεγχος (eGFR + uACR)
αποτελούν κλειδί για την έγκαιρη διάγνωση και την πρόληψη επιπλοκών.

⚠️ Κύριοι Παράγοντες Κινδύνου για ΧΝΝ

  • Σακχαρώδης Διαβήτης: κύρια αιτία ΧΝΝ παγκοσμίως.
  • Αρτηριακή Υπέρταση: προκαλεί νεφροσκλήρυνση & αγγειακή βλάβη.
  • Καρδιαγγειακή νόσος: αμφίδρομη σχέση με ΧΝΝ.
  • Παχυσαρκία / Μεταβολικό Σύνδρομο: επιταχύνουν νεφρική βλάβη.
  • Οικογενειακό ιστορικό: πολυκυστική νόσος, σπειραματοπάθειες.
  • Ηλικία >60 ετών: φυσιολογική μείωση eGFR με τα έτη + αυξημένος κίνδυνος ΧΝΝ.
  • Φάρμακα/τοξίνες: NSAIDs (ΜΣΑΦ), σκιαγραφικά, PPIs, κάδμιο, λίθιο.
  • Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις / αποφρακτική ουροπάθεια.
  • Χρόνια φλεγμονώδη/αυτοάνοσα: ΣΕΛ, αγγειίτιδες, ρευματοειδής αρθρίτιδα.

8.1 Προτεινόμενος Προληπτικός Έλεγχος

Οι διεθνείς οδηγίες (KDIGO, ADA, ESH) προτείνουν συνδυασμό eGFR &
uACR για έλεγχο σε ομάδες κινδύνου. Η συχνότητα προσαρμόζεται ανάλογα με το προφίλ του ασθενούς:

ΟμάδαΈλεγχοςΣυχνότητα
Υγιής ενήλικας <60 ετών χωρίς παράγοντες κινδύνουΒασική Γενική Ούρων + κρεατινίνη/eGFRΚάθε 2–3 έτη
Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1eGFR + uACRΕτησίως (μετά 5 έτη από τη διάγνωση)
Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2eGFR + uACRΕτησίως από τη διάγνωση
Αρτηριακή ΥπέρτασηΚρεατινίνη/eGFR + Γενική ΟύρωνΚάθε 1–2 έτη (ανάλογα με τον έλεγχο ΑΠ)
Ηλικιωμένοι >65 ετώνeGFR ± uACRΚάθε 1–2 έτη
ΧΝΝ ή υψηλός κίνδυνος (π.χ. οικογενειακό ιστορικό, αυτοάνοσο)eGFR + uACR + ειδικές εξετάσειςΣύμφωνα με το στάδιο (ανά 3–6 μήνες σε G3+, A2/A3)

8.2 Red Flags — Πότε απαιτείται άμεση δράση

  • Ταχεία αύξηση κρεατινίνης ή απότομη πτώση eGFR.
  • Ανουρία / ολιγουρία (<400 mL/24h).
  • Επίμονα υψηλή ACR >300 mg/g ή πρωτεϊνουρία νεφρωσικού εύρους.
  • Αιματουρία με κυλίνδρους ή ενεργό ίζημα → πιθανή σπειραματονεφρίτιδα.
  • Υπερκαλιαιμία (>6 mmol/L) ή σοβαρές οξεοβασικές διαταραχές.
  • Συμπτωματική υπερφόρτωση υγρών (πνευμονικό οίδημα).

8.3 Προληπτική Στρατηγική

  • Αποφυγή νεφροτοξικών: NSAIDs (ΜΣΑΦ), ανεξέλεγκτα βότανα/συμπληρώματα, ακτινοσκιερά χωρίς ένδειξη.
  • Έλεγχος ΑΠ: στόχος <130/80 mmHg σε διαβητικούς/ΧΝΝ (εξατομίκευση).
  • Καλή γλυκαιμική ρύθμιση (HbA1c <7%, εξατομίκευση σε ηλικιωμένους).
  • Διατροφή: περιορισμός άλατος, ισορροπημένη πρόσληψη πρωτεΐνης (~0,8 g/kg/ημέρα).
  • Σωματικό βάρος & άσκηση: μείωση κινδύνου ΧΝΝ και καρδιαγγειακών επιπλοκών.
  • Εμβολιασμοί: γρίπη, πνευμονιόκοκκος, ηπατίτιδα Β (ειδικά σε στάδια ΧΝΝ).

📌 Take-home:
Ο συστηματικός έλεγχος eGFR + uACR σε ομάδες υψηλού κινδύνου είναι η πιο αποδοτική στρατηγική για έγκαιρη διάγνωση.
Οι παράγοντες κινδύνου είναι συχνοί, αλλά η έγκαιρη παρέμβαση επιβραδύνει ή αποτρέπει την εξέλιξη σε ΧΝΝ.

Διατροφή & Νεφρική Υγεία

Η διατροφή αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα στη διατήρηση της υγείας των νεφρών και στη
διαχείριση της χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ). Οι σωστές διατροφικές επιλογές
συμβάλλουν στη μείωση της εξέλιξης της βλάβης, στον έλεγχο των ηλεκτρολυτών, στην πρόληψη
επιπλοκών και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

🥦 Βασικές Αρχές Διατροφής στη Νεφρική Υγεία

  • Ισορροπία πρωτεΐνης: επαρκής για να καλύπτονται οι ανάγκες, χωρίς υπερβολική φόρτιση.
  • Περιορισμός αλατιού (Na⁺): ↓ υπέρτασης & κατακράτησης υγρών.
  • Έλεγχος καλίου (K⁺): ειδικά σε ΧΝΝ προχωρημένων σταδίων.
  • Μείωση φωσφόρου (P): για πρόληψη CKD-MBD (οστική/μεταβολική νόσος).
  • Επαρκής ενυδάτωση: προσαρμογή ανάλογα με την κατάσταση καρδιάς/νεφρών.
  • Μεσογειακή διατροφή: ευνοεί την καρδιαγγειακή και νεφρική προστασία.

9.1 Πρωτεΐνη

Η πρόσληψη πρωτεΐνης πρέπει να είναι εξατομικευμένη. Σε υγιείς ενήλικες ~0,8 g/kg/ημέρα είναι επαρκής.
Στη ΧΝΝ, ο περιορισμός πρωτεΐνης (0,6–0,8 g/kg/ημέρα) μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη,
αρκεί να εξασφαλίζεται καλή θερμιδική πρόσληψη. Στην αιμοκάθαρση απαιτείται ↑ πρόσληψη (~1,2 g/kg/ημέρα).

ΚατάστασηΣυνιστώμενη πρωτεΐνη (g/kg/ημέρα)Σχόλιο
Υγιής ενήλικας0,8Ισορροπημένη διατροφή
ΧΝΝ χωρίς αιμοκάθαρση0,6–0,8Απαιτείται καλή θερμιδική κάλυψη
Αιμοκάθαρση/Περιτοναϊκή κάθαρση1,0–1,2Αυξημένες απώλειες → ↑ ανάγκες

9.2 Νάτριο (Αλάτι)

Το Na⁺ συμβάλλει στην υπέρταση, οιδήματα και υπερφόρτωση υγρών.
Στόχος: <2 g Na⁺/ημέρα (~5 g αλάτι).
Αποφύγετε επεξεργασμένα τρόφιμα, fast food, αλλαντικά, έτοιμες σάλτσες.

9.3 Κάλιο

Σε ΧΝΝ G4–G5 υπάρχει κίνδυνος υπερκαλιαιμίας.
Περιορίστε τροφές με πολύ Κ⁺ (μπανάνες, πορτοκάλια, πατάτες, ντομάτες).
Τεχνική: «έκπλυση λαχανικών» (κομμένα, βρασμένα σε άφθονο νερό) μειώνει το Κ⁺.

9.4 Φώσφορος

Η υπερφωσφαταιμία συνδέεται με CKD-MBD και αυξημένη θνησιμότητα.
Περιορίστε τροφές με ανόργανα φωσφορικά (αναψυκτικά τύπου cola, επεξεργασμένα τρόφιμα) και
ζωικές πρωτεΐνες. Προτιμήστε φυτικές πηγές (δεσμεύονται λιγότερο).

9.5 Υγρά

Στα πρώιμα στάδια ΧΝΝ → ελεύθερη ενυδάτωση (2–2,5 L/ημέρα εκτός αν υπάρχει αντένδειξη).
Σε προχωρημένα στάδια ή αιμοκάθαρση → περιορισμός (συνήθως <1 L/ημέρα) ανάλογα με τα ούρα/κλινική εικόνα.

🌿 «Φίλοι» & «Εχθροί» της Νεφρικής Υγείας

  • Φίλοι: μήλα, μούρα, σταφύλια, κρεμμύδι, σκόρδο, λάδι ελιάς, σιτηρά ολικής άλεσης (σε ισορροπία).
  • Εχθροί: υπερβολικό αλάτι, αναψυκτικά με φωσφορικά, επεξεργασμένα κρέατα, fast food, υπερβολικό κόκκινο κρέας.
  • Συμπληρώματα: μόνο υπό ιατρική καθοδήγηση (πολλά «φυτικά» είναι νεφροτοξικά).

9.6 Μεσογειακή Διατροφή & Νεφροπροστασία

Πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, ψάρια, ελαιόλαδο και χαμηλή σε κόκκινο κρέας/αλάτι.
Μελέτες δείχνουν ότι μειώνει την εμφάνιση ΧΝΝ και επιβραδύνει την εξέλιξή της.
Επιπλέον, μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, που είναι ο κυριότερος θάνατος σε ΧΝΝ.

📌 Take-home:
Η διατροφή είναι «θεραπεία» για τους νεφρούς. Εξατομικευμένη προσέγγιση (σε συνεργασία με
νεφρολόγο & κλινικό διαιτολόγο) είναι απαραίτητη σε κάθε στάδιο ΧΝΝ.

Νεφρική Λειτουργία στην Εγκυμοσύνη

Η κύηση συνοδεύεται από σημαντικές φυσιολογικές αλλαγές στη νεφρική λειτουργία που
επηρεάζουν την ερμηνεία εξετάσεων και τη φαρμακοθεραπεία. Η κατανόηση αυτών των αλλαγών είναι κρίσιμη για την
έγκαιρη διάγνωση παθολογικών καταστάσεων (π.χ. προεκλαμψία) και τη σωστή παρακολούθηση εγκύων με προϋπάρχουσα ΧΝΝ.

🔄 Φυσιολογικές αλλαγές (κύηση)

  • RBF (νεφρική αιματική ροή) & ↑ GFR κατά ~40–50% (από 1ο τρίμηνο).
  • κρεατινίνη ορού (τυπικά χαμηλότερη από μη έγκυες, π.χ. ~0,4–0,7 mg/dL).
  • Φυσιολογική ήπια πρωτεϊνουρία μπορεί να αυξηθεί (αλλά όχι νεφρωσικού εύρους).
  • διούρηση, συχνουρία, ήπια υδρονέφρωση της κύησης (μηχανική/ορμονική).
  • Μεταβολές RAAS & όγκου πλάσματος → διαφορετική αντιρρόπηση ηλεκτρολυτών.

10.1 Ερμηνεία δεικτών στην κύηση

ΔείκτηςΣυνήθη εύρη στην κύηση*Κλινική ερμηνεία
Κρεατινίνη ορούΣυχνά 0,4–0,7 mg/dLΤιμή ≥0,9–1,0 σε έγκυο μπορεί να υποκρύπτει ↓GFR
Ουρία (BUN)Τάση προς χαμηλότερες τιμές↑ μπορεί να σημαίνει αφυδάτωση/↓RBF/πρωτεϊνική φόρτιση
Πρωτεΐνη ούρων 24ώρουΦυσιολογικά <300 mg/24h≥300 mg/24h = παθολογικό (π.χ. προεκλαμψία/CKD)
uACR (mg/g)Φυσιολογικά <30≥30 = παθολογική αλβουμινουρία

*Τα «φυσιολογικά» κυήσεως ποικίλλουν· να ερμηνεύονται πάντα στο κλινικό πλαίσιο.

10.2 Προεκλαμψία & υπερτασικές διαταραχές κύησης

Η προεκλαμψία χαρακτηρίζεται από νέο-εμφανιζόμενη υπέρταση μετά την 20η εβδομάδα
(≥140/90 mmHg) και ενδείξεις βλάβης οργάνων-στόχων (π.χ. νεφροπάθεια με πρωτεϊνουρία
≥300 mg/24h ή uACR ≥30 mg/g). Μπορεί να υπάρξει και χωρίς πρωτεϊνουρία αν υπάρχουν άλλα σημεία βλάβης.

Red flags προεκλαμψίας:
κεφαλαλγία/όραση, άλγος υποχονδρίου, οίδημα προσώπου/χεριών, υπέρταση, ↓ούρα, ↑κρεατινίνη, ↑AST/ALT, θρομβοπενία.

10.3 Κύηση σε γυναίκες με ΧΝΝ

Η προϋπάρχουσα ΧΝΝ αυξάνει τον κίνδυνο προεκλαμψίας, πρόωρου τοκετού και IUGR.
Ο κίνδυνος σχετίζεται με το στάδιο G και την αλβουμινουρία προ της σύλληψης.
Απαιτείται προ-συλληπτικός έλεγχος και στενή μαιευτική-νεφρολογική παρακολούθηση.

ΘέμαΠρακτικές οδηγίες
ΦάρμακαΔιακοπή ACEi/ARB πριν/μετά θετικό τεστ • Ασφαλέστερα αντιυπερτασικά: λαβεταλόλη, νιφεδιπίνη, μεθυλντόπα
ΑντιδιαβητικάΙνσουλινοθεραπεία κατά βάση • SGLT2i όχι στην κύηση
ΑναιμίαΣίδηρος από του στόματος/IV κατά ένδειξη • ESA με προσοχή
ΠρωτεϊνουρίαΠαρακολούθηση uACR/24h • Διαφοροδιάγνωση από προεκλαμψία

10.4 Ειδικές οντότητες στην κύηση

  • HELLP σύνδρομο: αιμόλυση, ↑τρανσαμινάσες, ↓αιμοπετάλια — επείγουσα μαιευτική κατάσταση.
  • aHUS/ΤΜΑ: μικροαγγειοπαθητική αιμολυτική αναιμία με νεφρική βλάβη — απαιτεί εξειδικευμένη αντιμετώπιση.
  • Οξεία λιπώδης διήθηση ήπατος κύησης: ηπατο-νεφρική δυσλειτουργία στο 3ο τρίμηνο.
  • Υποτροπιάζουσες UTI/πυελονεφρίτιδα: συχνότερες στην κύηση — χαμηλό κατώφλι για καλλιέργεια/θεραπεία.

10.5 Παρακολούθηση εγκύου (checklist)

  • ΑΠ σε κάθε επίσκεψη, πρωτεΐνη ούρων (uACR/24h) κατά ένδειξη.
  • Κρεατινίνη/eGFR (με προσοχή στην ερμηνεία), ηλεκτρολύτες, Hb, φερριτίνη/TSAT.
  • Έλεγχος βάρους/οιδημάτων, εμβρυϊκή ανάπτυξη (υπερηχογραφικά).
  • Εκπαίδευση για συμπτώματα προεκλαμψίας & πότε να αναζητηθεί βοήθεια.

📌 Take-home:
Οι φυσιολογικές αλλαγές της κύησης μειώνουν την κρεατινίνη και αυξάνουν τον GFR.
Κάθε απόκλιση από το «αναμενόμενο» πλαίσιο πρέπει να εγείρει υποψία για επιπλοκές (π.χ. προεκλαμψία) ή υποκείμενη ΧΝΝ.

Θεραπευτικές Προσεγγίσεις στη Νεφρική Δυσλειτουργία

Η θεραπευτική στρατηγική εξαρτάται από την αιτία, το στάδιο και την
κλινική εικόνα (οξεία ή χρόνια βλάβη). Στόχος είναι η αντιμετώπιση της αιτίας,
η σταθεροποίηση της νεφρικής λειτουργίας, και η πρόληψη επιπλοκών.

🩺 Γενικές Αρχές

  • Διάγνωση και αντιμετώπιση αναστρέψιμων αιτιών (αφυδάτωση, φάρμακα, απόφραξη).
  • Προσαρμογή φαρμάκων ανά eGFR.
  • Έλεγχος αρτηριακής πίεσης και γλυκαιμίας.
  • Πρόληψη και διαχείριση ηλεκτρολυτικών διαταραχών και οξεοβασικών.
  • Παρακολούθηση για αναιμία, CKD-MBD, καρδιαγγειακό κίνδυνο.

11.1 Αντιμετώπιση Οξείας Νεφρικής Βλάβης (AKI)

  • Υγρά & αιμοδυναμική: ισοτονικοί οροί (NaCl 0.9%) σε υποογκαιμία, αποφυγή υπερφόρτωσης.
  • Απομάκρυνση νεφροτοξικών: NSAIDs (ΜΣΑΦ), ACEi/ARB, σκιαγραφικά, αμινογλυκοσίδες.
  • Αντιμετώπιση απόφραξης: καθετηριασμός κύστης, νεφροστομία, ουρητηρικός stent.
  • Υποκατάσταση νεφρικής λειτουργίας (RRT): σε σοβαρή υπερκαλιαιμία, πνευμονικό οίδημα, ουραιμικά συμπτώματα.

11.2 Αντιμετώπιση Χρόνιας Νεφρικής Νόσου (CKD)

Στόχος είναι η επιβράδυνση της εξέλιξης και η πρόληψη επιπλοκών.
Η παρέμβαση βασίζεται σε τροποποίηση τρόπου ζωής και φαρμακευτική αγωγή.

🏃 Τρόπος ζωής:
Διακοπή καπνίσματος, άσκηση, απώλεια βάρους, μεσογειακή δίαιτα, περιορισμός Na⁺ (<2 g/ημ).

11.3 Φαρμακευτικές Κατηγορίες

  • ACEi/ARB: ↓ πρωτεϊνουρίας, ↓ εξέλιξης ΧΝΝ (προσοχή σε υπερκαλιαιμία/↑ Cr).
  • SGLT2i (dapagliflozin, empagliflozin): νεφροπροστασία σε ΣΔ & ΧΝΝ (μέχρι eGFR 20–25).
  • Mineralocorticoid receptor antagonists (finerenone): καρδιονεφρική προστασία σε ΣΔ + CKD.
  • Διουρητικά: αγκύλης σε υπερφόρτωση, θειαζίδες/ινδαπαμίδη σε GFR>30.
  • Δέσμες φωσφόρου: σε υπερφωσφαταιμία CKD-MBD.
  • EPO & Σίδηρος: σε αναιμία ΧΝΝ (ανάλογα με Hb, φερριτίνη, TSAT).
  • Βιταμίνη D/καλσιτριόλη: σε δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό.

11.4 Quick Guide: Προσαρμογή Φαρμάκων ανά eGFR

ΦάρμακοeGFR >60eGFR 30–59eGFR <30
MetforminOKΜείωση δόσης, max 1000 mg/ημΑντενδείκνυται
DOACs (π.χ. apixaban, rivaroxaban)Κανονική δόσηΜείωση ανάλογα με φάρμακοΑντένδειξη/μεγάλη προσοχή
ΑμινογλυκοσίδεςΠροσαρμογή δόσηςΜεγάλη επιφύλαξηΑποφυγή
Allopurinol100–300 mg100 mg/ημ50–100 mg/48h

*Ενδεικτικός οδηγός — πάντα σύμφωνα με SPC & εξατομίκευση.

11.5 Διαχείριση Ηλεκτρολυτικών & Οξεοβασικών

  • Υπερκαλιαιμία: Ca-gluconate (σταθεροποίηση μεμβράνης), ινσουλίνη+γλυκόζη, β-αγωνιστές, ρητίνες, RRT.
  • Μεταβολική οξέωση (HCO₃⁻ <22): χορήγηση NaHCO₃ PO/IV, στόχος HCO₃⁻ ~22–26 mmol/L.
  • Υπονατριαιμία/υπερνατριαιμία: αργή διόρθωση (<8–10 mmol/L/24h) → αποφυγή οσμωτικής απομυελίνωσης.

11.6 Υποκατάσταση Νεφρικής Λειτουργίας (RRT)

Η έναρξη αιμοκάθαρσης/περιτοναϊκής κάθαρσης γίνεται με βάση κλινικά κριτήρια και όχι μόνο τιμές κρεατινίνης:

  • Συμπτωματική ουραιμία (εγκεφαλοπάθεια, περικαρδίτιδα, ναυτία).
  • Ανθεκτική υπερκαλιαιμία.
  • Σοβαρή μεταβολική οξέωση.
  • Ανθεκτική υπερφόρτωση υγρών (πνευμονικό οίδημα).
  • Κάθαρση τοξικών ουσιών/φαρμάκων.

📌 Take-home:

  • Η θεραπεία της νεφρικής δυσλειτουργίας είναι πολυπαραγοντική.
  • Συνδυάζει απομάκρυνση αιτιών, τροποποίηση τρόπου ζωής και φαρμακοθεραπεία.
  • Η προσαρμογή δόσεων φαρμάκων στο eGFR είναι ζωτικής σημασίας.
  • Η RRT εφαρμόζεται με κλινικά κριτήρια, όχι μόνο με βάση αριθμούς.

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

❓ Τι σημαίνει «νεφρική λειτουργία» στις εξετάσεις;

Αναφέρεται στην ικανότητα των νεφρών να φιλτράρουν το αίμα, να
απομακρύνουν άχρηστες ουσίες (ουρία, κρεατινίνη), να ρυθμίζουν ηλεκτρολύτες και οξεοβασική ισορροπία.
Συνήθως αξιολογείται με ουρία, κρεατινίνη, eGFR και ανάλυση ούρων.

❓ Ποια είναι τα πρώτα σημάδια νεφρικής ανεπάρκειας;

Στα αρχικά στάδια ΧΝΝ μπορεί να μην υπάρχουν συμπτώματα.
Όταν εμφανιστούν, συχνά περιλαμβάνουν: κόπωση, οίδημα αστραγάλων, συχνουρία νύχτας, αφρώδη ούρα.
Γι’ αυτό η προληπτική εξέταση είναι ζωτικής σημασίας.

❓ Ποιες εξετάσεις δείχνουν τη νεφρική λειτουργία;

Οι πιο βασικές είναι:

  • Κρεατινίνη & eGFR → εκτίμηση σπειραματικής διήθησης.
  • Ουρία → λιγότερο ειδική, επηρεάζεται από διατροφή/ενυδάτωση.
  • Ανάλυση ούρων (ACR, πρωτεϊνουρία, ίζημα).
  • Ηλεκτρολύτες & HCO₃⁻ για σωληναριακή λειτουργία.

❓ Πότε πρέπει να ελέγχω τα νεφρά μου;

Προληπτικά κάθε 2–3 χρόνια αν είστε υγιής <60 ετών.
Ετησίως σε διαβήτη, υπέρταση, οικογενειακό ιστορικό, ηλικία >65.
Συχνότερα (ανά 3–6 μήνες) σε ΧΝΝ G3+ ή αλβουμινουρία.

❓ Είναι φυσιολογικό η κρεατινίνη να είναι χαμηλή στην εγκυμοσύνη;

Ναι. Στην κύηση ο GFR αυξάνεται → η κρεατινίνη μειώνεται.
Τιμή ≥0,9–1,0 mg/dL μπορεί να είναι ύποπτη για παθολογία στην έγκυο.

❓ Μπορεί η διατροφή να βοηθήσει τα νεφρά;

Ναι. Η μεσογειακή διατροφή με χαμηλό αλάτι και ισορροπημένη πρωτεΐνη προστατεύει.
Σε προχωρημένα στάδια απαιτείται εξατομίκευση (πρωτεΐνη, Κ⁺, P, υγρά).
Πάντα σε συνεργασία με διαιτολόγο/νεφρολόγο.

❓ Τι είναι το eGFR και ποιο είναι το φυσιολογικό;

Ο eGFR είναι υπολογισμένος ρυθμός σπειραματικής διήθησης.
Φυσιολογικό: >90 mL/min/1,73m².
Τιμές <60 για ≥3 μήνες → ΧΝΝ. Η ηλικία μειώνει φυσιολογικά το eGFR.

❓ Μπορώ να παίρνω παυσίπονα αν έχω πρόβλημα στα νεφρά;

Αποφύγετε NSAIDs ΜΣΑΦ (ιβουπροφαίνη, δικλοφενάκη, νιμεσουλίδη).
Εναλλακτικά: παρακεταμόλη (με προσοχή σε υπερδοσολογία).
Συμβουλευτείτε τον γιατρό σας πριν από κάθε φάρμακο.

❓ Πότε χρειάζεται αιμοκάθαρση;

Όχι μόνο με βάση την κρεατινίνη. Ενδείξεις: ουραιμία (σύγχυση, περικαρδίτιδα),
υπερκαλιαιμία ανθεκτική, πνευμονικό οίδημα,
σοβαρή οξέωση ή κάθαρση τοξικών ουσιών.

❓ Μπορεί η νεφρική νόσος να θεραπευτεί;

Η οξεία βλάβη μπορεί να είναι πλήρως αναστρέψιμη.
Η χρόνια συνήθως όχι, αλλά η εξέλιξή της μπορεί να επιβραδυνθεί
με κατάλληλη αγωγή (ACEi/ARB, SGLT2i, ρύθμιση ΑΠ/ΣΔ, διατροφή).

❓ Ποιοι εμβολιασμοί χρειάζονται σε ΧΝΝ;

Γρίπη ετησίως, πνευμονιόκοκκος, ηπατίτιδα Β (ιδίως πριν την αιμοκάθαρση).
Ο εμβολιασμός μειώνει λοιμώξεις που μπορούν να επιβαρύνουν περαιτέρω τους νεφρούς.

❓ Τι πρέπει να προσέξω αν έχω ΧΝΝ και χρειάζομαι σκιαγραφικό;

Απαραίτητη ενυδάτωση, χρήση χαμηλής δόσης ισο-οσμωτικού σκιαγραφικού,
αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης NSAIDs/νεφροτοξικών. Σε υψηλό κίνδυνο → εναλλακτική απεικόνιση.

Συμπεράσματα

Η νεφρική λειτουργία αποτελεί κρίσιμο δείκτη υγείας και επηρεάζει πολλαπλά συστήματα του οργανισμού.
Η έγκαιρη αναγνώριση διαταραχών μέσω εξετάσεων αίματος και ούρων (κρεατινίνη, eGFR, ουρία, uACR)
δίνει τη δυνατότητα πρόληψης επιπλοκών και καθυστέρησης της εξέλιξης της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου (ΧΝΝ).

Οι παράγοντες κινδύνου (σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, παχυσαρκία, οικογενειακό ιστορικό, νεφροτοξικά φάρμακα)
απαιτούν τακτικό προληπτικό έλεγχο και εξατομικευμένη στρατηγική παρέμβασης.
Η διατροφή (μεσογειακή δίαιτα, περιορισμός Na⁺/P, έλεγχος πρωτεΐνης) και η τροποποίηση τρόπου ζωής
είναι θεμέλιοι λίθοι πρόληψης και θεραπείας.

Στην οξεία νεφρική βλάβη, η έγκαιρη αντιμετώπιση αιτιών (υγρά, απομάκρυνση νεφροτοξικών, αποσυμφόρηση απόφραξης)
μπορεί να αποκαταστήσει πλήρως τη λειτουργία. Στη χρόνια, η πρόοδος μπορεί να επιβραδυνθεί
με ACEi/ARB, SGLT2i, έλεγχο ΑΠ & ΣΔ, ενώ η υποκατάσταση εφαρμόζεται σε προχωρημένα στάδια.

📌 Κεντρικό μήνυμα:
Η διατήρηση της νεφρικής υγείας απαιτεί συστηματικό έλεγχο, υγιεινή ζωή
και στενή συνεργασία με τον ιατρό. Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να αλλάξει την πορεία της νόσου.

Βιβλιογραφία

  • KDIGO 2022 Clinical Practice Guideline for the Evaluation and Management of Chronic Kidney Disease. Kidney Int. 2022.
  • Levey AS, Coresh J. Chronic kidney disease. Lancet. 2012;379:165–180. PubMed
  • Jha V, et al. Chronic kidney disease: global dimension and perspectives. Lancet. 2013;382:260–272. PubMed
  • Webster AC, Nagler EV, Morton RL, Masson P. Chronic Kidney Disease. Lancet. 2017;389:1238–1252. PubMed
  • Glassock RJ, Warnock DG, Delanaye P. The global burden of chronic kidney disease. Clin Kidney J. 2017;10(3):255–259. PubMed
  • Τσιόκα Σ., Μαυροματίδης Κ., κ.ά. «Χρόνια Νεφρική Νόσος: Επιδημιολογία και θεραπευτικές προσεγγίσεις στην Ελλάδα». Νεφρολογία, 2019.
  • Ελληνική Νεφρολογική Εταιρεία. «Κατευθυντήριες Οδηγίες για την αντιμετώπιση της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου». Διαθέσιμο στο: enephrology.gr
  • ΕΟΔΥ – Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας. «Παράγοντες κινδύνου για Χρόνια Νεφρική Νόσο». Διαθέσιμο στο: eody.gov.gr
  • National Kidney Foundation (NKF). «CKD Guidelines & Resources». Διαθέσιμο στο: kidney.org
  • Καραγιάννης Α., Παπανικολάου Δ. «Νεφρική λειτουργία και μεταβολικό σύνδρομο». Ελληνική Ιατρική Επιθεώρηση, 2020.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΗΡΗ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ ΖΗΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ !!

https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/

 


Το Εργαστήριό μας

Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.

Social Networks

Facebook
Twitter

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

22310 66841
6972 860905
Έσλιν 19, Λαμία 35100
©2025 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

©2023 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

Μικροβιολογικό Λαμία
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.