Οστεοπόρωση και Εμμηνόπαυση: Οστική Πυκνότητα, Βιταμίνη D, Ασβέστιο, PTH και Εξετάσεις
Τελευταία ενημέρωση:
Η οστεοπόρωση μετά την εμμηνόπαυση δεν είναι απλώς μια «χαμηλή τιμή ασβεστίου». Η πτώση των οιστρογόνων επιταχύνει την οστική απώλεια, αλλά ο πραγματικός κίνδυνος κατάγματος εξαρτάται από την ηλικία, την οστική πυκνότητα, προηγούμενα κατάγματα, το σωματικό βάρος, φάρμακα, συνοδά νοσήματα και τον κίνδυνο πτώσεων.
Η DXA/DEXA είναι η βασική εξέταση για τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας. Οι εξετάσεις αίματος έχουν διαφορετικό ρόλο: δεν «μετρούν την οστεοπόρωση», αλλά βοηθούν να εντοπιστούν διορθώσιμοι παράγοντες ή δευτεροπαθείς αιτίες οστικής απώλειας, όπως διαταραχές βιταμίνης D, ασβεστίου, παραθορμόνης, θυρεοειδούς, νεφρικής λειτουργίας ή δυσαπορρόφησης.
Η DXA δείχνει την οστική πυκνότητα. Οι εξετάσεις 25-OH βιταμίνη D, ασβέστιο, PTH, φώσφορος, ALP, TSH και νεφρική λειτουργία βοηθούν να καταλάβουμε το μεταβολικό και ενδοκρινολογικό υπόβαθρο. Μπορεί κάποια γυναίκα να έχει σημαντική οστεοπόρωση με φυσιολογικό ασβέστιο, φυσιολογική PTH και χωρίς εμφανή συμπτώματα.
1Τι είναι η οστεοπόρωση μετά την εμμηνόπαυση
Η οστεοπόρωση είναι σκελετική νόσος στην οποία μειώνεται η αντοχή του οστού και αυξάνεται ο κίνδυνος κατάγματος. Η οστική αντοχή δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο «πυκνό» είναι το οστό, αλλά και από τη μικροαρχιτεκτονική και την ποιότητά του.
Στις γυναίκες η εμμηνόπαυση αποτελεί σημαντικό σημείο καμπής, επειδή η μείωση των οιστρογόνων αυξάνει την οστική ανακατασκευή και ευνοεί την απώλεια οστικής μάζας.
Η οστεοπόρωση συχνά δεν προκαλεί κανένα σύμπτωμα μέχρι να εμφανιστεί ένα κάταγμα ευθραυστότητας: κάταγμα μετά από πτώση από όρθια θέση ή από τραυματισμό που κανονικά δεν θα έπρεπε να προκαλέσει κάταγμα.
Συχνότερα οστεοπορωτικά κατάγματα εμφανίζονται στο:
- ισχίο,
- σπονδυλική στήλη,
- καρπό,
- εγγύς βραχιόνιο και άλλες θέσεις ανάλογα με την ηλικία και τον μηχανισμό πτώσης.
2Γιατί η πτώση των οιστρογόνων επηρεάζει τα οστά
Το οστό είναι ζωντανός ιστός που ανανεώνεται διαρκώς. Οι οστεοκλάστες απομακρύνουν παλαιό οστικό ιστό και οι οστεοβλάστες σχηματίζουν νέο.
Τα οιστρογόνα περιορίζουν την υπερβολική οστική απορρόφηση. Όταν μειώνονται κατά την περιεμμηνόπαυση και μετά την τελευταία έμμηνο ρύση, η ισορροπία μετατοπίζεται προς μεγαλύτερη οστική απώλεια.
Η ταχύτητα της απώλειας δεν είναι ίδια για όλες τις γυναίκες. Επηρεάζεται από την αρχική μέγιστη οστική μάζα, την κληρονομικότητα, τη σωματική διάπλαση, τη φυσική δραστηριότητα, τη διατροφή, την ηλικία εμμηνόπαυσης, το κάπνισμα, το αλκοόλ, φάρμακα και χρόνια νοσήματα.
3Ποιες γυναίκες έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο
Η ηλικία είναι σημαντικός παράγοντας, αλλά δεν είναι ο μόνος. Ο κίνδυνος αυξάνεται ιδιαίτερα όταν υπάρχει:
- προηγούμενο κάταγμα ευθραυστότητας,
- σπονδυλικό ή κάταγμα ισχίου,
- κάταγμα ισχίου σε γονέα,
- πρόωρη ή πρώιμη εμμηνόπαυση,
- χαμηλό σωματικό βάρος ή σημαντική απώλεια βάρους,
- κάπνισμα,
- υψηλή κατανάλωση αλκοόλ,
- μακροχρόνια χρήση γλυκοκορτικοειδών,
- ρευματοειδής αρθρίτιδα,
- υπερθυρεοειδισμός ή χρόνια υπερδοσολογία θυροξίνης,
- πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός,
- κοιλιοκάκη ή άλλη δυσαπορρόφηση,
- χρόνια νεφρική ή ηπατική νόσος,
- σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1,
- θεραπεία με αναστολείς αρωματάσης,
- νευρολογικά προβλήματα, μυϊκή αδυναμία ή επαναλαμβανόμενες πτώσεις.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν εμφανίζεται κάταγμα σε ηλικία ή με μηχανισμό που φαίνεται δυσανάλογος προς το τραύμα.
4Πότε χρειάζεται μέτρηση οστικής πυκνότητας DXA
Η DXA ή DEXA είναι η καθιερωμένη μέθοδος μέτρησης οστικής πυκνότητας.
Σύγχρονες συστάσεις screening προτείνουν DXA στις γυναίκες ηλικίας 65 ετών και άνω. Σε νεότερες μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η εξέταση γίνεται νωρίτερα όταν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου και η εκτίμηση δείχνει αυξημένη πιθανότητα κατάγματος.
DXA μπορεί να χρειάζεται νωρίτερα όταν υπάρχει:
- κάταγμα ευθραυστότητας,
- πρόωρη εμμηνόπαυση,
- μακροχρόνια λήψη κορτιζόνης,
- πολύ χαμηλό βάρος,
- θεραπεία με αναστολέα αρωματάσης,
- νόσημα που συνδέεται με δευτεροπαθή οστεοπόρωση,
- σημαντική απώλεια ύψους ή κύφωση,
- ύποπτο σπονδυλικό κάταγμα.
Η ηλικία δεν πρέπει επομένως να χρησιμοποιείται σαν μοναδικό κριτήριο.
5Τι μετρά η DXA και σε ποια σημεία
Η DXA μετρά την οστική πυκνότητα – BMD. Οι βασικές περιοχές μέτρησης είναι:
- η οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης,
- το ολικό ισχίο,
- ο αυχένας του μηριαίου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιείται και το αντιβράχιο, ιδιαίτερα όταν το ισχίο ή η σπονδυλική στήλη δεν μπορούν να αξιολογηθούν αξιόπιστα ή σε ειδικές κλινικές καταστάσεις.
Η σπονδυλική στήλη μπορεί να εμφανίζει τεχνητά υψηλότερη BMD όταν υπάρχουν έντονες εκφυλιστικές αλλοιώσεις, οστεόφυτα ή άλλες ασβεστώσεις. Για αυτό η εξέταση πρέπει να ερμηνεύεται από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία και όχι μόνο από έναν αριθμό.
6T-score, Z-score, οστεοπενία και οστεοπόρωση
Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες χρησιμοποιείται κυρίως το T-score, το οποίο συγκρίνει την BMD με τη μέση οστική πυκνότητα ενός υγιούς νεαρού ενήλικα.
| T-score | Κατηγοριοποίηση |
|---|---|
| ≥ −1,0 | Φυσιολογική οστική πυκνότητα |
| Μεταξύ −1,0 και −2,5 | Χαμηλή οστική μάζα / οστεοπενία |
| ≤ −2,5 | Οστεοπόρωση |
Το Z-score συγκρίνει το αποτέλεσμα με άτομα αντίστοιχης ηλικίας και φύλου και έχει διαφορετική χρησιμότητα. Δεν πρέπει να αντικαθιστά μηχανικά το T-score στη μετεμμηνοπαυσιακή γυναίκα.
Το σημαντικότερο είναι ότι το T-score δεν είναι από μόνο του ολόκληρος ο καταγματικός κίνδυνος. Μια γυναίκα με οστεοπενία και προηγούμενο σπονδυλικό κάταγμα μπορεί να βρίσκεται σε πολύ υψηλότερο κίνδυνο από άλλη γυναίκα με παρόμοιο T-score χωρίς άλλους παράγοντες.
7FRAX και πραγματικός κίνδυνος κατάγματος
Το FRAX υπολογίζει τη δεκαετή πιθανότητα μείζονος οστεοπορωτικού κατάγματος και κατάγματος ισχίου.
Λαμβάνει υπόψη παράγοντες όπως:
- ηλικία και φύλο,
- ύψος και βάρος,
- προηγούμενο κάταγμα,
- κάταγμα ισχίου σε γονέα,
- κάπνισμα,
- γλυκοκορτικοειδή,
- ρευματοειδή αρθρίτιδα,
- ορισμένα δευτεροπαθή αίτια οστεοπόρωσης,
- κατανάλωση αλκοόλ,
- και, όταν υπάρχει, την BMD του αυχένα του μηριαίου.
Το FRAX δεν αντικαθιστά την κλινική κρίση. Δεν αποτυπώνει τέλεια κάθε κίνδυνο — για παράδειγμα τον αριθμό, τη βαρύτητα και την πρόσφατη χρονική σχέση προηγούμενων καταγμάτων ή όλες τις παραμέτρους κινδύνου πτώσης.
8Σπονδυλικά κατάγματα και απώλεια ύψους
Τα σπονδυλικά κατάγματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά επειδή αρκετά μπορεί να μην αναγνωριστούν όταν συμβούν.
Υποψία για σπονδυλικό κάταγμα αυξάνεται όταν υπάρχει:
- ξαφνικός νέος πόνος στη ράχη ή στη μέση,
- σημαντική απώλεια ύψους,
- προοδευτική κύφωση,
- γνωστή οστεοπόρωση,
- μακροχρόνια χρήση γλυκοκορτικοειδών,
- πολύ χαμηλό T-score.
Σε κατάλληλες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί απεικόνιση της θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας ή vertebral fracture assessment – VFA μέσω DXA.
9Γιατί χρειάζονται εξετάσεις αίματος
Οι εξετάσεις αίματος δεν επιβεβαιώνουν ούτε αποκλείουν από μόνες τους την οστεοπόρωση. Ο κύριος στόχος τους είναι να αναζητηθούν δευτεροπαθείς αιτίες και παράγοντες που επηρεάζουν την ασφαλή επιλογή θεραπείας.
Ένας οργανωμένος έλεγχος μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να περιλαμβάνει:
| Εξέταση | Γιατί μπορεί να χρειάζεται |
|---|---|
| Γενική αίματος | Αναιμία ή ένδειξη άλλου συστηματικού νοσήματος |
| ΤΚΕ / CRP | Όταν υπάρχει ερώτημα φλεγμονώδους ή συστηματικής νόσου |
| Ca + λευκωματίνη | Διαταραχές μεταβολισμού ασβεστίου |
| Φώσφορος | PTH, νεφρά και μεταβολικά νοσήματα οστών |
| ALP | Οστική ανακατασκευή ή ηπατοχολική προέλευση |
| 25-OH D | Κατάσταση βιταμίνης D όταν υπάρχει κλινική ένδειξη |
| Κρεατινίνη / eGFR | Νεφρική λειτουργία και επιλογή θεραπείας |
| TSH ± FT4 | Υπερθυρεοειδισμός ή υπερθεραπεία με θυροξίνη |
| AST / ALT | Ηπατική νόσος και ερμηνεία ALP |
| PTH | Στοχευμένα όταν το μοτίβο Ca–D–νεφρών θέτει ερώτημα παραθυρεοειδών |
Δεν χρειάζονται όλες οι εξετάσεις σε όλες τις γυναίκες. Η σωστή επιλογή εξαρτάται από το ιστορικό, την DXA, προηγούμενα κατάγματα, τα φάρμακα και τα αρχικά εργαστηριακά ευρήματα.
1025-OH βιταμίνη D
Η εξέταση που χρησιμοποιούμε για την αξιολόγηση της κατάστασης της βιταμίνης D είναι η 25-υδροξυβιταμίνη D – 25(OH)D.
Δεν πρέπει να συγχέεται με την 1,25(OH)2D, την ενεργό ορμονική μορφή. Η 1,25(OH)2D δεν αποτελεί την κλασική εξέταση για να δούμε αν κάποιος έχει χαμηλά αποθέματα βιταμίνης D.
Στο πλαίσιο οστεοπόρωσης, η 25(OH)D έχει ιδιαίτερη αξία όταν υπάρχει:
- γνωστή χαμηλή οστική πυκνότητα ή κάταγμα,
- υποψία οστεομαλακίας,
- χαμηλό ασβέστιο ή αυξημένη PTH,
- δυσαπορρόφηση,
- χρόνια νεφρική ή ηπατική νόσος,
- θεραπεία που απαιτεί επαρκή κατάσταση βιταμίνης D.
Αντίθετα, η ύπαρξη εμμηνόπαυσης από μόνη της δεν σημαίνει ότι κάθε κατά τα άλλα υγιής γυναίκα χρειάζεται επαναλαμβανόμενο screening 25(OH)D.
Επίσης, δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείται ένα μόνο αριθμητικό όριο χωρίς κλινικό πλαίσιο. Η ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη το εργαστήριο, την PTH, το ασβέστιο, τη νεφρική λειτουργία, τυχόν συμπληρώματα και το κλινικό ερώτημα.
11Ασβέστιο και λευκωματίνη
Το ασβέστιο είναι απαραίτητο για τα οστά, αλλά το ασβέστιο αίματος δεν είναι μέτρηση της ποσότητας ασβεστίου στα οστά.
Ο οργανισμός διατηρεί το ασβέστιο του αίματος σε στενά όρια μέσω της PTH, της βιταμίνης D, των νεφρών, του εντέρου και του σκελετού. Για αυτό:
Το ολικό ασβέστιο επηρεάζεται από τη λευκωματίνη. Όταν η λευκωματίνη είναι χαμηλή ή το αποτέλεσμα δεν ταιριάζει με την κλινική εικόνα, μπορεί να απαιτείται διαφορετική αξιολόγηση, επανάληψη της μέτρησης ή ιονισμένο ασβέστιο.
Ιδιαίτερη διερεύνηση χρειάζεται όταν το ασβέστιο είναι επανειλημμένα:
- υψηλό,
- χαμηλό,
- ή ασύμβατο με την τιμή της PTH.
12Παραθορμόνη PTH
Η PTH είναι μία από τις σημαντικότερες ορμόνες ρύθμισης του ασβεστίου και του φωσφόρου. Δεν πρέπει όμως να ερμηνεύεται ποτέ σαν απομονωμένος αριθμός.
Η σωστή προσέγγιση είναι:
PTH + ασβέστιο + 25(OH)D + φώσφορος + νεφρική λειτουργία.
| Μοτίβο | Πιθανή κατεύθυνση διερεύνησης |
|---|---|
| Ca ↑ + PTH ↑ ή «ακατάλληλα» φυσιολογική | Διερεύνηση πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού |
| PTH ↑ + Ca φυσιολογικό/χαμηλό + 25(OH)D ↓ | Πιθανή δευτεροπαθής αύξηση PTH λόγω χαμηλής βιταμίνης D |
| PTH ↑ + μειωμένο eGFR | Νεφρική αιτία / διαταραχή ορυκτού και οστικού μεταβολισμού |
| PTH ↑ + Ca φυσιολογικό | Πρώτα αποκλείονται δευτεροπαθή αίτια πριν τεθεί άλλο ενδοκρινολογικό ερώτημα |
Η PTH επομένως είναι εξαιρετικά χρήσιμη όταν υπάρχει συγκεκριμένο ερώτημα, αλλά δεν αποτελεί υποχρεωτική εξέταση screening για κάθε γυναίκα μόνο και μόνο επειδή βρίσκεται στην εμμηνόπαυση.
13Φώσφορος, ALP και μαγνήσιο
Φώσφορος
Ο φώσφορος αποτελεί βασικό συστατικό του οστού και ρυθμίζεται σε στενή σχέση με την PTH, τη βιταμίνη D και τους νεφρούς.
Επίμονα χαμηλός φώσφορος δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στην «οστεοπόρωση». Μπορεί να θέσει διαφορετικό μεταβολικό ερώτημα.
Αλκαλική φωσφατάση – ALP
Η ALP προέρχεται κυρίως από οστά και ήπαρ/χοληφόρα. Στον οστικό ιστό συνδέεται με τη δραστηριότητα των οστεοβλαστών.
Η απλή μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση δεν προκαλεί υποχρεωτικά υψηλή ALP.
Όταν η ALP είναι αυξημένη, βοηθούν οι:
- γ-GT,
- ALT και AST,
- ασβέστιο,
- φώσφορος,
- 25(OH)D,
- PTH.
Έτσι γίνεται διάκριση ανάμεσα σε πιθανή ηπατοχολική και οστική κατεύθυνση.
Μαγνήσιο
Το μαγνήσιο επηρεάζει τη λειτουργία της PTH και τον μεταβολισμό του ασβεστίου. Δεν χρειάζεται ως εξέταση ρουτίνας σε κάθε γυναίκα με οστεοπενία, αλλά μπορεί να είναι χρήσιμο όταν υπάρχει υποασβεστιαιμία, δυσαπορρόφηση, νεφρική νόσος ή υποψία έλλειψης.
14Νεφρική λειτουργία: κρεατινίνη και eGFR
Οι νεφροί έχουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση:
- του φωσφόρου,
- της ενεργοποίησης της βιταμίνης D,
- του ασβεστίου,
- της PTH.
Για αυτό η κρεατινίνη και το eGFR είναι ιδιαίτερα σημαντικά στην αξιολόγηση της οστικής υγείας.
Σε χρόνια νεφρική νόσο μπορεί να εμφανιστεί ένα διαφορετικό και πιο σύνθετο πρόβλημα, το οποίο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτομάτως σαν απλή μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση.
Η νεφρική λειτουργία επηρεάζει επίσης την επιλογή και ασφάλεια ορισμένων φαρμακευτικών θεραπειών. Συνεπώς πρέπει να είναι γνωστή πριν από την έναρξη συγκεκριμένων αγωγών.
15Θυρεοειδής και TSH
Ο θυρεοειδής συνδέεται άμεσα με τον ρυθμό οστικής ανακατασκευής.
Ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί να επιταχύνει την οστική απώλεια. Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν κάποια γυναίκα λαμβάνει μεγαλύτερη δόση λεβοθυροξίνης από αυτή που χρειάζεται και η TSH παραμένει κατασταλμένη για μεγάλο διάστημα.
Η TSH έχει επομένως θέση στην αξιολόγηση της οστεοπόρωσης, ιδιαίτερα όταν υπάρχει:
- γνωστή θυρεοειδοπάθεια,
- θεραπεία με θυροξίνη,
- ταχυκαρδία, τρόμος ή απώλεια βάρους,
- ασυνήθιστα γρήγορη απώλεια οστικής μάζας.
Όταν η TSH είναι χαμηλή, η ερμηνεία συνεχίζεται συνήθως με FT4 και, όπου χρειάζεται, FT3 και κλινική αξιολόγηση.
16Πλήρης έλεγχος για δευτεροπαθή οστεοπόρωση
Όταν η εικόνα δεν ταιριάζει με απλή μετεμμηνοπαυσιακή οστική απώλεια, μπορεί να χρειάζεται ευρύτερος έλεγχος.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε:
- πολύ χαμηλή BMD για την ηλικία,
- πολλαπλά κατάγματα,
- κάταγμα παρά την κατάλληλη θεραπεία,
- ταχεία πτώση BMD,
- αναιμία, απώλεια βάρους ή συστηματικά συμπτώματα,
- παθολογικό Ca, φώσφορο, ALP ή νεφρική λειτουργία.
Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να προστεθούν:
- ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών ορού, ανοσοσφαιρίνες και ελεύθερες ελαφρές αλυσίδες,
- έλεγχος κοιλιοκάκης με anti-tTG IgA και ολική IgA,
- ασβέστιο ούρων,
- ειδικός έλεγχος κορτιζόλης όταν υπάρχει υποψία υπερκορτιζολαιμίας,
- προλακτίνη ή ορμόνες φύλου σε κατάλληλο κλινικό πλαίσιο,
- μαγνήσιο όταν υπάρχει υποασβεστιαιμία,
- άλλες ειδικές εξετάσεις μετά από ενδοκρινολογική ή μεταβολική αξιολόγηση.
Είναι να επιλέξουμε τις εξετάσεις που απαντούν στο συγκεκριμένο ερώτημα και μπορούν να αλλάξουν την αντιμετώπιση.
17CTX και P1NP – δείκτες οστικού μεταβολισμού
Οι δείκτες οστικής ανακατασκευής μπορούν να δώσουν πληροφορίες για το πόσο ενεργός είναι ο οστικός μεταβολισμός.
Οι δύο συχνότερα χρησιμοποιούμενοι είναι:
- CTX – δείκτης οστικής απορρόφησης,
- P1NP – δείκτης οστικού σχηματισμού.
Δεν χρησιμοποιούνται για να διαγνωστεί η οστεοπόρωση αντί της DXA.
Μπορούν να βοηθήσουν κυρίως:
- στην εκτίμηση της ανταπόκρισης σε αντιοστεοπορωτική θεραπεία,
- στην εκτίμηση συμμόρφωσης σε ορισμένες θεραπείες,
- σε ειδικά μεταβολικά ερωτήματα.
Το CTX παρουσιάζει σημαντική ημερήσια και προαναλυτική μεταβλητότητα. Όταν ζητείται για παρακολούθηση, προτιμάται τυποποιημένη λήψη, συνήθως πρωινή και νηστική, ώστε οι επαναλαμβανόμενες μετρήσεις να είναι περισσότερο συγκρίσιμες.
Για την παρακολούθηση έχει μεγαλύτερη αξία η μεταβολή σε σχέση με προηγούμενη μέτρηση υπό παρόμοιες συνθήκες παρά μία απομονωμένη τιμή.
18Ασβέστιο, βιταμίνη D, άσκηση και πρόληψη πτώσεων
Η πρόληψη των καταγμάτων δεν περιορίζεται σε ένα συμπλήρωμα.
Ασβέστιο
Η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου επιδιώκεται κατά προτίμηση μέσω της διατροφής. Συμπλήρωμα μπορεί να χρειάζεται όταν η διατροφική πρόσληψη δεν επαρκεί, αλλά η συνολική ποσότητα πρέπει να αξιολογείται εξατομικευμένα.
Πηγές ασβεστίου περιλαμβάνουν γαλακτοκομικά, εμπλουτισμένα τρόφιμα, μικρά ψάρια που τρώγονται με το οστό και άλλες τροφές ανάλογα με το διαιτολόγιο.
Βιταμίνη D
Η επαρκής κατάσταση βιταμίνης D είναι σημαντική για την απορρόφηση ασβεστίου και τον οστικό μεταβολισμό. Η χορήγηση όμως πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ένδειξη, την υπάρχουσα πρόσληψη και ειδικές καταστάσεις όπως νεφρολιθίαση, υπερασβεστιαιμία ή υπερπαραθυρεοειδισμός.
Άσκηση
Η τακτική φυσική δραστηριότητα πρέπει να περιλαμβάνει, όσο επιτρέπει η κατάσταση της γυναίκας:
- ασκήσεις φόρτισης,
- μυϊκή ενδυνάμωση,
- ασκήσεις ισορροπίας,
- διατήρηση κινητικότητας.
Πρόληψη πτώσεων
Σε μεγαλύτερες ηλικίες η μείωση των πτώσεων μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με τη βελτίωση της BMD.
Αξιολογούνται:
- μυϊκή δύναμη και ισορροπία,
- όραση,
- υποδήματα,
- φάρμακα που προκαλούν ζάλη ή υπόταση,
- εμπόδια και φωτισμός στο σπίτι.
19Θεραπεία οστεοπόρωσης και ορμονική θεραπεία εμμηνόπαυσης
Η απόφαση για φαρμακευτική θεραπεία βασίζεται στον συνολικό κίνδυνο κατάγματος, όχι μόνο στο T-score.
Παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν σε θεραπεία είναι:
- τεκμηριωμένη οστεοπόρωση,
- κάταγμα ισχίου ή σπονδύλου,
- άλλο κάταγμα ευθραυστότητας σε κατάλληλο κλινικό πλαίσιο,
- υψηλός ή πολύ υψηλός κίνδυνος βάσει FRAX και άλλων παραγόντων.
Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν διαφορετικές κατηγορίες:
- διφωσφονικά,
- denosumab,
- εκλεκτικούς τροποποιητές υποδοχέων οιστρογόνων σε επιλεγμένες γυναίκες,
- αναβολικές ή άλλες ειδικές θεραπείες σε πολύ υψηλό καταγματικό κίνδυνο.
Ορμονική θεραπεία εμμηνόπαυσης – HRT
Η ορμονική θεραπεία της εμμηνόπαυσης προλαμβάνει την οστική απώλεια και μειώνει τον κίνδυνο καταγμάτων. Μπορεί να αποτελεί κατάλληλη επιλογή σε επιλεγμένες γυναίκες, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν παράλληλα σημαντικά συμπτώματα εμμηνόπαυσης.
Δεν πρέπει όμως να ξεκινά αποκλειστικά από μία τιμή DXA χωρίς να ληφθούν υπόψη:
- η ηλικία,
- ο χρόνος από την εμμηνόπαυση,
- τα συμπτώματα,
- το γυναικολογικό ιστορικό,
- ο καρδιαγγειακός και θρομβωτικός κίνδυνος,
- το ιστορικό καρκίνου μαστού και άλλες αντενδείξεις.
Η επιλογή θεραπείας είναι εξατομικευμένη και διαφορετική για μία γυναίκα 52 ετών με εξάψεις και χαμηλή BMD από ό,τι για μία γυναίκα 78 ετών με προηγούμενο σπονδυλικό κάταγμα.
20Παρακολούθηση, επανάληψη DXA και πότε ανησυχούμε
Η συχνότητα επανάληψης της DXA δεν είναι ίδια για όλους.
Εξαρτάται από:
- την αρχική BMD,
- την ηλικία και τον καταγματικό κίνδυνο,
- το είδος θεραπείας,
- την εμφάνιση νέου κατάγματος,
- την παρουσία νόσου ή φαρμάκου που επιταχύνει την οστική απώλεια.
Σε γυναίκες που ξεκινούν θεραπεία, επανάληψη BMD περίπου 1–2 χρόνια μετά την έναρξη μπορεί να χρησιμοποιείται ανάλογα με τη θεραπεία και το κλινικό πλαίσιο. Η επανάληψη δεν πρέπει να γίνεται αυτόματα κάθε χρόνο σε όλες τις γυναίκες.
Για αξιόπιστη σύγκριση είναι προτιμότερο οι διαδοχικές μετρήσεις να γίνονται, όπου είναι δυνατό, στο ίδιο κέντρο και με συγκρίσιμο εξοπλισμό και τεχνική.
Ιδιαίτερη προσοχή στο denosumab
Η διακοπή χωρίς κατάλληλο επόμενο θεραπευτικό σχέδιο μπορεί να προκαλέσει γρήγορη αύξηση της οστικής απορρόφησης και σημαντική αύξηση του κινδύνου σπονδυλικών καταγμάτων.
Πότε χρειάζεται πιο άμεση αξιολόγηση
- νέος έντονος πόνος στη ράχη ή τη μέση,
- ξαφνική ή σημαντική απώλεια ύψους,
- κάταγμα μετά από μικρή πτώση,
- πολλαπλά κατάγματα,
- πολύ χαμηλή BMD σε σχετικά νεαρή ηλικία,
- υψηλό ή χαμηλό ασβέστιο,
- ανεξήγητα παθολογική PTH,
- επίμονα ασυνήθιστη ALP ή φώσφορος,
- απώλεια οστικής μάζας ή νέο κάταγμα παρά την κατάλληλη θεραπεία.
- Η εμμηνόπαυση επιταχύνει την οστική απώλεια, αλλά δεν προκαλεί αυτόματα οστεοπόρωση.
- Η DXA είναι η βασική εξέταση οστικής πυκνότητας.
- Το FRAX συμπληρώνει την εκτίμηση του καταγματικού κινδύνου.
- Φυσιολογικό ασβέστιο αίματος δεν αποκλείει οστεοπόρωση.
- Η 25(OH)D είναι η σωστή εξέταση για την κατάσταση βιταμίνης D.
- Η PTH ερμηνεύεται πάντα μαζί με ασβέστιο, βιταμίνη D και νεφρική λειτουργία.
- TSH, ALP, φώσφορος και eGFR μπορούν να αποκαλύψουν σημαντικά δευτεροπαθή αίτια.
- CTX και P1NP δεν αντικαθιστούν την DXA.
- Η θεραπεία βασίζεται στον συνολικό κίνδυνο κατάγματος.
Συχνές Ερωτήσεις
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- National Osteoporosis Guideline Group (NOGG). Clinical Guideline for the Prevention and Treatment of Osteoporosis – 2024. NOGG Clinical Guideline 2024.
- U.S. Preventive Services Task Force. Osteoporosis to Prevent Fractures: Screening. Final Recommendation Statement, 2025. USPSTF Osteoporosis Screening.
- The Menopause Society. Management of Osteoporosis in Postmenopausal Women: 2021 Position Statement. Position Statement.
- The Menopause Society. 2022 Hormone Therapy Position Statement. Hormone Therapy Position Statement.
- Endocrine Society. Vitamin D for the Prevention of Disease: An Endocrine Society Clinical Practice Guideline. 2024. Endocrine Society Vitamin D Guideline.
Σημαντική ενημέρωση: Το περιεχόμενο είναι ενημερωτικό και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική αξιολόγηση. Η ανάγκη για DXA, εργαστηριακό έλεγχο, συμπληρώματα ή θεραπεία καθορίζεται από το ιστορικό, τα αποτελέσματα και τον συνολικό κίνδυνο κατάγματος.
Επιστημονική επιμέλεια: Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος

