Μυασθένεια Gravis: Συμπτώματα, Αντισώματα AChR, MuSK, LRP4 και Θεραπεία

Συντάκτης & Ιατρική επιμέλεια: — Ιατρός Βιοπαθολόγος

Published on:

Η μυασθένεια gravis είναι αυτοάνοση διαταραχή της νευρομυϊκής σύναψης που προκαλεί κυμαινόμενη μυϊκή αδυναμία. Συχνά επηρεάζει πρώτα τα βλέφαρα και τις κινήσεις των ματιών, αλλά μπορεί να επεκταθεί στους μύες του προσώπου, της κατάποσης, του αυχένα, των άκρων και της αναπνοής. Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εικόνα, στα αντισώματα AChR, MuSK ή LRP4 και στον ηλεκτροφυσιολογικό έλεγχο.

1
Τι είναι η μυασθένεια gravis

Η μυασθένεια gravis, γνωστή και ως βαρεία μυασθένεια, είναι χρόνια αυτοάνοση νόσος που διαταράσσει την επικοινωνία ανάμεσα στα νεύρα και στους εκούσιους μύες.

Το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα έναντι πρωτεϊνών της νευρομυϊκής σύναψης. Οι κυριότεροι στόχοι είναι:

  • ο υποδοχέας της ακετυλοχολίνης – AChR,
  • η μυϊκή ειδική κινάση – MuSK,
  • η πρωτεΐνη LRP4.

Η βλάβη αυτή μειώνει την αποτελεσματικότητα της μετάδοσης του νευρικού σήματος στον μυ. Το αποτέλεσμα είναι μυϊκή αδυναμία που μεταβάλλεται και συνήθως γίνεται εντονότερη με την επαναλαμβανόμενη χρήση του μυός.

Η μυασθένεια:

  • δεν είναι μεταδοτική,
  • δεν προκαλεί απώλεια αισθητικότητας,
  • δεν προσβάλλει συνήθως την καρδιά ή τους λείους μύες,
  • δεν είναι η ίδια νόσος με τη μυϊκή δυστροφία ή τη σκλήρυνση κατά πλάκας,
  • δεν πρέπει να συγχέεται με τα κληρονομικά συγγενή μυασθενικά σύνδρομα.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα: Η αδυναμία μπορεί να επιδεινώνεται μετά από δραστηριότητα και να βελτιώνεται μετά από ανάπαυση, αλλά το πρότυπο δεν είναι ίδιο σε όλους τους ασθενείς.

2
Πώς λειτουργεί η νευρομυϊκή σύναψη

Η νευρομυϊκή σύναψη είναι το σημείο στο οποίο το νεύρο επικοινωνεί με τον μυ.

Φυσιολογικά:

  1. Το ηλεκτρικό ερέθισμα φτάνει στο άκρο του κινητικού νεύρου.
  2. Απελευθερώνεται ακετυλοχολίνη.
  3. Η ακετυλοχολίνη συνδέεται στους υποδοχείς AChR της μυϊκής μεμβράνης.
  4. Δημιουργείται νέο ηλεκτρικό σήμα μέσα στον μυ.
  5. Ο μυς συσπάται.

Στη μυασθένεια, τα αυτοαντισώματα μειώνουν τον αριθμό ή τη λειτουργία των υποδοχέων και των πρωτεϊνών που οργανώνουν τη νευρομυϊκή σύναψη.

Μυασθένεια με αντισώματα AChR

Τα αντισώματα μπορούν να μπλοκάρουν ή να επιταχύνουν την καταστροφή των υποδοχέων και να ενεργοποιήσουν το σύστημα του συμπληρώματος, προκαλώντας επιπλέον βλάβη στη μετασυναπτική μεμβράνη.

Μυασθένεια με αντισώματα MuSK

Η MuSK είναι απαραίτητη για τη συγκέντρωση και σταθεροποίηση των υποδοχέων ακετυλοχολίνης. Τα αντισώματα MuSK διαταράσσουν αυτή την οργάνωση, συνήθως χωρίς τον ίδιο βαθμό ενεργοποίησης του συμπληρώματος.

Μυασθένεια με αντισώματα LRP4

Η LRP4 συνεργάζεται με την αγκρίνη και τη MuSK για τη δημιουργία της νευρομυϊκής σύναψης. Αντισώματα έναντι της LRP4 μπορεί να βρεθούν σε μέρος των ασθενών που είναι αρνητικοί για AChR και MuSK.

3
Ποιοι μπορεί να εμφανίσουν μυασθένεια

Η μυασθένεια μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Η κατανομή της διαφέρει ανάλογα με το φύλο, την ηλικία έναρξης και τον τύπο αντισωμάτων.

Γενικά παρατηρείται συχνότερα:

  • σε νεότερες γυναίκες,
  • σε άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας,
  • σε άτομα με άλλο αυτοάνοσο νόσημα,
  • σε ασθενείς με υπερπλασία ή όγκο του θύμου αδένα.

Η νόσος δεν θεωρείται κλασικά κληρονομική. Μπορεί όμως να υπάρχει γενετική προδιάθεση για αυτοανοσία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ένα παιδί ασθενούς θα εμφανίσει υποχρεωτικά μυασθένεια.

Συνοδά αυτοάνοσα νοσήματα μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα,
  • νόσο Graves,
  • ρευματοειδή αρθρίτιδα,
  • συστηματικό ερυθηματώδη λύκο,
  • άλλες, σπανιότερες αυτοάνοσες διαταραχές.

Για οργανωμένη παρουσίαση των σχετικών εξετάσεων δείτε τον οδηγό για τα αυτοάνοσα νοσήματα και τον εργαστηριακό έλεγχο.

ΥποομάδαΣυχνότερα χαρακτηριστικά
Πρώιμης έναρξηςΣυχνότερη σε νεότερες γυναίκες και μπορεί να συνδέεται με υπερπλασία του θύμου.
Όψιμης έναρξηςΣυχνότερη σε μεγαλύτερες ηλικίες και στους άνδρες.
Σχετιζόμενη με θύμωμαΑπαιτεί ειδική αξιολόγηση και συνήθως χειρουργική αντιμετώπιση του όγκου.
MuSK-θετικήΜπορεί να εμφανίζει έντονη προσωπική, αυχενική και προμηκική αδυναμία.

4
Οφθαλμική και γενικευμένη μυασθένεια

Οφθαλμική μυασθένεια

Στην οφθαλμική μορφή τα συμπτώματα περιορίζονται στους μύες που κινούν τα μάτια και ανυψώνουν τα βλέφαρα.

Μπορεί να προκαλεί:

  • πτώση του ενός ή και των δύο βλεφάρων,
  • διπλωπία,
  • ασυμμετρία που μεταβάλλεται μέσα στην ημέρα,
  • δυσκολία στη διατήρηση του βλέμματος προς τα πάνω ή προς τα πλάγια.

Δείτε επίσης τον πλήρη οδηγό για τη βλεφαρόπτωση και τη διαφορική της διάγνωση.

Γενικευμένη μυασθένεια

Στη γενικευμένη μορφή επηρεάζονται επιπλέον μύες του προσώπου, της ομιλίας, της κατάποσης, του αυχένα, των άκρων ή της αναπνοής.

Η οφθαλμική μορφή μπορεί να παραμείνει περιορισμένη ή να γενικευθεί, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια μετά την έναρξη. Δεν υπάρχει μία εξέταση που να προβλέπει με απόλυτη βεβαιότητα ποιος ασθενής θα παρουσιάσει γενίκευση.

Οι κόρες συνήθως δεν επηρεάζονται: Βλεφαρόπτωση μαζί με διαστολή ή σημαντική ασυμμετρία της κόρης χρειάζεται έλεγχο για διαφορετική νευρολογική αιτία.

5
Συμπτώματα από τα μάτια και το πρόσωπο

Τα οφθαλμικά συμπτώματα είναι συχνή πρώτη εκδήλωση της νόσου.

Βλεφαρόπτωση

Το βλέφαρο μπορεί:

  • να πέφτει περισσότερο προς το τέλος της ημέρας,
  • να επιδεινώνεται μετά από παρατεταμένο κοίταγμα προς τα πάνω,
  • να βελτιώνεται μετά από ανάπαυση,
  • να μεταβάλλεται από το ένα μάτι στο άλλο.

Διπλωπία

Η αδυναμία ενός ή περισσότερων εξωφθάλμιων μυών προκαλεί κακή ευθυγράμμιση των ματιών. Η διπλωπία μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με την κατεύθυνση του βλέμματος και την κόπωση.

Αδυναμία προσώπου

Μπορεί να παρατηρούνται:

  • ασθενές ή «οριζόντιο» χαμόγελο,
  • δυσκολία στο σφύριγμα,
  • δυσκολία στο σφιχτό κλείσιμο των ματιών,
  • αδυναμία να κρατηθεί αέρας μέσα στα μάγουλα,
  • κούραση κατά τη μάσηση.

Ο πόνος, το μούδιασμα και η απώλεια αισθητικότητας δεν αποτελούν τυπικά συμπτώματα μυασθένειας και μπορεί να δείχνουν διαφορετική πάθηση.

6
Κατάποση, ομιλία, αυχένας, άκρα και αναπνοή

Ομιλία

Η φωνή μπορεί να γίνεται:

  • ρινική,
  • πιο χαμηλή ή ασθενής,
  • δυσκατάληπτη μετά από παρατεταμένη ομιλία,
  • κουρασμένη προς το τέλος μίας συζήτησης.

Μάσηση και κατάποση

Μπορεί να εμφανιστούν:

  • κόπωση στη μάσηση, ιδιαίτερα προς το τέλος του γεύματος,
  • δυσκολία στη μετακίνηση της τροφής μέσα στο στόμα,
  • βήχας ή πνιγμονή κατά την κατάποση,
  • υγρά που επιστρέφουν από τη μύτη,
  • απώλεια βάρους ή αφυδάτωση όταν η δυσκαταποσία είναι σοβαρή.

Αυχένας και άκρα

Η αδυναμία μπορεί να προκαλεί:

  • δυσκολία στη στήριξη του κεφαλιού,
  • πτώση της κεφαλής προς τα εμπρός,
  • δυσκολία στο χτένισμα ή στην ανύψωση των χεριών,
  • δυσκολία στο ανέβασμα σκάλας,
  • δυσκολία στην έγερση από χαμηλό κάθισμα.

Αναπνευστικοί μύες

Η συμμετοχή των αναπνευστικών μυών μπορεί να προκαλέσει δύσπνοια, αδύναμο βήχα, δυσκολία στην κατάκλιση ή αδυναμία αποτελεσματικής απομάκρυνσης των εκκρίσεων.

7
Μυασθενική κρίση: πότε είναι επείγον

Η μυασθενική κρίση είναι σοβαρή επιδείνωση της αδυναμίας που προκαλεί ή απειλεί να προκαλέσει αναπνευστική ανεπάρκεια. Μπορεί επίσης να υπάρχει σοβαρή προμηκική αδυναμία με αδυναμία προστασίας του αεραγωγού.

Απαιτείται άμεση επείγουσα βοήθεια όταν εμφανιστούν:

  • δύσπνοια σε ηρεμία ή γρήγορη επιδείνωσή της,
  • αδυναμία να μιλήσει ο ασθενής σε ολοκληρωμένες προτάσεις,
  • πολύ αδύναμος βήχας,
  • δυσκολία στην απομάκρυνση εκκρίσεων,
  • συχνή πνιγμονή ή αδυναμία κατάποσης σάλιου,
  • ταχεία επιδείνωση της ομιλίας ή της κατάποσης,
  • αδυναμία στήριξης της κεφαλής μαζί με αναπνευστικά συμπτώματα,
  • μπλε χρώμα στα χείλη, σύγχυση ή έντονη εξάντληση.

Το οξύμετρο μπορεί να παραμένει φυσιολογικό κατά τα πρώτα στάδια της αναπνευστικής μυϊκής αδυναμίας. Επομένως, μία καλή μέτρηση κορεσμού δεν αποκλείει επικείμενη κρίση.

Στο νοσοκομείο αξιολογούνται επανειλημμένα:

  • η ζωτική χωρητικότητα,
  • η δύναμη των εισπνευστικών μυών,
  • η ικανότητα προστασίας του αεραγωγού,
  • η ανάγκη για μη επεμβατική ή επεμβατική αναπνευστική υποστήριξη.

Η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει πλασμαφαίρεση ή ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη μαζί με θεραπεία του εκλυτικού παράγοντα.

8
Παράγοντες και φάρμακα που μπορεί να επιδεινώσουν τη νόσο

Η ένταση της μυϊκής αδυναμίας μπορεί να αυξηθεί από:

  • λοίμωξη ή πυρετό,
  • χειρουργείο ή αναισθησία,
  • διαταραχή ύπνου και εξάντληση,
  • υπερβολική ζέστη,
  • αφυδάτωση,
  • εγκυμοσύνη ή λοχεία,
  • απότομη διακοπή θεραπείας,
  • έναρξη συγκεκριμένων φαρμάκων.

Φαρμακευτικές κατηγορίες που έχουν αναφερθεί ότι μπορεί να επιδεινώσουν τη νευρομυϊκή μετάδοση περιλαμβάνουν:

  • αμινογλυκοσίδες,
  • φθοριοκινολόνες,
  • μακρολίδες,
  • μαγνήσιο σε υψηλές ή ενδοφλέβιες δόσεις,
  • β-αναστολείς,
  • ορισμένα αντιαρρυθμικά,
  • νευρομυϊκούς αποκλειστές που χρησιμοποιούνται στην αναισθησία,
  • ορισμένα ψυχιατρικά, αντιεπιληπτικά ή άλλα φάρμακα.
Δεν αποτελούν όλα απόλυτες αντενδείξεις: Ο κίνδυνος διαφέρει ανά φάρμακο, δόση και ασθενή. Μην αποφεύγετε απαραίτητη θεραπεία και μην διακόπτετε μόνοι σας φάρμακα. Ενημερώνετε πάντα τον ιατρό και τον φαρμακοποιό ότι έχετε μυασθένεια.

Οι κορτικοστεροειδείς θεραπείες μπορεί επίσης να προκαλέσουν παροδική αρχική επιδείνωση σε ορισμένους ασθενείς. Η έναρξή τους πρέπει να σχεδιάζεται από νευρολόγο, ιδιαίτερα σε έντονη προμηκική ή αναπνευστική συμμετοχή.

9
Παθήσεις με παρόμοια συμπτώματα

Η μυασθένεια μπορεί να μιμηθεί ή να συγχέεται με πολλές οφθαλμολογικές, νευρολογικές και μυϊκές παθήσεις.

ΠάθησηΣτοιχεία που βοηθούν στη διάκριση
Απονευρωτική βλεφαρόπτωσηΣυνήθως σταθερότερη πτώση, χωρίς μεταβαλλόμενη διπλωπία ή γενικευμένη μυϊκή αδυναμία.
Πάρεση τρίτου νεύρουΜπορεί να υπάρχει διαστολή της κόρης και χαρακτηριστικός περιορισμός των κινήσεων του ματιού.
Θυρεοειδική οφθαλμοπάθειαΣυχνότερα ανάσπαση βλεφάρου, εξόφθαλμος, φλεγμονή και περιοριστική οφθαλμοπληγία.
Σύνδρομο Lambert–EatonΕγγύς αδυναμία, μειωμένα αντανακλαστικά και συχνά αυτόνομα συμπτώματα, με διαφορετικό ηλεκτροφυσιολογικό πρότυπο.
Μιτοχονδριακή μυοπάθειαΣυχνά σταθερή ή προοδευτική οφθαλμοπληγία και πιθανό οικογενειακό ή πολυσυστηματικό ιστορικό.
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΑιφνίδια σταθερή νευρολογική βλάβη με άλλα εστιακά συμπτώματα.
Νόσος κινητικού νευρώναΠροοδευτική αδυναμία με ατροφία, δεσμιδώσεις ή σημεία ανώτερου κινητικού νευρώνα.

Η κόπωση ως γενικό αίσθημα εξάντλησης δεν είναι ίδια με την αντικειμενική μυϊκή αδυναμία της μυασθένειας. Αναιμία, θυρεοειδοπάθεια, διαταραχές ύπνου και πολλές άλλες καταστάσεις μπορεί να προκαλούν κόπωση χωρίς διαταραχή της νευρομυϊκής σύναψης.

10
Πώς γίνεται η διάγνωση

Δεν υπάρχει μία μοναδική εξέταση που να επιβεβαιώνει ή να αποκλείει τη μυασθένεια σε όλους τους ασθενείς.

Η διάγνωση βασίζεται στον συνδυασμό:

  1. συμβατού ιστορικού κυμαινόμενης και κοπώσιμης αδυναμίας,
  2. νευρολογικής εξέτασης,
  3. ειδικών αντισωμάτων,
  4. ηλεκτροφυσιολογικών εξετάσεων,
  5. δοκιμασιών στο ιατρείο, όταν είναι κατάλληλες,
  6. αποκλεισμού άλλων αιτιών.

Ο νευρολόγος μπορεί να ζητήσει από τον ασθενή:

  • να κοιτάζει παρατεταμένα προς τα πάνω,
  • να ανοιγοκλείσει επανειλημμένα τα μάτια,
  • να κρατήσει τα χέρια ψηλά,
  • να μετρήσει δυνατά ή να μιλήσει για αρκετή ώρα,
  • να εκτελέσει επαναλαμβανόμενες κινήσεις.

Οι εξετάσεις αίματος πρέπει να ζητούνται με σωστή σειρά. Συνήθως ο έλεγχος ξεκινά με αντισώματα AChR και επεκτείνεται ανάλογα με το αποτέλεσμα και το κλινικό πρότυπο.

Η βελτίωση με πυριδοστιγμίνη μπορεί να υποστηρίζει τη διάγνωση, αλλά δεν είναι απολύτως ειδική και δεν υποκαθιστά τον οργανωμένο έλεγχο.

11
Αντισώματα έναντι υποδοχέων ακετυλοχολίνης – AChR

Τα αντισώματα AChR αποτελούν τον συχνότερο εργαστηριακό δείκτη της αυτοάνοσης μυασθένειας.

Ανάλογα με τη μέθοδο μπορεί να μετρώνται:

  • AChR binding antibodies: αντισώματα σύνδεσης,
  • AChR blocking antibodies: αντισώματα αποκλεισμού,
  • AChR modulating antibodies: αντισώματα τροποποίησης.

Τα αντισώματα σύνδεσης αποτελούν συνήθως την κύρια αρχική εξέταση. Τα υπόλοιπα μπορούν να αυξήσουν την απόδοση του ελέγχου σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ανάλογα με τη μέθοδο και το εργαστήριο.

Τα AChR ανιχνεύονται στους περισσότερους ασθενείς με γενικευμένη μυασθένεια, αλλά σε μικρότερο ποσοστό όσων έχουν αποκλειστικά οφθαλμική μορφή.

Αρνητικό AChR δεν αποκλείει τη νόσο: Η πιθανότητα παραμένει όταν το ιστορικό είναι χαρακτηριστικό, ιδιαίτερα στην οφθαλμική μυασθένεια.

Η τιμή των AChR δεν συσχετίζεται πάντοτε με ακρίβεια με τη βαρύτητα. Η συστηματική επανάληψη μόνο για να διαπιστωθεί αν «έπεσε ο αριθμός» δεν είναι απαραίτητη σε κάθε ασθενή.

Η κλινική κατάσταση και οι λειτουργικές κλίμακες έχουν συνήθως μεγαλύτερη αξία στην παρακολούθηση από μικρές μεταβολές του τίτλου αντισωμάτων.

12
Αντισώματα MuSK και LRP4

Αντισώματα MuSK

Τα αντισώματα MuSK ελέγχονται κυρίως όταν τα AChR είναι αρνητικά και η κλινική υποψία παραμένει.

Η MuSK-θετική μυασθένεια μπορεί να εμφανίζει:

  • έντονη αδυναμία προσώπου,
  • προβλήματα ομιλίας και κατάποσης,
  • αδυναμία αυχένα,
  • αναπνευστική συμμετοχή,
  • λιγότερο προβλέψιμη ανταπόκριση στην πυριδοστιγμίνη.

Ορισμένοι ασθενείς με MuSK μπορεί να εμφανίσουν αυξημένες χολινεργικές ανεπιθύμητες ενέργειες από την πυριδοστιγμίνη. Η θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται από εξειδικευμένο νευρολόγο.

Αντισώματα LRP4

Τα αντισώματα LRP4 μπορεί να αναζητηθούν όταν τα AChR και MuSK είναι αρνητικά.

Η ερμηνεία τους χρειάζεται προσοχή, επειδή:

  • η συχνότητα διαφέρει σημαντικά ανά μελέτη και μέθοδο,
  • δεν είναι διαθέσιμα σε όλα τα εργαστήρια,
  • μπορεί να ανιχνευθούν και σε άλλες νευρολογικές καταστάσεις,
  • ένα θετικό αποτέλεσμα πρέπει να ταιριάζει με την κλινική εικόνα.

Για συνολική σύγκριση δείτε τον οδηγό Αντισώματα AChR, MuSK και LRP4 στη μυασθένεια.

13
Τι σημαίνει οροαρνητική μυασθένεια

Ο όρος οροαρνητική μυασθένεια χρησιμοποιείται όταν δεν ανιχνεύονται τα συνήθη αντισώματα με τις διαθέσιμες εξετάσεις, παρά την ύπαρξη συμβατής κλινικής και ηλεκτροφυσιολογικής εικόνας.

Η οροαρνητικότητα μπορεί να οφείλεται σε:

  • χαμηλή συγκέντρωση γνωστών αντισωμάτων,
  • περιορισμένη ευαισθησία της μεθόδου,
  • αντισώματα που αναγνωρίζονται καλύτερα με κυτταρικές δοκιμασίες,
  • άγνωστο ή μη εξεταζόμενο αντιγονικό στόχο,
  • λανθασμένη αρχική διάγνωση.

Οι κυτταρικές μέθοδοι, όπως τα cell-based assays για συσσωματωμένους υποδοχείς AChR, μπορεί να ανιχνεύσουν αντισώματα σε μέρος των ασθενών που ήταν αρνητικοί με συμβατικές μεθόδους.

Η διαθεσιμότητα των εξετάσεων αυτών είναι περιορισμένη και η χρήση τους αποφασίζεται σε εξειδικευμένα κέντρα.

Πριν τεθεί διάγνωση διπλά ή τριπλά οροαρνητικής μυασθένειας, πρέπει να επανεξεταστούν:

  • το κλινικό πρότυπο,
  • η ποιότητα των ηλεκτροφυσιολογικών εξετάσεων,
  • οι πιθανές μυοπάθειες,
  • το σύνδρομο Lambert–Eaton,
  • τα συγγενή μυασθενικά σύνδρομα,
  • άλλες αιτίες βλεφαρόπτωσης και διπλωπίας.

14
EMG, SFEMG και ice-pack test

Επαναληπτική νευρική διέγερση

Κατά την επαναληπτική νευρική διέγερση εφαρμόζονται διαδοχικά ηλεκτρικά ερεθίσματα και καταγράφεται η μυϊκή απάντηση.

Στη μυασθένεια μπορεί να παρατηρηθεί παθολογική μείωση της απάντησης, γνωστή ως decrement. Η ευαισθησία εξαρτάται από:

  • τους μύες που εξετάζονται,
  • αν η νόσος είναι οφθαλμική ή γενικευμένη,
  • τη θερμοκρασία και την τεχνική,
  • τη βαρύτητα της νόσου.

Ηλεκτρομυογράφημα μονήρους μυϊκής ίνας – SFEMG

Το SFEMG μετρά τη μεταβλητότητα της μετάδοσης ανάμεσα σε μεμονωμένες μυϊκές ίνες. Θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητο για διαταραχές της νευρομυϊκής σύναψης.

Παθολογικό SFEMG δεν είναι απόλυτα ειδικό για μυασθένεια και μπορεί να παρατηρηθεί σε άλλες νευρομυϊκές παθήσεις. Πρέπει να ερμηνεύεται μαζί με την κλινική εικόνα.

Ice-pack test

Σε ασθενείς με βλεφαρόπτωση, η εφαρμογή ψυχρού επιθέματος για λίγα λεπτά μπορεί να προκαλέσει προσωρινή βελτίωση. Το θετικό αποτέλεσμα υποστηρίζει μυασθενική αιτιολογία, αλλά δεν αποτελεί από μόνο του οριστική διάγνωση.

Δοκιμασία εδροφωνίου

Η παλαιότερη δοκιμασία Tensilon με ενδοφλέβια εδροφώνιο χρησιμοποιείται πλέον πολύ λιγότερο ή δεν είναι διαθέσιμη, λόγω περιορισμένης ειδικότητας, ανεπιθύμητων ενεργειών και ύπαρξης ασφαλέστερων διαγνωστικών μεθόδων.

15
Έλεγχος θύμου και άλλες απαραίτητες εξετάσεις

Απεικόνιση θώρακα

Μετά τη διάγνωση αυτοάνοσης μυασθένειας συνήθως πραγματοποιείται CT θώρακος ή, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, MRI για έλεγχο του θύμου αδένα.

Ο στόχος είναι κυρίως να διαπιστωθεί αν υπάρχει:

  • θύμωμα,
  • υπερπλασία θύμου,
  • άλλη μάζα στο πρόσθιο μεσοθωράκιο.

Η απλή ακτινογραφία θώρακος δεν είναι αρκετά ευαίσθητη για αξιόπιστο αποκλεισμό μικρού θυμώματος.

Έλεγχος θυρεοειδούς

Επειδή μπορεί να συνυπάρχει αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια, συχνά ελέγχονται:

  • TSH,
  • FT4,
  • κατά περίπτωση anti-TPO, anti-TG ή αντισώματα υποδοχέα TSH.

Δείτε τον οδηγό για τον πλήρη έλεγχο θυρεοειδούς.

Έλεγχος πριν από ανοσοκατασταλτική θεραπεία

Ανάλογα με το φάρμακο μπορεί να χρειαστούν:

  • γενική αίματος,
  • τρανσαμινάσες και άλλος ηπατικός έλεγχος,
  • κρεατινίνη και νεφρική λειτουργία,
  • έλεγχος ηπατίτιδας B και C,
  • έλεγχος HIV ή φυματίωσης όταν υπάρχει ένδειξη,
  • έλεγχος εγκυμοσύνης και συμβουλευτική αναπαραγωγής,
  • εμβολιαστικός έλεγχος πριν από συγκεκριμένες βιολογικές θεραπείες.

Οι ακριβείς εξετάσεις εξαρτώνται από τη θεραπεία και δεν πρέπει να εφαρμόζεται το ίδιο πακέτο σε όλους.

16
Πώς αξιολογείται η βαρύτητα και η πορεία της νόσου

Η αξιολόγηση δεν βασίζεται μόνο στην παρουσία ή απουσία αντισωμάτων. Χρειάζεται συστηματική καταγραφή της λειτουργικής κατάστασης.

Χρησιμοποιούνται εργαλεία όπως:

  • MGFA Clinical Classification: ταξινομεί την κατανομή και τη βαρύτητα της αδυναμίας,
  • MG-ADL: αξιολογεί την επίδραση της νόσου σε καθημερινές δραστηριότητες,
  • QMG: αντικειμενική ποσοτική νευρολογική εξέταση,
  • MG Composite: συνδυάζει κλινικά και λειτουργικά στοιχεία,
  • MG-QOL: καταγράφει την επίδραση στην ποιότητα ζωής.

Στην παρακολούθηση εξετάζονται:

  • η συχνότητα βλεφαρόπτωσης ή διπλωπίας,
  • η διάρκεια ομιλίας και μάσησης χωρίς κόπωση,
  • η παρουσία δυσκαταποσίας,
  • η αντοχή στα άκρα και στον αυχένα,
  • η αναπνευστική λειτουργία,
  • οι εξάρσεις και οι νοσηλείες,
  • οι ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας.

Ο στόχος είναι η επίτευξη ελάχιστων ή καθόλου συμπτωμάτων με τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση από τη θεραπεία. Η πλήρης σταθερή ύφεση είναι εφικτή σε ορισμένους, αλλά δεν επιτυγχάνεται σε όλους.

17
Πυριδοστιγμίνη και συμπτωματική θεραπεία

Η πυριδοστιγμίνη αναστέλλει προσωρινά τη διάσπαση της ακετυλοχολίνης και αυξάνει την ποσότητά της στη νευρομυϊκή σύναψη.

Μπορεί να βελτιώσει:

  • τη βλεφαρόπτωση,
  • την αντοχή των άκρων,
  • τη μάσηση και την ομιλία,
  • άλλα συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας.

Δεν καταστέλλει την αυτοάνοση διεργασία και δεν εμποδίζει από μόνη της την εξέλιξη της νόσου. Σε πολλούς ασθενείς χρειάζεται παράλληλη ανοσοθεραπεία.

Πιθανές χολινεργικές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι:

  • κοιλιακές κράμπες,
  • διάρροια,
  • ναυτία,
  • αυξημένη σιελόρροια,
  • εφίδρωση,
  • μυϊκές συσπάσεις ή κράμπες,
  • βραδυκαρδία σε επιλεγμένους ασθενείς.

Η δοσολογία εξατομικεύεται ανάλογα με τα συμπτώματα, τα γεύματα, τη διάρκεια δράσης και τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

Δεν αυξάνεται ανεξέλεγκτα: Η υπερβολική λήψη μπορεί να προκαλέσει έντονες χολινεργικές ανεπιθύμητες ενέργειες και να δυσκολέψει την αξιολόγηση της πραγματικής μυϊκής αδυναμίας.

18
Κορτικοστεροειδή και συμβατικά ανοσοκατασταλτικά

Κορτικοστεροειδή

Η πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη μπορεί να μειώσει την αυτοάνοση δραστηριότητα και να βελτιώσει σημαντικά τη μυϊκή αδυναμία.

Η έναρξη και η αύξηση της δόσης χρειάζονται προσοχή, επειδή ένα ποσοστό ασθενών μπορεί να παρουσιάσει προσωρινή αρχική επιδείνωση.

Η μακροχρόνια θεραπεία μπορεί να σχετίζεται με:

  • αύξηση γλυκόζης και αρτηριακής πίεσης,
  • αύξηση βάρους,
  • οστεοπόρωση,
  • καταρράκτη ή γλαύκωμα,
  • λοιμώξεις,
  • διαταραχές ύπνου και διάθεσης.

Αζαθειοπρίνη

Χρησιμοποιείται ως μακροχρόνια ανοσοκατασταλτική θεραπεία ή για τη μείωση της αναγκαίας δόσης κορτικοστεροειδών. Η δράση της εμφανίζεται σταδιακά και απαιτεί παρακολούθηση γενικής αίματος και ηπατικής λειτουργίας.

Μυκοφαινολάτη

Χρησιμοποιείται σε πολλούς ασθενείς ως θεραπεία συντήρησης. Έχει σημαντική τερατογόνο δράση και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη. Απαιτείται προγραμματισμός πριν από πιθανή σύλληψη.

Άλλες επιλογές

Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να χρησιμοποιηθούν:

  • τακρόλιμους,
  • κυκλοσπορίνη,
  • μεθοτρεξάτη,
  • ριτουξιμάμπη, ιδιαίτερα σε επιλεγμένους MuSK-θετικούς ή ανθεκτικούς ασθενείς.

Η επιλογή λαμβάνει υπόψη τον τύπο αντισωμάτων, τη βαρύτητα, τις συννοσηρότητες, την εγκυμοσύνη, το ιστορικό λοιμώξεων και την προηγούμενη ανταπόκριση.

19
IVIG, πλασμαφαίρεση και νεότερες στοχευμένες θεραπείες

Ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη – IVIG

Η IVIG τροποποιεί προσωρινά την ανοσολογική δραστηριότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί:

  • σε σοβαρή έξαρση,
  • σε μυασθενική κρίση,
  • πριν από επέμβαση σε επιλεγμένους ασθενείς,
  • ως περιοδική θεραπεία όταν άλλες επιλογές δεν επαρκούν ή δεν είναι κατάλληλες.

Πλασμαφαίρεση

Η πλασμαφαίρεση αφαιρεί από την κυκλοφορία μέρος των παθολογικών αντισωμάτων και μπορεί να προσφέρει γρήγορη βελτίωση.

Χρησιμοποιείται κυρίως:

  • σε κρίση,
  • σε ταχεία σοβαρή επιδείνωση,
  • σε έντονη δυσκαταποσία ή αναπνευστική αδυναμία,
  • πριν από θυμεκτομή ή άλλη επέμβαση όταν χρειάζεται ταχεία σταθεροποίηση.

Αναστολείς συμπληρώματος

Οι θεραπείες αυτές περιορίζουν την ενεργοποίηση του τελικού συμπληρώματος και χρησιμοποιούνται σε κατάλληλους ασθενείς με γενικευμένη, AChR-θετική μυασθένεια.

Παραδείγματα είναι:

  • εκουλιζουμάμπη,
  • ραβουλιζουμάμπη,
  • ζιλουκοπλάνη.

Επειδή αυξάνουν την ευαισθησία σε μηνιγγιτιδοκοκκικές λοιμώξεις, απαιτούνται ειδικοί εμβολιασμοί και μέτρα πρόληψης σύμφωνα με το προϊόν και τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.

Αναστολείς FcRn

Οι αναστολείς του νεογνικού υποδοχέα Fc μειώνουν τα κυκλοφορούντα IgG αντισώματα, συμπεριλαμβανομένων των παθολογικών αυτοαντισωμάτων.

Στην κατηγορία περιλαμβάνονται θεραπείες όπως:

  • εφγαρτιγιμόδη,
  • ροζανολιξιζουμάμπη,
  • νεότεροι παράγοντες που εγκρίνονται ή αξιολογούνται ανά χώρα και ένδειξη.
Θεραπευτική κατηγορίαΚύριος μηχανισμόςΒασική παρατήρηση
IVIGΠροσωρινή ανοσορρύθμισηΓρήγορη αλλά συνήθως περιορισμένης διάρκειας δράση.
ΠλασμαφαίρεσηΑπομάκρυνση κυκλοφορούντων αντισωμάτωνΧρήσιμη όταν απαιτείται γρήγορη βελτίωση.
Αναστολείς C5Αναστολή τελικού συμπληρώματοςΑφορούν κυρίως AChR-θετική γενικευμένη νόσο.
Αναστολείς FcRnΜείωση παθολογικών IgG αντισωμάτωνΗ εγκεκριμένη ένδειξη διαφέρει ανά προϊόν και τύπο αντισωμάτων.
ΡιτουξιμάμπηΜείωση CD20 θετικών Β-λεμφοκυττάρωνΙδιαίτερα σημαντική επιλογή σε επιλεγμένη MuSK-θετική νόσο.

Η διαθεσιμότητα, αποζημίωση και εγκεκριμένη ένδειξη κάθε θεραπείας μπορεί να αλλάζει. Η επιλογή γίνεται από εξειδικευμένο νευρολόγο και δεν καθορίζεται μόνο από ένα θετικό αντίσωμα.

20
Θυμεκτομή, εγκυμοσύνη, χειρουργείο και καθημερινότητα

Θυμεκτομή

Η θυμεκτομή είναι η χειρουργική αφαίρεση του θύμου αδένα.

Όταν υπάρχει θύμωμα, η χειρουργική αντιμετώπιση εξετάζεται για ογκολογικούς λόγους, εφόσον το επιτρέπει η κατάσταση του ασθενούς.

Σε μη θυμωματώδη, γενικευμένη και AChR-θετική μυασθένεια, η θυμεκτομή μπορεί να:

  • βελτιώσει τον μακροχρόνιο έλεγχο,
  • μειώσει τη συνολική ανάγκη για κορτικοστεροειδή,
  • μειώσει τον κίνδυνο εξάρσεων σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς.

Δεν αποτελεί συνήθη θεραπεία για MuSK-θετική νόσο. Στην αποκλειστικά οφθαλμική μυασθένεια χωρίς θύμωμα η ένδειξη είναι λιγότερο σαφής και εξατομικεύεται.

Εγκυμοσύνη

Οι περισσότερες γυναίκες με καλά ελεγχόμενη μυασθένεια μπορούν να έχουν επιτυχή εγκυμοσύνη, αλλά χρειάζεται προγραμματισμός πριν από τη σύλληψη.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται επειδή:

  • ορισμένα ανοσοκατασταλτικά, όπως η μυκοφαινολάτη και η μεθοτρεξάτη, δεν είναι κατάλληλα για εγκυμοσύνη,
  • η νόσος μπορεί να βελτιωθεί, να παραμείνει σταθερή ή να επιδεινωθεί,
  • η λοχεία μπορεί να συνοδεύεται από έξαρση,
  • το ενδοφλέβιο μαγνήσιο μπορεί να επιδεινώσει σοβαρά τη νευρομυϊκή μετάδοση,
  • το νεογνό μπορεί να εμφανίσει παροδική νεογνική μυασθένεια λόγω μεταφοράς μητρικών αντισωμάτων.

Η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να αναθεωρείται από νευρολόγο και μαιευτήρα πριν από την εγκυμοσύνη και όχι μετά τη θετική δοκιμασία κύησης.

Χειρουργείο και αναισθησία

Πριν από οποιαδήποτε επέμβαση πρέπει να ενημερώνεται ο αναισθησιολόγος για:

  • τη διάγνωση και τον τύπο μυασθένειας,
  • την παρουσία δυσκαταποσίας ή αναπνευστικής αδυναμίας,
  • την πυριδοστιγμίνη και τις ανοσοθεραπείες,
  • προηγούμενες δυσκολίες αποσωλήνωσης,
  • την αυξημένη ευαισθησία σε ορισμένους νευρομυϊκούς αποκλειστές.

Καθημερινή ζωή

  • Προγραμματίστε απαιτητικές δραστηριότητες στις ώρες που έχετε περισσότερη δύναμη.
  • Χρησιμοποιήστε μικρά διαλείμματα αντί να φτάνετε σε πλήρη εξάντληση.
  • Αποφύγετε την υπερβολική ζέστη όταν επιδεινώνει τα συμπτώματα.
  • Διατηρήστε επαρκή ύπνο και ενυδάτωση.
  • Σε δυσκαταποσία προτιμήστε μικρότερα γεύματα και συμβουλευτείτε ειδικό κατάποσης.
  • Η άσκηση μπορεί να είναι ωφέλιμη όταν είναι εξατομικευμένη και δεν προκαλεί παρατεταμένη επιδείνωση.
  • Έχετε διαθέσιμη ενημερωμένη λίστα φαρμάκων και στοιχεία επικοινωνίας του νευρολόγου.

Οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να εμβολιάζονται, αλλά τα ζωντανά εμβόλια μπορεί να μην είναι κατάλληλα κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων ανοσοκατασταλτικών θεραπειών.

21
Συχνές ερωτήσεις

Η μυασθένεια gravis είναι κληρονομική;
Η αυτοάνοση μυασθένεια δεν κληρονομείται με απλό και προβλέψιμο τρόπο. Μπορεί να υπάρχει γενετική προδιάθεση για αυτοάνοσα νοσήματα, αλλά τα παιδιά ενός ασθενούς δεν θα εμφανίσουν υποχρεωτικά μυασθένεια.
Η μυασθένεια θεραπεύεται οριστικά;
Δεν υπάρχει μία θεραπεία που να εξασφαλίζει οριστική ίαση σε όλους. Πολλοί ασθενείς επιτυγχάνουν πολύ καλό έλεγχο, ελάχιστα συμπτώματα ή περίοδο ύφεσης με την κατάλληλη θεραπεία.
Τα αρνητικά AChR αποκλείουν τη μυασθένεια;
Όχι. Μπορεί να χρειαστεί έλεγχος MuSK, LRP4, ηλεκτροφυσιολογικές εξετάσεις ή εξειδικευμένη κυτταρική μέθοδος, ιδιαίτερα όταν η κλινική εικόνα είναι χαρακτηριστική.
Μπορεί η νόσος να επηρεάζει μόνο τα μάτια;
Ναι. Στην οφθαλμική μορφή υπάρχουν βλεφαρόπτωση ή διπλωπία χωρίς αδυναμία άλλων μυϊκών ομάδων. Απαιτείται παρακολούθηση επειδή ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν αργότερα γενίκευση.
Τα επίπεδα των αντισωμάτων δείχνουν πόσο σοβαρή είναι;
Όχι με απόλυτη ακρίβεια. Υψηλότερος τίτλος δεν σημαίνει πάντοτε βαρύτερα συμπτώματα και μικρές μεταβολές δεν αντικατοπτρίζουν υποχρεωτικά την κλινική πορεία.
Χρειάζεται νηστεία για AChR, MuSK ή LRP4;
Συνήθως όχι. Νηστεία μπορεί να απαιτείται μόνο αν γίνονται ταυτόχρονα άλλες εξετάσεις με διαφορετική προετοιμασία.
Μπορώ να κάνω τις εξετάσεις ενώ παίρνω πυριδοστιγμίνη;
Η πυριδοστιγμίνη δεν χρειάζεται συνήθως να διακοπεί για τις εξετάσεις αντισωμάτων. Μπορεί να επηρεάζει ορισμένες λειτουργικές ή ηλεκτροφυσιολογικές δοκιμασίες, οπότε ακολουθήστε τις οδηγίες του νευρολόγου.
Πότε χρειάζεται θυμεκτομή;
Συνήθως εξετάζεται όταν υπάρχει θύμωμα και σε κατάλληλους ασθενείς με γενικευμένη AChR-θετική νόσο χωρίς θύμωμα. Η απόφαση λαμβάνεται από νευρολόγο και θωρακοχειρουργό.
Μπορεί ένας ασθενής με μυασθένεια να ασκείται;
Ναι, όταν η νόσος είναι σταθερή και το πρόγραμμα είναι εξατομικευμένο. Η άσκηση πρέπει να διακόπτεται πριν από έντονη εξάντληση και να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια σοβαρής έξαρσης.
Πότε πρέπει να πάω αμέσως στο νοσοκομείο;
Όταν εμφανιστούν δύσπνοια, αδύναμος βήχας, αδυναμία κατάποσης σάλιου, συχνή πνιγμονή ή ταχεία επιδείνωση της ομιλίας, του αυχένα ή της αναπνοής.

22
Κλείστε Ραντεβού και Βιβλιογραφία

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας πραγματοποιούνται εξετάσεις αντισωμάτων που χρησιμοποιούνται στη διερεύνηση της μυασθένειας gravis, όπως AChR και MuSK, καθώς και άλλες εξειδικευμένες εξετάσεις κατόπιν συνεννόησης.

Η επιλογή των εξετάσεων πρέπει να βασίζεται στα συμπτώματα, στον προηγούμενο έλεγχο και στις οδηγίες του νευρολόγου. Ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει μόνο του τη νόσο.

Αντισώματα AChR, MuSK και εργαστηριακός έλεγχος μυασθένειας
Για πληροφορίες σχετικά με τις διαθέσιμες εξετάσεις, την αιμοληψία και τον χρόνο αποτελέσματος:
Τηλέφωνο: 22310 66841
Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Βιβλιογραφία και επίσημες πηγές

  1. Wiendl H, et al. Guideline for the Management of Myasthenic Syndromes. Therapeutic Advances in Neurological Disorders. 2023.
    https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC10752078/
  2. Narayanaswami P, et al. International Consensus Guidance for Management of Myasthenia Gravis: 2020 Update. Neurology. 2021.
    https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC7884987/
  3. Tannemaat MR, Huijbers MG, Verschuuren JJGM. Myasthenia Gravis: Pathophysiology, Diagnosis and Treatment. Handbook of Clinical Neurology. 2024.
    https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/38494283/
  4. Hehir MK, Li Y. Diagnosis and Management of Myasthenia Gravis. Continuum. 2022.
    https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/36537972/
  5. Wolfe GI, et al. Randomized Trial of Thymectomy in Myasthenia Gravis. New England Journal of Medicine. 2016.
    https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/27509100/
  6. European Medicines Agency – Vyvgart, efgartigimod alfa.
    https://www.ema.europa.eu/en/medicines/human/EPAR/vyvgart
  7. European Medicines Agency – Rystiggo, rozanolixizumab.
    https://www.ema.europa.eu/en/medicines/human/EPAR/rystiggo
  8. European Medicines Agency – Zilbrysq, zilucoplan.
    https://www.ema.europa.eu/en/medicines/human/EPAR/zilbrysq
  9. Αντισώματα AChR, MuSK και LRP4 στη Μυασθένεια Gravis – Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας.
    https://mikrobiologikolamia.gr/antisomata-achr-musk-lrp4-myastheneia-gravis/
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος
Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
Τηλέφωνο: 22310 66841

Το περιεχόμενο είναι ενημερωτικό και δεν αντικαθιστά την αξιολόγηση και παρακολούθηση από νευρολόγο. Δύσπνοια, αδυναμία κατάποσης, αδύναμος βήχας ή ταχεία επιδείνωση της μυϊκής αδυναμίας απαιτούν άμεση ιατρική αντιμετώπιση.

Μικροβιολογικό Λαμία
Επισκόπηση απορρήτου

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για τη σωστή λειτουργία της και, εφόσον δώσετε συγκατάθεση, για την ανάλυση επισκεψιμότητας. Μπορείτε να αλλάξετε τις επιλογές σας οποιαδήποτε στιγμή από τις ρυθμίσεις cookies.