Αντισώματα anti-dsDNA: Εξέταση Αίματος, Τιμές, Λύκος και Ερμηνεία
Δημοσίευση: • Τελευταία ενημέρωση:
Τα anti-dsDNA είναι αυτοαντισώματα IgG έναντι του DNA διπλής έλικας και αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ειδικούς ορολογικούς δείκτες στη διερεύνηση του Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου (ΣΕΛ). Η εξέταση ζητείται κυρίως όταν υπάρχει συμβατή κλινική εικόνα, συχνά μετά από θετικό ANA, και μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται στην παρακολούθηση ασθενών που έχουν ήδη διαγνωστεί με ΣΕΛ.
Ένα θετικό anti-dsDNA δεν αρκεί μόνο του για τη διάγνωση λύκου και ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει τη νόσο. Επίσης, μια αύξηση της τιμής δεν σημαίνει αυτόματα έξαρση ή νεφρίτιδα. Η ερμηνεία γίνεται σε συνδυασμό με συμπτώματα, ANA, C3/C4, γενική αίματος, γενική ούρων, πρωτεϊνουρία και νεφρική λειτουργία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η μέθοδος μέτρησης. Οι μονάδες και τα όρια αναφοράς διαφέρουν μεταξύ αναλυτών και εργαστηρίων, επομένως δεν υπάρχει ένας ενιαίος αριθμός anti-dsDNA που να ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο παντού.
1Τι είναι τα αντισώματα anti-dsDNA
Τα anti-dsDNA είναι αυτοαντισώματα που αναγνωρίζουν το double-stranded DNA, δηλαδή το DNA διπλής έλικας του ίδιου του οργανισμού. Ανήκουν στο ευρύτερο φάσμα των αντιπυρηνικών αυτοαντισωμάτων, αλλά έχουν ιδιαίτερη θέση στη διερεύνηση του Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου.
Στα αυτοάνοσα νοσήματα το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να παράγει αντισώματα που αναγνωρίζουν φυσιολογικά συστατικά των κυττάρων. Στον ΣΕΛ μπορούν να εμφανιστούν πολλά διαφορετικά αυτοαντισώματα. Τα anti-dsDNA είναι από τα σημαντικότερα, επειδή έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα για τον λύκο από ένα γενικό θετικό ANA.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι ασθενείς με λύκο έχουν anti-dsDNA. Ο ΣΕΛ είναι ετερογενής νόσος και το προφίλ των αυτοαντισωμάτων διαφέρει σημαντικά μεταξύ ασθενών.
Τα anti-dsDNA χρησιμοποιούνται για δύο κυρίως κλινικά ερωτήματα: τη διαγνωστική διερεύνηση πιθανoύ ΣΕΛ και, σε επιλεγμένους ασθενείς με ήδη γνωστή νόσο, την εργαστηριακή παρακολούθηση σε συνδυασμό με άλλους δείκτες.
2Τι μετρά η εξέταση και ποια είναι η διαφορά από το Anti-DNA IgG με IIF
Η εξέταση anti-dsDNA μετρά IgG αυτοαντισώματα έναντι DNA διπλής έλικας. Στην παρούσα σελίδα αναφερόμαστε στην εξέταση «Αντισώματα IgG έναντι της διπλής έλικας του DNA – anti-dsDNA», η οποία στον εργαστηριακό έλεγχο μπορεί να δίνει ποσοτικό αποτέλεσμα.
Χρειάζεται να διαχωρίζεται από την ξεχωριστή εξέταση «Αντισώματα IgG Anti-DNA, IIF». Οι δύο εξετάσεις διερευνούν αντισωματική δραστηριότητα έναντι dsDNA, αλλά χρησιμοποιούν διαφορετική εργαστηριακή προσέγγιση.
| Χαρακτηριστικό | Anti-dsDNA IgG | Anti-DNA IgG, IIF |
|---|---|---|
| Τύπος εξέτασης | Ποσοτικός ανοσολογικός προσδιορισμός, ανά σύστημα | Έμμεσος ανοσοφθορισμός |
| Αποτέλεσμα | Συνήθως αριθμητική τιμή και κατηγορία αρνητικό/οριακό/θετικό | Συνήθως ποιοτική ή ημιποσοτική αναφορά, ανά πρωτόκολλο |
| Άμεση σύγκριση | Οι αριθμοί συγκρίνονται μόνο με προσοχή και κατά προτίμηση με την ίδια μέθοδο | Δεν μετατρέπεται αριθμητικά σε τιμή του ποσοτικού anti-dsDNA |
Επομένως, εάν σε ένα παραπεμπτικό υπάρχουν και οι δύο εξετάσεις, δεν πρόκειται απλώς για δύο διαφορετικές ονομασίες του ίδιου εργαστηριακού τεστ. Η μέθοδος αποτελεί ουσιαστικό μέρος του αποτελέσματος.
3Πότε ζητείται η εξέταση anti-dsDNA
Τα anti-dsDNA ζητούνται κυρίως όταν υπάρχει κλινική υποψία Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου. Συχνά ο έλεγχος ακολουθεί ένα θετικό ANA, αλλά η απόφαση δεν βασίζεται μόνο στο ANA· εξαρτάται από το ιστορικό και τις εκδηλώσεις του ασθενούς.
Ενδείξεις που μπορεί να οδηγήσουν σε πιο ειδικό ανοσολογικό έλεγχο είναι, ανάλογα με την περίπτωση:
- φωτοευαισθησία και συμβατά δερματικά εξανθήματα,
- επίμονες αρθραλγίες ή φλεγμονώδης αρθρίτιδα,
- στοματικά ή ρινικά έλκη,
- λευκοπενία, λεμφοπενία ή θρομβοπενία χωρίς άλλη σαφή εξήγηση,
- πλευρίτιδα ή περικαρδίτιδα,
- πρωτεϊνουρία, αιματουρία ή άλλο ύποπτο εύρημα από τα ούρα,
- συνδυασμός συμπτωμάτων που δημιουργεί υποψία συστηματικής αυτοανοσίας.
Η εξέταση μπορεί επίσης να επαναλαμβάνεται σε ασθενείς με γνωστό ΣΕΛ όταν ο θεράπων ιατρός θεωρεί ότι η τάση των anti-dsDNA προσφέρει χρήσιμη πληροφορία για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Δεν αποτελεί εξέταση γενικού check-up σε ασυμπτωματικά άτομα. Όσο χαμηλότερη είναι η αρχική κλινική πιθανότητα ενός αυτοάνοσου νοσήματος, τόσο μεγαλύτερη προσοχή χρειάζεται στην ερμηνεία ενός μεμονωμένου εργαστηριακού ευρήματος.
4Anti-dsDNA και Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος
Η στενή σχέση των anti-dsDNA με τον Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο η εξέταση χρησιμοποιείται τόσο ευρέως στη ρευματολογική και ανοσολογική διερεύνηση.
Ο ΣΕΛ είναι πολυσυστηματικό αυτοάνοσο νόσημα. Μπορεί να επηρεάσει το δέρμα, τις αρθρώσεις, το αίμα, τους νεφρούς, τους ορογόνους υμένες και άλλα όργανα. Δεν υπάρχει μία εξέταση που να αποδεικνύει ή να αποκλείει από μόνη της όλες τις μορφές της νόσου.
Ένα σαφώς θετικό anti-dsDNA, όταν χρησιμοποιείται κατάλληλη μέθοδος και συνυπάρχει συμβατή κλινική εικόνα, αποτελεί σημαντικό στοιχείο υπέρ του ΣΕΛ. Η σημασία του αυξάνεται όταν υπάρχουν παράλληλα ευρήματα όπως θετικό ANA, anti-Sm, χαμηλό C3/C4, αιματολογικές διαταραχές ή παθολογικά ούρα.
Από την άλλη πλευρά, δεν έχουν όλοι οι ασθενείς με λύκο θετικά anti-dsDNA. Για αυτό το αποτέλεσμα χρησιμοποιείται ως μέρος της συνολικής αξιολόγησης και όχι ως υποχρεωτικό χαρακτηριστικό κάθε περιστατικού ΣΕΛ.
Για ευρύτερη ενημέρωση σχετικά με τον λύκο και τις σχετικές ανοσολογικές εξετάσεις μπορείτε να δείτε τον οδηγό για τον Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο και τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα.
5Anti-dsDNA, ANA και κριτήρια EULAR/ACR
Τα ANA είναι πολύ πιο ευαίσθητος αλλά λιγότερο ειδικός δείκτης για τον ΣΕΛ. Για αυτό χρησιμοποιούνται συχνά ως αρχική ανοσολογική εξέταση όταν η κλινική εικόνα δημιουργεί υποψία συστηματικού αυτοάνοσου νοσήματος.
Τα anti-dsDNA είναι πιο ειδικά για τον λύκο και χρησιμοποιούνται σε επόμενο επίπεδο αξιολόγησης. Ένα θετικό ANA, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει υποχρεωτικά να είναι θετικό και το anti-dsDNA.
Στα κριτήρια ταξινόμησης EULAR/ACR 2019, η θετικότητα ANA σε τίτλο ≥1:80 τουλάχιστον μία φορά αποτελεί κριτήριο εισόδου. Στη συνέχεια αξιολογούνται κλινικά και ανοσολογικά χαρακτηριστικά. Τα anti-dsDNA ανήκουν, μαζί με τα anti-Sm, στον τομέα των ειδικών αντισωμάτων για ΣΕΛ.
Υπάρχει όμως μια σημαντική εργαστηριακή λεπτομέρεια: στα συγκεκριμένα κριτήρια, το anti-dsDNA πρέπει να έχει προσδιοριστεί με μέθοδο που έχει αποδεδειγμένη ειδικότητα τουλάχιστον 90% έναντι κατάλληλων ομάδων ελέγχου.
Τα EULAR/ACR δημιουργήθηκαν κυρίως για ομοιόμορφη ταξινόμηση ασθενών σε κλινική έρευνα και δεν αντικαθιστούν την εξατομικευμένη ιατρική διάγνωση.
Δείτε επίσης τον αναλυτικό οδηγό για τα Αντιπυρηνικά Αντισώματα ANA.
6Πώς γίνεται η εξέταση – χρειάζεται νηστεία;
Η εξέταση anti-dsDNA γίνεται με απλή αιμοληψία. Για τον ασθενή η διαδικασία δεν διαφέρει από μια συνηθισμένη εξέταση αίματος.
Συνήθως δεν απαιτείται νηστεία όταν το anti-dsDNA πραγματοποιείται μόνο του. Εάν όμως την ίδια στιγμή έχουν ζητηθεί και άλλες εξετάσεις με ειδικές απαιτήσεις προετοιμασίας, ακολουθούνται οι αντίστοιχες οδηγίες.
Δεν πρέπει να διακόπτεται κορτικοστεροειδές, υδροξυχλωροκίνη, ανοσοκατασταλτική ή άλλη θεραπεία για να πραγματοποιηθεί η εξέταση, εκτός εάν υπάρχει ειδική οδηγία από τον θεράποντα ιατρό.
Σε παρακολούθηση γνωστού ΣΕΛ είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να υπάρχουν διαθέσιμα προηγούμενα αποτελέσματα, ώστε να γνωρίζουμε:
- την προηγούμενη τιμή anti-dsDNA,
- τη μέθοδο και το εργαστήριο μέτρησης,
- τα προηγούμενα C3 και C4,
- τη γενική αίματος,
- τη νεφρική λειτουργία,
- τη γενική ούρων και τυχόν ποσοτικοποίηση πρωτεϊνουρίας.
Η σύγκριση στον χρόνο είναι πιο αξιόπιστη όταν πραγματοποιείται με την ίδια μέθοδο, ιδιαίτερα όταν οι μεταβολές χρησιμοποιούνται ως μέρος της παρακολούθησης.
7Μέθοδοι μέτρησης, μονάδες και όρια αναφοράς
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία στην ερμηνεία των anti-dsDNA είναι ότι δεν υπάρχει μία μοναδική εργαστηριακή τεχνική.
Στους σύγχρονους αναλυτές χρησιμοποιούνται διαφορετικές ανοσολογικές μέθοδοι, όπως ELISA/EIA, FEIA, CLIA και άλλες πλατφόρμες. Τα συστήματα αυτά μπορεί να διαφέρουν ως προς τον τρόπο παρουσίασης του αντιγόνου, τη βαθμονόμηση, την αναλυτική ευαισθησία και την ειδικότητα.
Κατά συνέπεια, μπορεί να διαφέρουν:
- οι μονάδες μέτρησης,
- το όριο αρνητικού αποτελέσματος,
- η περιοχή που χαρακτηρίζεται οριακή ή αμφίβολη,
- το cut-off θετικού αποτελέσματος,
- η ένταση ενός αριθμητικού αποτελέσματος.
Για την ερμηνεία χρησιμοποιούνται πάντοτε τα όρια αναφοράς που αναγράφονται στο αποτέλεσμα του συγκεκριμένου εργαστηρίου και της συγκεκριμένης μεθόδου.
Για τον ίδιο λόγο, μια τιμή 30 σε έναν αναλυτή δεν πρέπει να θεωρείται αυτόματα ισοδύναμη με τιμή 30 σε διαφορετικό εργαστηριακό σύστημα.
8Πώς διαβάζονται οι τιμές anti-dsDNA
Το πρώτο βήμα είναι να ελεγχθούν η μέθοδος, οι μονάδες και τα όρια αναφοράς που αναγράφονται δίπλα στην τιμή.
| Αποτέλεσμα | Πώς προσεγγίζεται |
|---|---|
| Αρνητικό | Δεν ανιχνεύτηκε αντισωματική δραστηριότητα πάνω από το cut-off της μεθόδου. Δεν αποκλείει μόνο του ΣΕΛ. |
| Οριακό / αμφίβολο | Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στη μέθοδο και στο κλινικό πλαίσιο. Μπορεί να απαιτηθεί επανέλεγχος ή συμπληρωματική αξιολόγηση. |
| Θετικό | Αποκτά μεγαλύτερη διαγνωστική βαρύτητα όταν υπάρχει συμβατή κλινική εικόνα και κατάλληλο ANA/ανοσολογικό προφίλ. |
| Υψηλότερο από προηγούμενο | Η τάση μπορεί να έχει σημασία σε ορισμένους ασθενείς με γνωστό ΣΕΛ, αλλά δεν αποδεικνύει μόνη της έξαρση. |
Στην πρώτη διάγνωση έχει μεγάλη σημασία η προ-εξεταστική πιθανότητα: το ίδιο αποτέλεσμα έχει διαφορετική σημασία σε ασθενή με χαρακτηριστικές εκδηλώσεις ΣΕΛ και διαφορετική σε ασυμπτωματικό άτομο.
Στην παρακολούθηση γνωστού λύκου ενδιαφέρει περισσότερο η τάση με την ίδια μέθοδο και η σχέση της με τα υπόλοιπα κλινικά και εργαστηριακά δεδομένα.
9Τι σημαίνει θετικό ή υψηλό anti-dsDNA
Ένα θετικό anti-dsDNA σημαίνει ότι η συγκεκριμένη μέθοδος ανίχνευσε IgG αυτοαντισώματα έναντι DNA διπλής έλικας πάνω από το καθορισμένο cut-off.
Όταν υπάρχει συμβατή κλινική εικόνα, το αποτέλεσμα μπορεί να αποτελεί ισχυρό στοιχείο υπέρ του ΣΕΛ. Η σημασία του αυξάνεται ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν:
- θετικά ANA,
- anti-Sm,
- χαμηλό C3 ή/και C4,
- λευκοπενία ή θρομβοπενία,
- δερματικές ή αρθρικές εκδηλώσεις συμβατές με ΣΕΛ,
- πρωτεϊνουρία ή παθολογικό ίζημα ούρων.
Δεν είναι όμως σωστό να μεταφράζεται ο αριθμός ως άμεσο μέτρο βαρύτητας. Ένα «πολύ υψηλό» anti-dsDNA δεν σημαίνει αυτομάτως «πολύ σοβαρό λύκο» και δεν δείχνει από μόνο του ποιο όργανο έχει προσβληθεί.
Χαμηλού επιπέδου ή οριακή θετικότητα χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή, επειδή η ειδικότητα επηρεάζεται από τη μέθοδο και από το πόσο μακριά βρίσκεται το αποτέλεσμα από το cut-off.
Το αποτέλεσμα είναι σημαντικό, αλλά πρέπει να συμφωνεί με την κλινική εικόνα και το υπόλοιπο εργαστηριακό προφίλ.
10Τι σημαίνει αρνητικό anti-dsDNA
Ένα αρνητικό αποτέλεσμα σημαίνει ότι με τη συγκεκριμένη μέθοδο δεν ανιχνεύτηκε anti-dsDNA πάνω από το όριο θετικότητας.
Δεν αποκλείει όμως τον Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο. Ο λόγος είναι ότι η εξέταση δεν είναι θετική σε όλους τους ασθενείς με ΣΕΛ.
Επομένως, εάν το ιστορικό και η κλινική εικόνα παραμένουν ύποπτα, η διερεύνηση μπορεί να περιλαμβάνει ανάλογα με την περίπτωση:
- ANA και πρότυπο/τίτλο ANA,
- anti-Sm,
- anti-SSA/Ro και anti-SSB/La,
- anti-RNP,
- C3 και C4,
- γενική αίματος,
- γενική ούρων και έλεγχο πρωτεϊνουρίας,
- κρεατινίνη και eGFR.
Σε ασθενή που έχει ήδη διαγνωστεί με ΣΕΛ, ένα αρνητικό anti-dsDNA μπορεί απλώς να σημαίνει ότι το συγκεκριμένο αυτοαντίσωμα δεν αποτελεί χρήσιμο δείκτη παρακολούθησης για τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Επίσης, η θεραπεία και η πορεία της νόσου μπορεί να επηρεάζουν τα επίπεδα των αυτοαντισωμάτων. Για αυτό η ερμηνεία γίνεται πάντοτε σε σχέση με το ιστορικό.
11Οριακά αποτελέσματα και γιατί διαφέρουν οι μέθοδοι
Ένα συχνό ερώτημα είναι γιατί ένας ασθενής μπορεί να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα anti-dsDNA όταν αλλάξει εργαστήριο ή όταν εξεταστεί με διαφορετική τεχνική.
Η απάντηση είναι ότι οι μέθοδοι anti-dsDNA δεν είναι πλήρως εναλλάξιμες. Διαφορετικά assays μπορεί να αναγνωρίζουν διαφορετικό φάσμα αντισωμάτων και να έχουν διαφορετική σχέση μεταξύ ευαισθησίας και ειδικότητας.
Έτσι είναι δυνατό:
- ένα δείγμα να είναι χαμηλά θετικό με μία μέθοδο και αρνητικό με άλλη,
- δύο ποσοτικές μέθοδοι να δίνουν διαφορετικούς αριθμούς,
- η κατηγορία «οριακό» να μην υπάρχει σε όλα τα εργαστήρια,
- το cut-off να αλλάζει ανάλογα με τον αναλυτή.
Οι διαφορές αυτές δεν σημαίνουν απαραίτητα εργαστηριακό σφάλμα. Σε συγκριτικές μελέτες έχει παρατηρηθεί μόνο μέτρια συμφωνία μεταξύ διαφορετικών τεχνικών, με κάθε μέθοδο να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Για αυτό, όταν το anti-dsDNA χρησιμοποιείται για σειριακή παρακολούθηση, είναι προτιμότερο να συγκρίνονται τιμές που έχουν παραχθεί από την ίδια τεχνική και, όταν είναι εφικτό, από το ίδιο εργαστήριο.
12Anti-dsDNA, παρακολούθηση και ενεργότητα του λύκου
Σε αρκετούς ασθενείς με γνωστό ΣΕΛ, οι μεταβολές του anti-dsDNA μπορεί να συμβαδίζουν με μεταβολές της δραστηριότητας της νόσου. Η σχέση αυτή είναι κλινικά χρήσιμη, αλλά δεν είναι απόλυτη.
Μπορεί, για παράδειγμα, ένας ασθενής να εμφανίσει αύξηση του anti-dsDNA πριν ή κατά τη διάρκεια μιας έξαρσης. Σε άλλον ασθενή οι τιμές μπορεί να παραμένουν σταθερά αυξημένες χωρίς αντίστοιχη κλινική επιδείνωση. Σε άλλον, το anti-dsDNA μπορεί να παραμένει αρνητικό παρά την ενεργότητα της νόσου.
Για αυτό δεν χρησιμοποιούμε την εξέταση ως ανεξάρτητο «μετρητή ενεργότητας».
Στην παρακολούθηση συνεκτιμώνται:
- νέα ή επιδεινούμενα συμπτώματα,
- C3 και C4,
- γενική αίματος,
- γενική ούρων,
- πρωτεϊνουρία,
- κρεατινίνη και eGFR,
- η θεραπεία και τυχόν πρόσφατες αλλαγές της.
Η συχνότητα επανάληψης του anti-dsDNA εξατομικεύεται. Δεν υπάρχει ένα σταθερό διάστημα κατάλληλο για όλους τους ασθενείς.
Μια άνοδος anti-dsDNA από μόνη της δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί έξαρση ούτε αποτελεί μόνη της λόγο αλλαγής θεραπείας.
13Anti-dsDNA και νεφρίτιδα του λύκου
Η σχέση μεταξύ anti-dsDNA και νεφρίτιδας του λύκου είναι σημαντική, αλλά συχνά υπεραπλουστεύεται.
Σε ορισμένους ασθενείς με ΣΕΛ, αυξανόμενα anti-dsDNA μαζί με πτώση του C3/C4 μπορεί να συνοδεύουν ενεργότερη νόσο και να αυξάνουν την προσοχή για πιθανή νεφρική συμμετοχή. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με διάγνωση νεφρίτιδας.
Η νεφρική αξιολόγηση απαιτεί άμεσες εξετάσεις της λειτουργίας και των ούρων.
| Εξέταση | Τι προσθέτει στην αξιολόγηση |
|---|---|
| Γενική ούρων | Αναζητά πρωτεΐνη, αίμα και παθολογικό ίζημα. |
| Πρωτεϊνουρία / UPCR | Ποσοτικοποιεί την απώλεια πρωτεΐνης στα ούρα. |
| Κρεατινίνη / eGFR | Αξιολογεί τη νεφρική λειτουργία. |
| C3 / C4 | Μπορούν να υποστηρίξουν την εκτίμηση ανοσολογικής ενεργότητας όταν μειώνονται. |
| Anti-dsDNA | Συνεκτιμάται ως ορολογικός δείκτης, όχι ως αυτόνομη εξέταση νεφρικής βλάβης. |
Ένας ασθενής μπορεί να έχει σημαντική πρωτεϊνουρία ή ενεργό ίζημα χωρίς εντυπωσιακή αύξηση του anti-dsDNA. Αντίστροφα, μπορεί να έχει υψηλή τιμή anti-dsDNA χωρίς ενεργή νεφρίτιδα.
Για αυτό σε ασθενείς με ΣΕΛ η τακτική αξιολόγηση των ούρων και της πρωτεϊνουρίας έχει ιδιαίτερη σημασία και δεν πρέπει να αντικαθίσταται από την παρακολούθηση των αυτοαντισωμάτων.
14C3, C4 και άλλες εξετάσεις που συνδυάζονται με anti-dsDNA
Το anti-dsDNA σπάνια ερμηνεύεται μόνο του. Η συνολική εικόνα συνήθως περιλαμβάνει ανοσολογικές, αιματολογικές, βιοχημικές εξετάσεις και έλεγχο ούρων.
ANA
Αποτελούν το ευρύτερο σημείο εκκίνησης στη διερεύνηση πολλών συστηματικών αυτοάνοσων νοσημάτων. Το anti-dsDNA είναι πιο ειδικός δείκτης και δεν αντικαθιστά το ANA.
Anti-Sm και ENA
Τα anti-Sm έχουν ιδιαίτερη ειδικότητα για ΣΕΛ. Άλλα αντισώματα του ENA, όπως SSA/Ro, SSB/La και RNP, μπορεί να είναι σημαντικά ανάλογα με την κλινική εικόνα και τη διαφορική διάγνωση.
C3 και C4
Η μείωση του συμπληρώματος μπορεί να συνοδεύει ανοσολογική ενεργότητα του ΣΕΛ. Οι τιμές όμως δεν ερμηνεύονται απομονωμένα και φυσιολογικά C3/C4 δεν αποκλείουν ενεργή νόσο.
Δείτε τους ξεχωριστούς οδηγούς για C3 Συμπλήρωμα και C4 Συμπλήρωμα.
Γενική αίματος
Αναιμία, λευκοπενία, λεμφοπενία και θρομβοπενία μπορεί να αποτελούν μέρος της συνολικής εικόνας του ΣΕΛ, ανάλογα με την περίπτωση και άλλες πιθανές αιτίες.
Γενική ούρων και νεφρική λειτουργία
Είναι απαραίτητες όταν υπάρχει γνωστός ΣΕΛ ή υποψία νεφρικής συμμετοχής. Η κρεατινίνη από μόνη της δεν αρκεί, καθώς τα ούρα και η πρωτεϊνουρία μπορεί να αποκαλύψουν σημαντικές μεταβολές πριν εμφανιστεί μεγάλη αλλαγή στη νεφρική λειτουργία.
Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα
Μπορεί να ζητηθούν σε ασθενείς με ΣΕΛ, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ιστορικό θρόμβωσης, επιπλοκών κύησης ή άλλο σχετικό κλινικό ερώτημα. Πρόκειται για διαφορετική ομάδα αυτοαντισωμάτων και δεν πρέπει να συγχέεται με το anti-dsDNA.
15Συχνά λάθη και παγίδες στην ερμηνεία
Όχι. Το αποτέλεσμα αποκτά διαγνωστική βαρύτητα μόνο σε συνδυασμό με κλινικά και άλλα εργαστηριακά δεδομένα.
Όχι. Δεν έχουν όλοι οι ασθενείς με ΣΕΛ θετικό anti-dsDNA.
Δεν υπάρχει μία γραμμική αντιστοιχία μεταξύ αριθμού και βαρύτητας της νόσου.
Η τάση μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά δεν αρκεί χωρίς συμπτώματα και άλλους δείκτες.
Όχι. Η νεφρική συμμετοχή αξιολογείται με ούρα, πρωτεϊνουρία και νεφρική λειτουργία.
Όχι. Η μέθοδος, οι μονάδες και τα cut-offs μπορεί να διαφέρουν.
Ένα επιπλέον λάθος είναι η επανάληψη της εξέτασης πολύ συχνά χωρίς συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα. Το anti-dsDNA έχει μεγαλύτερη αξία όταν χρησιμοποιείται για να απαντήσει σε συγκεκριμένη διαγνωστική ή παρακολουθητική ανάγκη και όχι ως απομονωμένος αριθμός.
16Συχνές ερωτήσεις για τα anti-dsDNA
17Anti-dsDNA στη Λαμία – Ραντεβού και βιβλιογραφία
Βιβλιογραφία και επιστημονικές πηγές
- Aringer M, Costenbader K, Daikh D, et al. 2019 European League Against Rheumatism/American College of Rheumatology Classification Criteria for Systemic Lupus Erythematosus. Annals of the Rheumatic Diseases. 2019;78:1151–1159. Πηγή.
- Fanouriakis A, Kostopoulou M, Andersen J, et al. EULAR recommendations for the management of systemic lupus erythematosus: 2023 update. Annals of the Rheumatic Diseases. 2024;83:15–29. Πηγή.
- Fanouriakis A, Kostopoulou M, Cheema K, et al. 2019 Update of the Joint EULAR/ERA–EDTA recommendations for the management of lupus nephritis. Annals of the Rheumatic Diseases. 2020;79:713–723. Πηγή.
- Nieto-Aristizábal I, España LJ, Ortega J, et al. Diagnostic Performance of Anti-dsDNA Tests by Indirect Immunofluorescence and Enzyme-linked Immunosorbent Assay in Patients with Systemic Lupus Erythematosus. Journal of Applied Laboratory Medicine. 2023;8(4):713–725.
- Orme ME, Voreck A, Aksouh R, Ramsey-Goldman R, Schreurs MWJ. Anti-dsDNA Testing Specificity for Systemic Lupus Erythematosus: A Systematic Review. Journal of Applied Laboratory Medicine. 2022.
- Μικροβιολογικό Λαμία – Ανοσολογικές Εξετάσεις: Αυτοαντισώματα, ANA, ENA και Συμπλήρωμα.
Επιστημονική επιμέλεια: Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος.
Το περιεχόμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική αξιολόγηση. Τα αποτελέσματα anti-dsDNA πρέπει να ερμηνεύονται με βάση τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο, τα όρια αναφοράς και το συνολικό κλινικό και εργαστηριακό προφίλ.

