Ψευδοχολινεστεράση: Εξέταση Αίματος, Τι Δείχνει, Χαμηλές Τιμές & Ερμηνεία
Οι αριθμημένες παραπομπές [1]–[8] οδηγούν στις επιστημονικές πηγές στο τέλος του άρθρου.
Σύντομη περίληψη
Η ψευδοχολινεστεράση, γνωστή και ως βουτυρυλοχολινεστεράση (BChE), είναι ένζυμο που παράγεται κυρίως στο ήπαρ και κυκλοφορεί στο αίμα. Έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία όταν υπάρχει ιστορικό παρατεταμένης μυϊκής παράλυσης μετά από σουκινυλοχολίνη ή μιβακούριο και στην εργαστηριακή αξιολόγηση έκθεσης σε ορισμένους αναστολείς χολινεστεράσης, όπως οργανοφωσφορικά φυτοφάρμακα.[1][2]
Η χαμηλή ψευδοχολινεστεράση δεν αποτελεί από μόνη της συγκεκριμένη διάγνωση. Μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη και να σχετίζεται με παραλλαγές του γονιδίου BCHE, ηπατική νόσο, εγκυμοσύνη, υποθρεψία, σοβαρή νόσο ή έκθεση σε οργανοφωσφορικά.[2] Σε αναισθησιολογικό ερώτημα, ο αριθμός διβουκαΐνης (dibucaine number) βοηθά να εκτιμηθεί αν το ένζυμο έχει φυσιολογική ή άτυπη λειτουργική μορφή.[4][5]
1
Τι είναι η ψευδοχολινεστεράση
Η ψευδοχολινεστεράση είναι ένζυμο που βρίσκεται κυρίως στο πλάσμα του αίματος και παράγεται σε μεγάλο βαθμό από το ήπαρ. Ονομάζεται επίσης βουτυρυλοχολινεστεράση (BChE) ή χολινεστεράση ορού/πλάσματος. Δεν πρέπει να συγχέεται με την ακετυλοχολινεστεράση (AChE), η οποία αξιολογείται κυρίως στα ερυθρά αιμοσφαίρια και αντανακλά διαφορετικό βιολογικό διαμέρισμα.[2][6]
Η εξέταση της ψευδοχολινεστεράσης μετρά τη δραστικότητα του ενζύμου στον ορό ή στο πλάσμα. Η κλινική της αξία είναι ιδιαίτερη, επειδή το ένζυμο συμμετέχει στη διάσπαση συγκεκριμένων ουσιών, μεταξύ των οποίων τα νευρομυϊκά αποκλειστικά σουκινυλοχολίνη και μιβακούριο.[1][2]
Για τον ασθενή, το σημαντικό δεν είναι απλώς αν η τιμή είναι «χαμηλή» ή «φυσιολογική», αλλά γιατί ζητήθηκε η εξέταση. Άλλη ερμηνεία έχει πριν από χειρουργείο λόγω οικογενειακού ιστορικού, άλλη μετά από επεισόδιο παρατεταμένης άπνοιας στην αναισθησία, άλλη σε υποψία έκθεσης σε οργανοφωσφορικά και άλλη ως μέρος ευρύτερης αξιολόγησης ηπατικής λειτουργίας.
2
Πότε ζητείται η εξέταση αίματος
Η ψευδοχολινεστεράση δεν είναι εξέταση ρουτίνας για κάθε προληπτικό έλεγχο. Είναι περισσότερο στοχευμένη εργαστηριακή εξέταση και ζητείται όταν υπάρχει συγκεκριμένο αναισθησιολογικό, ηπατικό ή επαγγελματικό ερώτημα.[1][7]
| Πότε μπορεί να ζητηθεί | Τι βοηθά να εκτιμηθεί |
|---|---|
| Ιστορικό παρατεταμένης παράλυσης ή άπνοιας μετά από αναισθησία | Πιθανή έλλειψη ή άτυπη μορφή ψευδοχολινεστεράσης |
| Οικογενειακό ιστορικό αντίδρασης στη σουκινυλοχολίνη | Πιθανός κληρονομικός κίνδυνος |
| Επαγγελματική έκθεση σε φυτοφάρμακα ή οργανοφωσφορικά | Πτώση δραστικότητας του ενζύμου σε σχέση με προηγούμενη τιμή |
| Στοχευμένη αξιολόγηση ηπατικής συνθετικής λειτουργίας | Πιθανή μείωση παραγωγής σε σοβαρότερη ηπατική επιβάρυνση |
Αν η εξέταση ζητείται λόγω ηπατικού ελέγχου, έχει νόημα να αξιολογείται μαζί με εξετάσεις όπως ALT, AST, γ-GT, ALP, χολερυθρίνη, αλβουμίνη και χρόνο προθρομβίνης, ανάλογα με το ιστορικό. Μπορείτε να δείτε περισσότερα στον κεντρικό οδηγό για τον Ηπατικό Έλεγχο.
3
Ψευδοχολινεστεράση και αναισθησία
Η πιο γνωστή και πρακτικά σημαντική χρήση της εξέτασης είναι η αναισθησιολογική. Η σουκινυλοχολίνη και το μιβακούριο φυσιολογικά μεταβολίζονται γρήγορα από τη βουτυρυλοχολινεστεράση. Όταν υπάρχει σημαντικά μειωμένη δραστικότητα ή άτυπη λειτουργική μορφή του ενζύμου, ο νευρομυϊκός αποκλεισμός μπορεί να παραταθεί σημαντικά.[1][2][3]
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένη μυϊκή παράλυση μετά την επέμβαση. Ο ασθενής μπορεί να χρειαστεί μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και καταστολή μέχρι να απομακρυνθεί το φάρμακο και να επανέλθει επαρκής νευρομυϊκή λειτουργία.[2][3]
Πρακτικό μήνυμα: Αν εσείς ή συγγενής πρώτου βαθμού είχατε επεισόδιο παρατεταμένης άπνοιας, δύσκολης αφύπνισης ή ανάγκης για παρατεταμένο μηχανικό αερισμό μετά από γενική αναισθησία, πρέπει να το αναφέρετε στον αναισθησιολόγο πριν από οποιαδήποτε επέμβαση.
Η απλή μέτρηση της ψευδοχολινεστεράσης δείχνει τη συνολική δραστικότητα του ενζύμου. Σε ειδικό αναισθησιολογικό ερώτημα μπορεί να χρειαστεί επιπλέον ο αριθμός διβουκαΐνης (dibucaine number), επειδή η δοκιμασία αυτή αξιολογεί πόσο αναστέλλεται το ένζυμο από τη διβουκαΐνη και βοηθά στον εντοπισμό άτυπων λειτουργικών παραλλαγών.[4][5]
4
Σχέση με οργανοφωσφορικά και φυτοφάρμακα
Η ψευδοχολινεστεράση μπορεί να μειωθεί μετά από έκθεση σε οργανοφωσφορικά και ορισμένα καρβαμιδικά φυτοφάρμακα. Για αυτό η χολινεστερασική δραστικότητα χρησιμοποιείται σε προγράμματα βιολογικής παρακολούθησης εργαζομένων με σημαντική επαγγελματική έκθεση.[6][7]
Σε αυτό το πλαίσιο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να υπάρχει προηγούμενη βασική τιμή αναφοράς (baseline) του ίδιου ατόμου, επειδή η μεταβολή από την προσωπική αρχική τιμή μπορεί να είναι κλινικά πιο χρήσιμη από τη σύγκριση μόνο με ένα γενικό εύρος αναφοράς.[7]
Σε πιθανή οξεία δηλητηρίαση, η αντιμετώπιση είναι πρωτίστως κλινική και δεν πρέπει να καθυστερεί μέχρι να εκδοθεί αποτέλεσμα χολινεστεράσης. Έντονη εφίδρωση ή σιελόρροια, μύση, δύσπνοια, βραδυκαρδία, μυϊκές δεσμιδώσεις, σύγχυση, σπασμοί ή απώλεια συνείδησης απαιτούν άμεση επείγουσα ιατρική εκτίμηση.[6]
5
Προετοιμασία πριν από την εξέταση
Για την απλή μέτρηση ψευδοχολινεστεράσης συνήθως δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία ούτε υποχρεωτική νηστεία. Αν όμως γίνεται μαζί με ευρύτερο βιοχημικό ή ηπατικό έλεγχο, ακολουθούνται οι οδηγίες που αφορούν το συνολικό πακέτο εξετάσεων.[1]
Πριν την αιμοληψία είναι σημαντικό να αναφέρετε:
- αν υπάρχει πρόσφατη αναισθησία ή προγραμματισμένο χειρουργείο,
- αν υπήρξε προηγούμενο επεισόδιο παρατεταμένης άπνοιας μετά από νάρκωση,
- αν υπάρχει έκθεση σε φυτοφάρμακα ή χημικές ουσίες,
- αν υπάρχει εγκυμοσύνη, σοβαρή ηπατική νόσος ή νεφρική νόσος,
- ποια φάρμακα ή συμπληρώματα λαμβάνετε.
Για γενικές οδηγίες πριν την αιμοληψία, δείτε και την ενότητα Προετοιμασία Εξετάσεων Αίματος.
6
Πώς γίνεται η εξέταση
Η εξέταση γίνεται με απλή αιμοληψία από φλέβα. Το δείγμα χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της ενζυμικής δραστικότητας της ψευδοχολινεστεράσης και το αποτέλεσμα αναφέρεται συνήθως σε U/L. Οι απόλυτες τιμές εξαρτώνται έντονα από τη μέθοδο και τη βαθμονόμηση του εργαστηρίου.[1]
Η αιμοληψία διαρκεί λίγα λεπτά. Όπως σε κάθε εξέταση αίματος, μπορεί να εμφανιστεί μικρή ενόχληση στο σημείο της παρακέντησης ή μικρή μελανιά, που συνήθως υποχωρεί. Η εξέταση δεν επηρεάζει τον οργανισμό και δεν περιλαμβάνει χορήγηση φαρμάκου.
Αν η εξέταση γίνεται για αναισθησιολογικό λόγο, το αποτέλεσμα πρέπει να μεταφερθεί στον αναισθησιολόγο. Δεν αρκεί να το δει μόνο ο ασθενής ως αριθμό, επειδή η απόφαση για αποφυγή ή επιλογή φαρμάκων αναισθησίας είναι ιατρική και βασίζεται στο ιστορικό, στο είδος της επέμβασης και στο σύνολο των δεδομένων.
7
Φυσιολογικές τιμές και τιμές αναφοράς
Οι τιμές αναφοράς της ψευδοχολινεστεράσης διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τη μέθοδο, τον αναλυτή, το φύλο, την ηλικία και την ορμονική κατάσταση. Για αυτό η ερμηνεία πρέπει να γίνεται με βάση το εύρος αναφοράς που συνοδεύει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα και όχι με ένα ενιαίο αριθμητικό όριο από το διαδίκτυο.[1][5]
| Εύρημα | Γενική ερμηνεία |
|---|---|
| Εντός ορίων | Συνήθως επαρκής δραστικότητα ενζύμου, με ερμηνεία ανάλογα με τον λόγο ελέγχου |
| Ήπια μειωμένη | Μπορεί να σχετίζεται με παροδικούς ή επίκτητους παράγοντες |
| Σημαντικά μειωμένη | Χρειάζεται διερεύνηση για γενετική ή επίκτητη έλλειψη, έκθεση ή σοβαρή ηπατική επιβάρυνση |
| Χαμηλή μαζί με χαμηλό dibucaine number | Αυξάνει την πιθανότητα άτυπης μορφής με αναισθησιολογική σημασία |
Μια φυσιολογική τιμή δεν αντικαθιστά την αναισθησιολογική εκτίμηση όταν υπάρχει ισχυρό ιστορικό. Αντίστοιχα, μια χαμηλή τιμή δεν σημαίνει πάντα κληρονομική ανεπάρκεια. Χρειάζεται να εξεταστεί αν υπάρχει εγκυμοσύνη, ηπατική νόσος, πρόσφατη έκθεση σε χημικές ουσίες, φαρμακευτική αγωγή ή άλλη κατάσταση που μπορεί να μειώσει παροδικά τη δραστικότητα.
8
Χαμηλή ψευδοχολινεστεράση: πιθανές αιτίες
Η χαμηλή ψευδοχολινεστεράση μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη. Η κληρονομική μορφή σχετίζεται με παραλλαγές του BCHE και έχει ιδιαίτερη σημασία για την αναισθησία, ενώ οι επίκτητες μειώσεις μπορεί να σχετίζονται με εγκυμοσύνη, αυξημένη ηλικία, χρόνιες λοιμώξεις, νεφρική ή ηπατική νόσο, υποθρεψία, μεγάλα εγκαύματα, κακοήθεια ή ορισμένα φάρμακα.[2]
- Κληρονομική έλλειψη ή άτυπη μορφή: μπορεί να προκαλέσει παρατεταμένη δράση συγκεκριμένων μυοχαλαρωτικών.
- Ηπατική νόσος: επειδή το ένζυμο παράγεται κυρίως στο ήπαρ, σοβαρή ηπατική επιβάρυνση μπορεί να μειώσει τη δραστικότητα.
- Εγκυμοσύνη: μπορεί να συνοδεύεται από χαμηλότερες τιμές σε ορισμένες γυναίκες.
- Υποθρεψία ή χαμηλή πρωτεϊνική κατάσταση: μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή πρωτεϊνών και ενζύμων.
- Νεφρική νόσος, βαριά νόσηση ή εγκαύματα: σε ορισμένες περιπτώσεις σχετίζονται με μειωμένη δραστικότητα.
- Έκθεση σε οργανοφωσφορικά: μπορεί να προκαλέσει σημαντική πτώση της δραστικότητας.
Η χαμηλή τιμή πρέπει να ερμηνεύεται προσεκτικά. Για παράδειγμα, χαμηλή ψευδοχολινεστεράση σε ασθενή με γνωστή κίρρωση δεν έχει την ίδια σημασία με χαμηλή ψευδοχολινεστεράση σε νέο άτομο με οικογενειακό ιστορικό παρατεταμένης άπνοιας μετά από νάρκωση.
9
Αυξημένη ψευδοχολινεστεράση
Η αυξημένη ψευδοχολινεστεράση συνήθως έχει μικρότερη κλινική σημασία από τη χαμηλή. Σε πολλές περιπτώσεις δεν οδηγεί από μόνη της σε συγκεκριμένη διάγνωση και αξιολογείται μόνο στο πλαίσιο του ιστορικού και των υπόλοιπων εξετάσεων.
Αυξημένες τιμές έχουν αναφερθεί σε ορισμένες μεταβολικές καταστάσεις, όπως υπερλιπιδαιμία, παχυσαρκία ή σακχαρώδης διαβήτης, αλλά η εξέταση δεν χρησιμοποιείται ως κύριος δείκτης για τη διάγνωση αυτών των καταστάσεων. Για μεταβολικό έλεγχο, μεγαλύτερη πρακτική αξία έχουν εξετάσεις όπως γλυκόζη, HbA1c, λιπίδια, τρανσαμινάσες και άλλοι δείκτες ανάλογα με το ιστορικό.
Αν η ψευδοχολινεστεράση είναι αυξημένη αλλά όλες οι υπόλοιπες εξετάσεις και το ιστορικό είναι καθησυχαστικά, συχνά δεν έχει την ίδια βαρύτητα με μία σημαντικά μειωμένη τιμή. Η τελική αξιολόγηση όμως γίνεται πάντα από τον θεράποντα ιατρό.
10
Αριθμός διβουκαΐνης (dibucaine number): γιατί μπορεί να χρειάζεται
Ο αριθμός διβουκαΐνης (dibucaine number) είναι ειδική λειτουργική δοκιμασία που δείχνει σε ποιο ποσοστό αναστέλλεται η δραστικότητα της ψευδοχολινεστεράσης από τη διβουκαΐνη. Δεν μετρά την ποσότητα του ενζύμου· χαρακτηρίζει τον φαινότυπο αναστολής και βοηθά να φανεί αν υπάρχει άτυπη λειτουργική παραλλαγή.[4][5]
Αυτό είναι σημαντικό γιατί ο κίνδυνος παρατεταμένης δράσης της σουκινυλοχολίνης εξαρτάται όχι μόνο από τη συνολική δραστικότητα του ενζύμου αλλά και από τη λειτουργική του μορφή. Έτσι, ορισμένοι ασθενείς μπορεί να έχουν ακόμη και συνολική ψευδοχολινεστεράση εντός ορίων αλλά παθολογική ευαισθησία στη σουκινυλοχολίνη, οπότε η δοκιμασία αναστολής με διβουκαΐνη μπορεί να είναι απαραίτητη.[1][5]
| Εξέταση | Τι απαντά |
|---|---|
| Ψευδοχολινεστεράση | Πόση δραστικότητα ενζύμου υπάρχει στο αίμα |
| Dibucaine number | Αν η λειτουργική μορφή του ενζύμου είναι φυσιολογική ή άτυπη |
Γενετικός έλεγχος BCHE: όταν υπάρχει παθολογικός αριθμός διβουκαΐνης, ισχυρό οικογενειακό ιστορικό ή ασυμφωνία μεταξύ συνολικής δραστικότητας και κλινικής εικόνας, μπορεί να εξεταστεί μοριακός έλεγχος του γονιδίου BCHE. Οι κληρονομικές μορφές της ανεπάρκειας συνδέονται με παραλλαγές του BCHE και συνήθως ακολουθούν αυτοσωμικό υπολειπόμενο πρότυπο κληρονόμησης.[2]
Αν βρεθεί χαμηλή ψευδοχολινεστεράση και υπάρχει αναισθησιολογικό ιστορικό, πρέπει να ενημερωθεί ο αναισθησιολόγος. Μπορεί να συστηθεί έλεγχος συγγενών ή καταγραφή στο ιατρικό ιστορικό ώστε να αποφευχθούν συγκεκριμένα φάρμακα σε μελλοντική αναισθησία.
11
Ψευδοχολινεστεράση και ήπαρ
Επειδή η ψευδοχολινεστεράση παράγεται κυρίως από το ήπαρ, η χαμηλή τιμή μπορεί να εμφανιστεί σε σημαντική ηπατική νόσο ή σε μειωμένη συνθετική ικανότητα. Δεν είναι όμως ειδικός δείκτης και δεν χρησιμοποιείται μόνη της για διάγνωση ή διαφορική διάγνωση ηπατικής νόσου.[1][8]
Στην καθημερινή πράξη, η ηπατική αξιολόγηση βασίζεται κυρίως σε ένα σύνολο εξετάσεων: ALT, AST, γ-GT, ALP, χολερυθρίνη, αλβουμίνη, χρόνο προθρομβίνης/INR και ειδικούς ιολογικούς ή ανοσολογικούς δείκτες όταν χρειάζεται. Η ψευδοχολινεστεράση μπορεί να προσθέσει πληροφορία, αλλά δεν πρέπει να ερμηνεύεται απομονωμένα.
Αν υπάρχει ταυτόχρονα αύξηση τρανσαμινασών, γ-GT, ALP ή χολερυθρίνης, η ψευδοχολινεστεράση πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στο συνολικό μοτίβο. Για αναλυτική προσέγγιση μπορείτε να δείτε τον οδηγό Τρανσαμινάσες, γ-GT & ALP και τον οδηγό Χολερυθρίνη.
12
Φάρμακα, εγκυμοσύνη και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την εξέταση
Η ψευδοχολινεστεράση μπορεί να επηρεαστεί από πολλούς κληρονομικούς και επίκτητους παράγοντες. Επομένως, ένα αποτέλεσμα πρέπει να συνδέεται με το ιστορικό, την εγκυμοσύνη, τις συννοσηρότητες, τα φάρμακα και το ερώτημα για το οποίο ζητήθηκε η εξέταση.[2]
- Εγκυμοσύνη: μπορεί να συνοδεύεται από χαμηλότερη δραστικότητα, ειδικά σε ορισμένες περιόδους.
- Ορμονικοί παράγοντες: σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα.
- Ηπατική νόσος: μπορεί να μειώσει την παραγωγή του ενζύμου.
- Υποθρεψία ή σοβαρή νόσος: μπορεί να μεταβάλει την πρωτεϊνική σύνθεση.
- Οργανοφωσφορικά: μπορούν να προκαλέσουν σημαντική πτώση της δραστικότητας.
- Φάρμακα: ορισμένες θεραπείες μπορεί να επηρεάσουν άμεσα ή έμμεσα την ερμηνεία.
Για αυτό, πριν την εξέταση ή κατά την αξιολόγηση του αποτελέσματος, είναι χρήσιμο να υπάρχει πλήρης ενημέρωση για τη φαρμακευτική αγωγή. Δείτε και τον οδηγό Φάρμακα που Επηρεάζουν τις Εξετάσεις Αίματος.
13
Πώς ερμηνεύεται σωστά το αποτέλεσμα
Η ερμηνεία της ψευδοχολινεστεράσης ξεκινά από το ερώτημα: γιατί έγινε η εξέταση; Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να έχει διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με το αν το ερώτημα είναι αναισθησιολογικό, ηπατικό ή αφορά επαγγελματική έκθεση.[1][7]
Η ψευδοχολινεστεράση δεν είναι εξέταση που «βγάζει» μόνη της διάγνωση. Είναι εργαλείο που γίνεται χρήσιμο όταν συνδυάζεται με ιστορικό, φάρμακα, επαγγελματική έκθεση, αναισθησιολογικό ιστορικό και άλλες εργαστηριακές εξετάσεις.
14
Πότε χρειάζεται επανάληψη ή επιπλέον έλεγχος
Επανάληψη της εξέτασης μπορεί να χρειαστεί όταν το αποτέλεσμα είναι απρόσμενα χαμηλό, όταν υπάρχει πιθανός παροδικός παράγοντας ή όταν παρακολουθείται έκθεση σε αναστολείς χολινεστεράσης. Σε ασθενείς που εμφάνισαν παρατεταμένη άπνοια μετά από χειρουργείο, η Mayo Clinic Laboratories συστήνει η αιμοληψία για αξιολόγηση να γίνεται συνήθως 24–48 ώρες μετεγχειρητικά, επειδή ορισμένα αναισθητικά φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν τη μέτρηση in vitro.[1]
Επιπλέον έλεγχος μπορεί να ζητηθεί σε περιπτώσεις όπως:
- ιστορικό παρατεταμένης άπνοιας μετά από αναισθησία,
- οικογενειακό ιστορικό αντίδρασης σε σουκινυλοχολίνη,
- πολύ χαμηλή ψευδοχολινεστεράση χωρίς προφανή αιτία,
- ύποπτη ή γνωστή έκθεση σε οργανοφωσφορικές ουσίες,
- συνύπαρξη χαμηλής τιμής με παθολογικές ηπατικές εξετάσεις.
Ανάλογα με το ερώτημα, μπορεί να χρειαστούν ηπατικές εξετάσεις, αλβουμίνη, INR, έλεγχος χολερυθρίνης, ακετυλοχολινεστεράση ερυθρών, αριθμός διβουκαΐνης, γενετικός έλεγχος BCHE ή γενετική συμβουλευτική. Η επιλογή δεν είναι ίδια για όλους.
15
Συχνές ερωτήσεις
Η ψευδοχολινεστεράση είναι η ίδια εξέταση με τη χολινεστεράση;
Στην πράξη, όταν ζητείται «ψευδοχολινεστεράση» συνήθως εννοείται η δραστικότητα της βουτυρυλοχολινεστεράσης στον ορό/πλάσμα. Ο όρος «χολινεστεράση» μπορεί όμως να χρησιμοποιείται γενικότερα και να περιλαμβάνει και την ακετυλοχολινεστεράση των ερυθρών, ιδιαίτερα σε παρακολούθηση έκθεσης σε αναστολείς χολινεστεράσης. Για αυτό έχει σημασία να είναι σαφές ποια εξέταση ζητήθηκε.[6]
Χρειάζεται νηστεία;
Συνήθως όχι για την ψευδοχολινεστεράση μόνη της. Αν όμως γίνεται μαζί με πλήρη βιοχημικό ή μεταβολικό έλεγχο, μπορεί να ζητηθεί νηστεία για τις υπόλοιπες εξετάσεις.
Χαμηλή ψευδοχολινεστεράση σημαίνει ότι έχω πρόβλημα στο συκώτι;
Όχι απαραίτητα. Μπορεί να σχετίζεται με ηπατική νόσο, αλλά μπορεί επίσης να οφείλεται σε κληρονομική ανεπάρκεια, εγκυμοσύνη, χρόνια νόσο, υποθρεψία, φάρμακα ή έκθεση σε οργανοφωσφορικά. Χρειάζεται αξιολόγηση μαζί με το ιστορικό και τις υπόλοιπες εξετάσεις.[2]
Αν είναι χαμηλή, κινδυνεύω σε χειρουργείο;
Ο κίνδυνος αφορά κυρίως συγκεκριμένα νευρομυϊκά αποκλειστικά, ιδιαίτερα τη σουκινυλοχολίνη και το μιβακούριο. Αν υπάρχει χαμηλή τιμή, παθολογικός αριθμός διβουκαΐνης ή σχετικό ιστορικό, πρέπει να ενημερωθεί ο αναισθησιολόγος ώστε να επιλέξει κατάλληλη αναισθησιολογική προσέγγιση.[1][2]
Πρέπει να εξεταστούν και οι συγγενείς μου;
Μπορεί να χρειαστεί, κυρίως αν επιβεβαιωθεί κληρονομική ή άτυπη μορφή βουτυρυλοχολινεστεράσης ή αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό αντίδρασης στη σουκινυλοχολίνη. Η Mayo αναφέρει ότι σε θετικό κληρονομικό εύρημα πρέπει να εξετάζεται και ο οικογενειακός έλεγχος.[1][2]
Μπορεί η εξέταση να δείξει δηλητηρίαση από φυτοφάρμακα;
Μπορεί να βοηθήσει στη διερεύνηση ή παρακολούθηση έκθεσης σε οργανοφωσφορικά, αλλά σε οξεία δηλητηρίαση προέχει η άμεση κλινική αντιμετώπιση. Σε επαγγελματική παρακολούθηση έχει ιδιαίτερη αξία η σύγκριση με προσωπική αρχική τιμή και συχνά η παράλληλη μέτρηση χολινεστεράσης ορού και ακετυλοχολινεστεράσης ερυθρών.[6][7]
16
Τι να θυμάστε
- Η ψευδοχολινεστεράση είναι ένζυμο του αίματος με ιδιαίτερη σημασία για ορισμένα αναισθησιολογικά φάρμακα.
- Χαμηλή τιμή μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη.
- Η πιο κρίσιμη πληροφορία είναι αν υπήρξε παρατεταμένη παράλυση ή άπνοια μετά από αναισθησία.
- Σε αναισθησιολογικό ερώτημα μπορεί να χρειαστεί και αριθμός διβουκαΐνης (dibucaine number).
- Σε έκθεση σε οργανοφωσφορικά, η σύγκριση με παλαιότερη προσωπική τιμή είναι πολύ χρήσιμη.
- Η εξέταση δεν ερμηνεύεται μόνη της. Χρειάζεται ιστορικό, φάρμακα και συνολικός εργαστηριακός έλεγχος.
Για να βρείτε και άλλες σχετικές εξετάσεις, μπορείτε να επισκεφθείτε τον Κατάλογο Εργαστηριακών Εξετάσεων.
17
Χρήσιμοι Οδηγοί και Βιβλιογραφία
ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΟΔΗΓΟΙ
Για συμπληρωματική εργαστηριακή ενημέρωση:
Βιβλιογραφία & επιστημονικές πηγές
- Mayo Clinic Laboratories. Pseudocholinesterase, Total, Serum (PCHE1). Current reference intervals, interpretation, dibucaine inhibition and preanalytical cautions. Mayo Clinic Laboratories.
- MedlinePlus Genetics, U.S. National Library of Medicine. Pseudocholinesterase deficiency and BCHE gene: inherited and acquired causes, succinylcholine and mivacurium sensitivity. MedlinePlus Genetics.
- Trujillo R, West WP. Pseudocholinesterase Deficiency. StatPearls / NCBI Bookshelf. Clinical presentation, evaluation and management of prolonged neuromuscular blockade. NCBI Bookshelf.
- StatPearls. Biochemistry, Pseudocholinesterase. Interpretation of dibucaine inhibition, typical and atypical phenotypes and BCHE testing. NCBI Bookshelf.
- ARUP Laboratories. Pseudocholinesterase, Dibucaine Inhibition. Current reference interval: total pseudocholinesterase and dibucaine number; risk interpretation. ARUP Laboratories.
- ATSDR / CDC. Cholinesterase Inhibitors: Laboratory Assessment — red blood cell and serum cholinesterase. Usefulness and limitations in organophosphate/carbamate exposure. ATSDR / CDC.
- Washington State Department of Labor & Industries. Cholinesterase Monitoring. Baseline and periodic monitoring in pesticide handlers and interpretation relative to personal baseline. Washington L&I.
- MedlinePlus Medical Encyclopedia. Cholinesterase – blood. Clinical uses, low cholinesterase causes and variability of reference intervals. MedlinePlus.
Ιατρική σημείωση: Το περιεχόμενο του άρθρου έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά την ιατρική ή αναισθησιολογική εκτίμηση. Σε πιθανή οξεία δηλητηρίαση από οργανοφωσφορικά απαιτείται επείγουσα ιατρική αντιμετώπιση και δεν πρέπει να αναμένεται εργαστηριακό αποτέλεσμα πριν από την έναρξη της θεραπείας. Τα διαστήματα αναφοράς της ψευδοχολινεστεράσης διαφέρουν σημαντικά ανά μέθοδο και εργαστήριο.

