Αλλοπουρινόλη vs Φεβουξοστάτη: Zyloric ή Adenuric; Ποιο Μειώνει Καλύτερα το Ουρικό Οξύ;

Σύντομη απάντηση: για τους περισσότερους ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα, η αλλοπουρινόλη αποτελεί συνήθως την πρώτη φαρμακευτική επιλογή για μακροχρόνια μείωση του ουρικού οξέος. Η φεβουξοστάτη είναι επίσης ισχυρός αναστολέας της ξανθίνης οξειδάσης και μπορεί να αποτελέσει πολύ χρήσιμη εναλλακτική όταν η αλλοπουρινόλη δεν είναι ανεκτή, αντενδείκνυται ή δεν επιτυγχάνει τον θεραπευτικό στόχο παρά τη σωστή τιτλοποίηση.[1][2]

Το σωστό ερώτημα επομένως δεν είναι απλώς «Zyloric ή Adenuric;», αλλά ποιο φάρμακο ταιριάζει καλύτερα στον συγκεκριμένο ασθενή, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή του ουρικού οξέος, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, το καρδιαγγειακό ιστορικό, προηγούμενες αλλεργικές αντιδράσεις, τις συγχορηγούμενες θεραπείες και την ανταπόκριση στη σταδιακή τιτλοποίηση.

Σημαντικό: Η αλλοπουρινόλη και η φεβουξοστάτη δεν είναι παυσίπονα και δεν προορίζονται για την άμεση ανακούφιση μιας οξείας κρίσης ουρικής αρθρίτιδας. Είναι θεραπείες μακροχρόνιας μείωσης του ουρικού οξέος. Η έναρξη, η αλλαγή ή η διακοπή τους πρέπει να γίνεται με ιατρική καθοδήγηση.
📌 Περιεχόμενα άρθρου
  1. Τι είναι η αλλοπουρινόλη και η φεβουξοστάτη
  2. Πώς δρουν και ποια είναι η βασική διαφορά
  3. Ποιο φάρμακο είναι συνήθως πρώτη επιλογή
  4. Ποιο μειώνει περισσότερο το ουρικό οξύ
  5. Ποιος είναι ο σωστός στόχος ουρικού οξέος
  6. Δόσεις και τιτλοποίηση
  7. Νεφρική λειτουργία: ποιο προτιμάται
  8. Καρδιαγγειακό ιστορικό και φεβουξοστάτη
  9. Αλλεργία και σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
  10. Ήπαρ και εργαστηριακή παρακολούθηση
  11. Παρενέργειες των δύο φαρμάκων
  12. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
  13. Γιατί μπορεί να αυξηθούν προσωρινά οι κρίσεις
  14. Πότε εξετάζεται αλλαγή από αλλοπουρινόλη σε φεβουξοστάτη
  15. Πότε γέρνει η επιλογή προς αλλοπουρινόλη
  16. Πότε μπορεί να προτιμηθεί φεβουξοστάτη
  17. Zyloric vs Adenuric: συγκριτικός πίνακας
  18. Ποιες εξετάσεις χρειάζονται
  19. Πρακτικός οδηγός επιλογής
  20. Συχνές ερωτήσεις

1Τι είναι η αλλοπουρινόλη και η φεβουξοστάτη

Η αλλοπουρινόλη και η φεβουξοστάτη είναι φάρμακα που μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος αναστέλλοντας το ένζυμο ξανθίνη οξειδάση. Χρησιμοποιούνται κυρίως στη μακροχρόνια θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας και της χρόνιας υπερουριχαιμίας όταν έχει ήδη υπάρξει εναπόθεση κρυστάλλων ουρικού, όπως κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας ή τόφοι.[3][4]

Το Zyloric είναι εμπορική ονομασία αλλοπουρινόλης σε διάφορες αγορές. Το Adenuric περιέχει φεβουξοστάτη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εγκριθεί για ενήλικες με χρόνια υπερουριχαιμία όπου έχει ήδη συμβεί εναπόθεση ουρικού, όπως παρουσία ή ιστορικό ουρικής αρθρίτιδας ή τόφων.[3]

Στην πράξη, πρέπει πάντα να κοιτάμε πρώτα τη δραστική ουσία και όχι μόνο την εμπορική ονομασία, επειδή διαφορετικά σκευάσματα αλλοπουρινόλης ή φεβουξοστάτης μπορεί να διατίθενται ανά χώρα και χρονική περίοδο.

2Πώς δρουν και ποια είναι η βασική διαφορά

Και τα δύο φάρμακα μπλοκάρουν την ξανθίνη οξειδάση, το ένζυμο που συμμετέχει στα τελευταία βήματα παραγωγής του ουρικού οξέος. Όταν το ένζυμο ανασταλεί, παράγεται λιγότερο ουρικό οξύ και σταδιακά μειώνεται η συγκέντρωσή του στο αίμα.

Η αλλοπουρινόλη είναι ανάλογο πουρίνης. Μετατρέπεται μεταξύ άλλων στον ενεργό μεταβολίτη οξυπουρινόλη, ο οποίος συμβάλλει στη μακρά αναστολή της ξανθίνης οξειδάσης. Επειδή η οξυπουρινόλη αποβάλλεται σημαντικά από τους νεφρούς, η νεφρική λειτουργία έχει ιδιαίτερη σημασία κατά την επιλογή της αρχικής δόσης και την παρακολούθηση.[4]

Η φεβουξοστάτη είναι μη πουρινικός, εκλεκτικός αναστολέας της ξανθίνης οξειδάσης. Η αποβολή της γίνεται μέσω τόσο ηπατικών όσο και νεφρικών οδών. Αυτό εξηγεί γιατί η φαρμακοκινητική της διαφέρει από την αλλοπουρινόλη και γιατί, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή περίληψη χαρακτηριστικών, δεν απαιτείται συνήθως προσαρμογή της δόσης σε ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.[3]

Το γεγονός όμως ότι τα δύο φάρμακα έχουν διαφορετικό μεταβολισμό δεν σημαίνει ότι η φεβουξοστάτη είναι αυτομάτως καλύτερη σε κάθε ασθενή με νεφρική νόσο. Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες εξακολουθούν να υποστηρίζουν την αλλοπουρινόλη ως βασική θεραπεία πρώτης γραμμής, ακόμη και σε αρκετούς ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, αρκεί να χρησιμοποιείται χαμηλή αρχική δόση και σωστή τιτλοποίηση.[1]

3Ποιο φάρμακο είναι συνήθως πρώτη επιλογή;

Η αλλοπουρινόλη παραμένει η πιο καθιερωμένη θεραπεία πρώτης γραμμής στις σημαντικότερες διεθνείς οδηγίες. Η American College of Rheumatology συνιστά την αλλοπουρινόλη ως προτιμώμενη αρχική θεραπεία μείωσης ουρικού, ακόμη και σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή χρόνια νεφρική νόσο, με αρχική χαμηλή δόση και σταδιακή αύξηση σύμφωνα με τις τιμές ουρικού.[1]

Αντίστοιχα, οι ευρωπαϊκές συστάσεις EULAR έχουν τοποθετήσει την αλλοπουρινόλη ως πρώτη επιλογή και τη φεβουξοστάτη ως σημαντική εναλλακτική όταν ο στόχος δεν επιτυγχάνεται με κατάλληλη δόση αλλοπουρινόλης ή όταν η αλλοπουρινόλη δεν είναι ανεκτή.[2]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η φεβουξοστάτη είναι «δεύτερης ποιότητας». Είναι αποτελεσματικό φάρμακο και μπορεί να μειώσει έντονα το ουρικό οξύ. Η θέση της στην αλληλουχία της θεραπείας σχετίζεται με τη μακρόχρονη εμπειρία από την αλλοπουρινόλη, το προφίλ ασφάλειας, το καρδιαγγειακό ιστορικό, το κόστος και τη δυνατότητα σταδιακής τιτλοποίησης.

Άρα, για έναν τυπικό ασθενή με ουρική αρθρίτιδα:
Αλλοπουρινόλη → σωστή χαμηλή έναρξη → σταδιακή τιτλοποίηση → επαναλαμβανόμενες μετρήσεις ουρικού → αλλαγή ή εναλλακτική θεραπεία μόνο αν υπάρχει λόγος.

4Ποιο μειώνει περισσότερο το ουρικό οξύ;

Η απάντηση χρειάζεται προσοχή. Σε αρκετές κλινικές μελέτες, οι δόσεις φεβουξοστάτης 80 ή 120 mg πέτυχαν τον στόχο ουρικού σε μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών από μια σταθερή δόση αλλοπουρινόλης 300 mg.[2] Αυτό έχει οδηγήσει στην εντύπωση ότι «η φεβουξοστάτη είναι πάντα πιο ισχυρή».

Όμως αυτή η σύγκριση μπορεί να είναι παραπλανητική όταν η αλλοπουρινόλη δεν έχει τιτλοποιηθεί. Τα 300 mg δεν αποτελούν υποχρεωτικά τη μέγιστη αποτελεσματική δόση για όλους. Η επίσημη περίληψη του Zyloric προβλέπει έναρξη χαμηλά, για παράδειγμα στα 100 mg ημερησίως, και αύξηση όταν η ανταπόκριση του ουρικού είναι ανεπαρκής.[4]

Επομένως, πριν χαρακτηριστεί η αλλοπουρινόλη «αποτυχημένη», πρέπει να εξετάζονται:

  • αν λαμβάνεται καθημερινά όπως έχει συνταγογραφηθεί,
  • αν η δόση έχει τιτλοποιηθεί επαρκώς,
  • αν έχει μεσολαβήσει αρκετός χρόνος,
  • αν το ουρικό επανελέγχεται τακτικά,
  • αν υπάρχουν φάρμακα ή παράγοντες που αυξάνουν το ουρικό,
  • αν η νεφρική λειτουργία περιορίζει ή μεταβάλλει το θεραπευτικό πλάνο.

Ο στόχος δεν είναι να συγκρίνουμε δύο ονόματα φαρμάκων, αλλά να πετύχουμε με ασφάλεια την απαιτούμενη συγκέντρωση ουρικού οξέος.

5Ποιος είναι ο σωστός στόχος ουρικού οξέος;

Στη χρόνια ουρική αρθρίτιδα δεν αρκεί να πούμε ότι «το ουρικό έπεσε λίγο». Η θεραπεία βασίζεται σε συγκεκριμένο εργαστηριακό στόχο.

< 6 mg/dL
Συνήθης θεραπευτικός στόχος στη χρόνια ουρική αρθρίτιδα.
< 5 mg/dL
Μπορεί να επιδιώκεται προσωρινά σε σοβαρή ουρική αρθρίτιδα με τόφους, χρόνια αρθροπάθεια ή συχνές κρίσεις.

Οι ACR υποστηρίζουν στρατηγική treat-to-target με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις ουρικού και στόχο κάτω από 6 mg/dL.[1] Οι EULAR επίσης συστήνουν διατήρηση κάτω από 6 mg/dL και χαμηλότερο στόχο, κάτω από 5 mg/dL, σε επιλεγμένες περιπτώσεις σοβαρής νόσου ώστε να επιταχυνθεί η διάλυση των κρυστάλλων.[2]

Η τακτική μέτρηση του ουρικού οξέος είναι επομένως αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας.

6Δόσεις και τιτλοποίηση

Αλλοπουρινόλη

Η αλλοπουρινόλη πρέπει γενικά να ξεκινά σε χαμηλή δόση. Η επίσημη περίληψη του Zyloric αναφέρει ως παράδειγμα αρχική δόση 100 mg ημερησίως, με αύξηση εφόσον η ανταπόκριση του ουρικού οξέος είναι ανεπαρκής. Σε νεφρική δυσλειτουργία απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή και μπορεί να χρειάζεται χαμηλότερη αρχική δόση ή διαφορετική προσαρμογή.[4]

Η ACR προτείνει επίσης χαμηλή έναρξη, ≤100 mg/ημέρα και ακόμη χαμηλότερα σε ορισμένους ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, ακολουθούμενη από τιτλοποίηση βάσει του ουρικού.[1]

Φεβουξοστάτη

Στην ευρωπαϊκή περίληψη χαρακτηριστικών του Adenuric, η συνιστώμενη δόση για χρόνια υπερουριχαιμία είναι 80 mg μία φορά ημερησίως. Εάν το ουρικό παραμένει πάνω από 6 mg/dL μετά από 2–4 εβδομάδες, μπορεί να εξεταστεί δόση 120 mg μία φορά ημερησίως.[5]

Τα παραπάνω είναι στοιχεία των επίσημων πληροφοριών προϊόντος και δεν αποτελούν προσωπική δοσολογική οδηγία. Η κατάλληλη δόση εξαρτάται από το ιστορικό, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τις αλληλεπιδράσεις και τη συνολική θεραπεία.

7Νεφρική λειτουργία: αλλοπουρινόλη ή φεβουξοστάτη;

Η νεφρική λειτουργία είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στην επιλογή και την τιτλοποίηση θεραπείας.

Η αλλοπουρινόλη και ιδιαίτερα ο ενεργός μεταβολίτης της οξυπουρινόλη αποβάλλονται μέσω των νεφρών. Σε σημαντική νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να αυξηθεί η έκθεση στο φάρμακο, γι’ αυτό η έναρξη γίνεται προσεκτικά και η δόση εξατομικεύεται.[4]

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας ασθενής με χρόνια νεφρική νόσο πρέπει αυτομάτως να πάρει φεβουξοστάτη. Η ACR προτιμά την αλλοπουρινόλη ως αρχική θεραπεία ακόμη και σε χρόνια νεφρική νόσο σταδίου 3 ή μεγαλύτερου, με χαμηλή αρχική δόση και προοδευτική τιτλοποίηση.[1]

Από την άλλη πλευρά, η ευρωπαϊκή πληροφορία προϊόντος της φεβουξοστάτης αναφέρει ότι δεν απαιτείται συνήθως προσαρμογή σε ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Για σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία με κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 30 mL/min, τα δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είναι πιο περιορισμένα.[5]

Στην πράξη, ο γιατρός συνυπολογίζει ουρικό, κρεατινίνη, eGFR, προηγούμενη θεραπεία, συνοσηρότητες και κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Το «έχω νεφρική ανεπάρκεια, άρα χρειάζομαι Adenuric» είναι υπεραπλούστευση.

8Καρδιαγγειακό ιστορικό: τι ισχύει για τη φεβουξοστάτη;

Αυτό είναι ίσως το πιο πολυσυζητημένο σημείο στη σύγκριση.

Η μελέτη CARES, σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα και εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, δεν έδειξε σημαντική διαφορά στο κύριο σύνθετο καρδιαγγειακό τελικό σημείο, αλλά παρατηρήθηκε υψηλότερη καρδιαγγειακή και συνολική θνητότητα στην ομάδα φεβουξοστάτης. Η μελέτη είχε όμως σημαντικό ποσοστό διακοπής της θεραπείας και απώλειας παρακολούθησης, γεγονός που δυσκολεύει την ερμηνεία.[6]

Αργότερα, η μεγάλη ευρωπαϊκή μελέτη FAST βρήκε ότι η φεβουξοστάτη ήταν μη κατώτερη της αλλοπουρινόλης ως προς το κύριο καρδιαγγειακό τελικό σημείο και δεν συσχετίστηκε με υψηλότερο κίνδυνο θανάτου ή σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.[7]

Οι πληθυσμοί των δύο μελετών δεν ήταν ίδιοι. Στη FAST οι ασθενείς είχαν ήδη λάβει και τιτλοποιήσει αλλοπουρινόλη πριν από την τυχαιοποίηση, ενώ στην CARES όλοι είχαν εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο. Δεν είναι επομένως σωστό να πάρουμε μόνο τη μία μελέτη και να αγνοήσουμε την άλλη.

Η σημερινή ευρωπαϊκή πληροφορία προϊόντος αναφέρει ότι η φεβουξοστάτη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα μείζονα καρδιαγγειακή νόσο, όπως προηγούμενο έμφραγμα, εγκεφαλικό ή ασταθή στηθάγχη, και να υπάρχει τακτική παρακολούθηση.[8]

Πρακτικά: ιστορικό εμφράγματος ή εγκεφαλικού δεν σημαίνει ότι η φεβουξοστάτη απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση, αλλά αποτελεί σημαντικό στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί πριν από την επιλογή της. Σε τέτοιους ασθενείς η αλλοπουρινόλη συχνά παραμένει η φυσική πρώτη επιλογή, εφόσον μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

9Αλλεργία, εξάνθημα και σοβαρές δερματικές αντιδράσεις

Η αλλοπουρινόλη μπορεί σπάνια να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως DRESS, σύνδρομο Stevens–Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση. Αν εμφανιστεί νέο εξάνθημα, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από πυρετό, βλάβες στο στόμα, πρήξιμο προσώπου ή συστηματικά συμπτώματα, απαιτείται άμεση ιατρική αξιολόγηση.[4]

Ο γενετικός δείκτης HLA-B*58:01 συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη. Οι ACR συστήνουν στοχευμένη εξέταση πριν την έναρξη σε πληθυσμούς όπου το αλληλόμορφο είναι συχνότερο, αντί για καθολικό screening σε όλους τους ασθενείς.[1]

Η φεβουξοστάτη μπορεί επίσης, σπανιότερα, να προκαλέσει σοβαρές αλλεργικές και δερματικές αντιδράσεις. Άρα η αλλαγή σε φεβουξοστάτη δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται κάθε πιθανότητα υπερευαισθησίας.

10Ήπαρ και εργαστηριακή παρακολούθηση

Και οι δύο θεραπείες χρειάζονται αξιολόγηση της συνολικής κλινικής εικόνας, όμως στη φεβουξοστάτη η παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας έχει ιδιαίτερη θέση. Στις κλινικές μελέτες έχουν παρατηρηθεί ήπιες διαταραχές ηπατικών δοκιμασιών και η πληροφορία προϊόντος συστήνει έλεγχο ηπατικής λειτουργίας πριν από την έναρξη και περιοδικά στη συνέχεια ανάλογα με την κλινική κρίση.[5]

Σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια τα δεδομένα για φεβουξοστάτη είναι ανεπαρκή. Στην αλλοπουρινόλη επίσης μπορεί να απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις σε ηπατική δυσλειτουργία και παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας κατά τα αρχικά στάδια.[4]

11Συχνές και σημαντικές παρενέργειες

ΠαράμετροςΑλλοπουρινόληΦεβουξοστάτη
ΓαστρεντερικάΝαυτία, γαστρεντερική ενόχληση σε ορισμένους ασθενείςΝαυτία, διάρροια σε ορισμένους ασθενείς
ΔέρμαΕξάνθημα· σπάνια σοβαρή υπερευαισθησία/SJS/TEN/DRESSΕξάνθημα· σπάνια σοβαρή υπερευαισθησία
ΉπαρΠιθανές διαταραχές ηπατικών ενζύμωνΠιθανές διαταραχές ηπατικών ενζύμων· συνιστάται εργαστηριακή παρακολούθηση
Έναρξη αγωγήςΜπορεί προσωρινά να αυξήσει τις κρίσειςΜπορεί επίσης προσωρινά να αυξήσει τις κρίσεις
ΚαρδιαγγειακόΜεγάλη εμπειρία χρήσηςΑπαιτείται προσοχή σε προϋπάρχουσα μείζονα καρδιαγγειακή νόσο

12Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα

Επειδή και τα δύο φάρμακα αναστέλλουν την ξανθίνη οξειδάση, υπάρχει μια ιδιαίτερα σημαντική αλληλεπίδραση με την αζαθειοπρίνη και τη 6-μερκαπτοπουρίνη.

Η συγχορήγηση αλλοπουρινόλης με αζαθειοπρίνη ή 6-μερκαπτοπουρίνη μπορεί να αυξήσει δραματικά την έκθεση στα φάρμακα αυτά και να προκαλέσει σοβαρή αιματολογική τοξικότητα. Η σύγχρονη πληροφορία του Zyloric αναφέρει ότι η συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται.[4]

Παρόμοια προειδοποίηση υπάρχει και για τη φεβουξοστάτη. Η συγχορήγησή της με αζαθειοπρίνη/μερκαπτοπουρίνη δεν συνιστάται, επειδή μπορεί να αυξηθούν σημαντικά οι συγκεντρώσεις τους και να προκληθεί σοβαρή τοξικότητα.[5]

Για αυτό, πριν από την έναρξη οποιουδήποτε από τα δύο φάρμακα, πρέπει να γίνεται ανασκόπηση όλων των φαρμάκων που λαμβάνει ο ασθενής — συνταγογραφούμενων, μη συνταγογραφούμενων και συμπληρωμάτων.

13Γιατί μπορεί να αυξηθούν οι κρίσεις όταν αρχίσει η θεραπεία;

Ένα συχνό παράδοξο είναι ότι ένας ασθενής αρχίζει φάρμακο για να μειώσει το ουρικό και μέσα στις πρώτες εβδομάδες ή μήνες εμφανίζει νέα κρίση. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το φάρμακο δεν λειτουργεί.

Όταν το ουρικό αρχίζει να μειώνεται, μεταβάλλεται η ισορροπία των αποθηκευμένων κρυστάλλων μέσα και γύρω από τις αρθρώσεις. Η κινητοποίησή τους μπορεί προσωρινά να πυροδοτήσει φλεγμονή. Για τον λόγο αυτό, οι κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν αντιφλεγμονώδη προφύλαξη κατά την έναρξη της θεραπείας σε κατάλληλους ασθενείς, συνήθως με χαμηλή δόση κολχικίνης ή άλλη κατάλληλη θεραπεία ανάλογα με τις αντενδείξεις.[1][2]

Η επίσημη ευρωπαϊκή πληροφορία του Adenuric συστήνει προφύλαξη έναντι κρίσεων για τουλάχιστον έξι μήνες.[5]

Εάν εμφανιστεί κρίση ενώ ο ασθενής ήδη λαμβάνει σταθερά θεραπεία μείωσης ουρικού, η θεραπεία συνήθως δεν διακόπτεται απλώς και μόνο επειδή εμφανίστηκε η κρίση. Η κρίση αντιμετωπίζεται παράλληλα, εκτός αν υπάρχει ανεπιθύμητη ενέργεια ή διαφορετική ιατρική οδηγία.

14Πότε εξετάζεται αλλαγή από αλλοπουρινόλη σε φεβουξοστάτη;

Η αλλαγή έχει περισσότερο νόημα όταν υπάρχει σαφής κλινικός λόγος και όχι επειδή μία μεμονωμένη εξέταση έδειξε ουρικό λίγο πάνω από το φυσιολογικό.

Συχνές περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να εξεταστεί φεβουξοστάτη είναι:

  • Αδυναμία επίτευξης του στόχου κάτω από 6 mg/dL παρά καλή συμμόρφωση και κατάλληλη τιτλοποίηση αλλοπουρινόλης.
  • Ανεπιθύμητες ενέργειες που δεν επιτρέπουν συνέχιση της αλλοπουρινόλης.
  • Αλλεργική αντίδραση ή άλλη σαφής αντένδειξη στην αλλοπουρινόλη, αφού αξιολογηθεί η βαρύτητα και το ιστορικό.
  • Περιπτώσεις όπου η φαρμακοκινητική, οι συνοσηρότητες και η νεφρική λειτουργία οδηγούν τον θεράποντα σε διαφορετική επιλογή.

Αντίθετα, ουρικό 6,5 ή 7 mg/dL σε έναν ασθενή που λαμβάνει μόλις μια χαμηλή αρχική δόση αλλοπουρινόλης δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη ότι «η αλλοπουρινόλη απέτυχε».

15Σε ποιον γέρνει η επιλογή προς αλλοπουρινόλη;

Η αλλοπουρινόλη έχει συνήθως πλεονέκτημα ως αρχική επιλογή όταν:

  • ο ασθενής ξεκινά για πρώτη φορά θεραπεία μείωσης ουρικού,
  • δεν υπάρχει προηγούμενη δυσανεξία ή σοβαρή υπερευαισθησία,
  • μπορεί να γίνει σταδιακή τιτλοποίηση και εργαστηριακός έλεγχος,
  • υπάρχει σημαντικό καρδιαγγειακό ιστορικό και δεν υπάρχει λόγος να προτιμηθεί διαφορετική θεραπεία,
  • υπάρχει χρόνια νεφρική νόσος αλλά μπορεί να εφαρμοστεί προσεκτική χαμηλή έναρξη και τιτλοποίηση,
  • θέλουμε μια θεραπεία με πολύ μεγάλη εμπειρία χρήσης και ισχυρή θέση στις διεθνείς οδηγίες.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι ACR χρησιμοποιούν την αλλοπουρινόλη ως προτιμώμενη πρώτη θεραπεία και όχι απλώς ως μία από πολλές ισοδύναμες επιλογές.[1]

16Σε ποιον μπορεί να προτιμηθεί φεβουξοστάτη;

Η φεβουξοστάτη μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν:

  • η αλλοπουρινόλη δεν είναι ανεκτή,
  • υπάρχει αντένδειξη στη συνέχιση της αλλοπουρινόλης,
  • δεν επιτυγχάνεται ο θεραπευτικός στόχος παρά επαρκή τιτλοποίηση και καλή συμμόρφωση,
  • η ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία καθιστά πρακτικά ελκυστικό το δοσολογικό προφίλ της φεβουξοστάτης,
  • ο θεράπων θεωρεί, μετά από συνολική εκτίμηση, ότι το αναμενόμενο όφελος είναι μεγαλύτερο.

Η φεβουξοστάτη δεν πρέπει όμως να επιλέγεται μηχανικά επειδή «ρίχνει περισσότερο το ουρικό». Σε ασθενείς με προηγούμενο έμφραγμα, εγκεφαλικό ή ασταθή στηθάγχη, το καρδιαγγειακό ιστορικό πρέπει να συζητείται ειδικά και η θεραπεία να χρησιμοποιείται με προσοχή.[8]

17Zyloric vs Adenuric: συγκριτικός πίνακας

ΧαρακτηριστικόZyloric / ΑλλοπουρινόληAdenuric / Φεβουξοστάτη
ΜηχανισμόςΑναστολέας ξανθίνης οξειδάσης, ανάλογο πουρίνηςΕκλεκτικός μη πουρινικός αναστολέας ξανθίνης οξειδάσης
Συνήθης θέσηΠροτιμώμενη πρώτη επιλογήΕναλλακτική/επόμενη επιλογή σε πολλούς ασθενείς
Αρχική προσέγγισηΧαμηλή έναρξη και σταδιακή τιτλοποίηση80 mg ημερησίως στην ευρωπαϊκή πληροφορία προϊόντος
Νεφρική νόσοςΧρειάζεται προσεκτική δοσολογία· παραμένει επιλογή πρώτης γραμμής σύμφωνα με ACRΔεν απαιτείται συνήθως προσαρμογή σε ήπια/μέτρια δυσλειτουργία· περιορισμένα δεδομένα σε σοβαρή
Καρδιαγγειακό ιστορικόΣυχνά προτιμάταιΑπαιτείται προσοχή σε μείζονα προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο
Σοβαρό εξάνθημαΣπάνιο αλλά σημαντικό, σύνδεση με HLA-B*58:01Σπάνια σοβαρή υπερευαισθησία επίσης δυνατή
Αζαθειοπρίνη/6-MPΣημαντική αλληλεπίδρασηΣημαντική αλληλεπίδραση
Κύριος στόχοςΟυρικό οξύ <6 mg/dL στους περισσότερους ασθενείς

18Ποιες εξετάσεις χρειάζονται;

Η φαρμακευτική θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας είναι μία από τις περιπτώσεις όπου οι εργαστηριακές εξετάσεις δεν γίνονται απλώς «για παρακολούθηση», αλλά καθορίζουν πραγματικά τη θεραπευτική στρατηγική.

Ουρικό οξύ

Είναι ο βασικός δείκτης για να διαπιστωθεί αν επιτυγχάνεται ο στόχος. Κατά την τιτλοποίηση χρειάζονται επαναλαμβανόμενες μετρήσεις και όχι ένας μόνο έλεγχος μετά από πολλούς μήνες.

Κρεατινίνη και eGFR

Η νεφρική λειτουργία επηρεάζει την επιλογή και τη δοσολογική στρατηγική, ιδιαίτερα για την αλλοπουρινόλη. Παράλληλα, η ίδια η ουρική αρθρίτιδα συχνά συνυπάρχει με χρόνια νεφρική νόσο.

AST, ALT και άλλες ηπατικές δοκιμασίες

Είναι ιδιαίτερα χρήσιμες πριν και κατά τη διάρκεια θεραπείας με φεβουξοστάτη, αλλά μπορούν να είναι χρήσιμες και σε θεραπεία με αλλοπουρινόλη ανάλογα με το ιστορικό.

Γενική αίματος

Δεν απαιτείται με την ίδια συχνότητα σε κάθε ασθενή, αλλά μπορεί να ενταχθεί στην παρακολούθηση, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν άλλα φάρμακα, συνοδά νοσήματα ή συμπτώματα που εγείρουν υποψία αιματολογικής ανεπιθύμητης ενέργειας.

Μεταβολικό και καρδιαγγειακό προφίλ

Υπέρταση, παχυσαρκία, δυσλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης και χρόνια νεφρική νόσος εμφανίζονται συχνά μαζί με την ουρική αρθρίτιδα. Επομένως, γλυκόζη ή HbA1c, λιπιδαιμικό προφίλ και αρτηριακή πίεση έχουν συχνά θέση στη συνολική αξιολόγηση.

19Πρακτικός οδηγός: Zyloric ή Adenuric;

1. Νέα διάγνωση ουρικής αρθρίτιδας που χρειάζεται θεραπεία μείωσης ουρικού;
Η αλλοπουρινόλη είναι συνήθως η αρχική επιλογή.

2. Το ουρικό παραμένει πάνω από 6 mg/dL;
Πρώτα εξετάζονται η συμμόρφωση, η αρχική δόση, η δυνατότητα τιτλοποίησης και η νεφρική λειτουργία. Δεν αλλάζουμε αυτομάτως θεραπεία επειδή μια χαμηλή δόση δεν ήταν αρκετή.

3. Παρά τη σωστή τιτλοποίηση δεν επιτυγχάνεται ο στόχος;
Η φεβουξοστάτη αποτελεί καθιερωμένη εναλλακτική επιλογή.

4. Υπήρξε σημαντική δυσανεξία ή αλλεργία στην αλλοπουρινόλη;
Χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση και μπορεί να επιλεγεί διαφορετική θεραπεία, συχνά φεβουξοστάτη ανάλογα με το ιστορικό.

5. Υπάρχει προηγούμενο έμφραγμα, εγκεφαλικό ή ασταθής στηθάγχη;
Η επιλογή φεβουξοστάτης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και εξατομίκευση λόγω του καρδιαγγειακού ιστορικού.

6. Υπάρχει χρόνια νεφρική νόσος;
Δεν αποκλείεται η αλλοπουρινόλη. Χρειάζεται όμως χαμηλή έναρξη και προσεκτική τιτλοποίηση. Η φεβουξοστάτη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε επιλεγμένους ασθενείς, ιδιαίτερα σε ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.

7. Το ουρικό έφτασε στον στόχο;
Η θεραπεία συνεχίζεται και παρακολουθείται μακροχρόνια. Η επίτευξη του στόχου δεν είναι συνήθως λόγος διακοπής — είναι ένδειξη ότι η αγωγή κάνει αυτό για το οποίο χορηγήθηκε.

Η ουρική αρθρίτιδα είναι χρόνια νόσος εναπόθεσης κρυστάλλων. Όσο το ουρικό διατηρείται επαρκώς χαμηλά, οι κρύσταλλοι μπορούν σταδιακά να διαλυθούν και οι κρίσεις συνήθως γίνονται λιγότερες. Η θεραπεία επομένως έχει ορίζοντα ετών και όχι ημερών.

20Συχνές ερωτήσεις

Ποιο είναι καλύτερο, Zyloric ή Adenuric;
Δεν υπάρχει ένα φάρμακο που είναι καλύτερο για όλους. Η αλλοπουρινόλη είναι συνήθως πρώτη επιλογή. Η φεβουξοστάτη είναι πολύ αποτελεσματική εναλλακτική όταν η αλλοπουρινόλη δεν είναι ανεκτή, δεν είναι κατάλληλη ή δεν επιτυγχάνει τον στόχο μετά από σωστή τιτλοποίηση.
Η φεβουξοστάτη ρίχνει περισσότερο το ουρικό;
Σε μελέτες, η φεβουξοστάτη 80–120 mg πέτυχε συχνά τον στόχο σε περισσότερους ασθενείς από σταθερή αλλοπουρινόλη 300 mg. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με σύγκριση έναντι σωστά τιτλοποιημένης αλλοπουρινόλης σε κάθε ασθενή.
Αν έχω νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να πάρω Adenuric;
Όχι απαραίτητα. Η αλλοπουρινόλη παραμένει θεραπεία πρώτης γραμμής ακόμη και σε αρκετούς ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, αρκεί να ξεκινά χαμηλά και να τιτλοποιείται προσεκτικά. Η φεβουξοστάτη έχει το πλεονέκτημα ότι σε ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία συνήθως δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σύμφωνα με την ευρωπαϊκή πληροφορία προϊόντος.
Το Adenuric κάνει κακό στην καρδιά;
Δεν είναι σωστό να διατυπώνεται τόσο απόλυτα. Η CARES έδειξε ανησυχητικό σήμα θνητότητας σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, ενώ η μεταγενέστερη FAST δεν έδειξε αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο έναντι αλλοπουρινόλης. Σήμερα συστήνεται προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα μείζονα καρδιαγγειακή νόσο.
Πρέπει να σταματήσω την αλλοπουρινόλη αν πάθω κρίση ουρικής αρθρίτιδας;
Εάν ήδη λαμβάνετε σταθερά θεραπεία μείωσης ουρικού, συνήθως δεν διακόπτεται μόνο και μόνο επειδή εμφανίστηκε κρίση. Η κρίση αντιμετωπίζεται παράλληλα. Εξαίρεση είναι όταν υπάρχει ανεπιθύμητη ενέργεια ή συγκεκριμένη ιατρική οδηγία.
Ποιο ουρικό πρέπει να έχω με τη θεραπεία;
Για τους περισσότερους ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα ο θεραπευτικός στόχος είναι κάτω από 6 mg/dL. Σε σοβαρή νόσο με τόφους ή πολύ συχνές κρίσεις μπορεί να επιδιώκεται χαμηλότερος στόχος, συχνά κάτω από 5 mg/dL, για συγκεκριμένο διάστημα.
Αν το ουρικό γίνει φυσιολογικό μπορώ να σταματήσω το φάρμακο;
Συνήθως όχι χωρίς ιατρική απόφαση. Το ουρικό συχνά είναι φυσιολογικό επειδή η θεραπεία λειτουργεί. Η ουρική αρθρίτιδα χρειάζεται συνήθως μακροχρόνια διατήρηση του ουρικού κάτω από τον θεραπευτικό στόχο.
Πρέπει να παίρνω και κολχικίνη όταν αρχίζω θεραπεία;
Συχνά χρησιμοποιείται προσωρινή προφύλαξη έναντι κρίσεων κατά την έναρξη ή τιτλοποίηση θεραπείας μείωσης ουρικού. Η καταλληλότητα και η διάρκεια εξαρτώνται από τη νεφρική λειτουργία, τις αλληλεπιδράσεις, την ηλικία και τις αντενδείξεις και αποφασίζονται από τον γιατρό.

Τι να θυμάστε

  • Η αλλοπουρινόλη είναι συνήθως η πρώτη επιλογή.
  • Η φεβουξοστάτη είναι σημαντική εναλλακτική όταν υπάρχει δυσανεξία ή ανεπαρκής ανταπόκριση.
  • Ο θεραπευτικός στόχος είναι συνήθως ουρικό <6 mg/dL.
  • Η σωστή τιτλοποίηση είναι πιο σημαντική από τη σύγκριση μιας τυχαίας δόσης του ενός φαρμάκου με το άλλο.
  • Η νεφρική λειτουργία, το καρδιαγγειακό ιστορικό και οι αλληλεπιδράσεις μπορεί να αλλάξουν την επιλογή.
  • Η θεραπεία δεν αντικαθιστά την παρακολούθηση με εξετάσεις αίματος.
Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική συμβουλή. Η επιλογή αλλοπουρινόλης ή φεβουξοστάτης, η δόση, η τιτλοποίηση και η εργαστηριακή παρακολούθηση πρέπει να καθορίζονται από τον θεράποντα ιατρό με βάση το ιστορικό και τις εξετάσεις του ασθενούς.
Μικροβιολογικό Λαμία
Επισκόπηση απορρήτου

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για τη σωστή λειτουργία της και, εφόσον δώσετε συγκατάθεση, για την ανάλυση επισκεψιμότητας. Μπορείτε να αλλάξετε τις επιλογές σας οποιαδήποτε στιγμή από τις ρυθμίσεις cookies.