Τι ανεβάζει το ουρικό οξύ; Φάρμακα, διατροφή, νεφρά, αλκοόλ
Το αυξημένο ουρικό οξύ δεν οφείλεται μόνο στο κόκκινο κρέας ή στο αλκοόλ. Πολύ συχνά το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι νεφροί δεν αποβάλλουν αποτελεσματικά το ουρικό οξύ, ενώ σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν συγκεκριμένα φάρμακα, η νεφρική λειτουργία, η παχυσαρκία, η αφυδάτωση, η μεγάλη κατανάλωση φρουκτόζης, ορισμένα νοσήματα και η αυξημένη καταστροφή κυττάρων.
Σε αυτόν τον οδηγό εξηγούμε τι πραγματικά ανεβάζει το ουρικό οξύ, πότε μια αυξημένη τιμή χρειάζεται επανέλεγχο, ποιες εξετάσεις έχουν νόημα και γιατί δεν πρέπει να διακόπτεται ένα φάρμακο χωρίς ιατρική εκτίμηση.
Το ουρικό οξύ ανεβαίνει όταν ο οργανισμός παράγει περισσότερο ουρικό ή, συχνότερα, όταν δεν το αποβάλλει επαρκώς. Νεφρική δυσλειτουργία, διουρητικά, αφυδάτωση, αλκοόλ, τρόφιμα πλούσια σε πουρίνες, ποτά με μεγάλη ποσότητα φρουκτόζης, αυξημένο σωματικό βάρος και ορισμένες παθήσεις είναι από τους κυριότερους παράγοντες.
1
Τι είναι το ουρικό οξύ
Το ουρικό οξύ είναι το τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πουρινών, ουσιών που υπάρχουν φυσιολογικά στα κύτταρά μας αλλά και σε διάφορες τροφές. Όταν κύτταρα ανανεώνονται ή διασπώνται, οι πουρίνες μεταβολίζονται και τελικά παράγεται ουρικό οξύ. Ένα μέρος του ουρικού προέρχεται επομένως από τη διατροφή, όμως σημαντικό ποσοστό προέρχεται από τον ίδιο τον οργανισμό.
Αφού παραχθεί, το ουρικό οξύ κυκλοφορεί στο αίμα και αποβάλλεται κυρίως μέσω των νεφρών. Ένα μικρότερο μέρος αποβάλλεται μέσω του εντέρου. Η συγκέντρωσή του στο αίμα εξαρτάται επομένως από μια συνεχή ισορροπία μεταξύ παραγωγής και αποβολής.[1]
Όταν αυτή η ισορροπία διαταραχθεί και η συγκέντρωση αυξηθεί, μιλάμε για υπερουριχαιμία. Η υπερουριχαιμία μπορεί να υπάρχει για χρόνια χωρίς κανένα σύμπτωμα. Δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι κάποιος έχει ουρική αρθρίτιδα. Η ουρική αρθρίτιδα εμφανίζεται όταν δημιουργηθούν και εναποτεθούν κρύσταλλοι ουρικού μονονατρίου στους ιστούς και προκαλέσουν φλεγμονή.
2
Γιατί ανεβαίνει: οι δύο βασικοί μηχανισμοί
Η αύξηση του ουρικού οξέος μπορεί να προκύψει με δύο βασικούς τρόπους:
Οι νεφροί δεν απομακρύνουν αρκετό ουρικό από το αίμα. Είναι ο συχνότερος μηχανισμός υπερουριχαιμίας και μπορεί να σχετίζεται με χρόνια νεφρική νόσο, διουρητικά, αφυδάτωση ή μεταβολικές διαταραχές.
Παράγεται μεγαλύτερη ποσότητα ουρικού λόγω αυξημένου μεταβολισμού πουρινών, μεγάλης κυτταρικής καταστροφής, ορισμένων αιματολογικών νοσημάτων, χημειοθεραπείας ή σπανιότερων μεταβολικών διαταραχών.
Στην πράξη οι δύο μηχανισμοί μπορούν να συνυπάρχουν. Ένας άνθρωπος, για παράδειγμα, μπορεί να έχει ήπια μειωμένη νεφρική λειτουργία, να παίρνει θειαζιδικό διουρητικό και ταυτόχρονα να καταναλώνει συχνά μπύρα. Καθένας από τους παράγοντες μπορεί να προσθέτει ένα μικρό ή μεγαλύτερο φορτίο, με αποτέλεσμα η συνολική τιμή να αυξάνεται.
Αυτό εξηγεί γιατί η αξιολόγηση του αυξημένου ουρικού δεν πρέπει να περιορίζεται στην ερώτηση «πόσο κρέας τρώτε;». Χρειάζεται συνολική εικόνα του ασθενούς, της νεφρικής λειτουργίας, των φαρμάκων, του σωματικού βάρους, των συνοδών νοσημάτων και του τρόπου ζωής.
3
Νεφρά και ουρικό οξύ
Οι νεφροί έχουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση του ουρικού οξέος. Το ουρικό φιλτράρεται και στη συνέχεια υφίσταται πολύπλοκη επαναρρόφηση και έκκριση στα νεφρικά σωληνάρια. Όταν η νεφρική λειτουργία μειωθεί ή διαταραχθούν οι μηχανισμοί μεταφοράς του ουρικού, η αποβολή του μπορεί να περιοριστεί και η συγκέντρωση στο αίμα να αυξηθεί.[2]
Γι’ αυτό η χρόνια νεφρική νόσος είναι μία από τις σημαντικότερες αιτίες υπερουριχαιμίας. Δεν χρειάζεται μάλιστα να υπάρχει προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια. Ακόμη και μέτρια μείωση του eGFR μπορεί να συνοδεύεται από υψηλότερες τιμές ουρικού, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν υπέρταση, μεταβολικό σύνδρομο ή διουρητική αγωγή.
Η σχέση είναι σύνθετη και αμφίδρομη: η χρόνια νεφρική νόσος αυξάνει την πιθανότητα υπερουριχαιμίας και ουρικής αρθρίτιδας, ενώ οι ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα συχνά έχουν και άλλους παράγοντες που επιβαρύνουν τους νεφρούς.[3]
Όταν λοιπόν βρίσκουμε αυξημένο ουρικό οξύ, η κρεατινίνη και το eGFR είναι από τις πρώτες παραμέτρους που πρέπει να εξετάζονται. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται γενική ούρων, λόγος λευκωματίνης/κρεατινίνης ή περαιτέρω νεφρολογικός έλεγχος.
4
Ποια φάρμακα μπορούν να ανεβάσουν το ουρικό οξύ
Η φαρμακευτική αγωγή είναι από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να ελέγχονται όταν εμφανίζεται αυξημένο ουρικό. Ορισμένα φάρμακα επηρεάζουν την απέκκριση του ουρικού από τα νεφρικά σωληνάρια, ενώ άλλα μπορεί να αυξήσουν την παραγωγή του.[4]
| Κατηγορία | Παραδείγματα | Πώς επηρεάζουν το ουρικό |
|---|---|---|
| Θειαζιδικά διουρητικά | Υδροχλωροθειαζίδη και παρόμοια | Μειώνουν τη νεφρική απέκκριση ουρικού. |
| Διουρητικά αγκύλης | Φουροσεμίδη | Μπορούν να αυξήσουν την επαναρρόφηση ουρικού και να προκαλέσουν υποογκαιμία. |
| Ασπιρίνη χαμηλής δόσης | Ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε αντιαιμοπεταλιακές δόσεις | Μπορεί να μειώσει την απέκκριση ουρικού. |
| Ανοσοκατασταλτικά | Κυκλοσπορίνη, tacrolimus | Επηρεάζουν τους νεφρικούς μηχανισμούς αποβολής ουρικού. |
| Αντιφυματικά | Πυραζιναμίδη, ethambutol | Μπορούν να μειώσουν σημαντικά τη νεφρική κάθαρση ουρικού. |
| Νικοτινικό οξύ | Niacin | Μπορεί να μειώσει την απέκκριση ουρικού στα ούρα. |
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στα διουρητικά. Οι κατευθυντήριες οδηγίες του American College of Rheumatology αναφέρουν ότι, σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα, μπορεί να εξετάζεται η αντικατάσταση της υδροχλωροθειαζίδης όταν αυτό είναι κλινικά εφικτό. Η ίδια οδηγία αναφέρει ότι η λοσαρτάνη μπορεί να προτιμάται ως αντιυπερτασικό όταν είναι κατάλληλη για τον συγκεκριμένο ασθενή.[5]
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ασθενής πρέπει να αλλάξει μόνος του την αγωγή. Το διουρητικό μπορεί να είναι απαραίτητο για καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση ή οίδημα και το όφελος από τη θεραπεία μπορεί να είναι πολύ σημαντικότερο από την επίδρασή του στο ουρικό.
Αντίστοιχα, η χαμηλή δόση ασπιρίνης μπορεί να αυξάνει το ουρικό, όμως οι ACR οδηγίες συστήνουν να μην διακόπτεται όταν υπάρχει σωστή καρδιαγγειακή ένδειξη μόνο και μόνο για να μειωθεί το ουρικό οξύ.[5]
5
Διατροφή: ποια τρόφιμα έχουν σημασία
Η διατροφή επηρεάζει το ουρικό οξύ, αλλά η σημασία της συχνά υπερεκτιμάται. Δεν είναι σωστό να αποδίδεται κάθε περίπτωση υπερουριχαιμίας αποκλειστικά στην κατανάλωση κρέατος. Οι γενετικοί παράγοντες και η νεφρική αποβολή έχουν πολύ σημαντικό ρόλο, ενώ η επίδραση μιας μεμονωμένης τροφής στο ουρικό είναι συνήθως μικρότερη από όσο πιστεύεται.
Τρόφιμα με υψηλότερη περιεκτικότητα σε πουρίνες περιλαμβάνουν:
- εντόσθια, όπως συκώτι και νεφρά,
- μεγάλες ποσότητες κόκκινου κρέατος,
- ορισμένα ψάρια όπως σαρδέλες και αντσούγιες,
- οστρακοειδή και ορισμένα θαλασσινά,
- μεγάλες ποσότητες ζωικών προϊόντων με υψηλό φορτίο πουρινών.
Οι ACR οδηγίες συστήνουν σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα να περιορίζεται η υπερβολική πρόσληψη πουρινών, αλλά επισημαίνουν επίσης ότι οι διαιτητικές αλλαγές συνήθως προκαλούν σχετικά μικρές μεταβολές στο ουρικό του αίματος.[5]
Το NICE επίσης δεν υποστηρίζει κάποια συγκεκριμένη «ειδική δίαιτα ουρικού» ως αποδεδειγμένη θεραπεία. Η βασική σύσταση είναι μια ισορροπημένη, υγιεινή διατροφή, έλεγχος του υπερβάλλοντος σωματικού βάρους και αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ.[6]
6
Αλκοόλ: γιατί μπορεί να ανεβάσει το ουρικό
Το αλκοόλ επηρεάζει το ουρικό οξύ με περισσότερους από έναν μηχανισμούς. Μπορεί να αυξήσει την παραγωγή ουρικού και παράλληλα να δυσκολέψει τη νεφρική απέκκρισή του. Επιπλέον, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση, γεγονός που επιβαρύνει επιπλέον την κατάσταση.
Η μπύρα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική επειδή, εκτός από το αλκοόλ, περιέχει και ουσίες που σχετίζονται με το μεταβολισμό των πουρινών. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα αλκοολούχα ποτά είναι «ασφαλή» για έναν άνθρωπο με ουρική αρθρίτιδα. Η συνολική ποσότητα αλκοόλ παραμένει σημαντική.
Στις μελέτες που αξιολογήθηκαν από το American College of Rheumatology, μεγαλύτερη πρόσληψη αλκοόλ συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής κρίσης ουρικής αρθρίτιδας. Οι οδηγίες συστήνουν περιορισμό του αλκοόλ σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα.[5]
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κατανάλωση πολλών ποτών σε μικρό χρονικό διάστημα. Ένας ασθενής μπορεί να έχει σχετικά σταθερό ουρικό για εβδομάδες και μετά από ένα βράδυ με πολύ αλκοόλ, βαρύ γεύμα και αφυδάτωση να δημιουργηθούν οι συνθήκες για οξεία κρίση.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι απλώς «κόκκινο ή λευκό κρασί;», αλλά πόσο αλκοόλ, πόσο συχνά και σε ποιον ασθενή.
7
Φρουκτόζη, ζάχαρη και αναψυκτικά
Ένας παράγοντας που συχνά παραβλέπεται είναι η μεγάλη κατανάλωση φρουκτόζης, ιδιαίτερα μέσα από αναψυκτικά, ενεργειακά ποτά και προϊόντα με μεγάλη ποσότητα προστιθέμενων σακχάρων.
Ο μεταβολισμός μεγάλων ποσοτήτων φρουκτόζης στο ήπαρ μπορεί να αυξήσει την παραγωγή ουρικού οξέος. Σε πειραματικές συνθήκες, μεγάλη οξεία πρόσληψη φρουκτόζης μπορεί να προκαλέσει μετρήσιμη άνοδο του ουρικού μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.[5]
Το πρόβλημα αφορά κυρίως την υπερβολική πρόσληψη προστιθέμενων σακχάρων και γλυκών ποτών. Δεν είναι σωστό να εξισώνεται αυτόματα ένα ολόκληρο φρούτο με ένα μεγάλο αναψυκτικό. Τα ολόκληρα φρούτα περιέχουν νερό, φυτικές ίνες, βιταμίνες και μικρότερη συγκέντρωση σακχάρων ανά μερίδα, ενώ τα γλυκά ροφήματα επιτρέπουν την ταχεία κατανάλωση πολύ μεγαλύτερης ποσότητας ζάχαρης.
Για έναν ασθενή με υψηλό ουρικό, μια χρήσιμη πρακτική παρέμβαση είναι επομένως να περιορίσει τα αναψυκτικά με ζάχαρη, τα πολλά συσκευασμένα γλυκά ροφήματα και τη συστηματική κατανάλωση προϊόντων με υψηλό φορτίο προστιθέμενης φρουκτόζης.
8
Σωματικό βάρος, αντίσταση στην ινσουλίνη και μεταβολικό σύνδρομο
Η υπερουριχαιμία εμφανίζεται συχνότερα σε ανθρώπους με αυξημένο σωματικό βάρος, κεντρικού τύπου παχυσαρκία, υπέρταση, υπερτριγλυκεριδαιμία, αντίσταση στην ινσουλίνη ή σακχαρώδη διαβήτη. Οι καταστάσεις αυτές συχνά συνυπάρχουν στο πλαίσιο του μεταβολικού συνδρόμου.
Η αντίσταση στην ινσουλίνη μπορεί να επηρεάσει τη νεφρική διαχείριση του ουρικού και να ευνοήσει την επαναρρόφησή του. Παράλληλα, άνθρωποι με αυξημένο βάρος είναι πιθανότερο να έχουν υπέρταση, να χρησιμοποιούν διουρητικά, να εμφανίζουν λιπώδες ήπαρ και να έχουν ένα συνολικό μεταβολικό προφίλ που ευνοεί την υπερουριχαιμία.
Σε υπέρβαρους ή παχύσαρκους ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα, οι ACR οδηγίες υποστηρίζουν τη σταδιακή απώλεια βάρους ως μέρος της συνολικής αντιμετώπισης.[5]
Η λέξη σταδιακή έχει σημασία. Ακραίες δίαιτες, παρατεταμένη ασιτία ή πολύ γρήγορη απώλεια βάρους μπορούν προσωρινά να αυξήσουν το ουρικό. Ο στόχος είναι η μακροχρόνια βελτίωση του μεταβολικού προφίλ, όχι η απότομη μείωση του βάρους μέσα σε λίγες ημέρες.
Επομένως, όταν το ουρικό είναι αυξημένο, συχνά έχει νόημα να αξιολογούνται παράλληλα γλυκόζη, HbA1c, λιπίδια, αρτηριακή πίεση και περίμετρος μέσης, ανάλογα με το ιστορικό του ασθενούς.
9
Αφυδάτωση, νηστεία και έντονη άσκηση
Η αφυδάτωση μπορεί να προκαλέσει παροδική άνοδο του ουρικού οξέος. Όταν μειώνεται ο όγκος των υγρών του σώματος, αυξάνεται η συγκέντρωση διαφόρων ουσιών στο αίμα και παράλληλα οι νεφροί μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο επαναρροφούν και αποβάλλουν ουρικό οξύ.
Αυτό μπορεί να συμβεί μετά από έντονη εφίδρωση, υψηλό πυρετό, εμετούς, διάρροιες, ανεπαρκή πρόσληψη νερού ή συνδυασμό ζέστης και άσκησης. Η επίδραση είναι ιδιαίτερα σημαντική σε ηλικιωμένους ή σε ανθρώπους που λαμβάνουν διουρητικά.
Παροδικές αυξήσεις μπορούν επίσης να εμφανιστούν κατά την παρατεταμένη νηστεία ή ακραίες κετογονικές καταστάσεις. Τα κετονικά σώματα και άλλα οργανικά οξέα μπορούν να ανταγωνίζονται με το ουρικό στους νεφρικούς μηχανισμούς απέκκρισης.
Παρόμοια, πολύ έντονη μυϊκή άσκηση μπορεί σε ορισμένες συνθήκες να επηρεάσει προσωρινά το ουρικό, ιδίως όταν συνδυάζεται με αφυδάτωση και μεγάλη μεταβολική καταπόνηση.
Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο μια οριακά υψηλή εργαστηριακή τιμή πρέπει να ερμηνεύεται στο πλαίσιο των συνθηκών της ημέρας και όχι ως ανεξάρτητη διάγνωση.
10
Ποια νοσήματα μπορούν να αυξήσουν το ουρικό οξύ
Εκτός από τη χρόνια νεφρική νόσο, πολλές άλλες παθολογικές καταστάσεις μπορούν να σχετίζονται με υπερουριχαιμία. Ορισμένες μειώνουν την απέκκριση, ενώ άλλες αυξάνουν την παραγωγή ουρικού λόγω ταχύτερης κυτταρικής ανανέωσης ή καταστροφής.
Παραδείγματα περιλαμβάνουν:
- μυελοϋπερπλαστικά και λεμφοϋπερπλαστικά νοσήματα,
- ορισμένες λευχαιμίες και άλλα αιματολογικά νοσήματα,
- σύνδρομο λύσης όγκου μετά από θεραπεία νεοπλασίας,
- έντονη αιμόλυση ή μεγάλη κυτταρική καταστροφή,
- ραβδομυόλυση,
- ψωρίαση με μεγάλη κυτταρική ανανέωση,
- υποθυρεοειδισμό σε ορισμένους ασθενείς,
- υπερπαραθυρεοειδισμό,
- γαλακτική οξέωση ή κετοξέωση,
- σπανιότερα κληρονομικές διαταραχές του μεταβολισμού των πουρινών.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το σύνδρομο λύσης όγκου. Όταν καταστρέφεται πολύ μεγάλος αριθμός καρκινικών κυττάρων σε σύντομο χρονικό διάστημα, απελευθερώνονται μεγάλες ποσότητες κυτταρικού υλικού και το ουρικό μπορεί να αυξηθεί απότομα. Πρόκειται για εντελώς διαφορετική κλινική κατάσταση από τη συνήθη ήπια υπερουριχαιμία και χρειάζεται στενή ιατρική παρακολούθηση.[1]
Επομένως, όταν το ουρικό είναι πολύ υψηλό ή αυξήθηκε απότομα χωρίς προφανή αιτία, το ιστορικό και οι υπόλοιπες εργαστηριακές εξετάσεις είναι καθοριστικά.
11
Κληρονομικότητα, φύλο και ηλικία
Η γενετική προδιάθεση παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη συγκέντρωση του ουρικού οξέος. Διαφορές σε γονίδια που κωδικοποιούν μεταφορείς του ουρικού στους νεφρούς και στο έντερο μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το πόσο αποτελεσματικά αποβάλλεται.
Αυτό εξηγεί γιατί δύο άνθρωποι με παρόμοιο βάρος και διατροφή μπορεί να έχουν τελείως διαφορετικές τιμές ουρικού. Επίσης εξηγεί γιατί η αντίληψη ότι «ο ασθενής έχει υψηλό ουρικό επειδή έτρωγε λάθος» είναι υπερβολικά απλοϊκή.
Η ουρική αρθρίτιδα είναι συχνότερη στους άνδρες, ενώ στις γυναίκες η συχνότητα αυξάνεται μετά την εμμηνόπαυση. Τα οιστρογόνα φαίνεται ότι επηρεάζουν ευνοϊκά τη νεφρική απέκκριση του ουρικού, γι’ αυτό πριν από την εμμηνόπαυση οι γυναίκες έχουν γενικά χαμηλότερες συγκεντρώσεις.
Με την αύξηση της ηλικίας αυξάνονται επίσης η συχνότητα χρόνιας νεφρικής νόσου, υπέρτασης, διουρητικής θεραπείας και μεταβολικών διαταραχών. Έτσι, το αυξημένο ουρικό συχνά αποτελεί αποτέλεσμα πολλών παραγόντων που συσσωρεύονται με τον χρόνο.
12
Τι σημαίνει όταν η εξέταση δείξει υψηλό ουρικό
Το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι να εξεταστεί η τιμή σε σχέση με τα όρια αναφοράς του συγκεκριμένου εργαστηρίου. Τα όρια μπορεί να διαφέρουν ελαφρά ανάλογα με τη μέθοδο και τον πληθυσμό αναφοράς.
Στη συνέχεια πρέπει να απαντηθούν ορισμένα πρακτικά ερωτήματα:
- Υπήρχε υψηλό ουρικό και σε παλαιότερες εξετάσεις;
- Υπάρχει ιστορικό οξείας αρθρίτιδας, ιδιαίτερα στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού;
- Υπάρχουν τόφοι ή ιστορικό ουρικής αρθρίτιδας;
- Υπάρχουν πέτρες στους νεφρούς;
- Πώς είναι η κρεατινίνη και το eGFR;
- Λαμβάνει ο ασθενής διουρητικά ή άλλα φάρμακα που επηρεάζουν το ουρικό;
- Υπήρχε αφυδάτωση, πρόσφατη νόσηση, υπερβολικό αλκοόλ ή έντονη νηστεία;
- Υπάρχει σημαντική αύξηση σε σχέση με παλαιότερες τιμές;
Η ασυμπτωματική υπερουριχαιμία δεν αντιμετωπίζεται αυτόματα ως ουρική αρθρίτιδα. Οι ACR οδηγίες μάλιστα συστήνουν γενικά να μην ξεκινά φαρμακευτική ουρικομειωτική θεραπεία μόνο επειδή κάποιος έχει αυξημένο ουρικό χωρίς προηγούμενες κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας ή τόφους.[5]
Υπάρχουν βέβαια ειδικές κλινικές καταστάσεις που αλλάζουν την απόφαση. Γι’ αυτό η θεραπεία δεν βασίζεται σε έναν αριθμό απομονωμένα.
13
Ποιες εξετάσεις έχουν νόημα όταν το ουρικό είναι αυξημένο
Ο εργαστηριακός έλεγχος εξαρτάται από το ιστορικό και το πόσο υψηλή είναι η τιμή. Δεν χρειάζονται όλοι οι ασθενείς το ίδιο πακέτο εξετάσεων.
Συχνά αξιολογούνται:
Επιβεβαίωση και παρακολούθηση της τιμής.
Εκτίμηση νεφρικής λειτουργίας.
Χρήσιμα ανάλογα με το ιστορικό και τα φάρμακα.
Έλεγχος μεταβολικών παραγόντων.
Συχνά συνυπάρχει μεταβολικό σύνδρομο.
Όταν υπάρχει νεφρική ένδειξη ή ιστορικό λίθων.
Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί ουρικό οξύ ούρων 24ώρου, κυρίως όταν χρειάζεται πιο συγκεκριμένη εκτίμηση του τρόπου αποβολής του ουρικού ή διερεύνηση λίθων. Δεν αποτελεί απαραίτητη εξέταση για κάθε άνθρωπο με οριακά αυξημένο ουρικό.[1]
Αν υπάρχει οξεία διογκωμένη, κόκκινη και επώδυνη άρθρωση, η διάγνωση ουρικής αρθρίτιδας είναι κλινικό ζήτημα. Σε αμφίβολες περιπτώσεις η εξέταση αρθρικού υγρού για κρυστάλλους μπορεί να είναι καθοριστική και παράλληλα να βοηθήσει στον αποκλεισμό σηπτικής αρθρίτιδας.
14
Πώς μπορεί να μειωθεί το ουρικό οξύ
Η κατάλληλη παρέμβαση εξαρτάται από την αιτία. Αν το ουρικό αυξάνεται κυρίως επειδή υπάρχει χρόνια νεφρική νόσος, δεν αρκεί μια λίστα απαγορευμένων τροφίμων. Αντίστοιχα, όταν ένας ασθενής λαμβάνει φάρμακο που αυξάνει το ουρικό, χρειάζεται να αξιολογηθεί αν το φάρμακο είναι απαραίτητο και αν υπάρχει ασφαλής εναλλακτική.
Σε γενικές γραμμές, χρήσιμες παρεμβάσεις είναι:
- επαρκής πρόσληψη υγρών, εκτός αν υπάρχει ιατρικός περιορισμός υγρών,
- περιορισμός υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ,
- ιδιαίτερη προσοχή στη μεγάλη κατανάλωση μπύρας,
- περιορισμός αναψυκτικών και ποτών με πολλά πρόσθετα σάκχαρα,
- μέτρο σε εντόσθια και πολύ μεγάλες ποσότητες τροφών υψηλής περιεκτικότητας σε πουρίνες,
- σταδιακή απώλεια βάρους όταν υπάρχει υπερβάλλον βάρος,
- καλύτερος έλεγχος αρτηριακής πίεσης, σακχάρου και μεταβολικών παραγόντων,
- ανασκόπηση της φαρμακευτικής αγωγής από τον θεράποντα ιατρό.
Είναι επίσης σημαντικό να μην δημιουργείται η εντύπωση ότι ένα συγκεκριμένο τρόφιμο ή συμπλήρωμα μπορεί να αντικαταστήσει τη φαρμακευτική θεραπεία σε έναν ασθενή που έχει σαφή ένδειξη για ουρικομειωτική αγωγή.
Αντίστοιχα, η λήψη βιταμινών ή συμπληρωμάτων χωρίς συγκεκριμένη ένδειξη δεν αποτελεί καθιερωμένη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας. Για παράδειγμα, οι ACR οδηγίες δεν συστήνουν την προσθήκη βιταμίνης C ως στρατηγική αντιμετώπισης της ουρικής αρθρίτιδας.[5]
15
Πότε χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή
Το αν χρειάζεται φάρμακο δεν αποφασίζεται μόνο από την τιμή του ουρικού. Σημαντικότερη είναι η συνολική κλινική εικόνα: αν υπάρχουν επαναλαμβανόμενες κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας, τόφοι, βλάβες στις αρθρώσεις λόγω ουρικής αρθρίτιδας, νεφρολιθίαση ή άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες του American College of Rheumatology συνιστούν ουρικομειωτική θεραπεία ιδιαίτερα σε ασθενείς με τόφους, ακτινολογική βλάβη από ουρική αρθρίτιδα ή συχνές κρίσεις. Όταν ξεκινά θεραπεία, χρησιμοποιείται στρατηγική «treat-to-target», δηλαδή προσαρμογή της δόσης με βάση επαναλαμβανόμενες μετρήσεις ουρικού.[5]
Για ασθενείς με εγκατεστημένη ουρική αρθρίτιδα που λαμβάνουν ουρικομειωτική θεραπεία, συχνός θεραπευτικός στόχος είναι ουρικό ορού κάτω από 6 mg/dL, σύμφωνα με τις ACR οδηγίες.[5]
Αυτός ο στόχος δεν πρέπει να συγχέεται με τα γενικά «φυσιολογικά όρια» ενός εργαστηρίου. Το εργαστηριακό όριο αναφοράς και ο θεραπευτικός στόχος ενός ασθενούς με ουρική αρθρίτιδα είναι δύο διαφορετικές έννοιες.
Τα πιο γνωστά ουρικομειωτικά φάρμακα είναι οι αναστολείς της ξανθινοξειδάσης, όπως η αλλοπουρινόλη και η φεβουξοστάτη. Η επιλογή φαρμάκου και δόσης εξαρτάται από τη νεφρική λειτουργία, τις συννοσηρότητες, το ιστορικό και την ανοχή του ασθενούς.
Υψηλό ουρικό χωρίς συμπτώματα δεν αποτελεί αυτομάτως ένδειξη αλλοπουρινόλης ή φεβουξοστάτης. Αντίστοιχα, σε ασθενή με τεκμηριωμένη ουρική αρθρίτιδα δεν πρέπει να διακόπτεται η χρόνια ουρικομειωτική θεραπεία επειδή μια μέτρηση έγινε φυσιολογική.
16
Συχνές ερωτήσεις για το υψηλό ουρικό οξύ
Τι να θυμάστε
- Το υψηλό ουρικό δεν οφείλεται μόνο στη διατροφή.
- Η μειωμένη αποβολή από τους νεφρούς είναι πολύ σημαντικός μηχανισμός.
- Θειαζιδικά και διουρητικά αγκύλης μπορούν να αυξήσουν το ουρικό.
- Η χαμηλή δόση ασπιρίνης δεν διακόπτεται χωρίς ιατρική οδηγία.
- Αλκοόλ, μπύρα και γλυκά ποτά με μεγάλη ποσότητα φρουκτόζης μπορούν να επιβαρύνουν.
- Η αφυδάτωση μπορεί να προκαλέσει παροδική αύξηση.
- Η παχυσαρκία και το μεταβολικό σύνδρομο συχνά συνυπάρχουν με υπερουριχαιμία.
- Υψηλό ουρικό δεν σημαίνει αυτομάτως ουρική αρθρίτιδα.
- Η ανάγκη φαρμακευτικής θεραπείας αποφασίζεται από τη συνολική κλινική εικόνα.
Δείτε τον πλήρη οδηγό →
Βιβλιογραφία – Επιστημονικές πηγές
- MedlinePlus. Uric Acid Test. U.S. National Library of Medicine.
Πηγή ↗ - George C, Minter DA. Hyperuricemia. StatPearls, NCBI Bookshelf.
Πηγή ↗ - National Kidney Foundation. Gout and Kidney Disease.
Πηγή ↗ - Menon SG, Rednam M, Gujarathi R, et al. Gout – Causes of Hyperuricemia. StatPearls, updated 2026.
Πηγή ↗ - FitzGerald JD, Dalbeth N, Mikuls T, et al. 2020 American College of Rheumatology Guideline for the Management of Gout. Arthritis Care & Research.
Πηγή ↗ - National Institute for Health and Care Excellence – NICE. Gout: diagnosis and management – Recommendations.
Πηγή ↗ - Drug-induced hyperuricemia: multi-pathway regulation, causative drugs, and individualized management strategies. 2026.
Πηγή ↗

