Ουρικό οξύ: φυσιολογικές τιμές – υψηλό και χαμηλό
Το ουρικό οξύ είναι το τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πουρινών και μετριέται συνήθως με μια απλή εξέταση αίματος. Μια αυξημένη τιμή δεν σημαίνει αυτόματα ουρική αρθρίτιδα, ενώ μια φυσιολογική τιμή δεν αποκλείει πάντοτε την πάθηση, ιδιαίτερα όταν η εξέταση γίνεται κατά τη διάρκεια οξείας κρίσης. Αντίστοιχα, το χαμηλό ουρικό οξύ είναι πολύ λιγότερο συχνό και συνήθως χρειάζεται αξιολόγηση όταν είναι επίμονο ή σημαντικά μειωμένο.
Στον οδηγό αυτό θα δείτε ποιες θεωρούνται φυσιολογικές τιμές ουρικού οξέος, τι σημαίνει υψηλό ή χαμηλό αποτέλεσμα, ποιες παθήσεις και φάρμακα μπορούν να το επηρεάσουν, ποιος είναι ο θεραπευτικός στόχος στην ουρική αρθρίτιδα και ποιες άλλες εξετάσεις βοηθούν στη σωστή ερμηνεία.
1Τι είναι το ουρικό οξύ
Το ουρικό οξύ είναι μια ουσία που παράγεται φυσιολογικά όταν ο οργανισμός διασπά τις πουρίνες. Οι πουρίνες υπάρχουν στα κύτταρά μας αλλά και σε διάφορα τρόφιμα. Κατά τον φυσιολογικό κυτταρικό μεταβολισμό σχηματίζεται ουρικό οξύ, το οποίο κυκλοφορεί στο αίμα και στη συνέχεια απομακρύνεται κυρίως από τους νεφρούς μέσω των ούρων.[2]
Η συγκέντρωσή του στο αίμα αποτελεί αποτέλεσμα μιας συνεχούς ισορροπίας μεταξύ παραγωγής και αποβολής. Σε ορισμένους ανθρώπους παράγεται περισσότερο ουρικό οξύ, ενώ σε πολύ περισσότερες περιπτώσεις το πρόβλημα σχετίζεται με μειωμένη νεφρική αποβολή. Για τον λόγο αυτό η τιμή δεν πρέπει να αξιολογείται απομονωμένα από την κρεατινίνη, τον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR), το ιστορικό, τη διατροφή και τη φαρμακευτική αγωγή.
Όταν το ουρικό οξύ παραμένει σε υψηλές συγκεντρώσεις, αυξάνεται η πιθανότητα σχηματισμού κρυστάλλων μονονατριούχου ουρικού. Οι κρύσταλλοι αυτοί μπορούν να εναποτεθούν στις αρθρώσεις και στους γύρω ιστούς και να προκαλέσουν ουρική αρθρίτιδα. Μπορούν επίσης να σχετίζονται με ορισμένους τύπους νεφρολιθίασης. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι με υπερουριχαιμία δεν εμφανίζουν ποτέ ουρική αρθρίτιδα.[2]
2Φυσιολογικές τιμές ουρικού οξέος
Δεν υπάρχει ένα μοναδικό παγκόσμιο εύρος αναφοράς που να χρησιμοποιείται από όλα τα εργαστήρια. Τα όρια διαφοροποιούνται ανάλογα με τη μέθοδο μέτρησης, τον αναλυτή, τον πληθυσμό αναφοράς, την ηλικία και το φύλο. Για τον λόγο αυτό, η σωστή σύγκριση γίνεται πάντοτε με τα όρια που αναγράφονται δίπλα στο δικό σας αποτέλεσμα.
| Ομάδα | Ενδεικτικό εύρος | Σημείωση |
|---|---|---|
| Άνδρες ≥16 ετών | περίπου 3,7–8,0 mg/dL | Ενδεικτικό εύρος Mayo Clinic Laboratories |
| Γυναίκες ≥13 ετών | περίπου 2,7–6,1 mg/dL | Ενδεικτικό εύρος Mayo Clinic Laboratories |
| Άτομο με ουρική αρθρίτιδα υπό θεραπεία | στόχος συνήθως <6 mg/dL | Δεν είναι «φυσιολογικό εύρος», αλλά θεραπευτικός στόχος |
Τα παραπάνω εργαστηριακά όρια είναι ενδεικτικά και δεν πρέπει να αντικαθιστούν τα όρια του εργαστηρίου όπου πραγματοποιήθηκε η εξέταση.[1] Έτσι, ένα αποτέλεσμα 7,2 mg/dL μπορεί σε ένα συγκεκριμένο εργαστήριο να βρίσκεται οριακά εντός του εύρους αναφοράς ενός άνδρα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελεί ιδανική τιμή για κάποιον που έχει διαγνωσμένη ουρική αρθρίτιδα.
3mg/dL και μmol/L – πώς γίνεται η μετατροπή
Στην Ελλάδα το ουρικό οξύ αναφέρεται συνήθως σε mg/dL. Σε διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες μπορεί να εμφανίζεται σε μmol/L. Οι δύο μονάδες εκφράζουν την ίδια συγκέντρωση με διαφορετικό τρόπο.
1 mg/dL ουρικού οξέος ≈ 59,5 μmol/L
6 mg/dL ≈ 357–360 μmol/L
5 mg/dL ≈ 297–300 μmol/L
6,8 mg/dL ≈ 405 μmol/L
Γι’ αυτό στις οδηγίες NICE θα δείτε τον στόχο για την ουρική αρθρίτιδα να αναφέρεται ως <360 μmol/L, δηλαδή περίπου <6 mg/dL.[3] Η γνώση της αντιστοιχίας είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν συγκρίνετε αποτελέσματα ή ιατρικές οδηγίες από διαφορετικές χώρες.
4Τι σημαίνει υψηλό ουρικό οξύ
Η αύξηση του ουρικού οξέος στο αίμα ονομάζεται υπερουριχαιμία. Μπορεί να οφείλεται σε αυξημένη παραγωγή, μειωμένη αποβολή από τους νεφρούς ή σε συνδυασμό των δύο. Στην πράξη, η μειωμένη νεφρική αποβολή αποτελεί πολύ συχνό μηχανισμό.
Ένα αποτέλεσμα που βρίσκεται ελάχιστα πάνω από το εργαστηριακό όριο δεν έχει την ίδια σημασία με μια επίμονη τιμή 9, 10 ή 12 mg/dL. Η ερμηνεία εξαρτάται από το πόσο αυξημένη είναι η τιμή, αν επιμένει σε επαναλαμβανόμενες εξετάσεις και αν υπάρχουν συμπτώματα ή επιπλοκές, όπως κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας, τόφοι ή λίθοι ουρικού οξέος.
Έχει επίσης σημασία ότι το σημείο γύρω από το οποίο αυξάνεται η πιθανότητα κρυστάλλωσης του ουρικού βρίσκεται περίπου στα 6,8 mg/dL υπό φυσιολογικές συνθήκες. Αυτό εξηγεί γιατί το «εντός εργαστηριακών ορίων» δεν είναι πάντα ταυτόσημο με το «χαμηλό κίνδυνο κρυστάλλωσης» σε άτομα με ουρική αρθρίτιδα. Οι οδηγίες ACR χρησιμοποιούν επίσης το επίπεδο >6,8 mg/dL στον ορισμό της ασυμπτωματικής υπερουριχαιμίας.[4]
5Συμπτώματα υψηλού ουρικού οξέος
Η υπερουριχαιμία από μόνη της συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα. Κάποιος μπορεί να έχει αυξημένο ουρικό οξύ για χρόνια χωρίς να το γνωρίζει. Τα συμπτώματα εμφανίζονται κυρίως όταν αναπτυχθεί κάποια επιπλοκή.
Στην ουρική αρθρίτιδα μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικός, πολύ έντονος πόνος σε μία άρθρωση, συχνά στη βάση του μεγάλου δακτύλου του ποδιού. Η άρθρωση μπορεί να είναι πρησμένη, κόκκινη, θερμή και τόσο ευαίσθητη ώστε ακόμη και η επαφή με το σεντόνι να είναι επώδυνη. Μπορούν επίσης να προσβληθούν ο αστράγαλος, το γόνατο, άλλα δάκτυλα ή λιγότερο συχνά άλλες αρθρώσεις.[2]
Σε χρόνια νόσο μπορούν να δημιουργηθούν τόφοι, δηλαδή εναποθέσεις κρυστάλλων ουρικού κάτω από το δέρμα και γύρω από αρθρώσεις. Οι λίθοι ουρικού οξέος μπορούν να προκαλέσουν πόνο στη μέση ή στα πλευρά, αιματουρία, ναυτία ή συμπτώματα απόφραξης του ουροποιητικού.
6Αιτίες αυξημένου ουρικού οξέος
Το υψηλό ουρικό οξύ έχει πολλές πιθανές αιτίες. Συχνά δεν υπάρχει ένας μόνο παράγοντας αλλά συνδυασμός γενετικής προδιάθεσης, νεφρικής αποβολής, σωματικού βάρους, διατροφής και φαρμάκων.
- Χρόνια νεφρική νόσος ή μειωμένη νεφρική λειτουργία, με αποτέλεσμα μικρότερη αποβολή ουρικού.
- Αφυδάτωση, η οποία μπορεί να αυξήσει παροδικά τη συγκέντρωση.
- Διουρητικά και άλλα φάρμακα που επηρεάζουν τη νεφρική αποβολή.
- Υψηλή πρόσληψη ορισμένων τροφών πλούσιων σε πουρίνες.
- Αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, ιδιαίτερα σε ευαίσθητα άτομα.
- Μεγάλη πρόσληψη ποτών ή τροφίμων με φρουκτόζη.
- Παχυσαρκία και μεταβολικοί παράγοντες.
- Ψωρίαση και καταστάσεις με αυξημένο κυτταρικό turnover.
- Ορισμένα αιματολογικά νοσήματα, όπως λευχαιμίες ή μυελοϋπερπλαστικά νοσήματα.
- Χημειοθεραπεία ή άλλες καταστάσεις μαζικής κυτταρικής καταστροφής.
- Υποθυρεοειδισμός ή υπερπαραθυρεοειδισμός σε ορισμένες περιπτώσεις.
Η MedlinePlus αναφέρει επίσης ως πιθανούς παράγοντες την οξέωση, την έντονη άσκηση, την κατανάλωση αλκοόλ, την υψηλή πρόσληψη φρουκτόζης και διάφορα φάρμακα.[6] Για αυτό ένα αποτέλεσμα πρέπει να συνδέεται με το συνολικό ιστορικό και όχι να αποδίδεται αυτόματα στη διατροφή.
7Ουρικό οξύ και νεφρική λειτουργία
Οι νεφροί παίζουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση του ουρικού οξέος. Το ουρικό φιλτράρεται στα νεφρικά σπειράματα και στη συνέχεια υφίσταται πολύπλοκη επαναρρόφηση και έκκριση στα νεφρικά σωληνάρια. Όταν η νεφρική λειτουργία μειώνεται, μπορεί να μειωθεί και η ικανότητα αποβολής του ουρικού.
Έτσι, σε μια αυξημένη τιμή έχει σημασία να γνωρίζουμε ταυτόχρονα την κρεατινίνη και το eGFR. Ένας ασθενής με ουρικό 8,5 mg/dL και φυσιολογική νεφρική λειτουργία δεν αξιολογείται με τον ίδιο τρόπο με έναν ασθενή που έχει την ίδια τιμή αλλά σημαντικά μειωμένο eGFR.
Η παρουσία υπερουριχαιμίας σε χρόνια νεφρική νόσο δεν σημαίνει από μόνη της ότι πρέπει να δοθεί φάρμακο αποκλειστικά για να επιβραδυνθεί η εξέλιξη της νεφροπάθειας. Η ένδειξη για ουρικομειωτική θεραπεία βασίζεται στο συνολικό κλινικό πλαίσιο, ιδιαίτερα στην παρουσία ουρικής αρθρίτιδας, λίθων και άλλων παραγόντων.
8Διατροφή, αλκοόλ και φρουκτόζη
Η διατροφή επηρεάζει το ουρικό οξύ, αλλά δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας. Τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε πουρίνες, όπως ορισμένα εντόσθια, μεγάλες ποσότητες κόκκινου κρέατος και συγκεκριμένα θαλασσινά, μπορούν να συμβάλουν στην αύξηση του ουρικού σε ευαίσθητα άτομα. Η MedlinePlus περιλαμβάνει μεταξύ των σχετικών τροφών τα εντόσθια, ορισμένα ψάρια και θαλασσινά και αναφέρει επίσης το αλκοόλ και προϊόντα με σιρόπι υψηλής φρουκτόζης.[2]
Ιδιαίτερη σημασία έχει η συνολική διατροφική εικόνα. Η ακραία απαγόρευση πολλών τροφών δεν είναι συνήθως η καλύτερη στρατηγική. Προτιμάται ισορροπημένη διατροφή, επαρκής πρόσληψη υγρών όταν δεν υπάρχει ιατρικός περιορισμός, έλεγχος σωματικού βάρους και περιορισμός υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ και ζαχαρούχων ποτών.
Για αναλυτικές πρακτικές οδηγίες, δείτε τον οδηγό Ουρικό οξύ, ουρική αρθρίτιδα και διατροφή.
9Ουρικό οξύ και ουρική αρθρίτιδα
Το υψηλό ουρικό οξύ αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ανάπτυξη ουρικής αρθρίτιδας, αλλά οι δύο έννοιες δεν είναι ταυτόσημες. Υπερουριχαιμία σημαίνει αυξημένη συγκέντρωση ουρικού στο αίμα. Ουρική αρθρίτιδα σημαίνει κλινική νόσο από εναπόθεση κρυστάλλων μονονατριούχου ουρικού στις αρθρώσεις και στους ιστούς.
Πολλοί άνθρωποι έχουν αυξημένο ουρικό χωρίς ποτέ να εμφανίσουν κρίση. Γι’ αυτό οι οδηγίες ACR δεν συστήνουν γενικά φαρμακευτική ουρικομειωτική θεραπεία σε κάθε άτομο που έχει απλώς ασυμπτωματική υπερουριχαιμία.[4]
Όταν όμως υπάρχει ύποπτη κλινική εικόνα, το ουρικό οξύ αποτελεί βασικό μέρος της διερεύνησης. Το NICE χρησιμοποιεί τιμή ≥6 mg/dL ως υποστηρικτικό στοιχείο σε ασθενείς με συμβατά συμπτώματα, επισημαίνοντας παράλληλα ότι πολλοί άνθρωποι με υπερουριχαιμία δεν έχουν ουρική αρθρίτιδα.[3]
10Μπορεί το ουρικό να είναι φυσιολογικό κατά την κρίση;
Ναι. Πρόκειται για ένα σημαντικό σημείο που συχνά δημιουργεί σύγχυση. Κατά τη διάρκεια μιας οξείας κρίσης ουρικής αρθρίτιδας το ουρικό οξύ στο αίμα μπορεί να είναι χαμηλότερο από τη συνηθισμένη τιμή του ασθενούς.
Επομένως, μια τιμή π.χ. 5,8 mg/dL την ημέρα που μια άρθρωση είναι επώδυνη, κόκκινη και πρησμένη δεν αποκλείει από μόνη της την ουρική αρθρίτιδα. Το NICE συστήνει, όταν η κλινική υποψία παραμένει ισχυρή αλλά το ουρικό είναι κάτω από 6 mg/dL κατά την κρίση, να επαναλαμβάνεται η μέτρηση τουλάχιστον δύο εβδομάδες μετά την υποχώρησή της.[3]
Όταν η διάγνωση παραμένει αβέβαιη, η ανάλυση αρθρικού υγρού για κρυστάλλους θεωρείται η πιο άμεση διαγνωστική μέθοδος. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν υπερηχογράφημα ή άλλες απεικονιστικές τεχνικές.
11Τι σημαίνει χαμηλό ουρικό οξύ
Το χαμηλό ουρικό οξύ ή υποουριχαιμία είναι πολύ λιγότερο συχνό από την υπερουριχαιμία. Συχνά ως σημαντικά χαμηλή τιμή χρησιμοποιείται επίπεδο περίπου <2 mg/dL, χωρίς αυτό να αποτελεί απόλυτο όριο για κάθε εργαστήριο ή ασθενή. Το Mayo Clinic Laboratories αναφέρει την τιμή κάτω από 2,0 mg/dL ως συχνό πρακτικό ορισμό της υποουριχαιμίας.[1]
Μια μικρή και μεμονωμένη μείωση χωρίς συμπτώματα συχνά δεν υποδηλώνει σοβαρή πάθηση. Αν όμως η τιμή είναι πολύ χαμηλή, επαναλαμβάνεται ή συνοδεύεται από άλλες εργαστηριακές ανωμαλίες, μπορεί να χρειάζεται διερεύνηση.
Το χαμηλό ουρικό δεν αποτελεί το «αντίθετο της ουρικής αρθρίτιδας» ούτε σημαίνει ότι όσο χαμηλότερη είναι η τιμή τόσο καλύτερα. Μάλιστα, οι ευρωπαϊκές οδηγίες έχουν επισημάνει ότι κατά τη μακροχρόνια ουρικομειωτική θεραπεία δεν υπάρχει λόγος να επιδιώκονται επί σειρά ετών εξαιρετικά χαμηλές τιμές κάτω από 3 mg/dL χωρίς συγκεκριμένο κλινικό λόγο.[5]
12Αιτίες χαμηλού ουρικού οξέος
Η υποουριχαιμία μπορεί να προκύψει είτε επειδή παράγεται μικρότερη ποσότητα ουρικού είτε επειδή οι νεφροί αποβάλλουν υπερβολικά μεγάλη ποσότητα.
Πιθανές αιτίες περιλαμβάνουν σύνδρομο Fanconi και άλλες διαταραχές νεφρικής σωληναριακής επαναρρόφησης, SIADH, σοβαρή ηπατοκυτταρική νόσο, ορισμένες κληρονομικές μεταβολικές διαταραχές και φαρμακευτική αγωγή που μειώνει το ουρικό.[1][6]
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν η τιμή είναι επανειλημμένα πολύ χαμηλή. Τότε ο ιατρός μπορεί να εξετάσει εάν πρόκειται για αυξημένη νεφρική αποβολή, μειωμένη παραγωγή ή επίδραση φαρμάκων. Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να χρειαστούν ηλεκτρολύτες, ηπατικά ένζυμα, κρεατινίνη, γενική ούρων ή μέτρηση ουρικού στα ούρα.
13Φάρμακα που μπορούν να επηρεάσουν το ουρικό οξύ
Πριν ερμηνευτεί μια ασυνήθιστη τιμή, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τη φαρμακευτική αγωγή του ασθενούς. Ορισμένα φάρμακα αυξάνουν το ουρικό, ενώ άλλα το μειώνουν.
Διουρητικά, όπως ορισμένα θειαζιδικά και διουρητικά αγκύλης, μπορούν να αυξήσουν το ουρικό οξύ. Επίδραση μπορεί επίσης να έχουν η κυκλοσπορίνη, η τακρόλιμους, η νιασίνη και άλλες θεραπείες.[6]
Αντίθετα, ουρικομειωτικά φάρμακα όπως η αλλοπουρινόλη και η φεβουξοστάτη χρησιμοποιούνται σε επιλεγμένους ασθενείς για να μειώσουν την παραγωγή ουρικού οξέος. Άλλα φάρμακα, όπως η λοσαρτάνη ή η φαινοφιβράτη, μπορούν επίσης να επηρεάσουν προς τα κάτω την τιμή σε κάποιο βαθμό.
Η παρουσία ενός τέτοιου φαρμάκου στη λίστα δεν σημαίνει ότι πρέπει να διακοπεί. Δεν αλλάζουμε ή διακόπτουμε φάρμακα πριν από την εξέταση χωρίς οδηγία του θεράποντος ιατρού. Για τη φεβουξοστάτη μπορείτε να δείτε αναλυτικά τον οδηγό Adenuric – φεβουξοστάτη: δοσολογία, παρενέργειες και εξετάσεις.
14Προετοιμασία για την εξέταση
Η εξέταση ουρικού οξέος πραγματοποιείται με απλή αιμοληψία. Η ακριβής προετοιμασία εξαρτάται από το εάν το ουρικό ζητείται μόνο του ή μαζί με άλλες εξετάσεις. Συχνά περιλαμβάνεται σε γενικότερο βιοχημικό έλεγχο, οπότε μπορεί να έχει δοθεί οδηγία για νηστεία.
Είναι χρήσιμο πριν από την αιμοληψία να αποφεύγονται ακραίες συνθήκες που μπορούν να μεταβάλουν παροδικά την τιμή, όπως έντονη αφυδάτωση ή ασυνήθιστα βαριά άσκηση. Η MedlinePlus σημειώνει επίσης ότι διάφορα φάρμακα και συμπληρώματα μπορούν να επηρεάσουν την εξέταση και πρέπει να γνωστοποιούνται στον επαγγελματία υγείας.[2]
Για παρακολούθηση ουρικής αρθρίτιδας είναι συχνά χρήσιμο οι διαδοχικές μετρήσεις να γίνονται με σχετικά παρόμοιες συνθήκες ώστε να αξιολογείται η πραγματική τάση της τιμής.
15Πώς ερμηνεύεται το αποτέλεσμα
Η ερμηνεία του ουρικού οξέος πρέπει να απαντά σε περισσότερες από μία ερωτήσεις: Είναι η τιμή εντός του εύρους αναφοράς του εργαστηρίου; Υπάρχει ιστορικό ουρικής αρθρίτιδας; Λαμβάνει ο ασθενής θεραπεία; Υπάρχει νεφρική δυσλειτουργία; Υπάρχουν λίθοι; Είναι η αύξηση νέα ή χρόνια;
| Παράδειγμα | Πιθανή ερμηνεία |
|---|---|
| 5,2 mg/dL | Συνήθως εντός εύρους και επίσης κάτω από τον συνήθη θεραπευτικό στόχο των 6 mg/dL. |
| 6,4 mg/dL | Μπορεί να είναι εντός κάποιων εργαστηριακών ορίων, αλλά είναι πάνω από τον συνήθη στόχο για ασθενή που θεραπεύεται για ουρική αρθρίτιδα. |
| 7,5–8,0 mg/dL | Χρειάζεται ερμηνεία με βάση φύλο, εργαστηριακά όρια, συμπτώματα, φάρμακα και νεφρική λειτουργία. |
| 9–10+ mg/dL | Σαφέστερη υπερουριχαιμία που αξίζει κλινική διερεύνηση, ιδιαίτερα εάν είναι επίμονη. |
| <2 mg/dL | Σημαντικά χαμηλή τιμή που, εάν επιμένει, μπορεί να χρειάζεται έλεγχο αιτίας. |
Οι αριθμοί στον πίνακα δεν αποτελούν από μόνοι τους διάγνωση. Το ουρικό οξύ είναι μία εργαστηριακή παράμετρος που αποκτά πραγματική αξία όταν συνδυάζεται με το κλινικό ιστορικό.
16Ποιες εξετάσεις μπορεί να χρειαστούν μαζί
Ανάλογα με την αιτία για την οποία ζητήθηκε το ουρικό οξύ, ο εργαστηριακός έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει και άλλες εξετάσεις. Συχνά χρήσιμες είναι:
- Κρεατινίνη και eGFR για εκτίμηση νεφρικής λειτουργίας.
- Ουρία και ηλεκτρολύτες, ανάλογα με το κλινικό πλαίσιο.
- Γενική ούρων όταν υπάρχουν συμπτώματα από το ουροποιητικό ή ιστορικό λιθίασης.
- CRP και ΤΚΕ σε οξεία φλεγμονώδη εικόνα, χωρίς όμως να είναι ειδικές για ουρική αρθρίτιδα.
- Γενική αίματος όταν υπάρχει ευρύτερη διαφορική διάγνωση.
- Γλυκόζη, HbA1c και λιπιδαιμικό προφίλ για αξιολόγηση συνοδών μεταβολικών παραγόντων.
- Ουρικό οξύ ούρων 24ώρου σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένη διερεύνηση νεφρολιθίασης ή μεταβολισμού ουρικού.
Στην οξεία μονοαρθρίτιδα, όταν η διάγνωση είναι αβέβαιη, μπορεί να χρειαστεί εξέταση αρθρικού υγρού, τόσο για αναζήτηση κρυστάλλων όσο και για αποκλεισμό σηπτικής αρθρίτιδας.
17Πότε χρειάζεται επανάληψη της εξέτασης
Μία μεμονωμένη οριακή τιμή δεν περιγράφει πάντοτε τη σταθερή κατάσταση του οργανισμού. Αφυδάτωση, πρόσφατη διατροφική υπερβολή, οξεία νόσος, αλλαγή φαρμάκου ή άλλες παροδικές συνθήκες μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.
Η επανάληψη έχει ιδιαίτερη αξία όταν υπάρχει απροσδόκητα υψηλή ή χαμηλή τιμή, όταν η προηγούμενη εξέταση είχε γίνει σε μη αντιπροσωπευτικές συνθήκες ή όταν παρακολουθείται η ανταπόκριση σε ουρικομειωτική θεραπεία.
Στην έναρξη ή προσαρμογή θεραπείας για ουρική αρθρίτιδα μπορεί να χρειάζονται συχνότερες μετρήσεις μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος. Το NICE προτείνει μηνιαίες μετρήσεις κατά την τιτλοποίηση της ουρικομειωτικής θεραπείας μέχρι την επίτευξη της επιθυμητής συγκέντρωσης.[3] Μετά τη σταθεροποίηση, η συχνότητα καθορίζεται εξατομικευμένα.
18Ποιος είναι ο θεραπευτικός στόχος στην ουρική αρθρίτιδα;
Για έναν ασθενή με επιβεβαιωμένη ουρική αρθρίτιδα που λαμβάνει ουρικομειωτική θεραπεία, ο στόχος δεν είναι απλώς να «μπει η τιμή μέσα στα φυσιολογικά όρια». Η σύγχρονη στρατηγική είναι treat-to-target: η θεραπεία προσαρμόζεται ώστε να επιτυγχάνεται και να διατηρείται συγκεκριμένη συγκέντρωση ουρικού.
Ουρικό οξύ <6 mg/dL (<360 μmol/L)
Η American College of Rheumatology συστήνει στρατηγική treat-to-target με διαδοχικές μετρήσεις και διατήρηση του ουρικού <6 mg/dL σε ασθενείς που λαμβάνουν ουρικομειωτική θεραπεία.[4] Το NICE χρησιμοποιεί επίσης στόχο <6 mg/dL και προτείνει να εξετάζεται χαμηλότερος στόχος <5 mg/dL σε ασθενείς με τόφους, χρόνια ουρική αρθρίτιδα ή συνεχιζόμενες συχνές κρίσεις.[3]
Οι ευρωπαϊκές συστάσεις EULAR κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, προτείνοντας <6 mg/dL γενικά και <5 mg/dL σε σοβαρή ουρική αρθρίτιδα μέχρι να μειωθεί το φορτίο των κρυστάλλων.[5]
19Πώς μειώνεται το υψηλό ουρικό οξύ
Η σωστή αντιμετώπιση εξαρτάται από το εάν υπάρχει απλή ασυμπτωματική αύξηση ή κλινική νόσος. Δεν χρειάζεται κάθε αυξημένη τιμή φαρμακευτική θεραπεία. Οι οδηγίες ACR, για παράδειγμα, συστήνουν γενικά να μην ξεκινά ουρικομειωτική θεραπεία μόνο και μόνο επειδή υπάρχει ασυμπτωματική υπερουριχαιμία.[4]
Οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν σταδιακή μείωση υπερβάλλοντος σωματικού βάρους, περιορισμό υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, έλεγχο ζαχαρούχων ποτών και φρουκτόζης, προσαρμογή της πρόσληψης τροφίμων με πολύ υψηλό φορτίο πουρινών και επαρκή ενυδάτωση όταν δεν υπάρχει περιορισμός από καρδιακή ή νεφρική νόσο.
Όταν υπάρχει ένδειξη για φαρμακευτική ουρικομειωτική θεραπεία, χρησιμοποιούνται φάρμακα όπως η αλλοπουρινόλη ή η φεβουξοστάτη, με επιλογή και τιτλοποίηση που εξαρτώνται από το ιστορικό, τη νεφρική λειτουργία, τις συννοσηρότητες και την ανοχή. Η δόση δεν πρέπει να προσαρμόζεται από τον ασθενή αποκλειστικά βάσει μιας εργαστηριακής μέτρησης.
20Ουρικό οξύ και πέτρες στα νεφρά
Το ουρικό οξύ μπορεί να συμμετέχει στον σχηματισμό νεφρικών λίθων. Η συγκέντρωση ουρικού στα ούρα και κυρίως το pH των ούρων επηρεάζουν την πιθανότητα κρυστάλλωσης. Τα όξινα ούρα ευνοούν την καθίζηση ουρικού οξέος.
Σε ασθενείς με επαναλαμβανόμενη νεφρολιθίαση μπορεί να ζητηθεί συλλογή ούρων 24ώρου για ουρικό οξύ και άλλες παραμέτρους του μεταβολικού ελέγχου. Η εξέταση ουρικού οξέος ούρων χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων για τη διερεύνηση του εάν υψηλή απέκκριση ουρικού σχετίζεται με σχηματισμό λίθων.[2]
Πόνος στο πλάι ή στη μέση, αιματουρία, δυσκολία στην ούρηση, πυρετός ή έντονη ναυτία απαιτούν κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση και δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα στο ουρικό οξύ.
21Πότε χρειάζεται ιατρική εκτίμηση
Ένα ελαφρώς αυξημένο ουρικό χωρίς συμπτώματα δεν αποτελεί συνήθως επείγουσα κατάσταση. Χρειάζεται όμως οργανωμένη αξιολόγηση όταν η αύξηση είναι σημαντική ή επαναλαμβανόμενη, όταν υπάρχουν κρίσεις αρθρίτιδας ή όταν συνυπάρχει νεφρική νόσος.
Ιατρική εκτίμηση είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν υπάρχει:
- ξαφνικός έντονος πόνος, ερυθρότητα και οίδημα μιας άρθρωσης,
- επαναλαμβανόμενες κρίσεις που μοιάζουν με ουρική αρθρίτιδα,
- τόφος ή ύποπτο οζίδιο γύρω από άρθρωση,
- ιστορικό νεφρολιθίασης ή αίμα στα ούρα,
- σημαντική μείωση της νεφρικής λειτουργίας,
- πολύ υψηλό ουρικό, ιδιαίτερα εάν αυξήθηκε απότομα,
- επίμονα πολύ χαμηλό ουρικό, ιδιαίτερα κάτω από περίπου 2 mg/dL,
- πρόσφατη έναρξη φαρμάκου που μπορεί να επηρεάσει το ουρικό.
Έντονα επώδυνη, κόκκινη και θερμή άρθρωση με πυρετό χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση, επειδή μεταξύ των πιθανών διαγνώσεων περιλαμβάνεται και η σηπτική αρθρίτιδα, η οποία δεν πρέπει να θεωρηθεί απλώς «κρίση ουρικού». Το NICE τονίζει την ανάγκη άμεσης αξιολόγησης όταν υπάρχει υποψία σηπτικής αρθρίτιδας.[3]
22Τι να θυμάστε
- Οι φυσιολογικές τιμές ουρικού οξέος διαφέρουν μεταξύ εργαστηρίων. Χρησιμοποιείτε πάντοτε το εύρος αναφοράς που συνοδεύει το αποτέλεσμα.
- Ενδεικτικά, το Mayo Clinic Laboratories αναφέρει περίπου 3,7–8,0 mg/dL για ενήλικες άνδρες και 2,7–6,1 mg/dL για γυναίκες.[1]
- Υψηλό ουρικό δεν σημαίνει αυτόματα ουρική αρθρίτιδα.
- Αντίστροφα, ένα φυσιολογικό αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια μιας οξείας κρίσης δεν αποκλείει την ουρική αρθρίτιδα.
- Σε ασθενείς που θεραπεύονται για ουρική αρθρίτιδα, ο συνήθης στόχος είναι <6 mg/dL.[3][4]
- Σε σοβαρότερη ουρική αρθρίτιδα μπορεί να επιλεγεί στόχος <5 mg/dL.[3][5]
- Το χαμηλό ουρικό είναι λιγότερο συχνό. Επίμονη τιμή περίπου <2 mg/dL αξίζει διερεύνηση ανάλογα με το ιστορικό.[1]
- Η καλύτερη ερμηνεία γίνεται μαζί με νεφρική λειτουργία, φάρμακα, συμπτώματα και προηγούμενες μετρήσεις.
Συχνές ερωτήσεις για το ουρικό οξύ
Ποια είναι η φυσιολογική τιμή ουρικού οξέος;
Το ουρικό 7 mg/dL είναι υψηλό;
Από ποια τιμή και πάνω θεωρείται επικίνδυνο;
Μπορεί να έχω ουρική αρθρίτιδα με φυσιολογικό ουρικό οξύ;
Ποιος είναι ο σωστός στόχος όταν παίρνω αλλοπουρινόλη ή φεβουξοστάτη;
Η διατροφή μπορεί μόνη της να ρίξει το ουρικό;
Τι σημαίνει ουρικό οξύ κάτω από 2 mg/dL;
Χρειάζεται νηστεία για το ουρικό οξύ;
Ποια εξέταση δείχνει καλύτερα την ουρική αρθρίτιδα;
Βιβλιογραφία
- Mayo Clinic Laboratories. Uric Acid, Serum – Reference Values and Interpretation. Πηγή ↗
- MedlinePlus, U.S. National Library of Medicine. Uric Acid Test. Πηγή ↗
- National Institute for Health and Care Excellence (NICE). Gout: diagnosis and management – Recommendations. Πηγή ↗
- FitzGerald JD, et al. 2020 American College of Rheumatology Guideline for the Management of Gout. Πηγή ↗
- Richette P, et al. 2016 updated EULAR evidence-based recommendations for the management of gout. Annals of the Rheumatic Diseases. Πηγή ↗
- MedlinePlus Medical Encyclopedia. Uric acid – blood. Reviewed April 2025. Πηγή ↗
Ιατρική σημείωση: Οι πληροφορίες του άρθρου είναι ενημερωτικές και δεν αντικαθιστούν την εξατομικευμένη ιατρική αξιολόγηση. Τα εργαστηριακά αποτελέσματα πρέπει να ερμηνεύονται σε συνδυασμό με το ιστορικό, τα συμπτώματα, τη φαρμακευτική αγωγή και τα όρια αναφοράς του εργαστηρίου.

