Ίωση ή Βακτηριακή Λοίμωξη; Συμπτώματα, CRP, Λευκά Αιμοσφαίρια και Πότε Χρειάζεται Αντιβίωση

Συντάκτης & Ιατρική επιμέλεια: — Ιατρός Βιοπαθολόγος

Τελευταία ενημέρωση:

Με μια ματιά

Η διάκριση ανάμεσα σε μια ίωση και μια βακτηριακή λοίμωξη δεν γίνεται από ένα μόνο σύμπτωμα ούτε από μία μεμονωμένη εξέταση αίματος. Ο πυρετός, ο βήχας, ο πονόλαιμος, οι μυαλγίες, η διάρκεια των συμπτωμάτων και η κλινική εξέταση δίνουν σημαντικές πληροφορίες, αλλά συχνά αλληλεπικαλύπτονται.

Η CRP, τα λευκά αιμοσφαίρια, τα ουδετερόφιλα και ο τύπος των λευκών μπορούν να ενισχύσουν ή να μειώσουν την υποψία για βακτηριακή λοίμωξη, όμως δεν υπάρχει μία τιμή CRP ή λευκών που να σημαίνει αυτόματα «χρειάζεται αντιβίωση». Ιώσεις μπορούν να προκαλέσουν σημαντική αύξηση της CRP ή των λευκών, ενώ μια βακτηριακή λοίμωξη στα πρώτα στάδια μπορεί να έχει ακόμη σχετικά ήπια εργαστηριακά ευρήματα.

Η σωστή απόφαση βασίζεται στον συνδυασμό συμπτωμάτων + διάρκειας + κλινικής εικόνας + εξετάσεων + εντοπισμού της λοίμωξης και, όταν χρειάζεται, ειδικών εξετάσεων όπως καλλιέργεια, rapid test, μοριακός έλεγχος ή απεικόνιση.

Περιεχόμενα
  1. Ίωση και βακτηριακή λοίμωξη: ποια είναι η βασική διαφορά;
  2. Μπορούν τα συμπτώματα να ξεχωρίσουν ιό από βακτήριο;
  3. Πυρετός: πόσο βοηθά στη διάκριση;
  4. Η έναρξη και η διάρκεια των συμπτωμάτων
  5. Βήχας, πονόλαιμος, καταρροή και μπούκωμα
  6. Κίτρινες ή πράσινες εκκρίσεις σημαίνουν βακτήριο;
  7. Τι δείχνει η CRP;
  8. CRP και βακτηριακή λοίμωξη: υπάρχουν όρια;
  9. Λευκά αιμοσφαίρια: τι μας λένε;
  10. Ουδετερόφιλα και λεμφοκύτταρα
  11. CRP και λευκά μαζί: πώς ερμηνεύονται;
  12. Άλλες εξετάσεις που μπορεί να βοηθήσουν
  13. Καλλιέργειες, rapid tests και μοριακές εξετάσεις
  14. Συχνές λοιμώξεις που είναι συνήθως ιογενείς
  15. Πότε αυξάνεται η πιθανότητα βακτηριακής λοίμωξης;
  16. Πότε δεν χρειάζεται αντιβίωση;
  17. Πότε μπορεί πραγματικά να χρειάζεται αντιβίωση;
  18. Δευτερογενής βακτηριακή λοίμωξη μετά από ίωση
  19. Παιδιά, ηλικιωμένοι και ευπαθείς ομάδες
  20. Πότε χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση;
  21. Συχνές ερωτήσεις
  22. Βιβλιογραφία

1Ίωση και βακτηριακή λοίμωξη: ποια είναι η βασική διαφορά;

Η λέξη «ίωση» χρησιμοποιείται συνήθως για μια λοίμωξη που προκαλείται από ιό. Το κοινό κρυολόγημα, η γρίπη, η COVID-19 και πολλές περιπτώσεις φαρυγγίτιδας, λαρυγγίτιδας και οξείας βρογχίτιδας είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα ιογενών λοιμώξεων.

Οι βακτηριακές λοιμώξεις προκαλούνται από βακτήρια και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα, πολλές ουρολοιμώξεις, ορισμένες πνευμονίες, δερματικές λοιμώξεις και άλλες εντοπισμένες ή συστηματικές λοιμώξεις.

Η διαφορά είναι σημαντική επειδή τα αντιβιοτικά δρουν στα βακτήρια και όχι στους ιούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε βακτηριακή λοίμωξη απαιτεί οπωσδήποτε αντιβιοτικό ή ότι η παρουσία έντονων συμπτωμάτων υποδηλώνει απαραίτητα βακτήριο.

Ορισμένες ιώσεις μπορούν να προκαλέσουν υψηλό πυρετό, έντονη καταβολή και σημαντική φλεγμονώδη αντίδραση. Αντίστροφα, μια βακτηριακή λοίμωξη μπορεί στην αρχή να εμφανιστεί με σχετικά ήπια συμπτώματα. Για αυτό η διάκριση απαιτεί συνολική αξιολόγηση και όχι έναν απλό κανόνα του τύπου «έντονα συμπτώματα = βακτήριο».

2Μπορούν τα συμπτώματα να ξεχωρίσουν ιό από βακτήριο;

Τα συμπτώματα είναι το πρώτο στοιχείο που αξιολογεί ο γιατρός, αλλά κανένα μεμονωμένο σύμπτωμα δεν μπορεί να ξεχωρίσει με απόλυτη βεβαιότητα μια ίωση από μια βακτηριακή λοίμωξη.

Καταρροή, φτέρνισμα, μπούκωμα, βραχνάδα, βήχας και διάχυτες μυαλγίες εμφανίζονται συχνά σε ιογενείς λοιμώξεις. Αντίθετα, ο έντονος εντοπισμένος πόνος, η πυώδης εστία, ορισμένα χαρακτηριστικά της φαρυγγίτιδας, η δυσουρία ή συγκεκριμένα ευρήματα από την ακρόαση των πνευμόνων μπορούν να αυξήσουν την υποψία βακτηριακής λοίμωξης.

Ωστόσο υπάρχει μεγάλη αλληλοεπικάλυψη. Ένας ασθενής με γρίπη μπορεί να έχει πυρετό 39–40°C και πολύ έντονη καταβολή. Ένας ασθενής με βακτηριακή ουρολοίμωξη μπορεί αρχικά να έχει μόνο κάψιμο στην ούρηση χωρίς πυρετό. Μια πνευμονία μπορεί να αρχίσει σαν κοινή λοίμωξη του αναπνευστικού.

Για αυτό έχει σημασία όχι μόνο ποια συμπτώματα υπάρχουν, αλλά και πότε άρχισαν, πώς εξελίσσονται, αν υπάρχει βελτίωση ή επιδείνωση, ποια είναι η ηλικία του ασθενούς και αν υπάρχουν συνοδά νοσήματα.

3Πυρετός: πόσο βοηθά στη διάκριση;

Ο πυρετός είναι αποτέλεσμα της ανοσολογικής αντίδρασης του οργανισμού και μπορεί να εμφανιστεί τόσο σε ιογενείς όσο και σε βακτηριακές λοιμώξεις.

Ένας υψηλός πυρετός δεν σημαίνει από μόνος του ότι υπάρχει βακτηριακή λοίμωξη. Η γρίπη, για παράδειγμα, μπορεί να προκαλέσει απότομο υψηλό πυρετό, ρίγος, πονοκέφαλο και έντονες μυαλγίες. Παρόμοια έντονη εμπύρετη εικόνα μπορεί να εμφανιστεί και σε άλλες ιογενείς λοιμώξεις.

Περισσότερη αξία έχει η συνολική πορεία του πυρετού. Πυρετός που υποχωρεί σταδιακά μαζί με βελτίωση της γενικής κατάστασης είναι διαφορετικό εύρημα από έναν πυρετό που επιμένει, επανεμφανίζεται μετά από αρχική βελτίωση ή συνοδεύεται από δύσπνοια, υπόταση, σύγχυση ή έντονο εντοπισμένο πόνο.

Η απουσία πυρετού επίσης δεν αποκλείει βακτηριακή λοίμωξη, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, ανοσοκατεσταλμένους ή ασθενείς που λαμβάνουν ορισμένα φάρμακα.

4Η έναρξη και η διάρκεια των συμπτωμάτων

Η χρονική εξέλιξη αποτελεί συχνά πιο χρήσιμη πληροφορία από ένα μεμονωμένο σύμπτωμα.

Πολλές ιογενείς λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού αρχίζουν με πονόλαιμο, καταρροή ή κακουχία, κορυφώνονται τις πρώτες ημέρες και στη συνέχεια αρχίζουν σταδιακά να υποχωρούν. Ο βήχας μπορεί να επιμένει περισσότερο από την καταρροή ή τον πυρετό και αυτό δεν σημαίνει από μόνο του βακτηριακή επιπλοκή.

Αντίθετα, αυξημένη προσοχή χρειάζεται όταν τα συμπτώματα επιμένουν χωρίς βελτίωση περισσότερο από το αναμενόμενο, όταν γίνονται σταδιακά εντονότερα ή όταν υπάρχει το φαινόμενο της «διπλής επιδείνωσης»: ο ασθενής αρχικά βελτιώνεται και λίγες ημέρες αργότερα εμφανίζει ξανά πυρετό, εντονότερο πόνο ή νέα συμπτώματα.

Αυτό το μοτίβο μπορεί σε ορισμένα νοσήματα να αυξήσει την υποψία δευτερογενούς βακτηριακής λοίμωξης, χωρίς όμως να αποτελεί από μόνο του διάγνωση.

5Βήχας, πονόλαιμος, καταρροή και μπούκωμα

Ο συνδυασμός καταρροής, μπούκωσης, φτερνίσματος, βήχα και βραχνάδας ταιριάζει συχνότερα με ιογενή λοίμωξη του αναπνευστικού. Το κοινό κρυολόγημα και πολλές άλλες ιώσεις παρουσιάζονται με αυτή την εικόνα.

Ο πονόλαιμος επίσης είναι συχνά ιογενής. Όταν όμως υπάρχει απότομος έντονος πονόλαιμος, πυρετός, ευαίσθητοι τραχηλικοί λεμφαδένες και απουσία τυπικών συμπτωμάτων κρυολογήματος, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο στρεπτοκοκκικής φαρυγγίτιδας. Η διάγνωση δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στην εμφάνιση του λαιμού και μπορεί να χρειάζεται rapid test στρεπτόκοκκου ή καλλιέργεια φαρυγγικού επιχρίσματος.

Αντίστοιχα, ένας βήχας δεν σημαίνει αυτόματα πνευμονία. Η οξεία βρογχίτιδα είναι συχνά ιογενής. Η παρουσία δύσπνοιας, ταχύπνοιας, χαμηλού κορεσμού οξυγόνου, θωρακικού πόνου ή παθολογικών ευρημάτων στην ακρόαση μεταβάλλει την εκτίμηση και μπορεί να απαιτήσει περαιτέρω έλεγχο.

6Κίτρινες ή πράσινες εκκρίσεις σημαίνουν βακτήριο;

Ένας από τους συχνότερους μύθους είναι ότι οι κίτρινες ή πράσινες ρινικές εκκρίσεις και τα χρωματισμένα πτύελα σημαίνουν υποχρεωτικά βακτηριακή λοίμωξη.

Στην πραγματικότητα, το χρώμα των εκκρίσεων μπορεί να αλλάξει κατά τη διάρκεια μιας φυσιολογικής ιογενούς λοίμωξης εξαιτίας της φλεγμονώδους αντίδρασης και της παρουσίας κυττάρων του ανοσοποιητικού. Επομένως, το χρώμα από μόνο του δεν αποτελεί λόγο έναρξης αντιβίωσης.

Στην ιγμορίτιδα, για παράδειγμα, σημαντικότερα είναι η διάρκεια και η πορεία των συμπτωμάτων: επίμονη εικόνα χωρίς βελτίωση, πολύ έντονα συμπτώματα με υψηλό πυρετό και προσωπικό πόνο ή νέα επιδείνωση μετά από αρχική βελτίωση μπορούν να αυξήσουν την πιθανότητα βακτηριακής αιτιολογίας.

Το ίδιο ισχύει και για τα πτύελα. Η αξιολόγηση ενός ασθενούς με βήχα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη γενική κατάσταση, τη δύσπνοια, τον κορεσμό οξυγόνου, τον πυρετό και την ακρόαση και όχι μόνο το χρώμα της βλέννας.

7Τι δείχνει η CRP;

Η CRP ή C-αντιδρώσα πρωτεΐνη είναι ένας δείκτης οξείας φλεγμονής που παράγεται κυρίως από το ήπαρ ως απάντηση σε φλεγμονώδη ερεθίσματα.

Η CRP μπορεί να αυξηθεί σε βακτηριακές λοιμώξεις, αλλά δεν είναι ειδική για αυτές. Αύξηση μπορεί να εμφανιστεί επίσης σε ιογενείς λοιμώξεις, αυτοάνοσα και άλλα φλεγμονώδη νοσήματα, μετά από τραυματισμό, χειρουργική επέμβαση ή σε άλλες καταστάσεις που προκαλούν σημαντική φλεγμονή.

Επιπλέον, η CRP έχει χρονική δυναμική. Στις πρώτες ώρες μιας λοίμωξης μπορεί να μην έχει προλάβει να αυξηθεί σημαντικά. Έτσι, μία χαμηλή CRP πολύ νωρίς στην πορεία δεν αποκλείει απαραίτητα εξελισσόμενη λοίμωξη.

Αντίστροφα, μια υψηλή CRP δεν καθορίζει ούτε το μικρόβιο ούτε το σημείο της λοίμωξης και δεν αποτελεί αυτόνομη ένδειξη για αντιβίωση.

Για αναλυτικότερη ερμηνεία δείτε τον οδηγό CRP: τι δείχνει και πώς ερμηνεύεται.

8CRP και βακτηριακή λοίμωξη: υπάρχουν όρια;

Δεν υπάρχει ένα καθολικό όριο CRP που να χωρίζει τις λοιμώξεις σε «ιογενείς» και «βακτηριακές». Η ίδια τιμή μπορεί να έχει διαφορετική σημασία ανάλογα με το σημείο της λοίμωξης, τη διάρκεια των συμπτωμάτων, την ηλικία και τη συνολική εικόνα του ασθενούς.

Για παράδειγμα, οι οδηγίες NICE χρησιμοποιούν την CRP σε ένα πολύ συγκεκριμένο κλινικό πλαίσιο: ενήλικες με ύποπτη οξεία λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού, όταν μετά την κλινική εξέταση δεν είναι σαφές αν χρειάζεται αντιβιοτικό. Σε αυτό το πλαίσιο, τιμή κάτω από 20 mg/L συνηγορεί κατά της συνήθους χορήγησης αντιβιοτικού, μεταξύ 20 και 100 mg/L μπορεί να εξεταστεί εφεδρική ή καθυστερημένη συνταγή και πάνω από 100 mg/L μπορεί να υποστηρίξει άμεση θεραπεία.

Αυτά τα όρια δεν πρέπει να μεταφέρονται αυτούσια σε κάθε λοίμωξη. Δεν εφαρμόζονται ως γενικός κανόνας σε ουρολοίμωξη, φαρυγγίτιδα, δερματική λοίμωξη, παιδί με πυρετό ή οποιοδήποτε άλλο κλινικό σενάριο.

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι «πόση CRP χρειάζεται για αντιβίωση;», αλλά τι σημαίνει η CRP στον συγκεκριμένο ασθενή και στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο.

9Λευκά αιμοσφαίρια: τι μας λένε;

Τα λευκά αιμοσφαίρια αποτελούν βασικό μέρος της άμυνας του οργανισμού και μετρώνται στη γενική αίματος. Σε πολλές βακτηριακές λοιμώξεις μπορεί να εμφανιστεί λευκοκυττάρωση, δηλαδή αύξηση του συνολικού αριθμού τους.

Ωστόσο, αυξημένα λευκά δεν σημαίνουν αυτομάτως βακτηριακή λοίμωξη. Η τιμή μπορεί να αυξηθεί λόγω στρες, κορτικοστεροειδών, έντονης άσκησης, καπνίσματος, τραυματισμού, φλεγμονής ή άλλων καταστάσεων.

Από την άλλη πλευρά, φυσιολογικά λευκά δεν αποκλείουν βακτηριακή λοίμωξη. Σε πρώιμη φάση, σε ηλικιωμένους ή σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς η αντίδραση μπορεί να είναι διαφορετική.

Σε ορισμένες ιώσεις παρατηρείται λευκοπενία ή διαφορετική κατανομή των λευκών, αλλά ούτε αυτό αποτελεί απόλυτο κανόνα.

Περισσότερες πληροφορίες υπάρχουν στον αναλυτικό οδηγό για τα λευκά αιμοσφαίρια, τις υψηλές και τις χαμηλές τιμές.

10Ουδετερόφιλα και λεμφοκύτταρα

Ο τύπος των λευκών αιμοσφαιρίων προσφέρει περισσότερες πληροφορίες από τον συνολικό αριθμό των λευκών μόνο.

Η ουδετεροφιλία, δηλαδή η αύξηση των ουδετεροφίλων, συναντάται συχνά σε βακτηριακές λοιμώξεις. Παρόλα αυτά μπορεί να εμφανιστεί επίσης σε έντονο σωματικό στρες, μετά από κορτικοστεροειδή, σε φλεγμονώδεις καταστάσεις και σε ορισμένες φάσεις ιογενών λοιμώξεων.

Η λεμφοκυττάρωση μπορεί να εμφανιστεί σε αρκετές ιογενείς λοιμώξεις, αλλά δεν είναι αποκλειστικά ιογενές εύρημα. Υπάρχουν βακτηριακές λοιμώξεις με χαρακτηριστική λεμφοκυτταρική αντίδραση, ενώ ορισμένοι ιοί μπορούν να προκαλέσουν λεμφοπενία αντί για λεμφοκυττάρωση.

Ο γιατρός μπορεί επίσης να εξετάσει τα άωρα κοκκιοκύτταρα ή την παρουσία «αριστερής στροφής», καθώς και την απόλυτη τιμή των ουδετεροφίλων και των λεμφοκυττάρων.

Το βασικό μήνυμα παραμένει ότι «ουδετερόφιλα = βακτήριο» και «λεμφοκύτταρα = ίωση» είναι χρήσιμες τάσεις, όχι διαγνωστικοί νόμοι.

11CRP και λευκά μαζί: πώς ερμηνεύονται;

Η CRP και η γενική αίματος αποκτούν μεγαλύτερη αξία όταν αξιολογούνται μαζί και σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα.

Υψηλή CRP μαζί με σημαντική ουδετεροφιλία, επίμονο πυρετό και σαφή εστία λοίμωξης αυξάνει περισσότερο την υποψία βακτηριακής αιτιολογίας από οποιοδήποτε από αυτά τα στοιχεία μόνο του. Ακόμη και τότε όμως μπορεί να χρειάζεται επιβεβαίωση της εστίας ή του παθογόνου.

Χαμηλή CRP, φυσιολογικά λευκά και εικόνα τυπικού κρυολογήματος κάνουν μια σοβαρή βακτηριακή λοίμωξη λιγότερο πιθανή, χωρίς να την αποκλείουν απόλυτα.

Επίσης, η μεταβολή στον χρόνο μπορεί να είναι πιο χρήσιμη από μία μέτρηση. Ένας επανέλεγχος που δείχνει πτώση της CRP σε ασθενή που κλινικά βελτιώνεται έχει διαφορετική σημασία από μια CRP που αυξάνεται παράλληλα με επιδείνωση των συμπτωμάτων.

Για ειδικότερη ανάλυση μπορείτε να δείτε και τον οδηγό Υψηλή CRP με φυσιολογικά λευκά.

12Άλλες εξετάσεις που μπορεί να βοηθήσουν

Η CRP και τα λευκά είναι μόνο μέρος της εργαστηριακής αξιολόγησης. Ανάλογα με το πρόβλημα μπορεί να χρειαστούν διαφορετικές εξετάσεις.

Η ΤΚΕ είναι επίσης δείκτης φλεγμονής, αλλά μεταβάλλεται πιο αργά και δεν είναι συνήθως η εξέταση που απαντά γρήγορα αν μια οξεία λοίμωξη είναι ιογενής ή βακτηριακή.

Η προκαλσιτονίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε επιλεγμένα κλινικά πλαίσια, ιδιαίτερα σε νοσοκομειακούς ασθενείς ή σοβαρότερες λοιμώξεις, ως συμπληρωματικό στοιχείο. Και αυτή όμως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται απομονωμένα.

Σε πιθανή πνευμονία μπορεί να απαιτείται ακτινογραφία θώρακος. Σε ουρολοίμωξη, η γενική ούρων και η καλλιέργεια ούρων έχουν πολύ μεγαλύτερη διαγνωστική αξία από μια CRP μόνη της. Σε φαρυγγίτιδα μπορεί να χρειάζεται τεστ για στρεπτόκοκκο.

Το είδος της εξέτασης πρέπει λοιπόν να ακολουθεί το σημείο όπου υποπτευόμαστε ότι βρίσκεται η λοίμωξη.

13Καλλιέργειες, rapid tests και μοριακές εξετάσεις

Όταν το ζητούμενο είναι η ταυτοποίηση του παθογόνου, οι ειδικές μικροβιολογικές εξετάσεις μπορούν να είναι πολύ πιο χρήσιμες από τους γενικούς δείκτες φλεγμονής.

Στη στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα μπορούν να χρησιμοποιηθούν rapid test αντιγόνου και, όπου ενδείκνυται, καλλιέργεια φαρυγγικού επιχρίσματος. Στην ουρολοίμωξη, η καλλιέργεια ούρων μπορεί να αναδείξει το μικρόβιο και το αντιβιόγραμμα να καθοδηγήσει την επιλογή θεραπείας.

Στις λοιμώξεις του αναπνευστικού μπορούν να χρησιμοποιηθούν ειδικές εξετάσεις για γρίπη, COVID-19, RSV και άλλους ιούς, ανάλογα με την περίπτωση. Η ανίχνευση ιού μπορεί να εξηγήσει την κλινική εικόνα, αν και σε σοβαρούς ή επιλεγμένους ασθενείς ο γιατρός εξακολουθεί να αξιολογεί την πιθανότητα ταυτόχρονης ή δευτερογενούς βακτηριακής λοίμωξης.

Σε σοβαρές συστηματικές λοιμώξεις μπορεί να απαιτηθούν αιμοκαλλιέργειες ή άλλες καλλιέργειες από τη σχετική εστία, κατά προτίμηση πριν από την έναρξη αντιβιοτικής θεραπείας όταν αυτό είναι κλινικά εφικτό και δεν καθυστερεί αναγκαία επείγουσα αντιμετώπιση.

14Συχνές λοιμώξεις που είναι συνήθως ιογενείς

Οι περισσότερες περιπτώσεις κοινού κρυολογήματος είναι ιογενείς και δεν ωφελούνται από αντιβιοτικά. Το ίδιο ισχύει για τη γρίπη και την COVID-19, όπου η πιθανή ειδική θεραπεία αφορά αντιιικά φάρμακα σε συγκεκριμένους ασθενείς και χρονικά παράθυρα, όχι αντιβιοτικά για τον ίδιο τον ιό.

Η οξεία βρογχίτιδα είναι επίσης συνήθως ιογενής. Ο βήχας μπορεί να επιμείνει αρκετές ημέρες ή ακόμη και εβδομάδες μετά την υποχώρηση των άλλων συμπτωμάτων χωρίς αυτό να αποτελεί απόδειξη βακτηριακής λοίμωξης.

Πολλές φαρυγγίτιδες είναι ιογενείς, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν βήχας, καταρροή ή βραχνάδα. Η στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα αποτελεί σημαντική βακτηριακή εξαίρεση και μπορεί να χρειάζεται ειδικό διαγνωστικό έλεγχο.

Το γεγονός ότι μια λοίμωξη είναι ιογενής δεν σημαίνει ότι είναι πάντοτε ήπια. Η γρίπη, η COVID-19 και άλλες ιογενείς λοιμώξεις μπορούν σε ορισμένους ασθενείς να προκαλέσουν σοβαρή νόσηση ή επιπλοκές.

15Πότε αυξάνεται η πιθανότητα βακτηριακής λοίμωξης;

Η πιθανότητα βακτηριακής λοίμωξης αυξάνεται όταν υπάρχει σαφής κλινική εστία και τα χαρακτηριστικά της ταιριάζουν με συγκεκριμένη βακτηριακή νόσο.

Παραδείγματα είναι η επιβεβαιωμένη στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα, μια ουρολοίμωξη με συμβατά συμπτώματα και μικροβιολογικά ευρήματα, ορισμένες πνευμονίες ή συγκεκριμένες δερματικές λοιμώξεις.

Επιπλέον στοιχεία που μπορεί να αυξήσουν την υποψία είναι η επίμονη ή προοδευτική επιδείνωση, η επανεμφάνιση πυρετού μετά από αρχική βελτίωση, σημαντική ουδετεροφιλία, σημαντική αύξηση δεικτών φλεγμονής ή απεικονιστικά ευρήματα συμβατά με βακτηριακή εστία.

Κανένα από αυτά δεν πρέπει να ερμηνεύεται απομονωμένα. Το ίδιο εύρημα μπορεί να έχει διαφορετική βαρύτητα σε έναν κατά τα άλλα υγιή νέο άνθρωπο και διαφορετική σε έναν ηλικιωμένο, ανοσοκατεσταλμένο ή ασθενή με σοβαρά χρόνια νοσήματα.

16Πότε δεν χρειάζεται αντιβίωση;

Η αντιβίωση δεν χρειάζεται για το κοινό κρυολόγημα, τη γρίπη, την COVID-19 ή τις περισσότερες περιπτώσεις οξείας βρογχίτιδας και ιογενούς φαρυγγίτιδας.

Δεν αποτελεί ένδειξη αντιβίωσης το ότι:

  • ο πυρετός είναι υψηλός, χωρίς άλλα στοιχεία,
  • η CRP είναι αυξημένη ως μοναδικό εύρημα,
  • τα λευκά αιμοσφαίρια είναι αυξημένα χωρίς διάγνωση εστίας,
  • οι ρινικές εκκρίσεις έχουν γίνει κίτρινες ή πράσινες,
  • ο βήχας επιμένει μετά από μια ίωση,
  • ένα αντιβιοτικό «βοήθησε την προηγούμενη φορά».

Η άσκοπη αντιβίωση δεν επιταχύνει την ανάρρωση από έναν ιό και μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως διάρροια, ναυτία, εξάνθημα ή αλλεργικές αντιδράσεις. Παράλληλα, η ακατάλληλη χρήση αντιβιοτικών συμβάλλει στην ανάπτυξη μικροβιακής αντοχής.

Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά που έχουν περισσέψει από παλαιότερη θεραπεία ούτε φάρμακα που είχαν συνταγογραφηθεί σε άλλο άτομο.

17Πότε μπορεί πραγματικά να χρειάζεται αντιβίωση;

Αντιβιοτική θεραπεία μπορεί να χρειάζεται όταν υπάρχει διαγνωσμένη ή επαρκώς τεκμηριωμένη βακτηριακή λοίμωξη για την οποία η θεραπεία έχει αποδεδειγμένο όφελος.

Η επιλογή του φαρμάκου δεν εξαρτάται μόνο από το αν «υπάρχει βακτήριο». Λαμβάνονται υπόψη το σημείο της λοίμωξης, τα πιθανά παθογόνα, η ηλικία, οι αλλεργίες, η νεφρική και ηπατική λειτουργία, η εγκυμοσύνη, προηγούμενες θεραπείες και, όταν υπάρχει, το αποτέλεσμα καλλιέργειας και αντιβιογράμματος.

Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται άμεση θεραπεία. Σε άλλες μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρακολούθηση ή καθυστερημένη συνταγή. Ακόμη και ορισμένες βακτηριακές λοιμώξεις μπορεί να υποχωρήσουν χωρίς άμεσο αντιβιοτικό, ανάλογα με τη διάγνωση και τη βαρύτητα.

Αν έχει συνταγογραφηθεί αντιβιοτικό, η λήψη πρέπει να γίνεται ακριβώς σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες. Η διάρκεια δεν πρέπει να μειώνεται, να παρατείνεται ή να αλλάζει αυθαίρετα.

Για το ειδικό θέμα του αναπνευστικού δείτε το άρθρο Αντιβιοτικά για Αναπνευστικές Λοιμώξεις: Πότε Χρειάζονται και Πότε Όχι.

18Δευτερογενής βακτηριακή λοίμωξη μετά από ίωση

Μια αρχικά ιογενής λοίμωξη μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να ακολουθηθεί από βακτηριακή επιπλοκή. Αυτός είναι ένας λόγος που η πορεία των συμπτωμάτων έχει τόσο μεγάλη σημασία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένας ασθενής που παρουσιάζει κρυολόγημα ή γρίπη, αρχίζει να βελτιώνεται και στη συνέχεια εμφανίζει ξανά πυρετό, εντονότερο βήχα, δύσπνοια, θωρακικό πόνο, προσωπικό πόνο ή σημαντική επιδείνωση της γενικής κατάστασης.

Η νέα επιδείνωση δεν αποδεικνύει από μόνη της βακτηριακή λοίμωξη, αλλά αποτελεί λόγο επανεκτίμησης. Μπορεί να χρειαστούν νέα κλινική εξέταση, γενική αίματος, CRP, ακτινογραφία ή ειδικότερες εξετάσεις ανάλογα με τα συμπτώματα.

Αυτό εξηγεί επίσης γιατί ένα αρνητικό αποτέλεσμα ή μια χαμηλή CRP στην πρώτη ημέρα μιας νόσου δεν πρέπει να θεωρείται «εγγύηση» για ολόκληρη την πορεία των επόμενων ημερών.

19Παιδιά, ηλικιωμένοι και ευπαθείς ομάδες

Η ερμηνεία των συμπτωμάτων και των εξετάσεων πρέπει πάντοτε να προσαρμόζεται στην ηλικία και στο ιστορικό.

Στα παιδιά, τα όρια αναφοράς των λευκών αιμοσφαιρίων μεταβάλλονται με την ηλικία και δεν πρέπει να εφαρμόζονται μηχανικά τα όρια ενηλίκων. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε μικρά βρέφη με πυρετό. Ένα βρέφος κάτω των 3 μηνών με θερμοκρασία 38°C ή υψηλότερη χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση.

Οι ηλικιωμένοι μπορεί να εμφανίζουν σοβαρή λοίμωξη χωρίς πολύ υψηλό πυρετό ή χωρίς εντυπωσιακή αύξηση των λευκών. Νέα σύγχυση, αδυναμία, πτώση της πίεσης ή αιφνίδια λειτουργική επιδείνωση μπορεί να είναι σημαντικά στοιχεία.

Χαμηλότερο κατώφλι για ιατρική εκτίμηση χρειάζεται επίσης σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, σε άτομα που λαμβάνουν χημειοθεραπεία ή ισχυρή ανοσοκατασταλτική θεραπεία, σε ασθενείς με σοβαρά χρόνια νοσήματα και σε άλλες ομάδες όπου μια λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί ταχύτερα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, μια «καλή CRP» ή «φυσιολογικά λευκά» δεν πρέπει να δημιουργούν ψευδή ασφάλεια όταν η κλινική εικόνα είναι ανησυχητική.

20Πότε χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση;

Η διάκριση «ίωση ή βακτηριακή λοίμωξη» περνά σε δεύτερη μοίρα όταν υπάρχουν σημεία που υποδηλώνουν πιθανώς σοβαρή νόσο.

Άμεση ιατρική αξιολόγηση χρειάζεται ιδιαίτερα όταν υπάρχει:

  • έντονη δύσπνοια ή δυσκολία στην αναπνοή,
  • χαμηλός κορεσμός οξυγόνου, εφόσον έχει μετρηθεί αξιόπιστα,
  • έντονος ή επίμονος θωρακικός πόνος,
  • σύγχυση, υπνηλία ή σημαντική μεταβολή της συνείδησης,
  • κυάνωση ή έντονη ωχρότητα,
  • σημεία σημαντικής αφυδάτωσης ή πολύ μειωμένη ούρηση,
  • πολύ έντονος πονοκέφαλος με αυχενική δυσκαμψία,
  • εξάνθημα που δεν υποχωρεί στην πίεση μαζί με πυρετό,
  • ταχεία επιδείνωση της γενικής κατάστασης,
  • πυρετός σε βρέφος μικρότερο των 3 μηνών,
  • σοβαρά συμπτώματα σε ανοσοκατεσταλμένο ή ιδιαίτερα ευπαθή ασθενή.

Η εργαστηριακή εξέταση είναι πολύτιμη, αλλά δεν πρέπει να καθυστερεί την κλινική αντιμετώπιση όταν υπάρχουν σημεία σοβαρής λοίμωξης.

Κεντρικό μήνυμα:

Δεν υπάρχει μία εξέταση αίματος που να απαντά από μόνη της «ίωση ή βακτήριο». Η ασφαλέστερη ερμηνεία προκύπτει από την κλινική εικόνα, την πορεία, την CRP, τη γενική αίματος και, όταν χρειάζεται, τις εξετάσεις που αναζητούν το ίδιο το παθογόνο ή την εστία της λοίμωξης.

21Συχνές ερωτήσεις

Υψηλή CRP σημαίνει ότι χρειάζομαι αντιβίωση;

Όχι. Η υψηλή CRP δείχνει ότι υπάρχει σημαντική φλεγμονώδης αντίδραση, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της βακτηριακή λοίμωξη. Η απόφαση για αντιβίωση βασίζεται στην κλινική διάγνωση και στο σύνολο των ευρημάτων.

CRP 100 σημαίνει σίγουρα βακτηριακή λοίμωξη;

Όχι. Μια CRP γύρω ή πάνω από 100 mg/L αυξάνει την ανησυχία για σημαντική φλεγμονή και σε κατάλληλο κλινικό πλαίσιο μπορεί να αυξάνει την πιθανότητα βακτηριακής λοίμωξης, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της διάγνωση. Ορισμένες σοβαρές ιογενείς ή μη λοιμώδεις φλεγμονώδεις καταστάσεις μπορούν επίσης να προκαλέσουν υψηλές τιμές.

Υψηλά λευκά σημαίνουν βακτήριο;

Όχι απαραίτητα. Η λευκοκυττάρωση μπορεί να εμφανιστεί σε βακτηριακή λοίμωξη, αλλά και λόγω φλεγμονής, στρες, κορτικοστεροειδών και άλλων αιτιών. Ο τύπος των λευκών και η συνολική εικόνα έχουν μεγαλύτερη σημασία.

Φυσιολογικά λευκά αποκλείουν βακτηριακή λοίμωξη;

Όχι. Μια βακτηριακή λοίμωξη μπορεί να υπάρχει με φυσιολογικό αριθμό λευκών, ιδιαίτερα σε πρώιμη φάση ή σε ορισμένους ηλικιωμένους και ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

Ουδετερόφιλα υψηλά σημαίνουν ότι χρειάζομαι αντιβίωση;

Όχι. Η ουδετεροφιλία αυξάνει συχνά την υποψία βακτηριακής λοίμωξης, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και για άλλους λόγους. Δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη αντιβιοτικής θεραπείας.

Λεμφοκύτταρα αυξημένα σημαίνουν ίωση;

Συχνά παρατηρείται λεμφοκυττάρωση σε ορισμένες ιογενείς λοιμώξεις, αλλά δεν είναι απόλυτος κανόνας. Η ερμηνεία γίνεται με βάση την απόλυτη τιμή, την ηλικία, τα υπόλοιπα κύτταρα της γενικής αίματος και τα συμπτώματα.

Πράσινες μύξες σημαίνουν ότι χρειάζεται αντιβίωση;

Όχι. Το χρώμα των ρινικών εκκρίσεων μπορεί να αλλάξει και σε φυσιολογική πορεία μιας ίωσης. Η διάρκεια, η βαρύτητα και η εξέλιξη των συμπτωμάτων είναι σημαντικότερες από το χρώμα.

Αν έχω πυρετό πάνω από 39°C χρειάζομαι αντιβίωση;

Όχι υποχρεωτικά. Υψηλός πυρετός μπορεί να εμφανιστεί και σε ιογενείς λοιμώξεις, όπως η γρίπη. Η απόφαση εξαρτάται από την αιτία του πυρετού και όχι μόνο από τη θερμοκρασία.

Πότε έχει αξία η επανάληψη της CRP;

Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, όταν η πρώτη εξέταση έγινε πολύ νωρίς ή όταν η κλινική εικόνα αλλάζει, η επανάληψη μπορεί να βοηθήσει στην εκτίμηση της τάσης. Η μεταβολή της CRP πρέπει πάντοτε να συγκρίνεται με την κλινική πορεία.

Μπορεί μια ίωση να εξελιχθεί σε βακτηριακή λοίμωξη;

Μια ιογενής λοίμωξη δεν «μετατρέπεται» σε βακτήριο, αλλά μπορεί να ακολουθηθεί από δευτερογενή βακτηριακή επιπλοκή. Νέα επιδείνωση μετά από αρχική βελτίωση είναι ένας λόγος για επανεκτίμηση.

Αν το rapid για γρίπη ή COVID είναι θετικό, αποκλείεται το βακτήριο;

Όχι απόλυτα. Ένα θετικό τεστ μπορεί να εξηγεί τα συμπτώματα, αλλά σε επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να συνυπάρξει ή να ακολουθήσει βακτηριακή λοίμωξη. Η πιθανότητα εκτιμάται από την πορεία και τα υπόλοιπα ευρήματα.

Ποια είναι τελικά η καλύτερη εξέταση για να ξεχωρίσω ίωση από βακτήριο;

Δεν υπάρχει μία καλύτερη εξέταση για όλες τις περιπτώσεις. Η CRP και η γενική αίματος βοηθούν ως δείκτες, ενώ η καλλιέργεια, το rapid test, η μοριακή εξέταση ή η απεικόνιση μπορούν σε συγκεκριμένες λοιμώξεις να δώσουν πιο άμεση απάντηση για την αιτία.

22Βιβλιογραφία και επίσημες πηγές

  1. Centers for Disease Control and Prevention (CDC). Healthy Habits: Antibiotic Do’s and Don’ts.
  2. National Institute for Health and Care Excellence (NICE). Suspected acute respiratory infection in over 16s: assessment and initial management – Recommendations.
  3. CDC. Clinical Guidance for Group A Streptococcal Pharyngitis.
  4. CDC. Outpatient Clinical Care for Adults – Antibiotic Prescribing and Use.
  5. CDC. Manage Common Cold.
  6. NICE. Pneumonia: diagnosis and management.

Ιατρική σημείωση: Το περιεχόμενο είναι ενημερωτικό και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική αξιολόγηση. Η ανάγκη για αντιβιοτική θεραπεία καθορίζεται από τη διάγνωση, την κλινική εικόνα και τα ευρήματα του κάθε ασθενούς.

Μικροβιολογικό Λαμία
Επισκόπηση απορρήτου

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για τη σωστή λειτουργία της και, εφόσον δώσετε συγκατάθεση, για την ανάλυση επισκεψιμότητας. Μπορείτε να αλλάξετε τις επιλογές σας οποιαδήποτε στιγμή από τις ρυθμίσεις cookies.