Lp-PLA2.jpg

Lp-PLA2 – Νεότερος βιοδείκτης αθηρωματικής νόσου

📑 Περιεχόμενα


1️⃣ Τι είναι η Lp-PLA2 και τι μετρά η εξέταση;

Η Lp-PLA2 (Lipoprotein-associated phospholipase A2) είναι ένα ένζυμο που μεταφέρεται στο αίμα δεσμευμένο κυρίως στην LDL χοληστερόλη
και σε μικρότερο βαθμό στην HDL. Παράγεται κυρίως από μακροφάγα και κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που βρίσκονται μέσα στις αθηρωματικές πλάκες.

Η Lp-PLA2 θεωρείται ένας από τους πιο ειδικούς βιοδείκτες φλεγμονής των αρτηριών, διότι αντανακλά το τι συμβαίνει μέσα στην πλάκα
και όχι απλώς στο γενικό επίπεδο φλεγμονής του οργανισμού (όπως η CRP).
Αυτό την καθιστά πολύτιμη στην εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου ρήξης πλάκας, δηλαδή του κινδύνου εμφράγματος ή εγκεφαλικού.

Τι μετρά η εξέταση:
• Τη δραστικότητα του ενζύμου (activity) – πόσο «ενεργή» είναι η φλεγμονή.
• Τη συγκέντρωσή του στο αίμα (mass) – πόσο ένζυμο κυκλοφορεί συνολικά.

Το ένζυμο συμμετέχει στη διάσπαση φωσφολιπιδίων που βρίσκονται στις LDL. Όταν οι LDL οξειδωθούν, η Lp-PLA2 ενεργοποιείται και παράγει ουσίες που
προάγουν τη φλεγμονή και αστάθεια της αθηρωματικής πλάκας. Γι’ αυτό, υψηλές τιμές Lp-PLA2 συσχετίζονται με:

  • μεγαλύτερη πιθανότητα ρήξης πλάκας,
  • αυξημένο κίνδυνο οξέος στεφανιαίου επεισοδίου,
  • αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου,
  • πιο «ενεργή» μορφή αθηροσκλήρωσης.

Σε αντίθεση με την CRP, που μπορεί να αυξηθεί λόγω μιας απλής ίωσης ή λοίμωξης, η Lp-PLA2
παραμένει σταθερή και δεν επηρεάζεται εύκολα από οξέα φλεγμονώδη ερεθίσματα.
Έτσι, αποτελεί πιο στοχευμένο δείκτη για τα αγγεία.

Με απλά λόγια:
Η Lp-PLA2 μας δείχνει πόσο «ευάλωτες» είναι οι αθηρωματικές πλάκες στη ρήξη.
Όσο πιο αυξημένη είναι, τόσο μεγαλύτερη η φλεγμονώδης δραστηριότητα μέσα στις αρτηρίες.

Η μέτρηση της Lp-PLA2 χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο σε άτομα υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου,
σε ασθενείς με δυσλιπιδαιμία, Lp(a) ↑, διαβήτη, μεταβολικό σύνδρομο και οικογενειακό ιστορικό καρδιακής νόσου.
Δεν αντικαθιστά τις κλασικές εξετάσεις, αλλά προσφέρει μια πιο «βαθιά» εικόνα της κατάστασης των αγγείων.


2️⃣ Πότε ζητά ο γιατρός την εξέταση Lp-PLA2;

Η Lp-PLA2 δεν αποτελεί εξέταση ρουτίνας. Χρησιμοποιείται κυρίως σε εξειδικευμένη εκτίμηση καρδιαγγειακού κινδύνου όταν ο γιατρός θέλει
πληροφορίες πέρα από τις κλασικές εξετάσεις (χοληστερόλη, τριγλυκερίδια, CRP).
Στόχος της είναι να δείξει πόσο «ενεργή» και φλεγμονώδης είναι η αθηρωματική πλάκα.

Ζητείται συχνά σε άτομα που εμφανίζουν χαρακτηριστικά υψηλού κινδύνου ή έχουν ιστορικό συμπτωμάτων/συμβαμάτων που σχετίζονται με αθηροσκλήρωση.
Αποτελεί ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο όταν ο καρδιολόγος επιθυμεί πιο εξατομικευμένη και λεπτομερή προσέγγιση.

2.1 Κατηγορίες ασθενών όπου συστήνεται η εξέταση

  • Ιστορικό στεφανιαίας νόσου
    • παλαιό έμφραγμα μυοκαρδίου
    • αγγειοπλαστική, τοποθέτηση stent
    • διαλείπουσα στηθάγχη ή ύποπτα συμπτώματα
  • Ασθενείς με εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (TIA)
    Η αυξημένη Lp-PLA2 έχει συσχετιστεί με υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής.
  • Άτομα με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο βάσει άλλων εξετάσεων
    (υψηλή LDL, χαμηλή HDL, υψηλά τριγλυκερίδια, υπέρταση).
  • Ασθενείς με σοβαρή ή οικογενή δυσλιπιδαιμία
    όπου υπάρχει έντονη αθηρωματική επιβάρυνση παρά τη θεραπεία.
  • Αυξημένη Lp(a)
    Η Lp-PLA2 δίνει πρόσθετες πληροφορίες σε άτομα με υψηλή Lp(a), που συχνά είναι κληρονομική.
  • Διαβήτης τύπου 2 και μεταβολικό σύνδρομο
    όπου η αθηρωματική διαδικασία είναι ταχύτερη και πιο φλεγμονώδης.
  • Παχυσαρκία και αυξημένο σπλαχνικό λίπος
    που σχετίζονται με υψηλότερη παραγωγή προ-φλεγμονωδών παραγόντων.
  • Ισχυρό οικογενειακό ιστορικό
    πρόωρης στεφανιαίας νόσου (άνδρες <55 ετών, γυναίκες <65 ετών).
  • Ασαφής ή «γκρίζα» εικόνα κινδύνου
    όπου οι κλασικές εξετάσεις δεν επαρκούν για ασφαλή εκτίμηση.

2.2 Σε τι βοηθά η μέτρηση στην κλινική πράξη;

  • Αναδεικνύει αν η πλάκα είναι ενεργά φλεγμονώδης, δηλαδή «ασταθής» και πιο επιρρεπής σε ρήξη.
  • Συμπληρώνει τις λιπιδαιμικές εξετάσεις δίνοντας ποιοτική πληροφορία για την κατάσταση των αγγείων.
  • Παρέχει ένδειξη αν ο ασθενής μπορεί να ωφεληθεί από εντατικοποίηση της υπολιπιδαιμικής αγωγής.
  • Βοηθά στην παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία (π.χ. στατίνες).
  • Ενισχύει τον εξατομικευμένο κίνδυνο σε ασθενείς με πολλαπλούς παράγοντες (π.χ. διαβήτης + LDL ↑ + κάπνισμα).
Κλειδί:
Η εξέταση Lp-PLA2 δεν γίνεται για όλους από ρουτίνα.
Είναι πολύτιμη όταν η κλασική εικόνα δεν επαρκεί και χρειάζεται ακριβέστερη εκτίμηση της φλεγμονής μέσα στις πλάκες.

Η τελική απόφαση αν θα γίνει η εξέταση ανήκει πάντα στον θεράποντα ιατρό,
ο οποίος συνεκτιμά το ιστορικό, τις τιμές λιπιδίων, τους παράγοντες κινδύνου και το συνολικό προφίλ του ασθενούς.


3️⃣ Προετοιμασία πριν την εξέταση

Η Lp-PLA2 μετράται σε δείγμα αίματος (ορός ή πλάσμα, ανάλογα με τη μέθοδο του εργαστηρίου).
Η προετοιμασία είναι παρόμοια με τις υπόλοιπες λιπιδαιμικές εξετάσεις:

  • ✅ Συνιστάται νηστεία 8–12 ωρών (μόνο νερό).
  • 🚭 Αποφυγή καπνίσματος για μερικές ώρες πριν την αιμοληψία.
  • 🍷 Αποφυγή αλκοόλ την προηγούμενη ημέρα.
  • 🏋️ Αποφυγή έντονης άσκησης την προηγούμενη ημέρα.
  • 💊 Αναφέρετε στον γιατρό και στο εργαστήριο όλα τα φάρμακα που λαμβάνετε (στατίνες, αντιφλεγμονώδη, κ.λπ.).

Σε ειδικές περιπτώσεις (π.χ. κλινική μελέτη) μπορεί να δοθούν πιο συγκεκριμένες οδηγίες από τον θεράποντα ιατρό.


4️⃣ Πώς γίνεται η εξέταση στο μικροβιολογικό εργαστήριο;

Η διαδικασία είναι απλή και ανώδυνη, σαν μια τυπική αιμοληψία:

  1. Ο/η αιμολήπτης τοποθετεί πιεστικό επίδεσμο στο χέρι και επιλέγει κατάλληλη φλέβα.
  2. Γίνεται λήψη δείγματος αίματος σε ειδικό σωληνάριο (ανάλογα με τη μέθοδο: ορός ή πλάσμα).
  3. Το δείγμα φυγοκεντρείται και το διαυγές μέρος (ορός/πλάσμα) χρησιμοποιείται για την ανάλυση.
  4. Η Lp-PLA2 μετράται με ειδική ανοσοενζυμική ή ανοσοτουρβιδιμετρική μέθοδο σε αυτόματο αναλυτή.
  5. Το αποτέλεσμα εκδίδεται συνήθως σε μονάδες δραστικότητας (π.χ. nmol/min/mL) ή σε μάζα (ng/mL), ανάλογα με το κιτ.
Χρόνος αποτελέσματος: Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα αποτελέσματα είναι διαθέσιμα την ίδια ή την επόμενη εργάσιμη ημέρα, ανάλογα με τον φόρτο του εργαστηρίου και αν η εξέταση γίνεται in-house ή αποστέλλεται σε συνεργαζόμενο κέντρο.

5️⃣ Τι σημαίνουν τα αποτελέσματα (χαμηλές – αυξημένες τιμές);

Η ερμηνεία της Lp-PLA2 εξαρτάται από τη μέθοδο μέτρησης (activity ή mass), το σύστημα αναλυτή και τα όρια αναφοράς του κάθε εργαστηρίου.
Παρόλα αυτά, η κλινική σημασία της είναι κοινή: δείχνει πόσο φλεγμονώδης και «ασταθής» είναι η αθηρωματική πλάκα.

Γι’ αυτό τον λόγο, η Lp-PLA2 θεωρείται ένας από τους πιο εξειδικευμένους δείκτες για τον εντοπισμό υποκλινικής φλεγμονής μέσα στις αρτηρίες, πέρα από τη χοληστερόλη και την CRP.

5.1 Πώς ερμηνεύονται γενικά τα επίπεδα;

Σημαντικό: Πάντα διαβάζετε τα ακριβή όρια αναφοράς του δικού σας αποτελέσματος, διότι διαφέρουν ανά μέθοδο.

5.2 Χαμηλές ή φυσιολογικές τιμές Lp-PLA2

  • Υποδηλώνουν χαμηλή φλεγμονώδη δραστηριότητα των αθηρωματικών πλακών.
  • Συνδέονται με μικρότερο κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου.
  • Συχνά παρατηρούνται σε άτομα με καλά ρυθμισμένη LDL χοληστερόλη.
  • Εμφανίζονται μετά από αποτελεσματική θεραπεία με στατίνες ή άλλους υπολιπιδαιμικούς παράγοντες.
  • Δείχνουν ότι η πλάκα είναι πιθανότερα σταθερή και λιγότερο επιρρεπής σε ρήξη.

Ακόμη κι έτσι, φυσιολογικές τιμές Lp-PLA2 δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχει καθόλου αθηρωμάτωση,
αλλά ότι η πλάκα έχει λιγότερη ενεργή φλεγμονή.

5.3 Αυξημένες τιμές Lp-PLA2

Αυξημένα επίπεδα Lp-PLA2 δείχνουν ότι η αθηρωματική διαδικασία είναι πιο ενεργή.
Σε πλήθος επιστημονικών μελετών, αυξημένη Lp-PLA2 έχει συνδεθεί με:

  • μεγαλύτερο κίνδυνο οξέος εμφράγματος,
  • αυξημένη πιθανότητα εγκεφαλικού επεισοδίου (ιδίως ισχαιμικού),
  • αστάθεια πλάκας – μεγαλύτερη ευπάθεια στη ρήξη,
  • ταχύτερη εξέλιξη της αθηροσκλήρωσης,
  • έντονη ενδοθηλιακή φλεγμονή που δεν φαίνεται με άλλους δείκτες.
Προσοχή:
Μια αυξημένη Lp-PLA2 δεν αποτελεί διάγνωση καρδιοπάθειας από μόνη της.
Αποτελεί σύμπλεγμα κινδύνου που πρέπει να αξιολογηθεί σε συνδυασμό με LDL, Lp(a), πίεση, ιστορικό και κλινική εικόνα.

5.4 Πόσο συχνά επηρεάζονται οι τιμές από εξωτερικούς παράγοντες;

Η Lp-PLA2 έχει το πλεονέκτημα ότι δεν επηρεάζεται τόσο εύκολα από παροδικές καταστάσεις όπως μια ίωση ή μια απλή λοίμωξη,
σε αντίθεση με την CRP που μπορεί να εκτοξευτεί.
Ωστόσο, μπορεί να μεταβληθεί από:

  • επίπεδα LDL,
  • κάπνισμα,
  • παχυσαρκία,
  • διαβήτη και μεταβολικό σύνδρομο,
  • υπολιπιδαιμική αγωγή,
  • συνοδά φλεγμονώδη νοσήματα σε ενεργό φάση.

5.5 Πότε πρέπει να συζητηθεί άμεσα με τον γιατρό;

  • όταν η Lp-PLA2 είναι αυξημένη παρά τη θεραπεία,
  • όταν συνυπάρχει με υψηλή LDL ή Lp(a),
  • όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρδιακού επεισοδίου σε νεαρή ηλικία,
  • όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως πόνος στο στήθος, κόπωση, δύσπνοια.
Συμπέρασμα:
Η Lp-PLA2 παρέχει μια μοναδική εικόνα για τη φλεγμονή μέσα στις αρτηρίες.
Χαμηλές τιμές → πιο σταθερή πλάκα.
Υψηλές τιμές → αυξημένος κίνδυνος και ανάγκη για πιο στενή παρακολούθηση ή εντατικοποίηση της αγωγής.

6️⃣ Lp-PLA2 σε σχέση με άλλες εξετάσεις καρδιαγγειακού κινδύνου

Η αξιολόγηση του καρδιαγγειακού κινδύνου δεν βασίζεται σε μία μόνο εξέταση.
Ο γιατρός συνεκτιμά ένα σύνολο δεικτών που δείχνουν διαφορετικές πτυχές της αθηροσκλήρωσης.
Η Lp-PLA2 ξεχωρίζει επειδή είναι ένας από τους λίγους δείκτες που αντικατοπτρίζει τη φλεγμονή μέσα στην ίδια την πλάκα.

Τι την κάνει μοναδική:
Η Lp-PLA2 δείχνει την «ποιότητα» και σταθερότητα της πλάκας, όχι απλώς τα επίπεδα χοληστερόλης.

6.1 Lp-PLA2 vs LDL χοληστερόλη

  • Η LDL δείχνει πόσα λιπίδια κυκλοφορούν στο αίμα.
  • Η Lp-PLA2 δείχνει πόσο φλεγμονώδης είναι η πλάκα που σχηματίζει η LDL.

Άρα, η LDL είναι «ποσότητα», η Lp-PLA2 είναι «δραστηριότητα» της νόσου.

6.2 Lp-PLA2 vs Lp(a)

  • Η Lp(a) είναι κληρονομικός δείκτης που αυξάνει τον κίνδυνο ανεξάρτητα από τη διατροφή.
  • Η Lp-PLA2 βοηθά να δούμε αν αυτή η αυξημένη Lp(a) συνοδεύεται από ενεργή φλεγμονή στην πλάκα.

Ο συνδυασμός Lp(a) ↑ + Lp-PLA2 ↑ είναι «διπλός συναγερμός» και απαιτεί πιο εντατική πρόληψη.

6.3 Lp-PLA2 vs hs-CRP

  • hs-CRP: γενικός δείκτης συστηματικής φλεγμονής, επηρεάζεται από λοιμώξεις, τραυματισμούς, παχυσαρκία.
  • Lp-PLA2: ειδικός για φλεγμονή στην αθηρωματική πλάκα, σχεδόν ανεπηρέαστος από μικρές λοιμώξεις.

Η hs-CRP είναι «γενική εικόνα».
Η Lp-PLA2 είναι «εστιασμένη εικόνα στις αρτηρίες».

6.4 Lp-PLA2 vs ApoB

  • Η ApoB μετρά πόσα αθηρογόνα σωματίδια LDL/VLDL υπάρχουν.
  • Η Lp-PLA2 μετρά πόσο φλεγμονώδη είναι αυτά τα σωματίδια.

Μαζί, δίνουν μια από τις πιο ακριβείς εικόνες αθηρωματικού κινδύνου.

6.5 Lp-PLA2 vs Καροτιδικό υπερηχογράφημα (IMT / πλάκα)

  • Το υπερηχογράφημα δείχνει τη μορφολογία της πλάκας (πάχος, στένωση).
  • Η Lp-PLA2 δείχνει τη βιολογική δραστηριότητα της πλάκας.

Ο συνδυασμός τους είναι συχνά εξαιρετικά αποκαλυπτικός.

6.6 Πότε προσφέρει πραγματική προστιθέμενη αξία;

  • Όταν οι κλασικές εξετάσεις δείχνουν μέτρια ή οριακή αύξηση του κινδύνου.
  • Όταν ο γιατρός χρειάζεται δείκτη για να αποφασίσει εντατικοποίηση θεραπείας.
  • Σε ασθενείς με αυξημένη Lp(a) ή οικογενή δυσλιπιδαιμία.
  • Σε άτομα που έχουν φυσιολογική LDL αλλά εμφανίζουν ισχυρό οικογενειακό ιστορικό.
  • Σε περιπτώσεις όπου η CRP είναι φυσιολογική, αλλά ο κίνδυνος παραμένει ύποπτος.
Συμπέρασμα:
Η Lp-PLA2 δεν αντικαθιστά τις υπόλοιπες εξετάσεις.
Προσφέρει μια πολύτιμη «τρίτη διάσταση» στην εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου:
όχι μόνο ποσότητα λιπιδίων (LDL), όχι μόνο γενική φλεγμονή (CRP),
αλλά τι συμβαίνει πραγματικά μέσα στην αθηρωματική πλάκα.

7️⃣ Παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα

Η Lp-PLA2 είναι σχετικά σταθερός δείκτης και δεν μεταβάλλεται τόσο εύκολα όσο άλλοι φλεγμονώδεις δείκτες (π.χ. CRP).
Ωστόσο, ορισμένοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδά της — είτε αυξάνοντάς τα, είτε μειώνοντάς τα.
Η σωστή ερμηνεία απαιτεί γνώση αυτών των παραγόντων.

7.1 Παράγοντες που αυξάνουν την Lp-PLA2

  • Υψηλή LDL χοληστερόλη
    Η Lp-PLA2 «ταξιδεύει» κυρίως πάνω στην LDL, άρα όσο περισσότερη LDL υπάρχει, τόσο περισσότερο ένζυμο κυκλοφορεί.
  • Αύξηση της Lp(a)
    Η Lp(a) μεταφέρει επίσης την Lp-PLA2, οπότε υψηλές τιμές Lp(a) οδηγούν συχνά και σε αυξημένη Lp-PLA2.
  • Κάπνισμα
    Προκαλεί οξειδωτικό στρες και φλεγμονή στα αγγεία, αυξάνοντας τη δραστηριότητα του ενζύμου.
  • Παχυσαρκία και σπλαχνικό λίπος
    Προάγουν τη χρόνια φλεγμονή και αυξάνουν την αθηρογόνο δραστηριότητα.
  • Διαβήτης τύπου 2 και μεταβολικό σύνδρομο
    Η ινσουλινοαντίσταση οδηγεί σε αυξημένη παραγωγή προ-φλεγμονωδών παραγόντων στα αγγεία.
  • Υπέρταση
    Η υψηλή πίεση προκαλεί βλάβες στο ενδοθήλιο και ενισχύει τη φλεγμονή των πλακών.
  • Δίαιτα πλούσια σε κορεσμένα και τρανς λιπαρά
    Αυξάνει την LDL και επιταχύνει τη φλεγμονώδη δραστηριότητα.
  • Χρόνια φλεγμονώδη νοσήματα (π.χ. ρευματοειδής αρθρίτιδα, νόσος Crohn)
    Η συστηματική φλεγμονή μπορεί να επηρεάσει τις τιμές της, ειδικά όταν η νόσος βρίσκεται σε έξαρση.
Προσοχή:
Ακόμη και αν η CRP είναι φυσιολογική, η Lp-PLA2 μπορεί να είναι αυξημένη — διότι αντανακλά τοπική φλεγμονή στην πλάκα.

7.2 Παράγοντες που μειώνουν την Lp-PLA2

  • Στατίνες
    Είναι από τους πιο ισχυρούς παράγοντες μείωσης της Lp-PLA2, συχνά κατά 20–30% ή και περισσότερο.
  • Αναστολείς PCSK9
    Μειώνουν δραστικά την LDL και κατ’ επέκταση την Lp-PLA2.
  • Μεσογειακή διατροφή
    Πλούσια σε ωμέγα-3, λαχανικά, φρούτα και ελαιόλαδο μειώνει την αγγειακή φλεγμονή.
  • Απώλεια βάρους (ιδίως σπλαχνικού λίπους)
  • Συστηματική άσκηση
    Βελτιώνει το λιπιδαιμικό προφίλ και μειώνει το οξειδωτικό στρες.
  • Διακοπή καπνίσματος

7.3 Παράγοντες που δεν επηρεάζουν σημαντικά την Lp-PLA2

  • Ήπιες ιογενείς λοιμώξεις (π.χ. κρυολόγημα)
    Σε αντίθεση με την CRP, η Lp-PLA2 δεν «πετάει» στα ύψη με μια απλή ίωση.
  • Οξύ στρες ή ήπια αφυδάτωση
    Συνήθως δεν μεταβάλλουν τις τιμές.
  • Ώρα της ημέρας
    Η Lp-PLA2 δεν εμφανίζει έντονο κιρκάδιο ρυθμό.
    Παρόλα αυτά, η αιμοληψία γίνεται κατά προτίμηση πρωί και νηστικοί.

7.4 Τι πρέπει να γνωρίζει ο ασθενής πριν την εξέταση;

  • Η νηστεία (8–12 ώρες) βοηθά στη σταθερότητα των λιπιδίων και στην ερμηνεία του αποτελέσματος.
  • Πρέπει να ενημερωθεί το εργαστήριο για φάρμακα που λαμβάνονται (π.χ. στατίνες).
  • Αποφεύγεται η έντονη άσκηση την προηγούμενη ημέρα.
  • Το κάπνισμα πριν την εξέταση μπορεί να αυξήσει ελαφρά τις τιμές.
Συμπέρασμα:
Η Lp-PLA2 είναι σταθερός και αξιόπιστος δείκτης, αλλά επηρεάζεται από παράγοντες όπως η LDL, το κάπνισμα, η παχυσαρκία και η υπολιπιδαιμική θεραπεία.
Η σωστή προετοιμασία και η ενημέρωση του γιατρού εξασφαλίζουν ακριβή και χρήσιμη ερμηνεία.

8️⃣ Πώς χρησιμοποιείται στην παρακολούθηση και στη θεραπευτική απόφαση;

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η Lp-PLA2 μπορεί να βοηθήσει:

  • Στην απόφαση για έναρξη ή εντατικοποίηση υπολιπιδαιμικής αγωγής (στατίνες, νεότερα φάρμακα).
  • Στην παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία – πτώση της Lp-PLA2 μπορεί να συνδέεται με μείωση του κινδύνου.
  • Στον καλύτερο στρωματοποιημένο κίνδυνο (risk stratification) σε ασθενείς με πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου.

Δεν υπάρχει ακόμη «καθολική οδηγία» που να επιβάλλει την εξέταση σε όλους,
ωστόσο χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο σε εξειδικευμένα καρδιολογικά ή λιπιδαιμικά ιατρεία για πιο εξατομικευμένη προσέγγιση.


9️⃣ Συχνές ερωτήσεις ασθενών (FAQ)

9.1 Πονάει η εξέταση Lp-PLA2;

Όχι. Είναι μια απλή αιμοληψία, όπως και οι υπόλοιπες εξετάσεις αίματος.

9.2 Μπορώ να κάνω την εξέταση όποια ώρα θέλω;

Ιδανικά, η λήψη γίνεται πρωινές ώρες με νηστεία 8–12 ωρών.
Τεχνικά μπορεί να γίνει και άλλη ώρα, αλλά καλό είναι να ακολουθούνται οι οδηγίες του γιατρού για πιο αξιόπιστα, συγκρίσιμα αποτελέσματα.

9.3 Αν η Lp-PLA2 μου είναι αυξημένη, χρειάζομαι άμεσα επέμβαση ή στεφανιογραφία;

Όχι απαραίτητα. Η εξέταση δεν δείχνει άμεσα απόφραξη σε συγκεκριμένο αγγείο.
Δείχνει αυξημένη φλεγμονώδη δραστηριότητα στις πλάκες.
Η απόφαση για εξετάσεις όπως στεφανιογραφία, αξονική στεφανιογραφία κ.λπ. ανήκει στον καρδιολόγο,
βάσει συνολικής κλινικής εικόνας.

9.4 Μπορώ να μειώσω την Lp-PLA2 με αλλαγές στον τρόπο ζωής;

Ναι, σε πολλές περιπτώσεις η Lp-PLA2 βελτιώνεται με:

  • διακοπή καπνίσματος,
  • υγιεινή διατροφή (μεσογειακού τύπου),
  • μείωση βάρους,
  • καλή ρύθμιση σακχάρου και πίεσης,
  • συστηματική φαρμακευτική αγωγή όπως έχει συστήσει ο γιατρός.

9.5 Πρέπει να κάνω την εξέταση κάθε χρόνο;

Η συχνότητα ελέγχου είναι εξατομικευμένη.
Σε μερικούς ασθενείς μπορεί να γίνει μία φορά για εκτίμηση κινδύνου,
σε άλλους να επαναλαμβάνεται ανά διαστήματα για παρακολούθηση.
Την τελική απόφαση λαμβάνει πάντα ο θεράπων ιατρός.


🔟 Πότε πρέπει να μιλήσω με τον γιατρό μου;

Επικοινωνήστε με τον γιατρό σας:

  • Αν λάβατε αποτέλεσμα Lp-PLA2 και δεν καταλαβαίνετε τι σημαίνει.
  • Αν έχετε πόνο στο στήθος, δύσπνοια, αίσθημα βάρους ή άλλα ύποπτα συμπτώματα.
  • Αν έχετε ισχυρό οικογενειακό ιστορικό καρδιοπαθειών και δεν έχετε κάνει πρόσφατο πλήρη καρδιομεταβολικό έλεγχο.
  • Αν θέλετε να συζητήσετε τροποποίηση αγωγής (στατίνες, αντιαιμοπεταλιακά, αναστολείς PCSK9 κ.λπ.).

Η Lp-PLA2 είναι ένα χρήσιμο, αλλά εξειδικευμένο εργαλείο.
Η αξία της μέτρησης αναδεικνύεται όταν εντάσσεται σε ένα ολοκληρωμένο πλάνο πρόληψης και παρακολούθησης καρδιαγγειακού κινδύνου.


1️⃣1️⃣ Βιβλιογραφία & αξιόπιστες πηγές

    • Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία – Κατευθυντήριες οδηγίες για καρδιαγγειακή νόσο και πρόληψη.
      https://www.hcs.gr/
    • Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης – Επιστημονικό υλικό, παράγοντες κινδύνου, δυσλιπιδαιμίες.
      https://www.athersclerosis.gr/
    • European Society of Cardiology (ESC) – Guidelines for Cardiovascular Disease Prevention in Clinical Practice.
      https://www.escardio.org/Guidelines
    • American Heart Association (AHA) – Lp-PLA2 biomarker information and cardiovascular risk assessment.
      https://www.heart.org/
    • National Lipid Association (NLA) – Clinical use of advanced lipid and inflammatory biomarkers.
      https://www.lipid.org/
    • PubMed – Peer-reviewed scientific literature για Lp-PLA2, αθηροσκλήρωση και καρδιαγγειακό κίνδυνο.
      https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/?term=Lp-PLA2
    • Mayo Clinic Laboratories – Lp-PLA2 Activity/Mass Test Overview.
      https://www.mayocliniclabs.com/
    • Cleveland Clinic – Biomarkers of Inflammation and Cardiovascular Disease.
      https://my.clevelandclinic.org/

Κλείστε εύκολα εξέταση Lp-PLA2 ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30



Ρευματοειδής-Παράγοντας-RF.jpg

1️⃣ Ρευματοειδής Παράγοντας (RF): Τι είναι και ποιος είναι ο ρόλος του

Ο Ρευματοειδής Παράγοντας (Rheumatoid Factor – RF) είναι ένα αυτοαντίσωμα που στρέφεται εναντίον άλλων αντισωμάτων του ίδιου οργανισμού, συγκεκριμένα του Fc τμήματος των IgG ανοσοσφαιρινών. Πρόκειται για μια ανοσολογική «ανωμαλία» που αντανακλά τη δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, όπου ο οργανισμός αναγνωρίζει λανθασμένα τα ίδια του τα συστατικά ως «ξένα».

Ο RF παράγεται κυρίως από Β-λεμφοκύτταρα και αποτελεί τμήμα της παθοφυσιολογίας πολλών αυτοάνοσων νοσημάτων. Η παρουσία του στο αίμα αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχει χρόνια φλεγμονώδης ή ανοσολογική δραστηριότητα.

Ο πιο συχνός τύπος είναι ο IgM-RF, αλλά υπάρχουν και IgA και IgG μορφές που σε ορισμένες περιπτώσεις σχετίζονται με πιο σοβαρή ή εξωαρθρική ρευματοειδή αρθρίτιδα.

💡 Γρήγορη σύνοψη:
Ο RF είναι ένα αυτοαντίσωμα που μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στη διάγνωση της Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας (RA), αλλά δεν είναι ειδικός δείκτης. Μπορεί να ανιχνευθεί και σε άλλες καταστάσεις, όπως σύνδρομο Sjögren, χρόνια λοιμώδη νοσήματα και ηπατοπάθειες.

Η εξέταση του RF αποτελεί μία από τις πρώτες εργαστηριακές δοκιμές που ζητά ο ρευματολόγος όταν υπάρχει υποψία ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Ο συνδυασμός RF και αντισωμάτων anti-CCP αυξάνει την ευαισθησία και ειδικότητα της διάγνωσης, βοηθώντας στην έγκαιρη ανίχνευση και πρόγνωση της νόσου.

Στην κλινική πράξη, η ανίχνευση του RF δεν είναι μόνο διαγνωστική αλλά και προγνωστική: υψηλοί τίτλοι σχετίζονται με μεγαλύτερη πιθανότητα εξωαρθρικών εκδηλώσεων (π.χ. πνευμονίτιδα, αγγειίτιδα, οζώδης ρευματοειδής νόσος) και πιο επιθετική πορεία της αρθρίτιδας.

Εκτός της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, θετικός RF μπορεί να παρατηρηθεί και σε:

  • Σύνδρομο Sjögren
  • Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο (ΣΕΛ)
  • Χρόνια ηπατίτιδα B ή C
  • Χρόνιες βακτηριακές ή ιογενείς λοιμώξεις
  • Κακοήθειες ή πολυκλωνική υπεργαμμασφαιριναιμία

Η ερμηνεία του αποτελέσματος RF απαιτεί ιατρική εκτίμηση και συσχέτιση με την κλινική εικόνα, καθώς ένα θετικό αποτέλεσμα δεν σημαίνει πάντα ρευματοειδή αρθρίτιδα.

🔬 Παράδειγμα: Ένα άτομο 60 ετών με ήπιο πόνο στις αρθρώσεις και RF 20 IU/mL δεν διαγιγνώσκεται αυτόματα με RA. Ο γιατρός θα εξετάσει συμπτώματα, CRP, anti-CCP και ακτινολογικά ευρήματα πριν θέσει διάγνωση.

2️⃣ Γιατί ζητείται η εξέταση Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF);

Η εξέταση του Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF) ζητείται κυρίως όταν υπάρχει υποψία Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας ή άλλων αυτοάνοσων φλεγμονωδών νοσημάτων. Δεν είναι αποκλειστικά διαγνωστική, αλλά αποτελεί σημαντικό κομμάτι της συνολικής αξιολόγησης ενός ασθενούς με αρθρικά ή συστηματικά συμπτώματα.

🔹 Κύριοι λόγοι για τη διενέργεια της εξέτασης

  • Διάγνωση Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας (RA): η παρουσία RF ενισχύει την υποψία RA, ειδικά όταν συνυπάρχουν αρθρικά οιδήματα, πρωινή δυσκαμψία και συμμετρική πολυαρθρίτιδα.
  • Διαφορική διάγνωση: βοηθά στη διάκριση της RA από άλλες μορφές αρθρίτιδας όπως η ψωριασική ή η σπονδυλαρθρίτιδα.
  • Προγνωστική ένδειξη: υψηλοί τίτλοι RF σχετίζονται με πιο επιθετική πορεία της νόσου, εμφάνιση ρευματοειδών οζιδίων και εξωαρθρικών εκδηλώσεων.
  • Εντοπισμός άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων: π.χ. Σύνδρομο Sjögren, ΣΕΛ ή Μικτή Νοσήματος Συνδετικού Ιστού.
  • Αξιολόγηση χρόνιας φλεγμονής ή ανοσολογικής δραστηριότητας: ο RF μπορεί να είναι δείκτης μακροχρόνιας ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού.
📌 Σημείωση: Η εξέταση RF δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως εργαλείο προσυμπτωματικού ελέγχου (screening) σε υγιή άτομα. Η θετικότητα χωρίς κλινικά ευρήματα είναι συνήθως τυχαία και δεν υποδηλώνει απαραίτητα νόσο.

🩺 Σε ποιες περιπτώσεις ο γιατρός μπορεί να τη ζητήσει:

  • Επί επίμονου πόνου ή διόγκωσης μικρών αρθρώσεων (χέρια, καρποί, πόδια)
  • Σε πρωινή δυσκαμψία που διαρκεί πάνω από 30 λεπτά
  • Όταν υπάρχει συμμετρική πολυαρθρίτιδα
  • Σε παρουσία ξηροφθαλμίας ή ξηροστομίας (ύποπτο Sjögren)
  • Σε ανεξήγητη φλεγμονώδη καταβολή ή χρόνια αύξηση ΤΚΕ/CRP

Συνολικά, η ανίχνευση RF έχει μεγάλη διαγνωστική αξία όταν συνδυάζεται με anti-CCP, CRP, ΤΚΕ και κλινική εξέταση. Ο γιατρός αξιολογεί πάντα το αποτέλεσμα στο πλαίσιο των συνοδών ευρημάτων και όχι απομονωμένα.

3️⃣ Πότε προτείνεται να γίνει η εξέταση Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF);

Η μέτρηση του Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF) προτείνεται όταν ο ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα ή κλινικά σημεία που εγείρουν υποψία ρευματοειδούς ή άλλης φλεγμονώδους αρθρίτιδας. Δεν ενδείκνυται για τυχαίο έλεγχο χωρίς ενδείξεις ή οικογενειακό ιστορικό.

🔹 Κύριες ενδείξεις για τον έλεγχο RF

  • Επίμονη πρωινή δυσκαμψία άνω των 30 λεπτών στις μικρές αρθρώσεις (δάκτυλα, καρποί, μετακαρπιοφαλαγγικές).
  • Αίσθημα οιδήματος ή πρηξίματος αρθρώσεων με ερυθρότητα και θερμότητα.
  • Παρουσία συμμετρικής πολυαρθρίτιδας (ίδια αρθρώσεις δεξιά και αριστερά).
  • Εργαστηριακή ένδειξη φλεγμονής (αυξημένη ΤΚΕ ή CRP) χωρίς εμφανή αιτία.
  • Ύποπτα εξωαρθρικά συμπτώματα όπως ξηροφθαλμία, ξηροστομία, κόπωση, δερματικά εξανθήματα.
  • Όταν υπάρχει υποψία Συνδρόμου Sjögren ή Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου.

📅 Παραδείγματα κλινικών σεναρίων

🔸 Ασθενής 45 ετών με συμμετρικό πόνο στις αρθρώσεις των χεριών, οίδημα και δυσκαμψία πρωινών ωρών → σύσταση για RF και anti-CCP.

🔸 Γυναίκα 50 ετών με ξηροστομία και αίσθημα «άμμου» στα μάτια → RF μαζί με αντι-SSA/SSB για έλεγχο Sjögren.

Η εξέταση RF έχει χαμηλή προγνωστική αξία όταν γίνεται προληπτικά σε υγιή άτομα, αλλά υψηλή αξία όταν συνδυάζεται με συμπτώματα και κλινικά σημεία που παραπέμπουν σε ρευματολογική πάθηση.

📌 Συμπέρασμα: Η εξέταση RF προτείνεται μόνο όταν υπάρχει τεκμηριωμένη κλινική υποψία. Δεν ενδείκνυται ως ρουτίνα, καθώς θετικά αποτελέσματα μπορεί να παρατηρηθούν και σε υγιείς ή σε μη ρευματολογικά νοσήματα.

αση

  • Νηστεία: δεν απαιτείται.
  • Φάρμακα: ενημερώστε για ανοσοκατασταλτικά ή βιολογικούς παράγοντες.
  • Ώρα λήψης: οποιαδήποτε, κατά προτίμηση πρωινές ώρες.

4️⃣ Προετοιμασία πριν την εξέταση Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF)

Η εξέταση του Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF) είναι απλή αιματολογική δοκιμή που δεν απαιτεί ιδιαίτερη προετοιμασία. Ωστόσο, η σωστή ενημέρωση του ασθενούς και η ορθή συλλογή δείγματος συμβάλλουν στη διασφάλιση αξιόπιστων αποτελεσμάτων.

🔹 Οδηγίες προετοιμασίας

  • Νηστεία: Δεν απαιτείται. Ο ασθενής μπορεί να φάει κανονικά.
  • Φάρμακα: Ενημερώστε τον γιατρό αν λαμβάνετε αντιφλεγμονώδη, ανοσοκατασταλτικά ή βιολογικούς παράγοντες, γιατί μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα RF.
  • Ώρα λήψης: Η αιμοληψία μπορεί να γίνει οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, προτιμότερα το πρωί (07:00–10:00).
  • Σωματική κατάσταση: Αποφύγετε έντονη άσκηση ή στρες την προηγούμενη ημέρα, γιατί μπορεί να αυξήσουν παροδικά φλεγμονώδεις δείκτες.
  • Άλλες εξετάσεις: Εάν πρόκειται να πραγματοποιηθούν και άλλες αιματολογικές εξετάσεις, προτιμάται να γίνουν με την ίδια αιμοληψία για πληρέστερη αξιολόγηση.
ℹ️ Χρήσιμη συμβουλή:
Αν συνδυάζεται με εξετάσεις που απαιτούν νηστεία (π.χ. σάκχαρο, λιπίδια, ινσουλίνη), τότε η RF μπορεί να γίνει ταυτόχρονα χωρίς να επηρεαστεί το αποτέλεσμα.

🧪 Πρακτικά βήματα πριν την αιμοληψία

  1. Ενημερώστε το εργαστήριο για τυχόν φαρμακευτική αγωγή ή πρόσφατες λοιμώξεις.
  2. Καθίστε ήρεμα 5–10 λεπτά πριν την αιμοληψία.
  3. Πιείτε λίγο νερό πριν τη λήψη για καλύτερη φλεβική πρόσβαση.
⚠️ Προσοχή: Αν έχετε κάνει πρόσφατα θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή βιολογικούς παράγοντες (π.χ. adalimumab, infliximab), ενημερώστε το γιατρό — μπορεί να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα RF.

5️⃣ Διαδικασία εξέτασης Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF)

Η εξέταση του Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF) είναι απλή, ανώδυνη και γρήγορη αιματολογική εξέταση. Πραγματοποιείται στο μικροβιολογικό εργαστήριο με δειγματοληψία φλεβικού αίματος και ανάλυση σε εξειδικευμένο αναλυτή.

🔹 Βήμα προς βήμα

  1. Ο ασθενής κάθεται άνετα και γίνεται λήψη μικρής ποσότητας φλεβικού αίματος από το χέρι (συνήθως από την φλέβα του βραχίονα).
  2. Το δείγμα συλλέγεται σε σωληνάριο χωρίς αντιπηκτικό και αποστέλλεται για ανάλυση στον ανοσοχημικό ή νεφελομετρικό αναλυτή.
  3. Η ανάλυση βασίζεται στη δέσμευση του RF με ανοσοσυμπλέγματα IgG και την ανίχνευση της αντίδρασης με φωτομετρική ή ανοσολογική μέθοδο.
  4. Το αποτέλεσμα εκφράζεται σε διεθνείς μονάδες ανά mL (IU/mL).

🧬 Χρησιμοποιούμενες μέθοδοι:

  • Νεφελομετρία ή τουρβιδιμετρία
  • ELISA (Enzyme-Linked Immunosorbent Assay)
  • Ανοσοχημειοφωταύγεια (CLIA)
  • Latex agglutination (παλαιότερη τεχνική, λιγότερο ειδική)

Ο χρόνος ανάλυσης εξαρτάται από το εργαστήριο, αλλά τα αποτελέσματα είναι συνήθως διαθέσιμα την ίδια ημέρα ή εντός 24 ωρών. Σε σύγχρονα εργαστήρια όπως το Μικροβιολογικό Λαμία, η μέτρηση γίνεται με ανοσοχημική μέθοδο υψηλής ευαισθησίας και ακρίβειας.

⚠️ Εργαστηριακή παρατήρηση: Ο RF μπορεί να αυξηθεί παροδικά σε περιπτώσεις οξείας λοίμωξης ή έντονης φλεγμονής. Αν υπάρχει αμφιβολία, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει επανάληψη μετά από 2–4 εβδομάδες.

6️⃣ Τιμές αναφοράς και μονάδες μέτρησης Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF)

Τα αποτελέσματα του Ρευματοειδούς Παράγοντα εκφράζονται σε διεθνείς μονάδες ανά mL (IU/mL). Οι φυσιολογικές τιμές μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τη μέθοδο και τον τύπο του αναλυτή που χρησιμοποιεί το κάθε εργαστήριο.

🔹 Ενδεικτικές τιμές αναφοράς

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
Εύρος τιμώνΑποτέλεσμαΕρμηνεία
< 14 IU/mLΑρνητικόςΦυσιολογικό εύρος
14–30 IU/mLΟριακός ή χαμηλός τίτλοςΠιθανή ή ήπια ανοσολογική δραστηριότητα
> 30 IU/mLΘετικόςΣυμβατός με ρευματοειδή αρθρίτιδα ή άλλο αυτοάνοσο

*Οι τιμές ενδέχεται να διαφέρουν μεταξύ εργαστηρίων ανάλογα με τη μέθοδο (ELISA, CLIA, νεφελομετρία).

📈 Τι επηρεάζει τα επίπεδα RF

  • Ηλικία (>65 ετών μπορεί να εμφανίζουν ελαφρώς αυξημένα επίπεδα χωρίς νόσο).
  • Φάρμακα (ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, βιολογικοί παράγοντες).
  • Χρόνιες λοιμώξεις (π.χ. ηπατίτιδες, ενδοκαρδίτιδα, φυματίωση).
  • Αυτοάνοσα νοσήματα (ΣΕΛ, Sjögren, σκληρόδερμα).
📌 Σημαντικό: Η παρουσία θετικού RF δεν αρκεί από μόνη της για διάγνωση Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας. Ο γιατρός συνεκτιμά κλινικά, εργαστηριακά και απεικονιστικά δεδομένα.

7️⃣ Ερμηνεία αποτελεσμάτων Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF)

Η σωστή ερμηνεία της εξέτασης του Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF) απαιτεί πάντα τη συσχέτιση με τα συμπτώματα, το ιατρικό ιστορικό και άλλες εργαστηριακές εξετάσεις. Η παρουσία ή απουσία RF από μόνη της δεν αρκεί για διάγνωση.

🔹 Αρνητικός RF

  • Τιμή κάτω από 14 IU/mL θεωρείται φυσιολογική.
  • Δεν αποκλείει τη διάγνωση ρευματοειδούς αρθρίτιδας — περίπου 20–30% των ασθενών έχουν αρνητικό RF (οροαρνητική μορφή).
  • Η παρουσία αρνητικού RF με θετικά anti-CCP αντισώματα είναι συχνή στα πρώτα στάδια της νόσου.

🔹 Θετικός RF χαμηλού τίτλου (14–30 IU/mL)

  • Μπορεί να εμφανιστεί σε χρόνιες λοιμώξεις (π.χ. ηπατίτιδες B/C, ενδοκαρδίτιδα).
  • Συχνά παρατηρείται σε ηλικιωμένους χωρίς ενεργή ρευματολογική νόσο.
  • Απαιτεί επαναληπτικό έλεγχο και συνεκτίμηση με CRP και anti-CCP.

🔹 Θετικός RF υψηλού τίτλου (>30 IU/mL)

  • Συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας.
  • Συχνά υποδηλώνει πιο επιθετική μορφή της νόσου με εξωαρθρικές εκδηλώσεις (π.χ. πνευμονικές, δερματικές, αγγειακές).
  • Σχετίζεται με μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης ρευματοειδών οζιδίων.

🔹 Πολύ υψηλές τιμές RF (>100 IU/mL)

  • Συνήθως παρατηρούνται σε προχωρημένα στάδια RA ή Σύνδρομο Felty.
  • Ενδέχεται να συνοδεύονται από αναιμία, αυξημένη ΤΚΕ/CRP και ενεργή φλεγμονή.
⚠️ Παράδειγμα ερμηνείας:
RF = 80 IU/mL, CRP = 25 mg/L, anti-CCP θετικό → Υψηλή πιθανότητα ενεργού ρευματοειδούς αρθρίτιδας.
RF = 20 IU/mL, CRP φυσιολογική, anti-CCP αρνητικό → Μη ειδικό εύρημα, απαιτεί κλινική επανεκτίμηση.

📌 Συνοψίζοντας:

  • Ο RF είναι ευαίσθητος αλλά όχι ειδικός δείκτης για τη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα.
  • Η συνδυασμένη εκτίμηση με anti-CCP αυξάνει την ακρίβεια της διάγνωσης.
  • Η παρακολούθηση RF μπορεί να βοηθήσει στην εκτίμηση πρόγνωσης, όχι όμως στη βραχυπρόθεσμη πορεία της νόσου.

8️⃣ Ψευδώς θετικά αποτελέσματα και άλλες αιτίες αυξημένου Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF)

Ένα θετικό αποτέλεσμα στη μέτρηση του Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF) δεν σημαίνει πάντα ρευματοειδή αρθρίτιδα. Ο δείκτης μπορεί να αυξηθεί και σε πλήθος άλλων καταστάσεων, τόσο αυτοάνοσων όσο και λοιμωδών ή ηπατικών νοσημάτων.

🔹 Συχνότερες αιτίες ψευδώς θετικού RF

  • Σύνδρομο Sjögren — έως 90% των ασθενών εμφανίζουν θετικό RF.
  • Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ) — περίπου 20–30% παρουσιάζουν θετικό RF χωρίς RA.
  • Χρόνιες ιογενείς λοιμώξεις: Ηπατίτιδα B και C, HIV, λοιμώδης μονοπυρήνωση.
  • Βακτηριακές λοιμώξεις: Ενδοκαρδίτιδα, φυματίωση, λέπρα.
  • Χρόνιες ηπατοπάθειες: Κίρρωση, χρόνια ενεργός ηπατίτιδα, πρωτοπαθής χολική χολαγγειίτιδα.
  • Νεοπλασματικά νοσήματα: Λεμφώματα, πολλαπλό μυέλωμα.
  • Ηλικία: Σε ποσοστό έως 10–15% των υγιών ατόμων άνω των 65 ετών, ο RF μπορεί να είναι ελαφρώς αυξημένος χωρίς παθολογική σημασία.
🧠 Επιστημονική σημείωση:
Ο μηχανισμός παραγωγής RF σε λοιμώξεις πιθανώς σχετίζεται με τη διέγερση των Β-λεμφοκυττάρων λόγω παρατεταμένης αντιγονικής διέγερσης. Αυτό οδηγεί σε παραγωγή αυτοαντισωμάτων χωρίς την ύπαρξη ρευματοειδούς νόσου.

📊 Διαχωρισμός «αληθώς θετικού» από «ψευδώς θετικό» RF

  • Συνυπολογισμός anti-CCP αντισωμάτων: Αν είναι θετικά, ενισχύεται η διάγνωση RA.
  • Έλεγχος ΤΚΕ και CRP για ενεργό φλεγμονή.
  • Εκτίμηση κλινικών συμπτωμάτων (αρθρίτιδα, δυσκαμψία, οζώδεις αλλοιώσεις).
  • Επανέλεγχος RF μετά από 4–6 εβδομάδες αν υπάρχουν αμφίβολα ευρήματα.
⚠️ Παράδειγμα:
Άνδρας 70 ετών με RF 25 IU/mL και φυσιολογική CRP χωρίς συμπτώματα αρθρίτιδας → πιθανό ψευδώς θετικό αποτέλεσμα λόγω ηλικίας.
Αντίθετα, ασθενής με RF 60 IU/mL και anti-CCP θετικό → υψηλή πιθανότητα πρώιμης RA.
📌 Συνοψίζοντας: Ο RF είναι χρήσιμος δείκτης, αλλά όχι ειδικός. Η σωστή διάγνωση απαιτεί συνδυασμό εργαστηριακών και κλινικών δεδομένων.

9️⃣ RF vs Anti-CCP (Αντισώματα κατά κιτρουλλινοποιημένων πεπτιδίων)

Ο Ρευματοειδής Παράγοντας (RF) και τα αντισώματα anti-CCP αποτελούν τους δύο βασικούς ανοσολογικούς δείκτες που χρησιμοποιούνται στη διάγνωση της Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας (RA). Αν και σχετίζονται με την ίδια νόσο, έχουν διαφορετική ευαισθησία, ειδικότητα και προγνωστική αξία.

🔹 Κύριες διαφορές RF και anti-CCP

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΧαρακτηριστικόΡευματοειδής Παράγοντας (RF)Αντισώματα anti-CCP
Ευαισθησία60–80%60–70%
Ειδικότητα70–80%95–98%
Εμφάνιση στη νόσοΜπορεί να εμφανιστεί αργότεραΣυχνά θετικό πριν τα πρώτα συμπτώματα
Προγνωστική αξίαΜέτριαΥψηλή – συνδέεται με πιο σοβαρή πορεία
Συνδυαστική αξίαΟ συνδυασμός θετικού RF και anti-CCP αυξάνει την ειδικότητα πάνω από 95%

🧬 Βιολογικός ρόλος των anti-CCP

Τα anti-CCP (anti-cyclic citrullinated peptide) αντισώματα αναγνωρίζουν πρωτεΐνες που έχουν υποστεί κιτρουλλινοποίηση — μια χημική μετατροπή που σχετίζεται με τη φλεγμονή των αρθρώσεων στη RA.
Αυτά τα αντισώματα είναι εξαιρετικά ειδικά και μπορούν να ανιχνευθούν χρόνια πριν την έναρξη των συμπτωμάτων.

📊 Κλινική σημασία:

  • Ασθενείς με θετικά anti-CCP έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα διάβρωσης αρθρώσεων.
  • Η ταυτόχρονη θετικότητα RF και anti-CCP αποτελεί ένδειξη πιο επιθετικής μορφής RA.
  • Αρνητικός RF αλλά θετικά anti-CCP → συχνά πρώιμη ή «σιωπηλή» μορφή RA.
📌 Συμπέρασμα: Ο RF είναι χρήσιμος για τη διάγνωση, αλλά τα anti-CCP προσφέρουν υψηλότερη ειδικότητα και προγνωστική ακρίβεια. Ο ιδανικός εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει και τις δύο εξετάσεις.

🔟 Ρευματοειδής Παράγοντας (RF) σε Παιδιά και Εγκυμοσύνη

Η ερμηνεία του Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF) σε παιδιά και εγκύους απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς οι φυσιολογικές ανοσολογικές αποκρίσεις μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από αυτές των ενηλίκων.

👶 Παιδιά (Παιδιατρική ηλικία)

  • Ο RF δεν αποτελεί αξιόπιστο δείκτη για τη διάγνωση παιδιατρικών μορφών αρθρίτιδας, όπως η Νεανική Ιδιοπαθής Αρθρίτιδα (ΝΙΑ).
  • Μόνο περίπου 5–10% των παιδιών με ΝΙΑ εμφανίζουν θετικό RF — αυτή η υποομάδα έχει συνήθως πιο επιθετική και χρόνια πορεία.
  • Η διάγνωση βασίζεται κυρίως σε κλινικά ευρήματα, απεικονιστικό έλεγχο και άλλους δείκτες (CRP, ESR).
💡 Κλινική σημείωση:
Ο RF στα παιδιά πρέπει να αξιολογείται μόνο από παιδορευματολόγο, καθώς οι ψευδώς θετικές τιμές είναι συχνές μετά από λοιμώξεις ή εμβολιασμούς.

🤰 Εγκυμοσύνη

  • Κατά τη διάρκεια της κύησης, η ανοσολογική δραστηριότητα μεταβάλλεται, και σε ορισμένες γυναίκες με ρευματοειδή αρθρίτιδα παρατηρείται βελτίωση των συμπτωμάτων.
  • Ο RF δεν επηρεάζεται σημαντικά από την εγκυμοσύνη, ωστόσο οι τιμές CRP και άλλοι φλεγμονώδεις δείκτες μπορεί να παρουσιάζουν φυσιολογικές μεταβολές.
  • Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τιμές RF μπορεί να μειωθούν προσωρινά λόγω της ανοσοκατασταλτικής επίδρασης της κύησης.
⚠️ Προσοχή: Η επανεμφάνιση ή επιδείνωση των συμπτωμάτων συνήθως παρατηρείται μετά τον τοκετό. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση και συντονισμός με ρευματολόγο.

Ο RF σε αυτές τις κατηγορίες ασθενών χρησιμοποιείται επικουρικά και όχι ως κύριο διαγνωστικό εργαλείο. Η εκτίμηση γίνεται πάντα σε συνδυασμό με το ιστορικό, τη φυσική εξέταση και άλλες εξετάσεις αίματος.

📌 Συμπέρασμα: Ο Ρευματοειδής Παράγοντας σε παιδιά και εγκύους πρέπει να αξιολογείται εξατομικευμένα. Η παρουσία ή απουσία του δεν επιβεβαιώνει ούτε αποκλείει νόσο χωρίς την παράλληλη κλινική εκτίμηση.

1️⃣1️⃣ Παρακολούθηση και επανάληψη της εξέτασης Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF)

Η εξέταση του Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF) δεν αποτελεί ρουτίνα παρακολούθησης της Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας, καθώς τα επίπεδά του δεν αντικατοπτρίζουν πάντα τη δραστηριότητα της νόσου. Παρόλα αυτά, μπορεί να επαναλαμβάνεται σε ορισμένες περιπτώσεις για διαγνωστική επιβεβαίωση ή αξιολόγηση πορείας.

🔹 Πότε συνιστάται επανάληψη

  • Όταν τα πρώτα αποτελέσματα είναι οριακά ή ασθενώς θετικά και υπάρχουν κλινικές ενδείξεις ρευματολογικής νόσου.
  • Σε ασθενείς με αρχικά αρνητικό RF αλλά επιδεινούμενη αρθρίτιδα, για αποκλεισμό πρώιμης ή οροαρνητικής μορφής.
  • Μετά από θεραπευτική έναρξη με ανοσοκατασταλτικά ή βιολογικούς παράγοντες, ώστε να παρακολουθηθεί η ανοσολογική απάντηση.
  • Σε συνδυασμό με anti-CCP, CRP και ΤΚΕ για εκτίμηση συνολικής φλεγμονώδους δραστηριότητας.

📈 Χρήση RF στην παρακολούθηση

  • Ο RF είναι σταθερός δείκτης και δεν μεταβάλλεται άμεσα με τη φαρμακευτική αγωγή ή τις εξάρσεις της νόσου.
  • Σημαντική μείωση τίτλου μπορεί να υποδηλώνει μακροχρόνια ύφεση ή ανταπόκριση στη θεραπεία.
  • Αύξηση τίτλου δεν σημαίνει αυτόματα επιδείνωση, εκτός αν συνοδεύεται από αύξηση CRP ή επιδείνωση συμπτωμάτων.
📌 Παράδειγμα:
Ασθενής με RA υπό αγωγή παρουσιάζει RF σταθερό στα 60 IU/mL, αλλά φυσιολογική CRP και ύφεση συμπτωμάτων → δεν απαιτείται αλλαγή θεραπείας.
Αντίθετα, αύξηση RF μαζί με ενεργή φλεγμονή και πόνο αρθρώσεων μπορεί να υποδηλώνει επανενεργοποίηση της νόσου.

🧭 Συνοδευτικές εξετάσεις που συνιστώνται

  • Αντισώματα anti-CCP: προγνωστικά και διαγνωστικά συμπληρωματικά.
  • CRP και ΤΚΕ: δείκτες οξείας φλεγμονής και δραστηριότητας.
  • Ακτινογραφία ή υπέρηχος αρθρώσεων: για αξιολόγηση διαβρώσεων και παραμόρφωσης.
  • Αντισώματα ANA: σε περίπτωση υποψίας συνυπάρχοντος αυτοάνοσου νοσήματος.
💡 Συμπέρασμα: Ο RF δεν χρησιμοποιείται ως δείκτης παρακολούθησης δραστηριότητας της RA, αλλά συμβάλλει στην εκτίμηση πρόγνωσης και μακροχρόνιας πορείας. Η επανάληψή του κρίνεται αναγκαία μόνο σε συγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις.

1️⃣2️⃣ Συχνές Ερωτήσεις (FAQ) για τον Ρευματοειδή Παράγοντα (RF)

Ακολουθούν απαντήσεις σε συνήθεις απορίες ασθενών σχετικά με την εξέταση του Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF), τη σημασία του και την ερμηνεία των αποτελεσμάτων.

1️⃣ Χρειάζεται νηστεία πριν την εξέταση RF;
Όχι. Η εξέταση δεν απαιτεί νηστεία και μπορεί να γίνει οποιαδήποτε ώρα της ημέρας.
2️⃣ Αν έχω αρνητικό RF, αποκλείεται η ρευματοειδής αρθρίτιδα;
Όχι. Περίπου 1 στους 4 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα έχει αρνητικό RF (οροαρνητική μορφή). Απαιτείται εκτίμηση anti-CCP και κλινικών ευρημάτων.
3️⃣ Μπορεί να έχω θετικό RF χωρίς να έχω ρευματοειδή αρθρίτιδα;
Ναι. Ο RF μπορεί να είναι θετικός σε άλλες καταστάσεις όπως σύνδρομο Sjögren, χρόνια ηπατίτιδα, λοιμώξεις ή και σε ηλικιωμένους χωρίς νόσο.
4️⃣ Αν αυξηθεί ο RF, σημαίνει ότι επιδεινώνεται η νόσος;
Όχι απαραίτητα. Ο RF δεν αντανακλά πάντα τη δραστηριότητα της νόσου. Η εκτίμηση γίνεται με CRP, ΤΚΕ και κλινική εικόνα.
5️⃣ Τι σημαίνει πολύ υψηλός RF (>100 IU/mL);
Συνήθως συνδέεται με πιο επιθετική μορφή ρευματοειδούς αρθρίτιδας και εξωαρθρικές εκδηλώσεις, αλλά απαιτεί κλινική επιβεβαίωση.
6️⃣ Μπορεί να μειωθεί ο RF με τη θεραπεία;
Ναι, σε κάποιες περιπτώσεις ο τίτλος RF μειώνεται μετά από μακροχρόνια θεραπεία ή ύφεση της νόσου, αλλά αυτό δεν αποτελεί πρωτεύον δείκτη ανταπόκρισης.
7️⃣ Ποια είναι η διαφορά RF και anti-CCP;
Τα αντισώματα anti-CCP είναι πιο ειδικά για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και μπορούν να εμφανιστούν πριν από τα πρώτα συμπτώματα. Ο συνδυασμός τους με RF αυξάνει την ακρίβεια της διάγνωσης.
8️⃣ Μπορεί λοιμώξεις να προκαλέσουν θετικό RF;
Ναι. Ορισμένες χρόνιες λοιμώξεις, όπως ηπατίτιδες ή ενδοκαρδίτιδα, μπορούν να αυξήσουν προσωρινά τα επίπεδα RF χωρίς να υπάρχει αυτοάνοσο νόσημα.
9️⃣ Πόσο γρήγορα βγαίνουν τα αποτελέσματα;
Συνήθως εντός της ίδιας ημέρας ή μέσα σε 24 ώρες, ανάλογα με τη ροή του μικροβιολογικού εργαστηρίου.
🔟 Μπορεί ο RF να βοηθήσει στην πρόγνωση της νόσου;
Ναι. Οι ασθενείς με υψηλό RF έχουν αυξημένη πιθανότητα ανάπτυξης εξωαρθρικών εκδηλώσεων και πιο χρόνιας πορείας.
📌 Συνοψίζοντας: Ο Ρευματοειδής Παράγοντας είναι ένα χρήσιμο αλλά μη ειδικό αυτοαντίσωμα. Η αξία του μεγιστοποιείται όταν αξιολογείται μαζί με anti-CCP, CRP, ΤΚΕ και την κλινική εικόνα του ασθενούς.

1️⃣3️⃣ Κλείστε εξέταση Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF) ή δείτε όλες τις εξετάσεις

Κλείστε εύκολα εξέταση Ρευματοειδούς Παράγοντα (RF) ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

1️⃣4️⃣ Βιβλιογραφία & Πηγές

  1. Ελληνική Ρευματολογική Εταιρεία (ΕΡΕ) – Κατευθυντήριες οδηγίες για τη διάγνωση και θεραπεία της Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας.
    Διαθέσιμο στο:
    https://www.ere.gr
  2. Ελληνική Εταιρεία Αντιρευματικού Αγώνα (ΕΛΕΑΝΑ) – Πληροφορίες για τη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα και τους διαθέσιμους βιολογικούς παράγοντες.
    https://www.arthritis.org.gr
  3. Ελληνικό Υπουργείο Υγείας – ΕΟΠΥΥ – Τιμοκατάλογος και κάλυψη της εξέτασης Ρευματοειδούς Παράγοντα.
    https://www.eopyy.gov.gr
  4. Smolen JS, et al. Rheumatoid arthritis. The Lancet 2016; 388(10055):2023–2038.
    PubMed link
  5. Aletaha D, et al. 2010 Rheumatoid Arthritis Classification Criteria: An ACR/EULAR Collaborative Initiative.
    Ann Rheum Dis. 2010;69(9):1580–1588.
    DOI:10.1136/ard.2010.138461
  6. NICE Guidelines (NG100): Rheumatoid arthritis in adults – diagnosis and management.
    https://www.nice.org.uk/guidance/ng100
  7. UpToDate: Evaluation of rheumatoid factor and anti-CCP antibodies in rheumatologic diseases.
    UpToDate.com
  8. Johns Hopkins Arthritis Center: Rheumatoid Factor Test Information.
    hopkinsarthritis.org
  9. Ελληνική Εταιρεία Εσωτερικής Παθολογίας: Οδηγίες για τη χρήση αυτοαντισωμάτων στη ρευματολογία.
    https://www.pathology.gr
  10. MedlinePlus (U.S. National Library of Medicine): Rheumatoid factor test – clinical significance and interpretation.
    medlineplus.gov

Οι παραπάνω πηγές συνδυάζουν ελληνικές ιατρικές οδηγίες με διεθνείς επιστημονικές αναφορές για τη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα και τον Ρευματοειδή Παράγοντα (RF).
Το περιεχόμενο ελέγχθηκε και επιμελήθηκε σύμφωνα με τα δεδομένα της Ελληνικής Ρευματολογικής Εταιρείας και των διεθνών οργανισμών ACR/EULAR.







Υψηλή-Χοληστερίνη.jpg

Υψηλή Χοληστερίνη: Τι σημαίνει, πότε είναι επικίνδυνη & πώς ρυθμίζεται σωστά (Ιατρικός οδηγός)

Τελευταία ενημέρωση:

Σύντομη περίληψη:
Η υψηλή χοληστερίνη – και κυρίως η αυξημένη LDL
αποτελεί βασικό παράγοντα κινδύνου για
έμφραγμα και εγκεφαλικό.
Δεν υπάρχει μία «φυσιολογική» τιμή για όλους:
οι στόχοι LDL εξαρτώνται από τον
συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η σωστή ρύθμιση βασίζεται σε
διατροφή, άσκηση, επανέλεγχο
και, όταν χρειάζεται, σε
φαρμακευτική αγωγή.



1

Τι είναι η χοληστερίνη και γιατί ανεβαίνει

Η υψηλή χοληστερίνη γίνεται επικίνδυνη όταν η LDL παραμένει πάνω από τους εξατομικευμένους στόχους για μήνες ή χρόνια, προκαλώντας αθηροσκλήρυνση χωρίς συμπτώματα.

Η χοληστερίνη είναι λιπίδιο που παράγεται κυρίως από το
ήπαρ και είναι απολύτως απαραίτητο για τον οργανισμό.
Συμμετέχει στη δομή των κυτταρικών μεμβρανών,
στη σύνθεση στεροειδών ορμονών,
στην παραγωγή της βιταμίνης D
και στον σχηματισμό χολικών οξέων
που επιτρέπουν την πέψη των λιπαρών.

Όταν όμως τα επίπεδά της στο αίμα αυξηθούν πέρα από τα επιθυμητά όρια,
ξεκινά σταδιακά η διαδικασία της αθηροσκλήρυνσης,
με συσσώρευση λίπους στα τοιχώματα των αρτηριών
και αύξηση του κινδύνου για έμφραγμα
και εγκεφαλικό επεισόδιο.

Στο αίμα, η χοληστερίνη δεν κυκλοφορεί ελεύθερη,
αλλά μεταφέρεται μέσω λιποπρωτεϊνών:

  • LDL (Low-Density Lipoprotein):
    η λεγόμενη «κακή» χοληστερίνη.
    Όταν αυξηθεί, διεισδύει στο αγγειακό τοίχωμα
    και συμβάλλει στον σχηματισμό
    αθηρωματικών πλακών.
  • HDL (High-Density Lipoprotein):
    η «καλή» χοληστερίνη.
    Συλλέγει την περίσσεια χοληστερίνης από τους ιστούς
    και τη μεταφέρει πίσω στο ήπαρ για αποβολή.
  • VLDL & τριγλυκερίδια:
    σχετίζονται κυρίως με τη μεταφορά ενέργειας
    και όταν αυξάνονται, επιβαρύνουν έμμεσα
    το αθηρογόνο φορτίο.

Τι να θυμάστε

  • Η υψηλή LDL δεν προκαλεί συμπτώματα στα αρχικά στάδια.
  • Η αγγειακή βλάβη εξελίσσεται σιωπηλά για χρόνια.
  • Η αύξηση της χοληστερίνης οφείλεται συνήθως σε
    κληρονομικότητα, διατροφή,
    καθιστική ζωή, παχυσαρκία
    ή υποκείμενα νοσήματα
    (π.χ. υποθυρεοειδισμός, ΧΝΝ).
  • Ο προληπτικός έλεγχος και η έγκαιρη παρέμβαση
    μειώνουν δραστικά τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού.

Η ερμηνεία της χοληστερίνης δεν πρέπει να γίνεται ποτέ απομονωμένα.
Αξιολογείται πάντα σε συνδυασμό με τον
συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο
(ηλικία, φύλο, κάπνισμα, αρτηριακή πίεση, σάκχαρο),
ώστε να καθοριστεί σωστά η ανάγκη για
παρέμβαση ή θεραπεία.

2

Πότε θεωρείται υψηλή η χοληστερίνη – Στόχοι LDL ανά καρδιαγγειακό κίνδυνο

Δεν υπάρχει μία ενιαία «φυσιολογική» τιμή χοληστερίνης για όλους.
Το αν μια τιμή LDL θεωρείται αυξημένη εξαρτάται από τον
συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο κάθε ατόμου,
ο οποίος διαμορφώνεται από την ηλικία, το φύλο,
το κάπνισμα, την αρτηριακή πίεση,
την παρουσία σακχαρώδη διαβήτη
και το ιστορικό καρδιοαγγειακής νόσου.

Σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες οδηγίες
ESC/EAS (2023)
και την Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρυνσης,
οι θεραπευτικοί στόχοι βασίζονται κυρίως στη
LDL-χοληστερίνη
και όχι στην ολική χοληστερίνη,
καθώς η LDL αποτελεί τον κύριο αθηρογόνο παράγοντα.

Πότε απαιτείται άμεση ιατρική εκτίμηση
LDL >190 mg/dL, πολύ υψηλή Lp(a), συνδυασμός με πόνο στο στήθος,
δύσπνοια ή ιστορικό εμφράγματος απαιτούν άμεση αξιολόγηση
και όχι απλή παρακολούθηση.
↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα.
Κατηγορία κινδύνουΤυπικά παραδείγματαΣτόχος LDL (mg/dL)Απαιτούμενη μείωση
Χαμηλός / ΜέτριοςΧωρίς διαβήτη ή καρδιοπάθεια, λίγοι παράγοντες κινδύνου<115≈30%
ΥψηλόςΣακχαρώδης διαβήτης, ΧΝΝ, SCORE2 ≥5%<70≥50%
Πολύ υψηλόςΣτεφανιαία νόσος, ΑΕΕ, ΠΑΝ, FH με καρδιοπάθεια<5550–60%
Ακραίος κίνδυνοςΠρόσφατο έμφραγμα ή πολλαπλά καρδιαγγειακά επεισόδια<40≥65%

Κλινικά σημαντικό

  • Η ολική χοληστερίνη από μόνη της έχει περιορισμένη
    προγνωστική αξία.
  • Ο πραγματικός αθηρογόνος κίνδυνος εκτιμάται καλύτερα με
    LDL-C, non-HDL-C και apoB,
    ιδιαίτερα σε άτομα με διαβήτη ή αυξημένα τριγλυκερίδια.
  • Παράδειγμα: Άνδρας 55 ετών με διαβήτη και υπέρταση,
    LDL 145 mg/dL → στόχος <70 mg/dL.
    Με στατίνη + εζετιμίμπη
    επιτυγχάνεται συνήθως μείωση 50–60%
    και ουσιαστική πρόληψη εμφράγματος.

Η LDL υπολογίζεται συνήθως με εξίσωση (Friedewald)
ή με άμεση μέτρηση.
Για αξιόπιστη παρακολούθηση,
ο επανέλεγχος πρέπει να γίνεται
στο ίδιο εργαστήριο
και υπό σταθερές συνθήκες
(νηστεία, ίδια φαρμακευτική αγωγή, σταθερή δίαιτα).


3

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο από υψηλή χοληστερίνη

Η αυξημένη χοληστερίνη δεν συνεπάγεται τον ίδιο κίνδυνο για όλους.
Ο πραγματικός καρδιαγγειακός κίνδυνος προκύπτει από τον συνδυασμό
κληρονομικότητας, συνυπαρχουσών παθήσεων
και τρόπου ζωής.
Η έγκαιρη αναγνώριση των ομάδων υψηλού κινδύνου
επιτρέπει στοχευμένη πρόληψη,
πριν εμφανιστούν μη αναστρέψιμες αγγειακές βλάβες.

Σε γενικές γραμμές, μεγαλύτερο κίνδυνο εμφανίζουν άτομα με:

  • Γενετική προδιάθεση, όπως
    οικογενής υπερχοληστερολαιμία (FH),
    με πολύ υψηλή LDL από νεαρή ηλικία
    (>190 mg/dL στους ενήλικες, >160 mg/dL στα παιδιά),
    καθώς και άτομα με πρόωρη καρδιοπάθεια
    σε συγγενή πρώτου βαθμού
    (άνδρες <55 ετών, γυναίκες <65 ετών).
  • Αυξημένη Lp(a), έναν κληρονομικό δείκτη
    που αυξάνει ανεξάρτητα τον κίνδυνο εμφράγματος,
    ακόμη και όταν η LDL φαίνεται «φυσιολογική».
  • Σακχαρώδη διαβήτη (τύπου 1 ή 2),
    όπου αυξάνονται τα μικρά και πυκνά,
    ιδιαίτερα αθηρογόνα LDL σωματίδια.
  • Χρόνια νεφρική νόσο,
    η οποία συνοδεύεται από διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων
    και υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο.
  • Υποθυρεοειδισμό,
    που μειώνει την κάθαρση της LDL
    και οδηγεί σε άνοδο της ολικής και LDL χοληστερίνης.
  • Παράγοντες τρόπου ζωής,
    όπως διατροφή πλούσια σε κορεσμένα και trans λιπαρά,
    καθιστική ζωή, κάπνισμα,
    κεντρική παχυσαρκία,
    χρόνιο στρες και ανεπαρκή ύπνο.

Κλινικά σημαντικό

  • Άτομα με διαβήτη, ΧΝΝ, FH ή πρόωρο οικογενειακό ιστορικό
    θεωρούνται εξαρχής υψηλού ή πολύ υψηλού κινδύνου,
    ακόμη και με μέτρια αυξημένες τιμές LDL.
  • Παράδειγμα: Γυναίκα 52 ετών, μη καπνίστρια,
    με υπέρταση και ήπιο υποθυρεοειδισμό,
    LDL 165 mg/dL.
    Παρότι ασυμπτωματική,
    κατατάσσεται σε υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο
    και χρειάζεται παρέμβαση με
    διατροφή και, εφόσον απαιτηθεί, φαρμακευτική αγωγή.

Η εκτίμηση κινδύνου πρέπει να βασίζεται
σε LDL, HDL, τριγλυκερίδια, non-HDL και apoB
και, όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό,
σε Lp(a).
Η πρώιμη παρέμβαση μπορεί να προλάβει
την αθηροσκλήρυνση πριν εμφανιστούν συμπτώματα.


4

Εξετάσεις για τη χοληστερίνη – νηστεία, δείκτες και σωστή ερμηνεία

Ο έλεγχος του λιπιδαιμικού προφίλ αποτελεί βασικό βήμα
στην εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου.
Περιλαμβάνει τη μέτρηση της ολικής χοληστερίνης,
της LDL, της HDL
και των τριγλυκεριδίων.
Σε άτομα αυξημένου κινδύνου ή όταν τα ευρήματα δεν εξηγούν
επαρκώς το συνολικό ρίσκο,
προστίθενται εξειδικευμένοι δείκτες,
όπως non-HDL, apoB και Lp(a),
οι οποίοι αποτυπώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια
το πραγματικό αθηρογόνο φορτίο.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα.
ΕξέτασηΤι μετράΚλινική χρήση
Ολική χοληστερίνηΣύνολο όλων των μορφών χοληστερίνηςΓενική εικόνα, όχι επαρκής μόνη της για εκτίμηση κινδύνου
LDL-CΚύριος αθηρογόνος δείκτηςΒασικός θεραπευτικός στόχος – σχετίζεται άμεσα με έμφραγμα και ΑΕΕ
HDL-CΑντίστροφη μεταφορά χοληστερίνηςΥψηλότερες τιμές σχετίζονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο
ΤριγλυκερίδιαΜεταφορά και αποθήκευση ενέργειαςΑυξημένα επίπεδα συνδέονται με μεταβολικό σύνδρομο και παγκρεατίτιδα
non-HDL-CΟλική χοληστερίνη μείον HDLΠεριλαμβάνει όλες τις αθηρογόνες λιποπρωτεΐνες, χρήσιμη όταν TG >200 mg/dL
apoBΑριθμός αθηρογόνων σωματιδίωνΑκριβέστερος δείκτης αθηρογόνου φορτίου σε υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο
Lp(a)Κληρονομική λιποπρωτεΐνη τύπου LDLΑυξημένες τιμές αυξάνουν ανεξάρτητα τον καρδιαγγειακό κίνδυνο

Κλινικά σημαντικό

  • Συνιστάται νηστεία 9–12 ωρών,
    ιδιαίτερα όταν τα τριγλυκερίδια είναι αυξημένα.
    Αποφύγετε αλκοόλ, λιπαρά γεύματα και έντονη άσκηση την προηγούμενη ημέρα
    και ενημερώστε για φάρμακα ή συμπληρώματα που λαμβάνετε.
  • Για συγκρίσιμα αποτελέσματα,
    ο επανέλεγχος πρέπει να γίνεται στο ίδιο εργαστήριο
    και υπό παρόμοιες συνθήκες.
  • Η Lp(a) χρειάζεται συνήθως να μετρηθεί
    μία φορά στη ζωή,
    καθώς καθορίζεται κυρίως γενετικά
    και δεν επηρεάζεται ουσιαστικά από διατροφή ή άσκηση.

Για αξιόπιστη αξιολόγηση και σωστή παρακολούθηση,
οι εξετάσεις πρέπει να πραγματοποιούνται
σε πιστοποιημένο μικροβιολογικό εργαστήριο,
με τυποποιημένες μεθόδους
και σταθερές συνθήκες μέτρησης.


5

Διατροφή για τη μείωση της χοληστερίνης – Τι πραγματικά βοηθά

Η διατροφή αποτελεί τον πρώτο και πιο σταθερό πυλώνα στη ρύθμιση της χοληστερίνης.
Σε μεγάλο μέρος των ανθρώπων, οι στοχευμένες αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορούν να μειώσουν τη LDL κατά
10–25% χωρίς φαρμακευτική αγωγή, ενώ παράλληλα βελτιώνουν την αρτηριακή πίεση,
το σωματικό βάρος και τη μεταβολική υγεία. Το πρότυπο με την ισχυρότερη τεκμηρίωση είναι η
Μεσογειακή διατροφή (και, σε όσους έχουν υπέρταση/μεταβολικό σύνδρομο, ένα πλαίσιο τύπου DASH).

Πρακτικός οδηγός (χωρίς υπερβολές)

  • Μεσογειακή βάση καθημερινά: ελαιόλαδο ως κύρια πηγή λίπους, πολλά λαχανικά/φρούτα,
    όσπρια και δημητριακά ολικής. Ψάρι 2–3 φορές/εβδομάδα και μικρή ποσότητα
    ανάλατων ξηρών καρπών.
  • Τι μειώνει τεκμηριωμένα τη LDL:
    φυτικές ίνες (β-γλυκάνες/πηκτίνες: βρώμη, κριθάρι, όσπρια, μήλα) με τυπική μείωση LDL έως 5–10%,
    φυτοστερόλες (~2 g/ημέρα) με μείωση έως 10%,
    και αντικατάσταση κορεσμένων με ακόρεστα (ελαιόλαδο, ξηροί καρποί, αβοκάντο).
    Τα ω-3 βοηθούν κυρίως στα τριγλυκερίδια.
  • Ρεαλιστικός εβδομαδιαίος στόχος: 3 κύρια γεύματα + 1–2 μικρά ενδιάμεσα, περισσότερες φυτικές ίνες,
    3 μερίδες οσπρίων/εβδομάδα, 2 μερίδες ψαριού/εβδομάδα,
    και περιορισμός αλλαντικών, έτοιμων γευμάτων, fast food.
  • Αλκοόλ & καφές: το αλκοόλ δεν προτείνεται «ως θεραπεία» (ακόμη κι αν σε κάποιους αυξάνει HDL).
    Ο καφές χωρίς ζάχαρη είναι γενικά ουδέτερος· προσοχή κυρίως σε ζαχαρούχα ροφήματα/cocktails που ανεβάζουν τριγλυκερίδια.
  • Συχνά λάθη που μηδενίζουν την προσπάθεια: «κόβω όλα τα λίπη» αντί να αλλάζω ποιότητα λίπους,
    υπερβολή σε χυμούς/λευκούς υδατάνθρακες, τυχαία συμπληρώματα χωρίς καθοδήγηση,
    και διακοπή φαρμάκων με την πεποίθηση ότι «η διατροφή αρκεί πάντα».
  • Κλινικό μήνυμα: Μεσογειακή ή DASH + άσκηση + απώλεια βάρους, όπου χρειάζεται,
    μπορεί να μειώσει τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο έως 30–40%.

Η διατροφική παρέμβαση χρειάζεται εξατομίκευση (στόχοι LDL, συννοσηρότητες, τριγλυκερίδια, ανοχή).
Η παρακολούθηση από ιατρό ή διαιτολόγο βοηθά να διατηρηθεί το πλάνο ρεαλιστικό και μακροχρόνια εφαρμόσιμο.


6

Άσκηση, σωματικό βάρος και επίδραση στα λιπίδια

Η σωματική δραστηριότητα είναι από τους πιο αποτελεσματικούς
μη φαρμακευτικούς τρόπους βελτίωσης του λιπιδαιμικού προφίλ.
Η τακτική άσκηση μειώνει κυρίως τα τριγλυκερίδια,
αυξάνει την HDL και βελτιώνει τη
μεταβολική και αγγειακή λειτουργία.
Όταν συνδυάζεται με απώλεια σωματικού βάρους,
τα οφέλη πολλαπλασιάζονται και γίνονται κλινικά ουσιαστικά.

Τι έχει αποδεδειγμένο όφελος στην πράξη

  • Αερόβια άσκηση: γρήγορο περπάτημα, ποδήλατο, κολύμβηση ή τρέξιμο
    για 150–300 λεπτά/εβδομάδα.
    Μειώνει κυρίως τα τριγλυκερίδια και βελτιώνει την αγγειακή λειτουργία.
  • Άσκηση με αντιστάσεις: βάρη ή ασκήσεις με το βάρος του σώματος
    2 φορές/εβδομάδα,
    για διατήρηση μυϊκής μάζας και καλύτερη ινσουλινοευαισθησία.
  • Απώλεια βάρους 5–10%:
    συνδέεται με μείωση της LDL κατά 10–15%
    και των τριγλυκεριδίων έως 30%.
    Η μείωση του σπλαχνικού λίπους
    (μέση <102 cm στους άνδρες, <88 cm στις γυναίκες)
    έχει ιδιαίτερη καρδιαγγειακή σημασία.
  • HDL: αυξάνεται συνήθως κατά 5–10 mg/dL
    μέσα σε 2–3 μήνες συστηματικής παρέμβασης.
  • Πρόσθετα οφέλη:
    καλύτερος γλυκαιμικός έλεγχος, μείωση αρτηριακής πίεσης και φλεγμονής,
    βελτίωση ύπνου και ψυχικής ευεξίας.
  • Πρακτικό παράδειγμα:
    30 λεπτά περπάτημα, 5 φορές/εβδομάδα,
    μαζί με απώλεια 5–6 κιλών σε 3 μήνες,
    μπορεί να μειώσει LDL και τριγλυκερίδια κατά 10–20%.

Η άσκηση πρέπει να ξεκινά σταδιακά.
Άτομα με γνωστή καρδιοπάθεια, υπέρταση ή σακχαρώδη διαβήτη
χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση πριν από έντονα προγράμματα.
Σε άτομα χαμηλού έως μέτριου κινδύνου,
η συστηματική άσκηση μπορεί να έχει αποτέλεσμα
συγκρίσιμο με ήπια υπολιπιδαιμική αγωγή
και να καθυστερήσει την ανάγκη φαρμακευτικής θεραπείας.


7


Φάρμακα για τη μείωση της χοληστερίνης – Πότε χρειάζονται και πώς δρουν

Αν δεν πιάνονται οι στόχοι LDL με τρόπο ζωής, τα φάρμακα είναι απαραίτητα για πραγματική καρδιοπροστασία.

Όταν οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής δεν επαρκούν
για την επίτευξη των θεραπευτικών στόχων LDL,
ιδίως σε άτομα υψηλού ή πολύ υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου,
ενδείκνυται η έναρξη υπολιπιδαιμικής φαρμακευτικής αγωγής.
Η επιλογή γίνεται εξατομικευμένα,
με βάση τον συνολικό κίνδυνο, την ανοχή και τις συννοσηρότητες.

Κύριες κατηγορίες φαρμάκων & πρακτική χρήση

  • Στατίνες (ατορβαστατίνη, ροσουβαστατίνη, σιμβαστατίνη):
    μειώνουν τη σύνθεση χοληστερίνης στο ήπαρ και την LDL κατά 30–55%.
    Αποτελούν τη βάση της θεραπείας και έχουν ισχυρή απόδειξη
    μείωσης εμφραγμάτων και εγκεφαλικών.
  • Εζετιμίμπη:
    μειώνει την εντερική απορρόφηση χοληστερίνης.
    Σε συνδυασμό με στατίνη προσφέρει επιπλέον
    15–25% μείωση LDL.
  • Αναστολείς PCSK9 (εβολόκουμαμπ, αλιρόκουμαμπ):
    ενέσιμα κάθε 2–4 εβδομάδες,
    μειώνουν την LDL έως 60%.
    Ενδείκνυνται σε πολύ υψηλό κίνδυνο
    ή σε οικογενή υπερχοληστερολαιμία.
  • Μπενπεδοϊκό οξύ:
    από του στόματος επιλογή σε δυσανεξία στις στατίνες,
    μείωση LDL 15–20%,
    χωρίς σημαντική μυϊκή δράση.
  • Ικωσιπεντανοϊκός αιθυλεστέρας (EPA):
    στοχεύει κυρίως τα τριγλυκερίδια
    και προσφέρει πρόσθετη καρδιοπροστασία
    σε επιλεγμένους ασθενείς.
  • Κλιμακωτή προσέγγιση (ESC/EAS):
    στατίνη υψηλής έντασης → προσθήκη εζετιμίμπης →
    PCSK9 σε πολύ υψηλό κίνδυνο ή FH.

Τα φάρμακα δεν αντικαθιστούν τη διατροφή και την άσκηση,
αλλά λειτουργούν συμπληρωματικά.
Η ανταπόκριση αξιολογείται συνήθως σε
4–8 εβδομάδες
και η θεραπεία είναι κατά κανόνα μακροχρόνια.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μυαλγίες) είναι συνήθως
ήπιες και διαχειρίσιμες με προσαρμογή σχήματος.

Κάθε μείωση της LDL κατά
1 mmol/L (≈38 mg/dL)
σχετίζεται με μείωση καρδιαγγειακών συμβαμάτων
κατά περίπου 22%.
Η σωστή συμμόρφωση στη θεραπεία
έχει αποδεδειγμένα σωστικό όφελος.


8

Ειδικές καταστάσεις που επηρεάζουν τη χοληστερίνη

Ορισμένες παθολογικές ή φυσιολογικές καταστάσεις
τροποποιούν τον μεταβολισμό των λιπιδίων
και επηρεάζουν τόσο τη σωστή ερμηνεία
όσο και τη θεραπευτική στρατηγική.
Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται
εξατομικευμένη προσέγγιση
και συχνότερη ιατρική παρακολούθηση.

Καταστάσεις υψηλής κλινικής σημασίας

  • Σακχαρώδης διαβήτης:
    συνοδεύεται από 2–3 φορές υψηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
    Οι στόχοι LDL είναι συνήθως
    <70 mg/dL
    ή <55 mg/dL όταν συνυπάρχουν επιπλέον παράγοντες.
    Συνιστάται έλεγχος non-HDL και apoB,
    καθώς τα τριγλυκερίδια είναι συχνά αυξημένα.
  • Υποθυρεοειδισμός:
    προκαλεί άνοδο ολικής και LDL χοληστερίνης.
    Η ρύθμιση του θυρεοειδούς προηγείται
    της υπολιπιδαιμικής αγωγής,
    καθώς σε πολλές περιπτώσεις τα λιπίδια
    ομαλοποιούνται χωρίς φάρμακα.
  • Χρόνια νεφρική νόσος (ΧΝΝ):
    συχνά συνδυάζεται με αυξημένα τριγλυκερίδια και χαμηλή HDL
    και θεωρείται κατάσταση υψηλού ή πολύ υψηλού κινδύνου.
    Οι στόχοι LDL είναι αυστηρότεροι
    (<70 ή <55 mg/dL),
    ενώ οι φιμπράτες αποφεύγονται στα προχωρημένα στάδια.
  • Κύηση και θηλασμός:
    η χοληστερίνη αυξάνεται φυσιολογικά.
    Οι στατίνες αντενδείκνυνται
    και η αντιμετώπιση περιορίζεται σε διατροφή και παρακολούθηση.
    Σε βαριά οικογενή υπερχοληστερολαιμία
    μπορεί να χρησιμοποιηθούν δεσμευτικά χολικών οξέων.
  • Οικογενής υπερχοληστερολαιμία (FH):
    γενετική διαταραχή με LDL συχνά
    >190 mg/dL από νεαρή ηλικία.
    Απαιτεί έλεγχο συγγενών πρώτου βαθμού
    και συνήθως συνδυασμό φαρμάκων
    για αποτελεσματική μείωση του κινδύνου
    πρόωρου εμφράγματος.

Σε όλες τις παραπάνω καταστάσεις,
ο έλεγχος των λιπιδίων πρέπει να είναι
συχνότερος
και οι θεραπευτικές αποφάσεις να λαμβάνονται
σε συνεργασία με ιατρό.
Η σωστή εξατομίκευση μειώνει
τον μακροχρόνιο καρδιαγγειακό κίνδυνο
χωρίς περιττές παρεμβάσεις.


9

Συχνά λάθη που σαμποτάρουν τη ρύθμιση της χοληστερίνης

Πολλοί ασθενείς, ακόμη και με καλή πρόθεση,
δεν επιτυγχάνουν τους θεραπευτικούς στόχους LDL
λόγω λανθασμένων αντιλήψεων ή αποσπασματικής προσέγγισης.
Η αναγνώριση αυτών των σφαλμάτων
είναι κρίσιμη για αποτελεσματική
πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη.

Τα συχνότερα κλινικά λάθη

  • Εστίαση μόνο στην ολική χοληστερίνη:
    η ολική τιμή από μόνη της
    δεν αποτυπώνει τον αθηρογόνο κίνδυνο.
    Η εκτίμηση πρέπει να βασίζεται κυρίως σε
    LDL, non-HDL και apoB.
  • Διακοπή φαρμάκων μόλις «πέσουν οι τιμές»:
    η χοληστερίνη δεν θεραπεύεται, ρυθμίζεται.
    Η διακοπή στατίνης οδηγεί συχνά
    σε επαναφορά της LDL στα αρχικά επίπεδα
    και αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου.
  • Υπερεκτίμηση της διατροφής σε υψηλό κίνδυνο:
    η διατροφή μειώνει την LDL κατά 10–25%,
    αλλά δεν επαρκεί
    σε άτομα υψηλού ή πολύ υψηλού κινδύνου,
    όπου η φαρμακευτική αγωγή είναι απαραίτητη.
  • Μη έλεγχος δευτερογενών αιτιών:
    υποθυρεοειδισμός, σακχαρώδης διαβήτης,
    νεφρική νόσος ή ορισμένα φάρμακα
    μπορούν να διατηρούν τη LDL αυξημένη
    παρά τη σωστή θεραπεία.
  • Αραιός ή ασυνεπής επανέλεγχος:
    η ρύθμιση απαιτεί
    επαναλαμβανόμενες μετρήσεις
    υπό ίδιες συνθήκες.
    Ο επανέλεγχος ανά 3–6 μήνες
    επιτρέπει έγκαιρη προσαρμογή της αγωγής.

Η επιτυχής ρύθμιση της χοληστερίνης
δεν βασίζεται σε μία εξέταση ή μία απόφαση,
αλλά σε συνεχή αξιολόγηση,
θεραπευτική συνέπεια
και στενή συνεργασία με τον ιατρό.
Η αποφυγή των παραπάνω λαθών
βελτιώνει ουσιαστικά
τη μακροχρόνια καρδιαγγειακή πρόγνωση,
ακόμη και σε ασυμπτωματικά άτομα.


10

Πρόληψη και έλεγχος – Πότε να ελέγξετε τη χοληστερίνη

Η έγκαιρη μέτρηση της χοληστερίνης αποτελεί
το αποτελεσματικότερο μέτρο πρόληψης
εμφραγμάτων και εγκεφαλικών.
Η εξέταση είναι απλή, χαμηλού κόστους
και επιτρέπει παρέμβαση
πριν εμφανιστούν συμπτώματα.

Πότε συνιστάται έλεγχος λιπιδίων

  • Χωρίς παράγοντες κινδύνου: κάθε 4–6 έτη από την ηλικία των 20.
  • Άνδρες ≥40 ετών και γυναίκες ≥50 ετών: κάθε 1–2 έτη.
  • Διαβήτης, υπέρταση, παχυσαρκία, κάπνισμα: 1–2 φορές ετησίως.
  • Καρδιαγγειακή νόσος ή οικογενής υπερχοληστερολαιμία: ≥2 φορές ετησίως.

Ο έλεγχος πρέπει να γίνεται σε σταθερές συνθήκες
(νηστεία, ίδια αγωγή)
και κατά προτίμηση στο ίδιο εργαστήριο,
ώστε οι μεταβολές να αντικατοπτρίζουν
πραγματική κλινική αλλαγή.


11

Αλκοόλ, κάπνισμα και λιπίδια – τι επηρεάζουν πραγματικά

Η κατανάλωση αλκοόλ και το κάπνισμα
δεν επηρεάζουν μόνο τις τιμές των λιπιδίων,
αλλά και τη σταθερότητα των αθηρωματικών πλακών
και τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η σωστή ερμηνεία απαιτεί διάκριση μεταξύ
αριθμητικών τιμών και
πραγματικού αγγειακού κινδύνου.

Αλκοόλ – τι ισχύει στην πράξη

  • Μικρές ποσότητες αλκοόλ μπορεί να αυξήσουν ελαφρά την HDL,
    αλλά δεν αποτελούν θεραπεία για τη χοληστερίνη.
  • Η συστηματική κατανάλωση αυξάνει συχνά τα τριγλυκερίδια,
    ιδίως με μπύρα, κρασί σε υπερβολή ή ποτά με ζάχαρη.
  • Σε άτομα με υπερτριγλυκεριδαιμία,
    διαβήτη ή λιπώδη διήθηση ήπατος,
    το αλκοόλ μπορεί να επιδεινώσει σημαντικά το λιπιδαιμικό προφίλ.
  • Κλινικό συμπέρασμα:
    το αλκοόλ δεν συστήνεται ως μέτρο ρύθμισης λιπιδίων.
    Αν καταναλώνεται, πρέπει να είναι περιορισμένο και περιστασιακό.

Κάπνισμα – ο «αόρατος» επιβαρυντικός παράγοντας

  • Το κάπνισμα μειώνει την HDL
    και αυξάνει την οξείδωση της LDL,
    καθιστώντας την πολύ πιο αθηρογόνο.
  • Επιταχύνει την αθηροσκλήρυνση
    ακόμη και με “φυσιολογικές” τιμές LDL.
  • Πολλαπλασιάζει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο
    όταν συνυπάρχουν υπέρταση, διαβήτης ή δυσλιπιδαιμία.
  • Η διακοπή καπνίσματος
    αυξάνει σταδιακά την HDL
    και μειώνει τον κίνδυνο εμφράγματος
    ήδη από τον πρώτο χρόνο.
Κλινική υπενθύμιση
Ακόμη και με καλή ρύθμιση της LDL,
το κάπνισμα αναιρεί μεγάλο μέρος του οφέλους.
Η διακοπή του είναι
μία από τις πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις
για τη μείωση καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

Συμπερασματικά, η αξιολόγηση των λιπιδίων
πρέπει να λαμβάνει υπόψη
τιμές, συνήθειες και συνολικό κίνδυνο.
Η σωστή παρέμβαση δεν περιορίζεται στους αριθμούς,
αλλά στο σύνολο του τρόπου ζωής.


12

Παρενέργειες και συχνές ανησυχίες για τα φάρμακα χοληστερίνης

Η υπολιπιδαιμική θεραπεία σώζει ζωές, αλλά συχνά «σαμποτάρεται» από φόβους για παρενέργειες ή από λάθος προσδοκίες.
Το πρακτικό ζητούμενο δεν είναι να βρείτε ένα φάρμακο «χωρίς καμία ενόχληση», αλλά να πετύχετε τον στόχο LDL με
ασφάλεια, συνέπεια και ρεαλιστική παρακολούθηση.

Στατίνες – τι είναι πραγματικό και τι είναι μύθος

  • Μυαλγίες/πόνοι: είναι η συχνότερη ανησυχία. Σε πολλούς, οι πόνοι δεν οφείλονται στο φάρμακο (placebo/nocebo).
    Όταν υπάρχει πραγματική δυσανεξία, συνήθως λύνεται με αλλαγή στατίνης, χαμηλότερη δόση ή
    εναλλασσόμενη λήψη (π.χ. 2–3 φορές/εβδομάδα) + προσθήκη εζετιμίμπης.
  • Ήπαρ: μικρές αυξήσεις τρανσαμινασών μπορεί να εμφανιστούν, αλλά σοβαρή ηπατική βλάβη είναι σπάνια.
    Το σημαντικό είναι η κλινική εικόνα (π.χ. ίκτερος, έντονη κόπωση) και όχι «τυχαίες» μεμονωμένες τιμές.
  • Σάκχαρο: σε ορισμένους αυξάνει ελαφρά την πιθανότητα εμφάνισης ΣΔ, αλλά σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο
    το καρδιοπροστατευτικό όφελος υπερτερεί σαφώς. Γι’ αυτό η απόφαση γίνεται με βάση τον συνολικό κίνδυνο.
  • Μνήμη/«ομίχλη»: δεν τεκμηριώνεται συστηματικά ως συχνή ή μόνιμη ανεπιθύμητη ενέργεια. Αν υπάρξει υποψία,
    συζητείται με ιατρό και δοκιμάζεται εναλλακτικό σχήμα.

Εζετιμίμπη, PCSK9, μπενπεδοϊκό – τι να περιμένετε

  • Εζετιμίμπη: συνήθως πολύ καλά ανεκτή. Χρήσιμη όταν θέλουμε επιπλέον μείωση LDL χωρίς αύξηση δόσης στατίνης.
  • PCSK9 (ενέσιμα): συχνότερα ήπιος τοπικός ερεθισμός στο σημείο ένεσης. Πολύ αποτελεσματικά σε πολύ υψηλό κίνδυνο ή FH.
  • Μπενπεδοϊκό οξύ: επιλογή σε δυσανεξία στατίνης. Σε επιλεγμένους μπορεί να σχετίζεται με ουρικό οξύ/ουρική αρθρίτιδα
    ή ενοχλήσεις από τένοντες· απαιτείται εξατομίκευση.
↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα.
ΚατηγορίαΠιθανές ενοχλήσειςΤι κάνουμε πρακτικάΠότε επικοινωνώ άμεσα με ιατρό
ΣτατίνεςΜυαλγίες, κράμπες, σπάνια έντονη αδυναμίαΈλεγχος άλλων αιτιών (άσκηση/θυρεοειδής/βιτ. D/αλληλεπιδράσεις), αλλαγή στατίνης, μείωση δόσης, εναλλασσόμενη λήψη, προσθήκη εζετιμίμπηςΈντονος πόνος με αδυναμία, σκουρόχρωμα ούρα, πυρετός, συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας
ΕζετιμίμπηΣυνήθως ελάχιστες ενοχλήσειςΚαλό «add-on» σε στατίνη για να πιάσουμε στόχο LDL με λιγότερη δόσηΕπίμονα συμπτώματα που ξεκίνησαν άμεσα μετά την έναρξη
PCSK9Τοπικός ερεθισμός/ερυθρότητα στο σημείο ένεσηςΣωστή τεχνική ένεσης, εναλλαγή σημείων, συνέχιση αν είναι ήπιοΣημαντικό οίδημα/εξάνθημα, συμπτώματα αλλεργικής αντίδρασης
ΜπενπεδοϊκόΣπανιότερα ουρικό οξύ/ουρική αρθρίτιδα, ενοχλήσεις από τένοντεςΕξατομίκευση, έλεγχος ιστορικού ουρικής αρθρίτιδας, παρακολούθηση συμπτωμάτωνΟξύς πόνος/πρήξιμο άρθρωσης, έντονος πόνος σε τένοντα

Τι «χτίζει» εμπιστοσύνη και ανεβάζει συμμόρφωση (άρα και αποτέλεσμα)

  • Στόχος: να πετύχουμε LDL στόχο, όχι απλώς «να πέσει λίγο».
  • Έλεγχος 4–8 εβδομάδες μετά την έναρξη/αλλαγή θεραπείας για να μη χαθεί χρόνος.
  • Μην διακόπτετε μόνοι σας: αν υπάρχει ενόχληση, σχεδόν πάντα υπάρχει εναλλακτική στρατηγική
    (άλλη στατίνη/δόση/συνδυασμός) που κρατά το όφελος.
  • Εστίαση στο «συνολικό ρίσκο»: σε πολύ υψηλό κίνδυνο, ο πήχης είναι η πρόληψη εμφράγματος/ΑΕΕ,
    όχι η τελειότητα της καθημερινής άνεσης.

Στην πράξη, οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι διαχειρίσιμες και το κέρδος της σωστής θεραπείας είναι
μετρήσιμο: όσο πιο κοντά στον στόχο LDL, τόσο μικρότερος ο κίνδυνος συμβάματος στον χρόνο.


13

Πότε χρειάζεται επανέλεγχος λιπιδίων

Ο επανέλεγχος του λιπιδαιμικού προφίλ είναι απαραίτητος
για να διαπιστωθεί αν επιτυγχάνονται
οι θεραπευτικοί στόχοι LDL
και αν η ρύθμιση παραμένει σταθερή στον χρόνο.
Η συχνότητα εξαρτάται από
τον καρδιαγγειακό κίνδυνο
και το αν υπάρχει ενεργή θεραπευτική παρέμβαση.

Μετά από έναρξη ή τροποποίηση αγωγής,
ο πρώτος επανέλεγχος συνιστάται σε
4–8 εβδομάδες,
ώστε να αξιολογηθεί η ανταπόκριση
και να αποφασιστεί αν απαιτείται
αύξηση δόσης ή συνδυασμός φαρμάκων.

Σε σταθερή θεραπεία χωρίς αλλαγές,
ο έλεγχος γίνεται συνήθως:

  • κάθε 6–12 μήνες σε άτομα χαμηλού ή μέτριου κινδύνου,
  • κάθε 3–6 μήνες σε υψηλό ή πολύ υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Συχνότερος έλεγχος απαιτείται σε περιπτώσεις όπως:
οικογενής υπερχοληστερολαιμία,
πρόσφατο έμφραγμα ή εγκεφαλικό,
σακχαρώδης διαβήτης με μεταβολές στη ρύθμιση,
ή σημαντική αλλαγή βάρους
(>5–10%).

Πρακτική σύσταση επανελέγχου

  • Κύριος στόχος: LDL-C.
  • Σε υψηλά τριγλυκερίδια: non-HDL-C και apoB.
  • Τα τριγλυκερίδια βοηθούν στην εκτίμηση μεταβολικού κινδύνου.
  • Ηπατικά ένζυμα και CK ελέγχονται μόνο όταν υπάρχει κλινική ένδειξη.
  • Ο επανέλεγχος να γίνεται στο ίδιο εργαστήριο
    και με παρόμοιες συνθήκες
    (νηστεία, ώρα αιμοληψίας, φαρμακευτική αγωγή).

Η συστηματική παρακολούθηση επιτρέπει
έγκαιρη προσαρμογή της θεραπείας
και αποτρέπει τη «σιωπηλή» επαναφορά
της LDL σε επικίνδυνα επίπεδα.


14

Τι να θυμάστε συνοπτικά

  • Η LDL-χοληστερίνη είναι ο βασικός θεραπευτικός στόχος —
    όχι η ολική χοληστερίνη.
  • Οι στόχοι LDL καθορίζονται από τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο,
    όχι από μία ενιαία «φυσιολογική» τιμή.
  • Διατροφή και άσκηση μπορούν να μειώσουν την LDL έως 25%
    και τα τριγλυκερίδια έως 30%,
    αλλά έχουν όρια σε υψηλό κίνδυνο.
  • Η φαρμακευτική αγωγή, όταν ενδείκνυται,
    μειώνει αποδεδειγμένα τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού
    και δεν αντικαθιστά τον υγιεινό τρόπο ζωής.
  • Ο τακτικός επανέλεγχος λιπιδίων
    είναι απαραίτητος για να διασφαλιστεί
    ότι οι στόχοι επιτυγχάνονται και διατηρούνται στον χρόνο.


15

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Αν η LDL είναι φυσιολογική, υπάρχει ακόμη καρδιαγγειακός κίνδυνος;

Ναι. Κάπνισμα, σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, παχυσαρκία και αυξημένη Lp(a)
αυξάνουν τον συνολικό κίνδυνο ανεξάρτητα από την LDL.

Μπορώ να διακόψω τη στατίνη όταν πέσουν οι τιμές;

Συνήθως όχι. Η LDL επανέρχεται στα αρχικά επίπεδα και ο κίνδυνος αυξάνει.
Τυχόν αλλαγές γίνονται μόνο σε συνεργασία με ιατρό.

Οι στατίνες προκαλούν συχνά σοβαρές παρενέργειες;

Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ήπιες και αναστρέψιμες.
Υπάρχουν εναλλακτικές δόσεις και σκευάσματα σε περίπτωση δυσανεξίας.

Αν η HDL είναι υψηλή, προστατεύομαι;

Όχι απαραίτητα. Η υψηλή HDL δεν αναιρεί τον κίνδυνο από αυξημένη LDL
ή άλλους παράγοντες κινδύνου.

Χρειάζεται νηστεία για τον έλεγχο λιπιδίων;

Για πλήρη αξιολόγηση συνιστάται νηστεία 9–12 ωρών,
ιδιαίτερα όταν τα τριγλυκερίδια είναι αυξημένα.

Από ποια ηλικία πρέπει να ελέγχεται η χοληστερίνη;

Ο έλεγχος συνιστάται από την ηλικία των 20 ετών,
νωρίτερα αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό ή παράγοντες κινδύνου.

Τι είναι η Lp(a) και γιατί έχει σημασία;

Η Lp(a) είναι γενετικά καθοριζόμενη λιποπρωτεΐνη
που αυξάνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο ακόμη και με φυσιολογική LDL.
Ελέγχεται συνήθως μία φορά στη ζωή.

Κάθε πότε πρέπει να μετράω χοληστερίνη;

Από μία φορά τον χρόνο έως κάθε 3–6 μήνες,
ανάλογα με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο και τη θεραπεία.

Η χοληστερίνη ανεβαίνει με το στρες;

Ναι. Το χρόνιο στρες αυξάνει κορτιζόλη,
επηρεάζει τη διατροφή και το σωματικό βάρος
και έμμεσα μπορεί να αυξήσει LDL και τριγλυκερίδια.


16

Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας.
Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.

Κλείστε εύκολα εξέταση λιπιδαιμικού προφίλ ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


17

Βιβλιογραφία

1. Mach F, et al. 2019 ESC/EAS Guidelines for the management of dyslipidaemias.
European Heart Journal.
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/
2. Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρυνσης. Οδηγίες για τη δυσλιπιδαιμία.
https://www.atherosclerosis.gr
3. Grundy SM, et al. 2019 AHA/ACC Guideline on the Management of Blood Cholesterol.
Circulation.
https://www.ahajournals.org
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Αυξημένη-ΤΚΕ-–-Τι-σημαίνει-και-πότε-χρειάζεται-διερεύνηση.jpg

Σύντομη απάντηση:
Η αυξημένη ΤΚΕ σημαίνει ότι υπάρχει φλεγμονή ή άλλη συστηματική διαταραχή,
αλλά δεν δείχνει από μόνη της την αιτία και συχνά δεν είναι επικίνδυνη,
ιδίως αν η CRP είναι φυσιολογική.

 

1️⃣ Αυξημένη ΤΚΕ – Τι είναι και τι δείχνει;

Η αυξημένη ΤΚΕ (Ταχύτητα Καθίζησης Ερυθρών – ESR) είναι μια από τις πιο συχνές αιματολογικές εξετάσεις που βοηθούν στην ανίχνευση φλεγμονής ή χρόνιας νόσου στον οργανισμό. Μετρά την ταχύτητα με την οποία τα ερυθρά αιμοσφαίρια καθιζάνουν στον πυθμένα ενός σωληναρίου μέσα σε μία ώρα. Όσο πιο γρήγορα καθιζάνουν, τόσο πιο πιθανό είναι να υπάρχει κάποια φλεγμονώδης διεργασία.

Όταν αυξάνονται οι φλεγμονώδεις πρωτεΐνες στο αίμα (όπως το ινωδογόνο και οι ανοσοσφαιρίνες), τα ερυθρά αιμοσφαίρια τείνουν να κολλούν μεταξύ τους και να καθιζάνουν ταχύτερα, οδηγώντας σε υψηλότερη τιμή ΤΚΕ. Για τον λόγο αυτό η εξέταση χρησιμοποιείται ως γενικός δείκτης φλεγμονής σε πλήθος παθήσεων.

🔬 Με απλά λόγια: Η ΤΚΕ δεν δείχνει την αιτία, αλλά “προειδοποιεί” ότι υπάρχει φλεγμονή ή άλλη συστηματική διαταραχή στον οργανισμό.

Η μέτρηση πραγματοποιείται σε φλεβικό αίμα με την κλασική μέθοδο Westergren, που θεωρείται η πιο αξιόπιστη. Συνήθως ζητείται μαζί με την CRP για πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση της φλεγμονής.

2️⃣ Φυσιολογικές τιμές ΤΚΕ ανά ηλικία και φύλο

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΟμάδαΤΚΕ αναμενόμενα όρια (mm/h)Σχόλιο
Νεογνά0–2Φυσιολογικά πολύ χαμηλή
Παιδιά0–10Ελαφρώς αυξάνει σε λοιμώξεις
Άνδρες <50 ετών0–15Τυπικά όρια
Γυναίκες <50 ετών0–20Ελαφρώς υψηλότερη λόγω ινωδογόνου
Άνδρες ≥50 ετών0–20Αυξάνει με την ηλικία
Γυναίκες ≥50 ετών0–30Αυξάνει με την ηλικία
Κύησηέως ~40–50 (Γ’ τρίμηνο)Φυσιολογική αύξηση λόγω ινωδογόνου/αιμοδυναμικών αλλαγών
Σημείωση: Τα αναφοράς όρια διαφέρουν ανά εργαστήριο και μέθοδο. Ερμηνεία πάντα σε συνδυασμό με κλινική εικόνα και CRP.

3️⃣ Αιτίες αυξημένης ΤΚΕ

Η αυξημένη ΤΚΕ (ESR ↑) δεν αποτελεί νόσο αλλά ένδειξη ύπαρξης φλεγμονής ή άλλης συστηματικής διαταραχής. Μπορεί να οφείλεται σε πλήθος καταστάσεων – από απλές ιογενείς λοιμώξεις έως σοβαρά αυτοάνοσα ή νεοπλασματικά νοσήματα.

🦠 Λοιμώξεις

  • Βακτηριακές (π.χ. πνευμονία, αποστήματα, πυελονεφρίτιδα)
  • Χρόνιες λοιμώξεις (φυματίωση, ενδοκαρδίτιδα, οστεομυελίτιδα)
  • Ιογενείς ή παρασιτικές λοιμώξεις σε ύφεση

🧬 Αυτοάνοσα & Ρευματολογικά νοσήματα

  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα
  • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (SLE)
  • Αγγειίτιδες, Πολυμυαλγία ρευματική, Γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα
  • Νόσος Still, Σκληρόδερμα

🩸 Αιματολογικές και κακοήθεις παθήσεις

  • Λεμφοϋπερπλαστικά σύνδρομα (π.χ. πολλαπλούν μυέλωμα, λέμφωμα)
  • Αναιμία χρονίας νόσου
  • Καρκίνοι (πνεύμονα, νεφρού, παχέος εντέρου, μαστού)

❤️ Καρδιομεταβολικά και άλλα

  • Έμφραγμα μυοκαρδίου ή ισχαιμία
  • Νεφρική ή ηπατική νόσος
  • Υποθυρεοειδισμός
  • Παχυσαρκία ή αναιμία
📍 Προσοχή: Η ΤΚΕ μπορεί να αυξηθεί και χωρίς παθολογία σε εγκυμοσύνη, ηλικιωμένους, ή μετά από τραύμα και χειρουργείο.

Η διάγνωση απαιτεί συσχέτιση με την κλινική εικόνα και συχνά έλεγχο με CRP, αιμοδιάγραμμα, ηπατικά/νεφρικά ένζυμα και αυτοαντισώματα.

4️⃣ Πότε χρειάζεται διερεύνηση και πότε είναι ανησυχητική η ΤΚΕ;

Η ελαφρά αύξηση της ΤΚΕ (π.χ. έως 30–40 mm/h) είναι συχνά παροδική και μπορεί να σχετίζεται με λοίμωξη του αναπνευστικού, αναιμία, στρες ή ακόμη και ορμονικές μεταβολές. Αντίθετα, πολύ υψηλές τιμές (>100 mm/h) είναι σχεδόν πάντα παθολογικές και απαιτούν άμεση διερεύνηση.

📊 Ενδεικτικά επίπεδα:

  • 0–20 mm/h: φυσιολογικά
  • 20–40 mm/h: ήπια αύξηση (πιθανή λοίμωξη ή αναιμία)
  • 40–80 mm/h: μέτρια αύξηση (χρόνια φλεγμονή, ρευματοπάθεια)
  • >100 mm/h: έντονη αύξηση (κακοήθεια, αγγειίτιδα, μυέλωμα)

Ο γιατρός αξιολογεί τη διαχρονική πορεία της ΤΚΕ (αν παραμένει αυξημένη ή ανεβαίνει προοδευτικά) και τη συσχετίζει με:

  • Συμπτώματα όπως πυρετός, απώλεια βάρους, πόνοι, κόπωση
  • Άλλες εξετάσεις (CRP, αιματολογικές, ορολογικές, ακτινολογικές)
  • Φαρμακευτική αγωγή ή χρόνιες παθήσεις του ασθενούς
⚠️ Αν η ΤΚΕ είναι πάνω από 100 mm/h χωρίς προφανή αιτία, απαιτείται πλήρης έλεγχος:
αιματολογικός, φλεγμονώδης, αυτοάνοσος και απεικονιστικός (ακτινογραφία, υπέρηχος, αξονική ή MRI ανάλογα με τα ευρήματα).

Επίμονη αύξηση χωρίς συμπτώματα δεν σημαίνει απαραίτητα σοβαρή νόσο, αλλά χρειάζεται παρακολούθηση και επανέλεγχο κάθε 1–3 μήνες, ιδίως σε ηλικιωμένους ή ασθενείς με γνωστή ρευματοπάθεια.

5️⃣ Χρήσιμες συνοδές εξετάσεις για διερεύνηση αυξημένης ΤΚΕ

Η αυξημένη ΤΚΕ από μόνη της δεν αρκεί για διάγνωση. Συχνά συνδυάζεται με άλλες εργαστηριακές εξετάσεις που βοηθούν στον εντοπισμό της αιτίας.

🧪 Φλεγμονώδεις δείκτες

💉 Αιματολογικές εξετάσεις

🧬 Αυτοάνοσος και ρευματολογικός έλεγχος

  • ANA, RF, anti-CCP — για λύκο, ρευματοειδή αρθρίτιδα.
  • ANCA, anti-ENA — για αγγειίτιδες ή συστηματικά νοσήματα.

🩻 Απεικονιστικός έλεγχος (όπου ενδείκνυται)

  • Ακτινογραφία θώρακος, υπέρηχος κοιλίας ή θυρεοειδούς
  • Αξονική ή μαγνητική τομογραφία σε επίμονες αυξήσεις άγνωστης αιτίας
Συνοψίζοντας: Η ΤΚΕ έχει αξία μόνο σε συνδυασμό με άλλες εξετάσεις. Μια φυσιολογική CRP με ήπια αυξημένη ΤΚΕ σπάνια υποδηλώνει ενεργή νόσο.

6️⃣ ΤΚΕ vs CRP – Ποιες είναι οι διαφορές και πότε προτιμάται η καθεμία;

Η ΤΚΕ και η CRP είναι δείκτες φλεγμονής αλλά με διαφορετική κινητική, ειδικότητα και ευαισθησία. Συχνά χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΧαρακτηριστικόΤΚΕ (ESR)CRP
Τι μετράΈμμεση επίδραση πρωτεϊνών στην καθίζηση ερυθρώνΆμεση συγκέντρωση C-reactive protein
Έναρξη αύξησηςΑργά, σε 24–48 ώρεςΓρήγορα, σε 6–8 ώρες
Κορύφωση2–3 ημέρες24–48 ώρες
Χρόνος επιστροφής στο φυσιολογικόΑργά, μπορεί να παραμένει ↑ εβδομάδεςΓρήγορα όταν λήξει η φλεγμονή
Επηρεάζεται από μη φλεγμονώδεις παράγοντεςΝαι (αναιμία, κύηση, ηλικία, πρωτεϊναιμίες)Λιγότερο, είναι πιο ειδική
Κλινική χρήσηΧρόνιες φλεγμονές, ρευματοπάθειες, μυέλωμαΟξείες λοιμώξεις, μετεγχειρητική παρακολούθηση
Κανόνας πρακτικής: CRP για ταχεία, βραχυπρόθεσμη εκτίμηση ενεργού φλεγμονής. ΤΚΕ για βραδύτερες ή χρόνιες καταστάσεις και για ρευματολογική παρακολούθηση.

🧭 Σενάρια ερμηνείας συνδυασμού

  • CRP ↑, ΤΚΕ φυσιολογική: πρώιμη οξεία φλεγμονή ή λοίμωξη.
  • CRP ↑, ΤΚΕ ↑: ενεργή φλεγμονώδης διεργασία ή βακτηριακή λοίμωξη.
  • CRP φυσιολογική, ΤΚΕ ↑: χρόνια φλεγμονή, αυτοάνοσο, αναιμία ή μη φλεγμονώδεις επιδράσεις.

Πότε να προτιμήσω την καθεμία:

  • CRP: οξεία λοίμωξη, αξιολόγηση θεραπευτικής ανταπόκρισης, μετεγχειρητική επιτήρηση.
  • ΤΚΕ: γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα/πολυμυαλγία, ρευματοειδής αρθρίτιδα, υποψία μυελώματος ή χρόνιας νόσου.

7️⃣ Ειδικές ομάδες – κύηση, ηλικιωμένοι, παιδιά

Η ΤΚΕ επηρεάζεται σημαντικά από φυσιολογικές μεταβολές σε ορισμένες ομάδες πληθυσμού. Η ερμηνεία της πρέπει να γίνεται προσεκτικά και πάντα σε συνάρτηση με το ιστορικό.

🤰 Κύηση

  • Από το 2ο τρίμηνο, η ΤΚΕ αυξάνεται φυσιολογικά λόγω αύξησης του ινωδογόνου και αιμοδυναμικών αλλαγών.
  • Μπορεί να φτάσει έως και 40–50 mm/h στο 3ο τρίμηνο χωρίς να υπάρχει παθολογία.
  • Η αξιολόγηση φλεγμονής στην εγκυμοσύνη βασίζεται κυρίως στην CRP.

👵 Ηλικιωμένοι

  • Η ΤΚΕ αυξάνεται φυσιολογικά με την ηλικία, ακόμη και χωρίς νόσο.
  • Για πρακτικούς υπολογισμούς χρησιμοποιείται συχνά:
    Άνδρες: Ηλικία / 2   |
    Γυναίκες: (Ηλικία + 10) / 2
  • Παράδειγμα: γυναίκα 70 ετών → φυσιολογική ΤΚΕ έως ~40 mm/h.

🧒 Παιδιά

  • Φυσιολογικά επίπεδα πολύ χαμηλά (0–10 mm/h).
  • Αυξάνεται έντονα σε οξείες λοιμώξεις ή νεφρωσικό σύνδρομο.
  • Σε παρατεταμένη αύξηση, διερευνώνται χρόνια νοσήματα (νεανική αρθρίτιδα, λευχαιμία).
Συμπέρασμα: Οι “φυσιολογικές” τιμές ΤΚΕ δεν είναι ίδιες για όλους. Η σωστή ερμηνεία απαιτεί γνώση ηλικίας, φύλου και φυσιολογικών καταστάσεων όπως η κύηση.

8️⃣ Προαναλυτικοί παράγοντες & ψευδώς αποτελέσματα ΤΚΕ

Η ΤΚΕ είναι ευαίσθητη σε πολλούς τεχνικούς και φυσιολογικούς παράγοντες που μπορούν να αλλοιώσουν το αποτέλεσμα, προκαλώντας ψευδώς αυξημένες ή μειωμένες τιμές.

⚙️ Παράγοντες που αυξάνουν ψευδώς την ΤΚΕ

  • Αναιμία (λιγότερα ερυθρά → καθιζάνουν ταχύτερα)
  • Υπερπρωτεϊναιμία (π.χ. μυέλωμα, μακροσφαιριναιμία)
  • Κύηση ή εμμηνόρροια
  • Παχυσαρκία ή υπερχοληστερολαιμία
  • Δείγμα που παρέμεινε σε καθυστέρηση ή σε ακατάλληλη θερμοκρασία

🔽 Παράγοντες που μειώνουν ψευδώς την ΤΚΕ

  • Πολυερυθραιμία (υψηλός αιματοκρίτης)
  • Δρεπανοκυτταρική αναιμία ή σφαιροκυττάρωση
  • Χρήση αντιπηκτικών σε μη σωστή αναλογία
  • Ψυχρό περιβάλλον ή παρατεταμένη αναμονή δείγματος
Οδηγία: Το δείγμα πρέπει να εξετάζεται εντός 2 ωρών από τη λήψη, σε θερμοκρασία δωματίου, με σωστό λόγο αίματος-αντιπηκτικού (κιτρικό νάτριο).

💡 Πρακτική σύσταση

Για σύγκριση τιμών στο χρόνο (π.χ. σε ρευματολογικούς ασθενείς), καλό είναι η ΤΚΕ να μετράται στο ίδιο εργαστήριο και με την ίδια μέθοδο (Westergren).

9️⃣ Παρακολούθηση, επανάληψη & πρακτικές συμβουλές

Η ΤΚΕ αποτελεί χρήσιμο δείκτη για παρακολούθηση της πορείας χρόνιων φλεγμονωδών νοσημάτων και της ανταπόκρισης στη θεραπεία, ειδικά όταν συνδυάζεται με CRP και κλινική εικόνα.

📅 Κάθε πότε επαναλαμβάνεται

  • Σε οξείες λοιμώξεις: επανέλεγχος μετά από 1–2 εβδομάδες ή μετά το τέλος της αγωγής.
  • Σε ρευματολογικές ή χρόνιες φλεγμονές: κάθε 1–3 μήνες, ανάλογα με την πορεία της νόσου.
  • Σε ασυμπτωματικούς με ήπια αύξηση: επανέλεγχος μετά από 1–3 μήνες για παρακολούθηση τάσης.

📋 Πρακτικές οδηγίες για σωστή μέτρηση

  • Δεν απαιτείται νηστεία.
  • Αποφύγετε έντονη άσκηση ή στρες πριν την αιμοληψία.
  • Ενημερώστε τον ιατρό για φάρμακα (αντισυλληπτικά, κορτιζόνη, βιταμίνες).
  • Πραγματοποιήστε την εξέταση το πρωί για σταθερότητα τιμών.
⚠️ Θυμηθείτε: Μια αυξημένη ΤΚΕ δεν σημαίνει απαραίτητα σοβαρή νόσο. Η αξιολόγηση γίνεται μόνο από γιατρό, με βάση το ιστορικό, τα συμπτώματα και τις συνοδές εξετάσεις.
Συνοπτικά: Η ΤΚΕ είναι απλή, φθηνή και χρήσιμη για μακροχρόνια παρακολούθηση, αλλά δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται απομονωμένα ως διαγνωστικό εργαλείο.

🔟 Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

1️⃣ Τι σημαίνει όταν η ΤΚΕ είναι πολύ αυξημένη (π.χ. πάνω από 100 mm/h);

Τιμές άνω των 100 mm/h σχεδόν πάντα συνδέονται με παθολογική αιτία όπως:

  • σοβαρή βακτηριακή λοίμωξη (ενδοκαρδίτιδα, απόστημα)
  • αγγειίτιδα ή ρευματολογική έξαρση
  • κακοήθεια (λέμφωμα, μυέλωμα)
  • νεφρική ή ηπατική νόσο

Απαιτείται πλήρης διερεύνηση με αίματος, CRP και απεικόνιση.

2️⃣ Μπορεί η ΤΚΕ να είναι αυξημένη χωρίς να υπάρχει ασθένεια;

Ναι. Μπορεί να αυξηθεί χωρίς νόσο σε περιπτώσεις:

  • κύησης ή εμμήνου ρύσεως
  • προχωρημένης ηλικίας
  • αναιμίας ή παχυσαρκίας
  • μετά από εμβολιασμό ή χειρουργείο

Στην πράξη, η επανάληψη μετά από λίγες εβδομάδες βοηθά στη διάκριση παροδικής αύξησης.

3️⃣ Ποια είναι πιο αξιόπιστη εξέταση: ΤΚΕ ή CRP;

Η CRP είναι πιο ειδική και γρήγορη στην απόκριση φλεγμονής.
Η ΤΚΕ είναι χρήσιμη σε χρόνιες φλεγμονές (π.χ. ρευματοπάθειες), αλλά επηρεάζεται από πολλούς μη φλεγμονώδεις παράγοντες.
Ιδανικά, αξιολογούνται μαζί για πληρέστερη εικόνα.

4️⃣ Πώς μπορώ να μειώσω φυσιολογικά μια αυξημένη ΤΚΕ;

Δεν υπάρχει ειδική “θεραπεία” για τη μείωση της ΤΚΕ.
Ο στόχος είναι η αντιμετώπιση της αιτίας (λοίμωξη, φλεγμονή, αναιμία).
Αν η αιτία θεραπευτεί, η ΤΚΕ υποχωρεί σταδιακά μέσα σε εβδομάδες.
Υγιεινή διατροφή, άσκηση και σωστή ενυδάτωση βοηθούν έμμεσα.

5️⃣ Τι πρέπει να κάνω αν η ΤΚΕ παραμένει αυξημένη για μήνες;

Αν παραμένει αυξημένη χωρίς συμπτώματα, χρειάζεται επαναληπτικός έλεγχος με CRP, γενική αίματος, ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών και απεικόνιση.
Σε ορισμένες περιπτώσεις (ιδίως ηλικιωμένων) παραμένει υψηλή χωρίς κλινική σημασία, αλλά πρέπει να αποκλειστεί υποκείμενη νόσος.

6️⃣ Χρειάζεται νηστεία ή κάποια προετοιμασία πριν την ΤΚΕ;

Όχι. Η ΤΚΕ μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, χωρίς νηστεία.
Συνιστάται να είστε ήρεμοι και ξεκούραστοι πριν την αιμοληψία για σταθερότερα αποτελέσματα.

7️⃣ Πόσο χρόνο χρειάζεται για να βγει το αποτέλεσμα;

Συνήθως, το αποτέλεσμα είναι έτοιμο την ίδια ή την επόμενη εργάσιμη ημέρα.
Σε εργαστήρια με αυτόματα αναλυτικά συστήματα, η ΤΚΕ υπολογίζεται ηλεκτρονικά και ταχύτερα.

8️⃣ Είναι χρήσιμη η ΤΚΕ για την πρόληψη ασθενειών;

Όχι. Η ΤΚΕ δεν είναι προληπτική εξέταση.
Ζητείται μόνο όταν υπάρχουν ενδείξεις φλεγμονής, συμπτώματα ή για παρακολούθηση γνωστής πάθησης.

💬 Συνοπτικά: Η ΤΚΕ αποτελεί έναν “γενικό συναγερμό” του οργανισμού. Δεν δείχνει την αιτία, αλλά υποδεικνύει ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Θέλετε να προγραμματίσετε εξέταση ΤΚΕ (Ταχύτητα Καθίζησης Ερυθρών) ή να δείτε όλες τις διαθέσιμες εξετάσεις;
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

11️⃣ Βιβλιογραφία & Πηγές

Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30





hba1c-6-8-ti-simainei-mikrobiologikolamia-1200x628-1-1200x800.jpg

HbA1c (Γλυκοζυλιωμένη Αιμοσφαιρίνη): Εξέταση, Τιμές & Ερμηνεία

Πρακτικός οδηγός για τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c): τι δείχνει, πότε ζητείται, ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές και πώς ερμηνεύεται.

Τελευταία ενημέρωση:

Σύνοψη: Η HbA1c αποτυπώνει τον μέσο όρο γλυκόζης των τελευταίων 2–3 μηνών. Χρησιμοποιείται για διάγνωση προδιαβήτη/διαβήτη και για παρακολούθηση ρύθμισης. Δεν επηρεάζεται από το αν φάγατε πριν από την αιμοληψία.




1

Τι είναι η HbA1c

Η HbA1c (γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη) είναι εργαστηριακός δείκτης που δείχνει τη
μακροχρόνια ρύθμιση του σακχάρου αίματος. Όταν η γλυκόζη στο αίμα κυκλοφορεί σε αυξημένα
επίπεδα, συνδέεται χημικά με την αιμοσφαιρίνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων μέσω μιας μη ενζυμικής διαδικασίας
(γλυκοζυλίωση).

Τα ερυθρά αιμοσφαίρια έχουν μέσο χρόνο ζωής περίπου 120 ημέρες. Κατά τη διάρκεια αυτής
της περιόδου, η ποσότητα γλυκόζης που «κολλά» στην αιμοσφαιρίνη αντανακλά το μέσο επίπεδο σακχάρου
στον οργανισμό. Για τον λόγο αυτό, η η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη δεν αποτυπώνει μια στιγμιαία μέτρηση, αλλά το
συνολικό γλυκαιμικό φορτίο των τελευταίων 2–3 μηνών.

Σε αντίθεση με το σάκχαρο νηστείας ή μια τυχαία μέτρηση γλυκόζης,
ο συγκεκριμένος δείκτης δεν επηρεάζεται από το αν προηγήθηκε γεύμα,
από παροδικό στρες ή από μεμονωμένες ημερήσιες διακυμάνσεις.
Για τον λόγο αυτό θεωρείται
ο πιο αξιόπιστος δείκτης μακροχρόνιας γλυκαιμικής ρύθμισης
στον σακχαρώδη διαβήτη.

Τι να θυμάστε:
Δεν δείχνει «πώς είναι το σάκχαρο σήμερα»,
αλλά πώς κινήθηκε συνολικά τους τελευταίους μήνες.
Κλινικό νόημα:
Δύο άτομα μπορεί να έχουν φυσιολογικό σάκχαρο νηστείας την ίδια ημέρα,
αλλά διαφορετική εικόνα μακροχρόνιας ρύθμισης,
αν το ένα είχε συχνές υπεργλυκαιμίες το προηγούμενο τρίμηνο.

2

Τι δείχνει η HbA1c

Η HbA1c δείχνει πόσο καλά ρυθμίστηκε το σάκχαρο συνολικά στο πρόσφατο τρίμηνο και όχι αν υπήρξε μία καλή ή κακή ημέρα. Σε αντίθεση με τη γλυκόζη νηστείας ή μια τυχαία μέτρηση, δεν επηρεάζεται από πρόσφατο γεύμα ή παροδικές διακυμάνσεις. Όσο υψηλότερη η HbA1c, τόσο περισσότερες ώρες υπεργλυκαιμίας έχουν προηγηθεί και τόσο αυξάνει ο μακροχρόνιος κίνδυνος επιπλοκών.

Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη  δείχνει
πόσο καλά ρυθμίστηκε το σάκχαρο συνολικά
στο πρόσφατο τρίμηνο και όχι αν υπήρξε μία καλή ή κακή ημέρα.
Αντικατοπτρίζει τη συχνότητα και τη διάρκεια
των περιόδων υπεργλυκαιμίας που προηγήθηκαν,
παρέχοντας συνολική εικόνα του γλυκαιμικού ελέγχου.

Σε αντίθεση με τη γλυκόζη νηστείας ή μια τυχαία μέτρηση,
ο δείκτης αυτός δεν επηρεάζεται από πρόσφατο γεύμα,
από παροδικό στρες ή από στιγμιαίες αυξομειώσεις.
Έτσι αποφεύγονται «ψευδώς καθησυχαστικά» αποτελέσματα
μιας μεμονωμένης φυσιολογικής τιμής,
όταν συνολικά το σάκχαρο κινείται υψηλά.

Όσο υψηλότερη είναι η τιμή,
τόσο περισσότερες ώρες υπεργλυκαιμίας έχουν προηγηθεί
στους τελευταίους μήνες.
Η παρατεταμένη έκθεση σε αυξημένη γλυκόζη
συνδέεται άμεσα με τον μακροχρόνιο κίνδυνο επιπλοκών,
ιδίως σε μάτια, νεφρά, νεύρα και καρδιαγγειακό σύστημα.

Τι να θυμάστε:
Δεν «επιβραβεύει» μια καλή ημέρα·
μετρά το σύνολο των ημερών
του τελευταίου τριμήνου.
Κλινική ερμηνεία:
Δύο άτομα με παρόμοιες καθημερινές μετρήσεις
μπορεί να έχουν διαφορετική εικόνα μακροχρόνιας ρύθμισης,
αν το ένα παρουσιάζει συχνότερες ή πιο παρατεταμένες υπεργλυκαιμίες.

3

Πότε ζητείται η εξέταση HbA1c

Η εξέταση ζητείται κυρίως για διάγνωση προδιαβήτη ή σακχαρώδους διαβήτη,
για παρακολούθηση γνωστής νόσου (τύπου 1 ή 2)
και για προληπτικό έλεγχο σε άτομα με αυξημένο μεταβολικό κίνδυνο
(π.χ. αυξημένο σωματικό βάρος, οικογενειακό ιστορικό, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία).

Αποτελεί βασικό εργαλείο, καθώς αποτυπώνει τη
μακροχρόνια εικόνα του σακχάρου
και όχι μια μεμονωμένη τιμή μιας συγκεκριμένης ημέρας.

Στη διάγνωση, χρησιμοποιείται συμπληρωματικά με άλλες εξετάσεις γλυκόζης
(όπως η γλυκόζη νηστείας ή η δοκιμασία ανοχής),
ιδίως όταν υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ συμπτωμάτων
και μεμονωμένων φυσιολογικών μετρήσεων.
Σε οριακές περιπτώσεις, η επανάληψη της μέτρησης
συμβάλλει στη βεβαίωση του ευρήματος.

Στην παρακολούθηση του διαβήτη, ο δείκτης αυτός επιτρέπει
την αντικειμενική εκτίμηση της συνολικής ρύθμισης,
ανεξάρτητα από τις ημερήσιες διακυμάνσεις.
Χρησιμοποιείται για να αξιολογηθεί αν
η φαρμακευτική αγωγή, η διατροφή
και ο τρόπος ζωής οδηγούν σε επαρκή έλεγχο σε βάθος χρόνου.

Στον προληπτικό έλεγχο, έχει ιδιαίτερη αξία σε άτομα
με αυξημένο σωματικό βάρος, οικογενειακό ιστορικό,
αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία
ή καθιστικό τρόπο ζωής.
Σε αυτές τις ομάδες, μια ήπια αλλά σταθερά αυξημένη τιμή
μπορεί να λειτουργήσει ως έγκαιρη προειδοποίηση.

Κλινικό νόημα:
Μια φυσιολογική γλυκόζη νηστείας
δεν αποκλείει διαταραγμένη μακροχρόνια ρύθμιση,
ιδίως όταν υπάρχουν επαναλαμβανόμενες
μεταγευματικές υπεργλυκαιμίες.
Πρακτική υπενθύμιση:
Ο δείκτης αυτός είναι ιδιαίτερα χρήσιμος
όταν το ιστορικό ή τα συμπτώματα
δεν «συμφωνούν» με μια μεμονωμένη φυσιολογική τιμή σακχάρου.


4

Κάθε πότε πρέπει να γίνεται

Η συχνότητα ελέγχου καθορίζεται από τη σταθερότητα της ρύθμισης:
συνήθως κάθε 3 μήνες όταν αλλάζει η αγωγή
ή δεν έχει επιτευχθεί ο στόχος,
και κάθε 6 μήνες όταν υπάρχει σταθερή, καλή ρύθμιση.
Σε ειδικές κλινικές καταστάσεις,
το διάστημα προσαρμόζεται από τον θεράποντα ιατρό.

Η εξέταση ζητείται κυρίως για διάγνωση προδιαβήτη ή σακχαρώδους διαβήτη,
για παρακολούθηση γνωστής νόσου (τύπου 1 ή 2)
και για προληπτικό έλεγχο σε άτομα με αυξημένο μεταβολικό κίνδυνο
(π.χ. αυξημένο σωματικό βάρος, οικογενειακό ιστορικό, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία).

Αποτελεί βασικό εργαλείο, καθώς αποτυπώνει τη
μακροχρόνια εικόνα του σακχάρου
και όχι μια μεμονωμένη τιμή μιας συγκεκριμένης ημέρας.

Στη διάγνωση, χρησιμοποιείται συμπληρωματικά με άλλες εξετάσεις γλυκόζης
(όπως η γλυκόζη νηστείας ή η δοκιμασία ανοχής),
ιδίως όταν υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ συμπτωμάτων
και μεμονωμένων φυσιολογικών μετρήσεων.
Σε οριακές περιπτώσεις, η επανάληψη της μέτρησης
συμβάλλει στη βεβαίωση του ευρήματος.

Στην παρακολούθηση του διαβήτη, ο δείκτης αυτός επιτρέπει
την αντικειμενική εκτίμηση της συνολικής ρύθμισης,
ανεξάρτητα από τις ημερήσιες διακυμάνσεις.
Χρησιμοποιείται για να αξιολογηθεί αν
η φαρμακευτική αγωγή, η διατροφή
και ο τρόπος ζωής οδηγούν σε επαρκή έλεγχο σε βάθος χρόνου.

Στον προληπτικό έλεγχο, έχει ιδιαίτερη αξία σε άτομα
με αυξημένο σωματικό βάρος, οικογενειακό ιστορικό,
αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία
ή καθιστικό τρόπο ζωής.
Σε αυτές τις ομάδες, μια ήπια αλλά σταθερά αυξημένη τιμή
μπορεί να λειτουργήσει ως έγκαιρη προειδοποίηση.

Κλινικό νόημα:
Μια φυσιολογική γλυκόζη νηστείας
δεν αποκλείει διαταραγμένη μακροχρόνια ρύθμιση,
ιδίως όταν υπάρχουν επαναλαμβανόμενες
μεταγευματικές υπεργλυκαιμίες.
Πρακτική υπενθύμιση:
Ο δείκτης αυτός είναι ιδιαίτερα χρήσιμος
όταν το ιστορικό ή τα συμπτώματα
δεν «συμφωνούν» με μια μεμονωμένη φυσιολογική τιμή σακχάρου.

5

Φυσιολογικές τιμές HbA1c

Οι τιμές της HbA1c κατηγοριοποιούνται σε φυσιολογικό, προδιαβήτη
και σακχαρώδη διαβήτη. Εκφράζονται είτε σε ποσοστό (%),
σύμφωνα με το σύστημα NGSP/DCCT, είτε σε mmol/mol,
σύμφωνα με το διεθνές σύστημα αναφοράς IFCC.

Οι δύο μονάδες είναι ισοδύναμες και περιγράφουν το ίδιο βιολογικό μέγεθος,
απλώς με διαφορετική κλίμακα. Στην καθημερινή κλινική πράξη στην Ελλάδα
χρησιμοποιείται κυρίως το %, ενώ σε διεθνείς οδηγίες και εργαστηριακές αναφορές
συχνά αναγράφονται και οι δύο τιμές.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες.
ΚατηγορίαHbA1c (%)HbA1c (mmol/mol)
Φυσιολογικό< 5.7< 39
Προδιαβήτης5.7 – 6.439 – 46
Διαβήτης≥ 6.5≥ 48

Οι τιμές 5.7–6.4% αντιστοιχούν σε προδιαβήτη και υποδηλώνουν αυξημένο
κίνδυνο εξέλιξης σε σακχαρώδη διαβήτη τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα αν συνυπάρχουν
παράγοντες όπως παχυσαρκία, καθιστικός τρόπος ζωής ή οικογενειακό ιστορικό.

Τιμές ≥ 6.5% είναι συμβατές με διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη,
εφόσον επιβεβαιωθούν σε δεύτερη μέτρηση ή συνδυάζονται με τυπικά συμπτώματα
υπεργλυκαιμίας. Η αξιολόγηση γίνεται πάντα στο συνολικό κλινικό πλαίσιο.

Σημείωση:
Όταν χρειάζεται, η διάγνωση επιβεβαιώνεται
με δεύτερη μέτρηση
ή με συνδυασμό εργαστηριακών
και κλινικών ευρημάτων.
Τι να θυμάστε:
Οι τιμές της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης
δεν είναι «αριθμοί στο χαρτί»·
αντανακλούν πραγματικό βιολογικό φορτίο γλυκόζης
με σημασία για τη μακροχρόνια υγεία.


6

Πότε θεωρείται αυξημένη η HbA1c

Σύντομη απάντηση:
Η HbA1c θεωρείται αυξημένη όταν είναι ≥ 6.5%, τιμή συμβατή
με σακχαρώδη διαβήτη, εφόσον επιβεβαιωθεί ή συνδυάζεται
με τυπική κλινική εικόνα.
Τιμές 5.7–6.4% αντιστοιχούν σε προδιαβήτη
και υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης τα επόμενα χρόνια.

Όσο υψηλότερη είναι η τιμή, τόσο μεγαλύτερη είναι
η συνολική έκθεση του οργανισμού σε υπεργλυκαιμία
στον χρόνο. Αυτό δεν αφορά μόνο το «πόσο ανέβηκε» το σάκχαρο,
αλλά και πόσες ώρες παρέμεινε αυξημένο.

Η αξιολόγηση δεν βασίζεται σε έναν αριθμό απομονωμένα,
αλλά στη διαχρονική τάση και στη συσχέτιση
με το κλινικό πλαίσιο και τους παράγοντες κινδύνου.

Τι να θυμάστε:
Μικρές διαφορές (π.χ. 6.8% vs 7.2%) αποκτούν σημασία
όταν επιμένουν σε διαδοχικές μετρήσεις
και δεν αποτελούν τυχαία διακύμανση.
Κλινική ανάγνωση: Διαφορά μεταξύ 6.8% και 7.2% μπορεί να φαίνεται μικρή,
αλλά όταν επαναλαμβάνεται υποδηλώνει σταθερή επιβάρυνση.


7

Υψηλή HbA1c: τι δείχνει

Σύντομη απάντηση:
Υψηλή HbA1c σημαίνει συσσωρευμένη γλυκαιμική επιβάρυνση
και αυξημένο κίνδυνο χρόνιων επιπλοκών.

Η αυξημένη Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη δεν αντικατοπτρίζει ένα μεμονωμένο επεισόδιο υπεργλυκαιμίας,
αλλά παρατεταμένη έκθεση του οργανισμού σε αυξημένο σάκχαρο
εβδομάδων ή μηνών, κάτι που έχει άμεση κλινική σημασία.

Τι να θυμάστε:
Η Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη λειτουργεί ως δείκτης «φορτίου» γλυκόζης στον χρόνο·
όσο μεγαλύτερο το φορτίο, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος μικροαγγειακών
και μακροαγγειακών επιπλοκών.


8

Ερμηνεία HbA1c σε διαβήτη & στόχοι

Στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, η HbA1c χρησιμοποιείται για να αξιολογηθεί
αν η θεραπευτική προσέγγιση επιτυγχάνει τον επιθυμητό γλυκαιμικό στόχο.
Ο συχνότερος γενικός στόχος για πολλούς ενήλικες είναι <7.0%,
καθώς έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο μικροαγγειακών επιπλοκών
χωρίς να αυξάνει υπερβολικά τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας.

Ωστόσο, ο στόχος HbA1c δεν είναι ίδιος για όλους.
Η σύγχρονη διαβητολογία βασίζεται στην εξατομίκευση,
λαμβάνοντας υπόψη ηλικία, διάρκεια νόσου, συννοσηρότητες,
κίνδυνο υπογλυκαιμίας και προσδόκιμο ζωής.

  • Πιο αυστηρός στόχος (<6.5%):
    νεότερα άτομα, μικρή διάρκεια διαβήτη, απουσία σοβαρών υπογλυκαιμιών
    και δυνατότητα στενής παρακολούθησης.
  • Χαλαρότερος στόχος (7.5–8.0% ή και υψηλότερος σε ειδικές περιπτώσεις):
    ηλικιωμένοι ασθενείς, πολλαπλές συννοσηρότητες,
    ιστορικό σοβαρών υπογλυκαιμιών ή περιορισμένο προσδόκιμο ζωής.

Σε αντίθεση με το σάκχαρο νηστείας ή μια τυχαία μέτρηση γλυκόζης,
ο συγκεκριμένος δείκτης δεν επηρεάζεται από το αν προηγήθηκε γεύμα,
από παροδικό στρες ή από μεμονωμένες ημερήσιες διακυμάνσεις.
Για τον λόγο αυτό θεωρείται
ο πιο αξιόπιστος δείκτης μακροχρόνιας γλυκαιμικής ρύθμισης
στον σακχαρώδη διαβήτη.

Τι να θυμάστε:
Δεν δείχνει «πώς είναι το σάκχαρο σήμερα»,
αλλά πώς κινήθηκε συνολικά τους τελευταίους μήνες.
Κλινικό νόημα:
Δύο άτομα μπορεί να έχουν φυσιολογικό σάκχαρο νηστείας την ίδια ημέρα,
αλλά διαφορετική εικόνα μακροχρόνιας ρύθμισης,
αν το ένα είχε συχνές μεταγευματικές υπεργλυκαιμίες.

9

HbA1c και μέσηγλυκόζη (eAG)

Η eAG (estimated Average Glucose) είναι η
εκτιμώμενη μέση γλυκόζη αίματος που αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη τιμή HbA1c.
Χρησιμοποιείται για να μεταφράσει την HbA1c σε αριθμούς
οικείους στον ασθενή, ώστε να μπορεί να συγκριθεί ευκολότερα
με τις καθημερινές μετρήσεις σακχάρου.

Ο υπολογισμός της eAG βασίζεται στη μελέτη ADAG και εκφράζει
τον μέσο όρο γλυκόζης των τελευταίων εβδομάδων,
όχι τις ακραίες τιμές ή τις διακυμάνσεις.

Τύπος ADAG:
eAG (mg/dL) ≈ 28.7 × HbA1c − 46.7

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες.
HbA1c (%)eAG (mg/dL)
6.0126
7.0154
8.0183

Για παράδειγμα, γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη 7.0% αντιστοιχεί σε eAG περίπου
154 mg/dL. Αυτό σημαίνει ότι, συνολικά,
το σάκχαρο κινήθηκε γύρω από αυτή την τιμή κατά μέσο όρο,
ακόμη κι αν υπήρχαν χαμηλότερες ή υψηλότερες μεμονωμένες μετρήσεις.

Η eAG βοηθά ιδιαίτερα στην επικοινωνία γιατρού–ασθενούς,
καθώς γεφυρώνει το «χάσμα» μεταξύ ενός ποσοστού (HbA1c)
και των καθημερινών τιμών σακχάρου που βλέπει ο ασθενής στο μετρητή.

Σημείωση: Η eAG είναι βοηθητικό εργαλείο κατανόησης.
Δεν αντικαθιστά την αυτομέτρηση ή τη συνεχή καταγραφή γλυκόζης,
οι οποίες είναι απαραίτητες για τον εντοπισμό υπογλυκαιμιών
και ημερήσιων διακυμάνσεων.
Κλινική διευκρίνιση: Δύο άτομα με ίδια γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη
μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικό «προφίλ» σακχάρου
(πολλές διακυμάνσεις vs σταθερές τιμές),
κάτι που η eAG από μόνη της δεν μπορεί να αποτυπώσει.


10

Παράγοντες που αλλοιώνουν την HbA1c

Ορισμένες καταστάσεις επηρεάζουν είτε τη διάρκεια ζωής των ερυθρών αιμοσφαιρίων
είτε την ίδια τη μέθοδο μέτρησης της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης,
οδηγώντας σε ψευδώς χαμηλές ή ψευδώς υψηλές τιμές.
Η σωστή ερμηνεία απαιτεί πάντα συσχέτιση με το κλινικό ιστορικό.

Η HbA1c βασίζεται στο γεγονός ότι τα ερυθρά αιμοσφαίρια κυκλοφορούν
στο αίμα για περίπου 120 ημέρες.
Όταν αυτός ο κύκλος ζωής μεταβάλλεται,
η τιμή της μπορεί να μην αντανακλά με ακρίβεια
τον πραγματικό μέσο όρο γλυκόζης.

  • Αναιμίες:
    στη σιδηροπενική αναιμία μπορεί να παρατηρηθούν
    ψευδώς υψηλές τιμές,
    ενώ στις αιμολυτικές αναιμίες συχνά προκύπτουν
    ψευδώς χαμηλές τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.
  • Αιμοσφαιρινοπάθειες (π.χ. θαλασσαιμία, δρεπανοκυτταρική):
    αλλοιώνουν τόσο τη διάρκεια ζωής των ερυθρών
    όσο και την αξιοπιστία ορισμένων μεθόδων μέτρησης.
  • Πρόσφατη αιμορραγία ή μετάγγιση αίματος:
    η παρουσία «νεαρών» ή ξένων ερυθρών
    μπορεί να δώσει παραπλανητικά χαμηλές τιμές
    για αρκετές εβδομάδες.
  • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια:
    επηρεάζει την επιβίωση των ερυθρών
    και συχνά συνδυάζεται με αναιμία,
    καθιστώντας την η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη λιγότερο αξιόπιστη.

Επιπλέον, διαφορετικές αναλυτικές μέθοδοι
(HPLC, ανοσοδοκιμασίες) μπορεί να επηρεάζονται
σε διαφορετικό βαθμό από αιμοσφαιρινοπάθειες,
γι’ αυτό και είναι σημαντική η γνώση της
μεθόδου που χρησιμοποιεί το εργαστήριο.

Συχνό κλινικό λάθος:
Η ερμηνεία της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης
χωρίς να ελεγχθεί αν συνυπάρχει αναιμία
ή πρόσφατη μετάγγιση αίματος.
Τι να θυμάστε:
Ο δείκτης είναι αξιόπιστος μόνο όταν
η βιολογία των ερυθρών αιμοσφαιρίων
είναι φυσιολογική και το αποτέλεσμα
συμφωνεί με την κλινική εικόνα.

11

Πότε η HbA1c δεν είναι αξιόπιστη

Η HbA1c μπορεί να μην είναι αξιόπιστη όταν υπάρχουν καταστάσεις
που μεταβάλλουν την ανανέωση των ερυθρών αιμοσφαιρίων
ή επηρεάζουν την ακρίβεια της εργαστηριακής μέτρησης.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η τιμή της HbA1c
ενδέχεται να μην αντανακλά τον πραγματικό μέσο όρο γλυκόζης.

Η μη αξιοπιστία της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης πρέπει να υποψιάζεται ιδιαίτερα
όταν υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της τιμής της,
των καθημερινών μετρήσεων σακχάρου
ή της κλινικής εικόνας του ασθενούς.

Τυπικά παραδείγματα καταστάσεων στις οποίες η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη
μπορεί να είναι παραπλανητική περιλαμβάνουν:

  • Αναιμία (σιδηροπενική, αιμολυτική ή άλλης αιτιολογίας),
    όπου η διάρκεια ζωής των ερυθρών μεταβάλλεται.
  • Πρόσφατη μετάγγιση αίματος,
    καθώς τα ερυθρά του δότη αλλοιώνουν προσωρινά
    τη συνολική εικόνα.
  • Κύηση,
    όπου η αυξημένη ανανέωση ερυθρών
    και οι ταχείες μεταβολές γλυκόζης
    μειώνουν τη διαγνωστική αξία της HbA1c.
  • Χρόνια νεφρική νόσος,
    ιδίως σε προχωρημένα στάδια ή σε αιμοκάθαρση.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη
δεν πρέπει να χρησιμοποιείται απομονωμένα
για διαγνωστικές ή θεραπευτικές αποφάσεις,
αλλά να συνεκτιμάται με άλλους δείκτες.

Συχνό κλινικό λάθος:
Η ερμηνεία της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης
χωρίς να λαμβάνονται υπόψη
αναιμία ή πρόσφατη μετάγγιση
μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη διάγνωση
ή λανθασμένη τροποποίηση θεραπείας.
Τι να θυμάστε:
Ο δείκτης είναι ιδιαίτερα αξιόπιστος
μόνο όταν οι συνθήκες μέτρησης
και η βιολογία των ερυθρών αιμοσφαιρίων
είναι φυσιολογικές.

12

Εναλλακτικές εξετάσεις όταν χρειάζεται

Όταν η HbA1c δεν είναι αξιόπιστη ή δεν αντανακλά σωστά
τον πραγματικό γλυκαιμικό έλεγχο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν
εναλλακτικοί δείκτες βραχυπρόθεσμου γλυκαιμικού ελέγχου.
Οι δείκτες αυτοί αποτυπώνουν τη γλυκόζη σε μικρότερο χρονικό παράθυρο
και είναι χρήσιμοι σε ειδικές κλινικές καταστάσεις.

Οι πιο συχνά χρησιμοποιούμενες εξετάσεις είναι:

  • Φρουκτοζαμίνη:
    Αντανακλά τον μέσο όρο γλυκόζης των τελευταίων
    2–3 εβδομάδων, καθώς βασίζεται στη γλυκοζυλίωση
    των πρωτεϊνών του ορού (κυρίως λευκωματίνη).
    Είναι χρήσιμη όταν απαιτείται γρήγορη αξιολόγηση
    μεταβολών στη ρύθμιση.
  • Γλυκοζυλιωμένη λευκωματίνη:
    Παρέχει πιο στοχευμένη πληροφορία για τη
    βραχυπρόθεσμη γλυκαιμική εικόνα
    και είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε καταστάσεις
    όπου γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη αλλοιώνεται από αναιμία ή αιμοσφαιρινοπάθειες.

Οι εξετάσεις αυτές δεν αντικαθιστούν τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη στη γενική παρακολούθηση,
αλλά λειτουργούν συμπληρωματικά όταν απαιτείται
ακριβέστερη εκτίμηση σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Πότε είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι:
Σε αναιμία, κύηση, χρόνια νεφρική νόσο,
πρόσφατη μετάγγιση αίματος ή όταν υπάρχει
ασυμφωνία μεταξύ μακροχρόνιων δεικτών
και της κλινικής εικόνας.
Τι να θυμάστε:
Οι βραχυπρόθεσμοι δείκτες (π.χ. φρουκτοζαμίνη,
γλυκοζυλιωμένη λευκωματίνη) δεν επηρεάζονται
από τη διάρκεια ζωής των ερυθρών αιμοσφαιρίων,
αλλά μπορεί να αλλοιωθούν σε σοβαρή
υπολευκωματιναιμία.

13

Πώς γίνεται η εξέταση HbA1c

Η HbA1c μετριέται σε φλεβικό αίμα,
συνήθως σε σωληνάριο EDTA.
Η δειγματοληψία γίνεται με απλή αιμοληψία
και δεν απαιτείται ειδικός χειρισμός του ασθενούς
κατά τη διάρκεια της λήψης.

Η ανάλυση πραγματοποιείται σε πιστοποιημένο
μικροβιολογικό εργαστήριο
με σύγχρονες και τυποποιημένες μεθόδους,
όπως HPLC ή αξιόπιστες ανοσολογικές τεχνικές,
οι οποίες είναι εναρμονισμένες με τα διεθνή πρότυπα
NGSP και IFCC.

Η τυποποίηση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς εξασφαλίζει
ότι τα αποτελέσματα της εξέτασης είναι
συγκρίσιμα στον χρόνο
και μεταξύ διαφορετικών εργαστηρίων,
εφόσον χρησιμοποιούνται πιστοποιημένες μέθοδοι.

Ο χρόνος απάντησης της εξέτασης
είναι συνήθως την ίδια ή την επόμενη εργάσιμη ημέρα,
γεγονός που επιτρέπει γρήγορη κλινική αξιολόγηση
και λήψη αποφάσεων.

Ποιοτικός έλεγχος:
Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είναι αξιόπιστη μόνο όταν
μετριέται με πιστοποιημένες μεθόδους
και συμμετοχή του εργαστηρίου
σε προγράμματα εσωτερικού και εξωτερικού ποιοτικού ελέγχου.
Τι να θυμάστε:
Για σωστή σύγκριση των τιμών στον χρόνο,
είναι προτιμότερο ο έλεγχος
να γίνεται στο ίδιο εργαστήριο
και με την ίδια αναλυτική μέθοδο.


14

Χρειάζεται προετοιμασία;

Δεν απαιτείται νηστεία για τη μέτρηση της HbA1c.
Η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε ώρα της ημέρας,
ανεξάρτητα από το αν έχει προηγηθεί γεύμα,
καθώς δεν επηρεάζεται από πρόσφατη λήψη τροφής.

Παρότι η προετοιμασία είναι απλή, είναι σημαντικό
να ενημερωθεί το εργαστήριο
για καταστάσεις που μπορεί να επηρεάσουν την αξιοπιστία
ή την ερμηνεία του αποτελέσματος.

Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρονται:

  • Αναιμία ή γνωστή αιματολογική διαταραχή.
  • Κύηση ή πρόσφατος τοκετός.
  • Πρόσφατη αιμορραγία ή μετάγγιση αίματος.
  • Χρόνια νεφρική νόσος ή αιμοκάθαρση.

Η σωστή πληροφόρηση επιτρέπει στον ιατρό ή τον μικροβιολόγο
να αξιολογήσει αν το αποτέλεσμα είναι αξιόπιστο
ή αν χρειάζεται συμπληρωματικός έλεγχος.

Τι δεν χρειάζεται:
Δεν απαιτείται διακοπή φαρμάκων,
ούτε αποφυγή γευμάτων ή ροφημάτων
πριν από την αιμοληψία για γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη
Πρακτική συμβουλή:
Για αξιόπιστη σύγκριση στον χρόνο,
καλό είναι να μετριέται
στο ίδιο εργαστήριο και υπό παρόμοιες συνθήκες.
Τι να θυμάστε:
Η απλότητα της προετοιμασίας δεν σημαίνει
ότι η ερμηνεία είναι πάντα απλή·
το κλινικό ιστορικό παραμένει καθοριστικό.

15

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση HbA1c;

Όχι, η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη δεν επηρεάζεται από την πρόσφατη λήψη τροφής και μπορεί να μετρηθεί οποιαδήποτε ώρα της ημέρας.

Κάθε πότε πρέπει να ελέγχεται η HbA1c;

Συνήθως κάθε 3 μήνες όταν η ρύθμιση δεν είναι ικανοποιητική και κάθε 6 μήνες όταν ο διαβήτης είναι σταθερός.

Τι σημαίνει HbA1c 6.0%;

Τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης 6.0% αντιστοιχεί σε προδιαβήτη και αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης σε σακχαρώδη διαβήτη.

Μπορεί να είναι φυσιολογική η HbA1c αλλά υψηλό το σάκχαρο;

Ναι, σε πρόσφατη απορρύθμιση ή σε καταστάσεις που επηρεάζουν τη διάρκεια ζωής των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Η HbA1c επηρεάζει τη θεραπεία μου;

Ναι, χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της γλυκαιμικής ρύθμισης και την προσαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής.

Πόσο αξιόπιστη είναι η HbA1c;

Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είναι αξιόπιστη στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά μπορεί να επηρεαστεί από αναιμίες, αιμοσφαιρινοπάθειες ή πρόσφατες μεταγγίσεις.


16 Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης από ιατρό στο εργαστήριό μας.

Η αξιολόγηση πραγματοποιείται από εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό, με συνεκτίμηση του κλινικού ιστορικού, των συνοδών εργαστηριακών ευρημάτων και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε ασθενούς.

Μπορείτε να προγραμματίσετε την εξέταση HbA1c ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


17

Βιβλιογραφία

Standards of Medical Care in Diabetes—2024. Diabetes Care.

NGSP – National Glycohemoglobin Standardization Program.

IFCC Reference Measurement System for HbA1c.

Nathan DM et al. Translating A1C into Estimated Average Glucose. Diabetes Care.

Κατάλογος εξετάσεων – Μικροβιολογικό Λαμία.

Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


Το Εργαστήριό μας

Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.

Social Networks

Facebook
Twitter

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

22310 66841
6972 860905
Έσλιν 19, Λαμία 35100
©2025 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

©2023 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

Μικροβιολογικό Λαμία
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.