Aloperidin (Αλοπεριδόλη): Χρήσεις, Παρενέργειες, Προλακτίνη, QT και Εξετάσεις

Τελευταία ενημέρωση:

← Αντιψυχωσικά Φάρμακα: πλήρης οδηγός και εξετάσεις παρακολούθησης

Aloperidin / αλοπεριδόλη με μία ματιά

Το Aloperidin περιέχει αλοπεριδόλη (haloperidol), ένα κλασικό αντιψυχωσικό πρώτης γενιάς της ομάδας των βουτυροφαινονών. Δρα κυρίως μέσω ισχυρού αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης D2 και χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες ψυχιατρικές και νευροψυχιατρικές καταστάσεις μόνο με ιατρική συνταγή και παρακολούθηση.

Από εργαστηριακή και κλινική άποψη, τα σημαντικότερα σημεία είναι η πιθανότητα παράτασης του QT, οι διαταραχές καλίου και μαγνησίου, η αύξηση της προλακτίνης, οι εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες και, σπανιότερα, το κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο.

Σημαντικό: δεν χρειάζονται όλοι οι ασθενείς το ίδιο πακέτο εξετάσεων ούτε στην ίδια συχνότητα. Η παρακολούθηση εξατομικεύεται ανάλογα με ηλικία, δόση, άλλα φάρμακα, καρδιολογικό ιστορικό, συμπτώματα και συνοδά νοσήματα.

Περιεχόμενα
  1. Τι είναι το Aloperidin
  2. Πώς δρα η αλοπεριδόλη
  3. Πότε χρησιμοποιείται
  4. Μορφές Aloperidin και αλοπεριδόλης
  5. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
  6. Γιατί δεν είναι φάρμακο για κάθε ανησυχία ή αϋπνία
  7. Αντενδείξεις και σημαντικές προφυλάξεις
  8. QT, καρδιά και ηλεκτροκαρδιογράφημα
  9. Κάλιο και μαγνήσιο
  10. Προλακτίνη και ορμονικές επιδράσεις
  11. Εξωπυραμιδικές παρενέργειες
  12. Όψιμη δυσκινησία
  13. Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο και CK
  14. Υπνηλία, ζάλη και αρτηριακή πίεση
  15. Ήπαρ, νεφρά και εργαστηριακός έλεγχος
  16. Σάκχαρο, HbA1c, βάρος και λιπίδια
  17. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
  18. Αλκοόλ, οδήγηση και καθημερινότητα
  19. Εγκυμοσύνη και θηλασμός
  20. Ηλικιωμένοι, Parkinson και άνοια
  21. Ποιες εξετάσεις μπορεί να χρειάζονται πριν και κατά τη θεραπεία
  22. Συχνές ερωτήσεις και βιβλιογραφία

1Τι είναι το Aloperidin

Το Aloperidin είναι εμπορική ονομασία φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν αλοπεριδόλη. Η αλοπεριδόλη είναι ένα από τα γνωστότερα κλασικά ή «τυπικά» αντιψυχωσικά και ανήκει στα παράγωγα της βουτυροφαινόνης.

Η χρήση της στην ψυχιατρική έχει ιστορία πολλών δεκαετιών. Σε αντίθεση με νεότερα, λεγόμενα άτυπα αντιψυχωσικά, η αλοπεριδόλη έχει έντονη δράση στους υποδοχείς ντοπαμίνης D2. Αυτό εξηγεί τόσο την αντιψυχωσική αποτελεσματικότητά της όσο και ένα σημαντικό μέρος των ανεπιθύμητων ενεργειών της.

Το φάρμακο μπορεί να μειώσει συμπτώματα όπως έντονη ψυχοκινητική διέγερση, παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις όταν χρησιμοποιείται στη σωστή ένδειξη. Δεν είναι όμως ένα απλό «ηρεμιστικό» και δεν πρέπει να λαμβάνεται περιστασιακά χωρίς σαφές θεραπευτικό σχέδιο.

Στην ελληνική αγορά η ονομασία Aloperidin είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για έναν οδηγό ασθενούς, επειδή συνδέει τη δραστική ουσία με πραγματικά ελληνικά φαρμακευτικά σκευάσματα. Σε ξενόγλωσσες πηγές ο ασθενής μπορεί επίσης να συναντήσει την ονομασία Haldol. Στον παρόντα οδηγό χρησιμοποιούμε κυρίως το Aloperidin και τον επιστημονικό όρο αλοπεριδόλη.

Για συνολική εικόνα των κατηγοριών, των διαφορών μεταξύ παλαιότερων και νεότερων φαρμάκων και των βασικών εξετάσεων παρακολούθησης, δείτε τον κεντρικό οδηγό για τα αντιψυχωσικά φάρμακα.

2Πώς δρα η αλοπεριδόλη

Η βασική φαρμακολογική δράση της αλοπεριδόλης είναι ο ισχυρός αποκλεισμός των ντοπαμινεργικών υποδοχέων D2 στον εγκέφαλο. Η ντοπαμίνη συμμετέχει σε πολλές διαφορετικές λειτουργίες, επομένως ο αποκλεισμός της δεν έχει μόνο ένα αποτέλεσμα.

Στις μεσολιμβικές εγκεφαλικές οδούς, ο αποκλεισμός της ντοπαμίνης μπορεί να μειώσει θετικά ψυχωσικά συμπτώματα, όπως ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες. Παράλληλα, όμως, η επίδραση σε άλλες ντοπαμινεργικές οδούς μπορεί να οδηγήσει σε παρενέργειες.

Στα βασικά γάγγλια, για παράδειγμα, ο αποκλεισμός της ντοπαμίνης σχετίζεται με παρκινσονισμό, τρόμο, δυσκαμψία, ακαθησία και δυστονία. Στην υπόφυση, η ντοπαμίνη φυσιολογικά αναστέλλει την έκκριση προλακτίνης. Όταν η δράση της ντοπαμίνης αναστέλλεται, η προλακτίνη μπορεί να αυξηθεί.

Έτσι, η ίδια φαρμακολογική ιδιότητα που προσφέρει θεραπευτικό όφελος μπορεί να εξηγεί διαφορετικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η παρακολούθηση της αλοπεριδόλης δεν περιορίζεται σε μία εξέταση αίματος.

3Πότε χρησιμοποιείται

Η αλοπεριδόλη χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες ψυχιατρικές ή νευροψυχιατρικές ενδείξεις. Η ακριβής ένδειξη εξαρτάται από τη μορφή του φαρμάκου, την ηλικία του ασθενούς και την εγκεκριμένη περίληψη χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου προϊόντος.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με σχιζοφρένεια και άλλες ψυχωσικές διαταραχές, καθώς και σε επιλεγμένες περιπτώσεις έντονης ψυχοκινητικής διέγερσης ή μανιακής συμπτωματολογίας. Οι ενέσιμες μορφές και ιδιαίτερα η μακράς δράσης αλοπεριδόλη έχουν διαφορετικό ρόλο από τα από του στόματος σκευάσματα.

Η μακράς δράσης μορφή, γνωστή ως haloperidol decanoate, χρησιμοποιείται κυρίως ως θεραπεία συντήρησης σε κατάλληλους ασθενείς που έχουν ήδη αξιολογηθεί και σταθεροποιηθεί με αλοπεριδόλη. Δεν αποτελεί απλώς μία «ισχυρότερη ένεση» που αντικαθιστά αυθαίρετα τα δισκία.

Η απόφαση για έναρξη αλοπεριδόλης πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ψυχιατρική ένδειξη αλλά και το καρδιολογικό ιστορικό, τα άλλα φάρμακα, πιθανή νόσο Parkinson, ηλεκτρολυτικές διαταραχές και προηγούμενη εμφάνιση κινητικών παρενεργειών.

4Μορφές Aloperidin και αλοπεριδόλης

Η αλοπεριδόλη μπορεί να υπάρχει σε περισσότερες από μία φαρμακοτεχνικές μορφές. Στην ελληνική αγορά έχουν καταγραφεί σκευάσματα Aloperidin σε δισκία, πόσιμο διάλυμα και ενέσιμες μορφές, καθώς και μορφές παρατεταμένης δράσης με haloperidol decanoate.

Η επιλογή μορφής δεν είναι απλή υπόθεση προτίμησης. Τα δισκία και το πόσιμο διάλυμα επιτρέπουν καθημερινή χορήγηση και σταδιακή προσαρμογή. Η ενέσιμη βραχείας δράσης μορφή έχει διαφορετικές ενδείξεις και συνήθως χρησιμοποιείται σε ελεγχόμενο ιατρικό περιβάλλον.

Η μορφή decanoate είναι μακράς δράσης. Μετά την ενδομυϊκή ένεση απελευθερώνει αλοπεριδόλη σταδιακά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για αυτό μια ανεπιθύμητη ενέργεια ή λανθασμένη δόση δεν μπορεί να «αναιρεθεί» απλώς με παράλειψη του επόμενου δισκίου.

Οι διαθέσιμες περιεκτικότητες και συσκευασίες μπορούν να αλλάζουν με τον χρόνο. Ο ασθενής πρέπει να ακολουθεί ακριβώς το συγκεκριμένο σκεύασμα και τη συγκεκριμένη περιεκτικότητα που αναγράφονται στη συνταγή και στο κουτί.

5Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δεν υπάρχει μία ενιαία «δόση Aloperidin» που να είναι κατάλληλη για όλους. Η δοσολογία εξαρτάται από την ένδειξη, την ηλικία, τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, την προηγούμενη έκθεση σε αντιψυχωσικά, την ανταπόκριση και την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών.

Η βασική θεραπευτική αρχή είναι η χρήση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης. Η αύξηση της δόσης δεν σημαίνει απαραίτητα αναλογικά καλύτερο αποτέλεσμα, ενώ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, καταστολής και καρδιακών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη μετάβαση από αλοπεριδόλη από το στόμα σε μακράς δράσης haloperidol decanoate. Η μετατροπή ακολουθεί ειδικό ιατρικό πρωτόκολλο και δεν πρέπει να γίνεται από τον ίδιο τον ασθενή.

Εάν ξεχαστεί μία δόση, δεν πρέπει να λαμβάνεται αυθαίρετα διπλάσια ποσότητα. Αντίστοιχα, η απότομη διακοπή μακροχρόνιας αντιψυχωσικής θεραπείας χωρίς συνεννόηση με τον θεράποντα μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπή ή επιδείνωση των συμπτωμάτων.

Πρακτικά: οι αριθμοί που αναγράφονται σε ξένες ιστοσελίδες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για αυτορρύθμιση της δόσης. Η ηλικία, η ένδειξη και η μορφή του φαρμάκου αλλάζουν ουσιαστικά τη δοσολογία.

6Γιατί δεν είναι φάρμακο για κάθε ανησυχία ή αϋπνία

Επειδή η αλοπεριδόλη μπορεί να προκαλέσει ηρεμία ή υπνηλία σε ορισμένους ασθενείς, υπάρχει ο κίνδυνος να αντιμετωπίζεται λανθασμένα σαν απλό ηρεμιστικό. Αυτό δεν είναι σωστό.

Η αλοπεριδόλη είναι αντιψυχωσικό με ουσιαστικές επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Δεν αποτελεί γενική θεραπεία για καθημερινό στρες, απλή αϋπνία ή περιστασιακή νευρικότητα.

Η χρήση της χωρίς σαφή ένδειξη μπορεί να εκθέσει τον ασθενή σε δυσανάλογο κίνδυνο κινητικών παρενεργειών, ορμονικών αλλαγών και καρδιακών επιπλοκών χωρίς αντίστοιχο θεραπευτικό όφελος.

Επίσης, όταν εμφανίζεται ξαφνικά σύγχυση, διέγερση ή αλλαγή συμπεριφοράς, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένο ασθενή, πρέπει πρώτα να διερευνώνται οργανικά αίτια όπως λοίμωξη, αφυδάτωση, υποξία, διαταραχές γλυκόζης, ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή παρενέργειες άλλων φαρμάκων. Η καταστολή ενός συμπτώματος δεν αντικαθιστά τη διάγνωση της αιτίας.

7Αντενδείξεις και σημαντικές προφυλάξεις

Η αλοπεριδόλη δεν είναι κατάλληλη για όλους. Η επίσημη πληροφορία του φαρμάκου περιλαμβάνει σημαντικές καρδιολογικές και νευρολογικές αντενδείξεις.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν καταστάσεις όπως γνωστή παράταση QT, συγγενές σύνδρομο μακρού QT, ορισμένες σοβαρές αρρυθμίες, ιστορικό torsades de pointes, μη διορθωμένη υποκαλιαιμία και ταυτόχρονη χρήση συγκεκριμένων φαρμάκων που παρατείνουν σημαντικά το QT.

Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς με σοβαρή καρδιοπάθεια, πρόσφατο έμφραγμα, σημαντική βραδυκαρδία ή απορρυθμισμένη καρδιακή ανεπάρκεια.

Νευρολογικά, η αλοπεριδόλη μπορεί να είναι ακατάλληλη σε νόσο Parkinson, άνοια με σωμάτια Lewy και άλλες παθήσεις στις οποίες ο ισχυρός αποκλεισμός της ντοπαμίνης μπορεί να προκαλέσει σοβαρή επιδείνωση της κινητικότητας.

Ο θεράπων πρέπει επίσης να γνωρίζει ιστορικό επιληπτικών κρίσεων, ηπατικής νόσου, υπερπρολακτιναιμίας, προηγούμενων σοβαρών αντιδράσεων σε αντιψυχωσικά και όλα τα συγχορηγούμενα φάρμακα.

8QT, καρδιά και ηλεκτροκαρδιογράφημα

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα ασφαλείας με την αλοπεριδόλη είναι η δυνατότητα παράτασης του διαστήματος QTc στο ηλεκτροκαρδιογράφημα.

Το QT αντιπροσωπεύει μέρος της ηλεκτρικής επαναπόλωσης της καρδιάς. Όταν παρατείνεται σημαντικά, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες κινδύνου μπορεί να αυξηθεί η πιθανότητα επικίνδυνων κοιλιακών αρρυθμιών.

Ο κίνδυνος δεν είναι ίδιος σε όλους. Αυξάνεται όταν υπάρχουν υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου, καρδιοπάθεια, βραδυκαρδία, προηγούμενη παράταση QT, οικογενειακό ιστορικό, ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμάκων που παρατείνουν το QT.

Η επίσημη ευρωπαϊκή πληροφορία συνιστά αρχικό ΗΚΓ πριν από τη θεραπεία και αξιολόγηση της ανάγκης για περαιτέρω ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση ανάλογα με τον ασθενή.

Εάν κατά τη θεραπεία εμφανιστούν λιποθυμία, προσυγκοπτικό επεισόδιο, έντονο αίσθημα παλμών, ανεξήγητη ζάλη ή ταχυκαρδία, δεν είναι σωστό να περιμένουμε απλώς τον επόμενο προγραμματισμένο εργαστηριακό έλεγχο. Χρειάζεται άμεση κλινική αξιολόγηση.

Το ΗΚΓ και οι εξετάσεις αίματος συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Ένα φυσιολογικό κάλιο δεν αποκλείει όλες τις καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως και ένα φυσιολογικό ΗΚΓ δεν σημαίνει ότι οι ηλεκτρολύτες μπορούν να αγνοηθούν.

9Κάλιο και μαγνήσιο

Το κάλιο και το μαγνήσιο έχουν ιδιαίτερη σημασία κατά τη θεραπεία με αλοπεριδόλη, επειδή η υποκαλιαιμία και η υπομαγνησιαιμία μπορούν να αυξήσουν την ηλεκτρική αστάθεια της καρδιάς και τον κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αλοπεριδόλη προκαλεί υποχρεωτικά πτώση των ηλεκτρολυτών. Συχνά ο κίνδυνος προέρχεται από άλλες καταστάσεις που συνυπάρχουν: διουρητικά, έμετοι, διάρροια, αφυδάτωση, κακή διατροφή, νεφρικά προβλήματα ή άλλα φάρμακα.

Η επίσημη ευρωπαϊκή πληροφορία αναφέρει ότι ηλεκτρολυτικές διαταραχές όπως η υποκαλιαιμία και η υπομαγνησιαιμία πρέπει να διορθώνονται και ότι μπορεί να απαιτείται αρχικός και περιοδικός εργαστηριακός έλεγχος.

Ο έλεγχος συνήθως δεν περιορίζεται μόνο στο κάλιο. Ανάλογα με την περίπτωση μπορούν να μετρηθούν Na, K, Mg, Ca, ουρία, κρεατινίνη και eGFR.

Δείτε αναλυτικά τους οδηγούς για το κάλιο στο αίμα και το μαγνήσιο.

Ιδιαίτερα σημαντικό: χαμηλό κάλιο ή μαγνήσιο σε ασθενή που λαμβάνει φάρμακο με δυνατότητα παράτασης QT έχει διαφορετική σημασία από μία μικρή απόκλιση σε έναν κατά τα άλλα υγιή άνθρωπο.

10Προλακτίνη και ορμονικές επιδράσεις

Η αύξηση της προλακτίνης (PRL) είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκων που αποκλείουν έντονα τους υποδοχείς ντοπαμίνης D2.

Η ντοπαμίνη φυσιολογικά περιορίζει την παραγωγή προλακτίνης από την υπόφυση. Η αλοπεριδόλη μειώνει αυτό το ανασταλτικό σήμα και έτσι η PRL μπορεί να αυξηθεί.

Η υπερπρολακτιναιμία μπορεί να μην προκαλέσει κανένα σύμπτωμα, αλλά σε άλλους ασθενείς μπορεί να εμφανιστούν γαλακτόρροια, διαταραχές περιόδου, αμηνόρροια, γυναικομαστία, μειωμένη libido, σεξουαλική δυσλειτουργία ή προβλήματα γονιμότητας.

Δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη μέτρηση προλακτίνης σε κάθε ασθενή σε κάθε επίσκεψη. Η εξέταση αποκτά ιδιαίτερη αξία όταν υπάρχουν σχετικά συμπτώματα, προηγούμενη υπερπρολακτιναιμία ή κλινικός λόγος για αρχική τιμή αναφοράς.

Μία αυξημένη προλακτίνη δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ευθύνεται το Aloperidin. Η PRL μπορεί να αυξηθεί επίσης από στρες, ύπνο, υποθυρεοειδισμό, εγκυμοσύνη, νεφρική δυσλειτουργία και άλλα φάρμακα.

Για τον σωστό τρόπο μέτρησης και την ερμηνεία δείτε τον αναλυτικό οδηγό για την προλακτίνη.

11Εξωπυραμιδικές παρενέργειες

Οι εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες αποτελούν βασικό σημείο παρακολούθησης με την αλοπεριδόλη. Πρόκειται για διαταραχές της κίνησης που οφείλονται κυρίως στον αποκλεισμό ντοπαμίνης στα βασικά γάγγλια.

Η ακαθησία εκδηλώνεται ως έντονη εσωτερική ανησυχία, ανάγκη συνεχούς κίνησης και αδυναμία του ασθενούς να παραμείνει καθιστός. Μπορεί λανθασμένα να θεωρηθεί επιδείνωση άγχους ή ψυχιατρικής διέγερσης.

Ο φαρμακευτικός παρκινσονισμός μπορεί να προκαλέσει δυσκαμψία, βραδυκινησία, τρόμο και αλλαγή βάδισης. Η οξεία δυστονία προκαλεί απότομες, επώδυνες ή ασυνήθιστες μυϊκές συσπάσεις, όπως στροφή του αυχένα, σπασμό γνάθου, προβολή της γλώσσας ή οφθαλμογυρική κρίση.

Οι εξωπυραμιδικές παρενέργειες είναι κυρίως κλινική διάγνωση. Δεν υπάρχει μία εξέταση αίματος που να επιβεβαιώνει ακαθησία ή φαρμακευτικό παρκινσονισμό.

Η σωστή αναγνώριση έχει σημασία, επειδή η αντιμετώπιση της ακαθησίας ως «περισσότερης ψύχωσης» με αυτόματη αύξηση της δόσης μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επιδεινώσει το πρόβλημα.

12Όψιμη δυσκινησία

Η όψιμη δυσκινησία είναι διαφορετική από τις οξείες εξωπυραμιδικές αντιδράσεις. Συνήθως εμφανίζεται μετά από μεγαλύτερη έκθεση σε φάρμακα που αποκλείουν τη ντοπαμίνη, αν και δεν υπάρχει απόλυτος χρόνος κάτω από τον οποίο ο κίνδυνος είναι μηδενικός.

Χαρακτηρίζεται συχνά από επαναλαμβανόμενες ακούσιες κινήσεις, κυρίως στο στόμα, τη γλώσσα, τα χείλη, τη γνάθο ή το πρόσωπο. Μπορούν επίσης να επηρεαστούν ο κορμός και τα άκρα.

Η έγκαιρη αναγνώριση έχει σημασία επειδή σε ορισμένους ασθενείς οι κινήσεις μπορεί να επιμένουν ακόμη και μετά από αλλαγή ή διακοπή του υπεύθυνου φαρμάκου.

Ο κίνδυνος σχετίζεται με πολλούς παράγοντες, όπως διάρκεια έκθεσης, ηλικία και συνολική αντιψυχωσική επιβάρυνση. Για αυτό η παρακολούθηση των κινήσεων του ασθενούς αποτελεί ουσιαστικό μέρος της θεραπείας.

Δεν υπάρχει αιματολογική εξέταση που να αποκλείει την όψιμη δυσκινησία. Το βασικό εργαλείο είναι η συστηματική κλινική παρατήρηση και, όπου χρειάζεται, η χρήση τυποποιημένων κλιμάκων αξιολόγησης.

13Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο και CK

Το κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο είναι σπάνια αλλά δυνητικά απειλητική για τη ζωή αντίδραση στα αντιψυχωσικά.

Η τυπική εικόνα μπορεί να περιλαμβάνει υψηλό πυρετό, έντονη μυϊκή δυσκαμψία, μεταβολή του επιπέδου συνείδησης, σύγχυση, ταχυκαρδία, διαταραχές αρτηριακής πίεσης και αυτόνομη αστάθεια.

Σε αυτή την κατάσταση η CK ή CPK μπορεί να αυξηθεί σημαντικά λόγω μυϊκής βλάβης. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν λευκοκυττάρωση, αύξηση κρεατινίνης, διαταραχές ηλεκτρολυτών και, σε σοβαρή ραβδομυόλυση, μυοσφαιρινουρία ή νεφρική βλάβη.

Η CK όμως δεν είναι εξέταση ρουτίνας που πρέπει να γίνεται κάθε μήνα σε όλους τους ασθενείς με Aloperidin. Χρησιμοποιείται όταν υπάρχουν συμπτώματα ή κλινική υποψία μυϊκής βλάβης ή κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου.

Πυρετός με σοβαρή δυσκαμψία και αλλαγή συμπεριφοράς σε ασθενή που παίρνει αντιψυχωσικό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλή ίωση χωρίς αξιολόγηση. Πρόκειται για κατάσταση που χρειάζεται άμεση ιατρική εκτίμηση.

14Υπνηλία, ζάλη και αρτηριακή πίεση

Η αλοπεριδόλη μπορεί να προκαλέσει υπνηλία, μειωμένη εγρήγορση, ζάλη ή υπόταση, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας ή μετά από αλλαγή της δόσης.

Ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν ορθοστατική υπόταση, δηλαδή πτώση της πίεσης όταν σηκώνονται από καθιστή ή ξαπλωμένη θέση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αστάθεια και πτώσεις, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους.

Η έντονη ζάλη δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στο φάρμακο. Μπορεί να συνυπάρχουν αφυδάτωση, χαμηλή πίεση, αναιμία, υπογλυκαιμία, διαταραχές νατρίου ή καλίου, καρδιακή αρρυθμία ή άλλη αιτία.

Σε ασθενή που λαμβάνει πολλά φάρμακα, η υπνηλία μπορεί να ενισχυθεί από βενζοδιαζεπίνες, υπνωτικά, οπιοειδή, ορισμένα αντιισταμινικά ή αλκοόλ.

Εάν υπάρχει λιποθυμία ή ξαφνική σοβαρή ζάλη, ιδιαίτερα με παλμούς ή πόνο στο στήθος, πρέπει να αξιολογηθεί και το ενδεχόμενο καρδιακής διαταραχής και όχι μόνο η αρτηριακή πίεση.

15Ήπαρ, νεφρά και εργαστηριακός έλεγχος

Η αλοπεριδόλη μεταβολίζεται σε σημαντικό βαθμό στο ήπαρ. Για αυτό ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή και πιθανή προσαρμογή της θεραπείας από τον γιατρό.

Σε ασθενή με γνωστή ηπατική νόσο ή σχετική κλινική ένδειξη μπορούν να ελεγχθούν ALT, AST, γ-GT, ALP και χολερυθρίνη. Δεν σημαίνει ότι όλοι οι ασθενείς χρειάζονται πλήρες ηπατικό προφίλ σε πολύ συχνά διαστήματα.

Η νεφρική λειτουργία δεν αποτελεί τον κύριο μηχανισμό αποβολής αμετάβλητης αλοπεριδόλης, όμως παραμένει κλινικά σημαντική. Νεφρική δυσλειτουργία συνδέεται με μεγαλύτερη ευπάθεια σε διαταραχές ηλεκτρολυτών, πολυφαρμακία και συσσώρευση άλλων φαρμάκων.

Οι βασικές εξετάσεις είναι συνήθως κρεατινίνη, eGFR και ουρία, ιδιαίτερα όταν ο ασθενής είναι ηλικιωμένος, έχει χρόνια νεφρική νόσο ή λαμβάνει διουρητικά και άλλα φάρμακα που επηρεάζουν ηλεκτρολύτες και νεφρική λειτουργία.

Δείτε τον οδηγό για την κρεατινίνη και το eGFR και τον αναλυτικό ηπατικό έλεγχο.

16Σάκχαρο, HbA1c, βάρος και λιπίδια

Η αλοπεριδόλη συνήθως δεν βρίσκεται μεταξύ των αντιψυχωσικών με το μεγαλύτερο μεταβολικό φορτίο, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο μεταβολικός έλεγχος μπορεί να αγνοηθεί.

Ο ασθενής μπορεί ήδη να έχει παχυσαρκία, προδιαβήτη, σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση ή δυσλιπιδαιμία. Επιπλέον, η συνολική ψυχιατρική θεραπεία, η διατροφή, η μειωμένη σωματική δραστηριότητα και άλλα συγχορηγούμενα φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν το βάρος και τον μεταβολικό κίνδυνο.

Ένας πρακτικός αρχικός μεταβολικός έλεγχος μπορεί, ανάλογα με τον ασθενή, να περιλαμβάνει:

  • σωματικό βάρος και ΔΜΣ,
  • περίμετρο μέσης όπου χρησιμοποιείται,
  • αρτηριακή πίεση,
  • γλυκόζη νηστείας ή/και HbA1c,
  • ολική χοληστερόλη, LDL, HDL και τριγλυκερίδια.

Η συχνότητα επανάληψης εξαρτάται από την αρχική κατάσταση, τη διάρκεια θεραπείας και τους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου. Ένας ασθενής με φυσιολογικό βάρος και φυσιολογικές αρχικές εξετάσεις δεν χρειάζεται απαραίτητα τον ίδιο ρυθμό ελέγχου με ασθενή με διαβήτη ή σημαντική αύξηση βάρους.

Για την ερμηνεία της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης δείτε τον οδηγό για την HbA1c.

17Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα

Οι αλληλεπιδράσεις της αλοπεριδόλης έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή ορισμένα φάρμακα μπορούν είτε να αυξήσουν τα επίπεδά της είτε να ενισχύσουν τον κίνδυνο παράτασης QT.

Πρώτη σημαντική κατηγορία είναι τα φάρμακα που παρατείνουν το QT. Σε αυτή την ομάδα μπορούν να ανήκουν ορισμένα αντιαρρυθμικά, αντιβιοτικά, αντικαταθλιπτικά, άλλα αντιψυχωσικά και διάφορα άλλα φάρμακα. Δεν είναι ασφαλές να θεωρείται ότι επειδή δύο φάρμακα είναι συνηθισμένα μπορούν πάντοτε να συνδυαστούν.

Η αλοπεριδόλη μεταβολίζεται μέσω μηχανισμών στους οποίους συμμετέχουν τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2D6. Αναστολείς αυτών των ενζύμων μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της και συνεπώς τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.

Αντίθετα, ισχυροί επαγωγείς ενζύμων, όπως η καρβαμαζεπίνη, η φαινυτοΐνη, η φαινοβαρβιτάλη, η ριφαμπικίνη και το βαλσαμόχορτο, μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα της αλοπεριδόλης και να επηρεάσουν τη θεραπευτική ανταπόκριση.

Ειδική προσοχή απαιτεί και ο συνδυασμός με λίθιο, επειδή έχουν αναφερθεί σπάνιες σοβαρές νευρολογικές αντιδράσεις.

Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνει τον γιατρό όχι μόνο για τα συνταγογραφούμενα φάρμακα αλλά και για OTC σκευάσματα, αντιισταμινικά, συμπληρώματα και φυτικά προϊόντα.

18Αλκοόλ, οδήγηση και καθημερινότητα

Το αλκοόλ μπορεί να ενισχύσει την καταστολή και τη μειωμένη εγρήγορση που προκαλεί η αλοπεριδόλη. Για αυτό ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται ή να συζητείται σαφώς με τον θεράποντα.

Στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές δόσης ο ασθενής δεν γνωρίζει πάντα πώς θα επηρεαστούν η προσοχή, τα αντανακλαστικά και η ισορροπία του. Η οδήγηση και ο χειρισμός μηχανημάτων πρέπει να αποφεύγονται μέχρι να είναι γνωστή η ατομική αντίδραση.

Χρήσιμο είναι επίσης να σηκώνεται κανείς σταδιακά από το κρεβάτι ή την καρέκλα εάν εμφανίζεται ορθοστατική ζάλη και να διατηρεί επαρκή ενυδάτωση, εκτός αν υπάρχει διαφορετική ιατρική οδηγία.

Η καλή καθημερινή παρακολούθηση δεν σημαίνει εμμονική καταγραφή κάθε μικρού συμπτώματος. Σημαίνει ότι ο ασθενής και οι οικείοι του γνωρίζουν ποιες αλλαγές είναι σημαντικές: νέα δυσκαμψία, ακούσιες κινήσεις, έντονη ανησυχία, λιποθυμία, υψηλός πυρετός, γαλακτόρροια ή σημαντική αλλαγή του επιπέδου συνείδησης.

19Εγκυμοσύνη και θηλασμός

Η χρήση αλοπεριδόλης στην εγκυμοσύνη απαιτεί εξατομικευμένη εκτίμηση οφέλους και κινδύνου. Η ασθενής δεν πρέπει ούτε να ξεκινά ούτε να διακόπτει μόνη της θεραπεία όταν διαπιστώσει εγκυμοσύνη.

Η απότομη διακοπή αποτελεσματικής αντιψυχωσικής αγωγής μπορεί επίσης να έχει σοβαρές συνέπειες για τη μητέρα. Για αυτό η απόφαση λαμβάνεται από τον θεράποντα ψυχίατρο σε συνεργασία με τον μαιευτήρα όταν απαιτείται.

Νεογνά που έχουν εκτεθεί σε αντιψυχωσικά κατά το τρίτο τρίμηνο μπορεί να εμφανίσουν μετά τον τοκετό εξωπυραμιδικά συμπτώματα ή συμπτώματα προσαρμογής/στέρησης και χρειάζονται κατάλληλη παρακολούθηση.

Η αλοπεριδόλη μπορεί να περάσει στο μητρικό γάλα. Η απόφαση για θηλασμό κατά τη διάρκεια θεραπείας δεν πρέπει να βασίζεται σε γενικό κανόνα από το διαδίκτυο αλλά στην αναγκαιότητα της θεραπείας, τη δόση, την ηλικία του βρέφους και τις διαθέσιμες εναλλακτικές.

20Ηλικιωμένοι, Parkinson και άνοια

Οι ηλικιωμένοι είναι συχνά πιο ευαίσθητοι στις ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιψυχωσικών. Η μειωμένη νεφρική ή ηπατική εφεδρεία, η πολυφαρμακία, οι καρδιοπάθειες και ο αυξημένος κίνδυνος πτώσεων κάνουν την αξιολόγηση πιο σύνθετη.

Η αλοπεριδόλη μπορεί να προκαλέσει σημαντική επιδείνωση κινητικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με νόσο Parkinson λόγω του ισχυρού αποκλεισμού της ντοπαμίνης.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και σε άνοια με σωμάτια Lewy, όπου οι ασθενείς μπορεί να έχουν έντονη ευαισθησία στα αντιψυχωσικά.

Γενικότερα, τα αντιψυχωσικά σε ηλικιωμένους με συμπεριφορικά ή ψυχωσικά συμπτώματα που σχετίζονται με άνοια συνοδεύονται από σημαντικές προειδοποιήσεις ασφαλείας και αυξημένο κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων συμβαμάτων.

Γι’ αυτό η εμφάνιση σύγχυσης ή ανησυχίας σε ηλικιωμένο δεν πρέπει να οδηγεί αυτόματα σε αντιψυχωσικό. Πρώτα πρέπει να αναζητείται πιθανό delirium από λοίμωξη, αφυδάτωση, πόνο, υποξία, κατακράτηση ούρων, δυσκοιλιότητα, ηλεκτρολυτική διαταραχή ή φάρμακα.

21Ποιες εξετάσεις μπορεί να χρειάζονται πριν και κατά τη θεραπεία

Δεν υπάρχει ένα υποχρεωτικό «πακέτο Aloperidin» για όλους. Ο σωστός έλεγχος βασίζεται στους κινδύνους του συγκεκριμένου ασθενούς.

ΈλεγχοςΓιατί μπορεί να χρειάζεταιΠότε αποκτά μεγαλύτερη σημασία
ΗΚΓ / QTcΑξιολόγηση καρδιακής αγωγιμότητας και QTΚαρδιοπάθεια, μεγαλύτερες δόσεις, άλλα φάρμακα που παρατείνουν QT
Κάλιο και μαγνήσιοΗ υποκαλιαιμία και η υπομαγνησιαιμία αυξάνουν τον αρρυθμικό κίνδυνοΔιουρητικά, έμετοι, διάρροια, αφυδάτωση, νεφρική νόσος
ΠρολακτίνηΗ αλοπεριδόλη μπορεί να αυξήσει την PRLΓαλακτόρροια, αμηνόρροια, γυναικομαστία, σεξουαλική δυσλειτουργία
Κρεατινίνη / eGFRΣυνολική νεφρική κατάσταση και ηλεκτρολυτικός κίνδυνοςΗλικιωμένοι, χρόνια νεφρική νόσος, πολυφαρμακία
AST, ALT, γ-GTΗ αλοπεριδόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρΓνωστή ηπατική νόσος ή σχετικά συμπτώματα
Γλυκόζη / HbA1c / λιπίδιαΣυνολική μεταβολική παρακολούθηση αντιψυχωσικής θεραπείαςΠαχυσαρκία, προδιαβήτης, διαβήτης, δυσλιπιδαιμία
CK / CPKΔιερεύνηση σοβαρής μυϊκής βλάβης ή κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμουΌχι ως εξέταση ρουτίνας – όταν υπάρχει πυρετός, δυσκαμψία ή σχετική κλινική υποψία

Εξίσου σημαντικός με τον εργαστηριακό έλεγχο είναι ο κλινικός έλεγχος. Ακαθησία, δυστονία, παρκινσονισμός και όψιμη δυσκινησία δεν διαγιγνώσκονται με μία εξέταση αίματος.

Ένας ασθενής χωρίς καρδιοπάθεια, χωρίς άλλα φάρμακα, με φυσιολογικούς ηλεκτρολύτες και χωρίς συμπτώματα δεν χρειάζεται απαραίτητα τον ίδιο έλεγχο με έναν ηλικιωμένο που λαμβάνει διουρητικό, αντικαταθλιπτικό που επηρεάζει το QT και έχει χρόνια νεφρική νόσο.

Το βασικό εργαστηριακό μήνυμα

Με την αλοπεριδόλη, οι εξετάσεις μεγαλύτερης πρακτικής αξίας είναι εκείνες που απαντούν σε συγκεκριμένο κίνδυνο: ηλεκτρολύτες για QT, προλακτίνη όταν υπάρχουν ορμονικά συμπτώματα, νεφρική/ηπατική λειτουργία όταν υπάρχει σχετικό ιστορικό και CK μόνο όταν υπάρχει υποψία σοβαρής μυϊκής αντίδρασης.

22Συχνές ερωτήσεις για το Aloperidin

Το Aloperidin είναι το ίδιο με την αλοπεριδόλη;

Ναι. Το Aloperidin είναι εμπορική ονομασία φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν τη δραστική ουσία αλοπεριδόλη (haloperidol).

Το Aloperidin είναι παλαιό ή άτυπο αντιψυχωσικό;

Η αλοπεριδόλη είναι κλασικό αντιψυχωσικό πρώτης γενιάς. Έχει ισχυρή ντοπαμινεργική D2 δράση και διαφορετικό προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών από πολλά νεότερα άτυπα αντιψυχωσικά.

Δείτε και τον κεντρικό οδηγό για τα αντιψυχωσικά φάρμακα.

Ανεβάζει το Aloperidin την προλακτίνη;

Μπορεί. Ο αποκλεισμός της ντοπαμίνης στην υπόφυση μπορεί να αυξήσει την προλακτίνη. Αν εμφανιστούν γαλακτόρροια, αμηνόρροια, γυναικομαστία, μειωμένη libido ή σεξουαλική δυσλειτουργία, η μέτρηση PRL μπορεί να είναι χρήσιμη.

Δείτε περισσότερα στον οδηγό για την εξέταση προλακτίνης.

Χρειάζεται ηλεκτροκαρδιογράφημα πριν από την αλοπεριδόλη;

Η επίσημη ευρωπαϊκή πληροφορία συνιστά αρχικό ΗΚΓ και στη συνέχεια εξατομίκευση της ανάγκης για περαιτέρω παρακολούθηση. Η σημασία είναι μεγαλύτερη σε καρδιοπάθεια, ιστορικό παράτασης QT, βραδυκαρδία, μεγαλύτερες δόσεις ή ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που επηρεάζουν το QT.

Γιατί ελέγχουμε κάλιο και μαγνήσιο;

Χαμηλό κάλιο και χαμηλό μαγνήσιο αυξάνουν τον κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών σε φάρμακα που μπορούν να παρατείνουν το QT. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος σε διουρητικά, εμέτους, διάρροια και αφυδάτωση.

Δείτε τους οδηγούς για το κάλιο και το μαγνήσιο.

Χρειάζεται CK σε κάθε ασθενή που παίρνει Aloperidin;

Όχι. Η CK δεν αποτελεί συνήθως εξέταση ρουτίνας μόνο και μόνο επειδή κάποιος λαμβάνει αλοπεριδόλη. Αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν υπάρχει σοβαρή μυϊκή δυσκαμψία, υψηλός πυρετός, αλλαγή επιπέδου συνείδησης ή άλλη υποψία κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου ή μυϊκής βλάβης.

Το Aloperidin προκαλεί Parkinson;

Μπορεί να προκαλέσει φαρμακευτικό παρκινσονισμό με δυσκαμψία, βραδυκινησία και τρόμο. Αυτό δεν είναι το ίδιο με τη διάγνωση ιδιοπαθούς νόσου Parkinson, αλλά οφείλεται στη ντοπαμινεργική δράση του φαρμάκου.

Τι είναι η ακαθησία;

Η ακαθησία είναι έντονη εσωτερική ανησυχία και ανάγκη συνεχούς κίνησης. Ο ασθενής μπορεί να σηκώνεται συνεχώς, να περπατά ή να δυσκολεύεται να καθίσει. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται επειδή μπορεί να μοιάζει με άγχος ή επιδείνωση της ψυχιατρικής κατάστασης.

Μπορώ να σταματήσω μόνος μου το Aloperidin αν έχω παρενέργειες;

Δεν πρέπει να γίνεται αυθαίρετη διακοπή ή αλλαγή δόσης. Επικοινωνήστε με τον θεράποντα για αξιολόγηση. Εξαίρεση αποτελεί η ανάγκη άμεσης ιατρικής βοήθειας όταν υπάρχουν σοβαρά συμπτώματα όπως υψηλός πυρετός με δυσκαμψία, λιποθυμία, σοβαρή αρρυθμική αίσθηση ή έντονη αλλεργική αντίδραση.

Χρειάζεται νηστεία για τις εξετάσεις παρακολούθησης;

Για κάλιο, μαγνήσιο, κρεατινίνη ή προλακτίνη δεν απαιτείται γενικά νηστεία μόνο λόγω της συγκεκριμένης εξέτασης, αν και η προλακτίνη χρειάζεται σωστές συνθήκες αιμοληψίας. Αν όμως γίνεται ταυτόχρονα γλυκόζη ή λιπιδαιμικός έλεγχος, το εργαστήριο ή ο γιατρός μπορεί να δώσει διαφορετικές οδηγίες.

Επιστημονική βιβλιογραφία και επίσημες πηγές

  1. European Medicines Agency – Haldol and associated names: Article 30 referral for haloperidol
  2. European Medicines Agency – Haloperidol Decanoate: Summary of Product Characteristics
  3. Υπουργείο Υγείας – Αναθεώρηση Καταλόγου Αποζημιούμενων Φαρμάκων, Φεβρουάριος 2026
  4. Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων – Παρακολούθηση επάρκειας φαρμακευτικής αγοράς
Ιατρική σημείωση: Το περιεχόμενο είναι ενημερωτικό και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη οδηγία ψυχιάτρου ή άλλου θεράποντος ιατρού. Μην ξεκινάτε, διακόπτετε ή μεταβάλλετε μόνοι σας τη δόση αλοπεριδόλης.
Μικροβιολογικό Λαμία
Επισκόπηση απορρήτου

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για τη σωστή λειτουργία της και, εφόσον δώσετε συγκατάθεση, για την ανάλυση επισκεψιμότητας. Μπορείτε να αλλάξετε τις επιλογές σας οποιαδήποτε στιγμή από τις ρυθμίσεις cookies.