COVID-19: Συμπτώματα, Τεστ, PCR, Μετάδοση, Θεραπεία και Long COVID

Συντάκτης & Ιατρική επιμέλεια: — Ιατρός Βιοπαθολόγος

Τελευταία ενημέρωση:

Σύντομη απάντηση

Η COVID-19 είναι λοίμωξη που προκαλείται από τον κορωνοϊό SARS-CoV-2 και εξακολουθεί να κυκλοφορεί μαζί με άλλους αναπνευστικούς ιούς. Μπορεί να προκαλέσει από ήπια συμπτώματα που μοιάζουν με κοινό κρυολόγημα έως σοβαρή πνευμονία, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, ανοσοκατεσταλμένους και άτομα με σημαντικά χρόνια νοσήματα. Πυρετός, πονόλαιμος, βήχας, καταρροή, κόπωση, πονοκέφαλος και μυαλγίες είναι συχνά, αλλά κανένα σύμπτωμα δεν αρκεί μόνο του για ασφαλή διάκριση από γρίπη, RSV ή άλλη ίωση. Η διάγνωση μπορεί να γίνει με rapid antigen test ή μοριακό έλεγχο PCR/NAAT. Ένα αρνητικό rapid, ιδιαίτερα νωρίς στην πορεία της λοίμωξης, δεν αποκλείει COVID-19. Οι περισσότεροι ασθενείς αντιμετωπίζονται συμπτωματικά στο σπίτι, ενώ άτομα αυξημένου κινδύνου μπορεί να χρειάζονται έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση για ειδική αντιιική θεραπεία. Δύσπνοια, επίμονος πόνος στο στήθος, κυάνωση, σύγχυση ή σημαντική επιδείνωση απαιτούν άμεση ιατρική εκτίμηση.

Περιεχόμενα
1. Τι είναι η COVID-19;
2. Πώς μεταδίδεται;
3. Ποια είναι τα συμπτώματα;
4. Επώαση, διάρκεια και μεταδοτικότητα
5. Ήπια ή σοβαρή COVID-19;
6. Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;
7. COVID-19, γρίπη, RSV ή κρυολόγημα;
8. Πότε χρειάζεται τεστ;
9. Rapid antigen test
10. PCR και NAAT
11. Πώς ερμηνεύονται τα αποτελέσματα;
12. Χρειάζονται εξετάσεις αίματος;
13. CRP, γενική αίματος και D-Dimer
14. Οξύμετρο, ακτινογραφία και αξονική
15. Αντιμετώπιση στο σπίτι
16. Αντιιική θεραπεία
17. Αντιβιοτικά, κορτιζόνη και αντιπηκτικά
18. Πρόληψη και προστασία των άλλων
19. Εμβολιασμός
20. Παιδιά, εγκυμοσύνη και ευπαθείς ομάδες
21. Long COVID
22. Συχνές ερωτήσεις

1Τι είναι η COVID-19;

Η COVID-19 είναι η νόσος που προκαλείται από τον κορωνοϊό SARS-CoV-2. Ο ιός εμφανίστηκε στα τέλη του 2019 και έκτοτε εξελίχθηκε σε παθογόνο που κυκλοφορεί διεθνώς, με διαδοχικές παραλλαγές και σημαντικές μεταβολές τόσο στην ανοσία του πληθυσμού όσο και στην κλινική αντιμετώπιση.

Η σημερινή COVID-19 δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε με τον πανικό των πρώτων μηνών της πανδημίας ούτε ως ένα νόσημα που «δεν υπάρχει πια». Για τους περισσότερους νεότερους και κατά τα άλλα υγιείς ανθρώπους η λοίμωξη είναι ήπια και αυτοπεριοριζόμενη. Για ηλικιωμένους, ανοσοκατεσταλμένους και ορισμένους ασθενείς με χρόνια νοσήματα, όμως, ο SARS-CoV-2 μπορεί ακόμη να προκαλέσει σοβαρή λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού, απορρύθμιση υποκείμενων παθήσεων, νοσηλεία ή άλλες επιπλοκές.

Η κλινική εικόνα έχει επίσης αλλάξει. Η απώλεια όσφρησης και γεύσης, που στις πρώτες φάσεις της πανδημίας θεωρούνταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική, εξακολουθεί να μπορεί να εμφανιστεί αλλά δεν είναι απαραίτητη. Πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν σήμερα εικόνα που μοιάζει με κοινή ίωση: πονόλαιμο, καταρροή, βήχα, πυρετό ή δεκατική πυρετική κίνηση, κόπωση, μυαλγίες και πονοκέφαλο.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η COVID-19 δεν μπορεί να διαγνωστεί αξιόπιστα μόνο από τα συμπτώματα. Την ίδια περίοδο μπορεί να κυκλοφορούν γρίπη Α ή Β, RSV, ρινοϊός, αδενοϊός, ανθρώπινος μεταπνευμονοϊός και άλλοι αναπνευστικοί ιοί που προκαλούν εξαιρετικά παρόμοια εικόνα.

2Πώς μεταδίδεται ο SARS-CoV-2;

Ο SARS-CoV-2 μεταδίδεται κυρίως μέσω μολυσμένων αναπνευστικών σωματιδίων που παράγονται όταν ένα μολυσμένο άτομο αναπνέει, μιλά, βήχει, φτερνίζεται ή τραγουδά. Τα πολύ μικρά σωματίδια μπορούν να παραμένουν στον αέρα, ιδιαίτερα σε κλειστούς και ανεπαρκώς αεριζόμενους χώρους.

Ο κίνδυνος μετάδοσης αυξάνεται όταν υπάρχει στενή και παρατεταμένη επαφή, συνωστισμός, κακός αερισμός ή πολλές ώρες παραμονής στον ίδιο εσωτερικό χώρο. Αντίθετα, ο καλός αερισμός και η παραμονή σε ανοιχτό χώρο μειώνουν τον κίνδυνο.

Η μετάδοση μέσω χεριών και μολυσμένων επιφανειών είναι δυνατή, αλλά σήμερα γνωρίζουμε ότι η αερογενής και αναπνευστική μετάδοση έχει πολύ μεγαλύτερη πρακτική σημασία. Το πλύσιμο των χεριών παραμένει χρήσιμο για τη γενικότερη πρόληψη λοιμώξεων, αλλά η υπερβολική απολύμανση αντικειμένων δεν πρέπει να υποκαθιστά τον αερισμό, την αποφυγή στενής επαφής όταν κάποιος είναι άρρωστος και τη σωστή χρήση μάσκας όπου χρειάζεται.

Ένα άτομο μπορεί να μεταδώσει τον ιό πριν αντιληφθεί ότι είναι άρρωστο, ενώ μετάδοση μπορεί να συμβεί και από άτομα με πολύ ήπια ή ακόμη και χωρίς εμφανή συμπτώματα. Η πιθανότητα μετάδοσης είναι συνήθως μεγαλύτερη κοντά στην έναρξη των συμπτωμάτων, όταν το ιικό φορτίο είναι υψηλότερο.

Επειδή οι παραλλαγές του SARS-CoV-2 και η ανοσία του πληθυσμού μεταβάλλονται, δεν υπάρχει ένας απόλυτος αριθμός ημερών που να περιγράφει με ακρίβεια τη μεταδοτικότητα κάθε ασθενούς. Η κλινική κατάσταση, ο χρόνος από την έναρξη των συμπτωμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η πορεία των αντιγονικών τεστ βοηθούν περισσότερο από έναν αυθαίρετο σταθερό αριθμό ημερών.

3Ποια είναι τα συμπτώματα της COVID-19;

Η COVID-19 μπορεί να προκαλέσει πολύ διαφορετική εικόνα από άνθρωπο σε άνθρωπο. Δεν υπάρχει πλέον ένα σύμπτωμα που να θεωρείται απαραίτητο για τη διάγνωση.

Συχνά συμπτώματα είναι:

  • πονόλαιμος,
  • βήχας, ξηρός ή παραγωγικός,
  • πυρετός ή ρίγος,
  • καταρροή ή ρινική συμφόρηση,
  • έντονη κόπωση ή αδυναμία,
  • πονοκέφαλος,
  • μυαλγίες και πόνοι στο σώμα,
  • δύσπνοια ή αίσθημα ότι «δεν φτάνει ο αέρας»,
  • μειωμένη όρεξη,
  • ναυτία ή έμετος,
  • διάρροια,
  • διαταραχή ή απώλεια όσφρησης και γεύσης.

Σε αρκετούς ασθενείς η νόσος ξεκινά με πονόλαιμο ή καταρροή και μέσα στις επόμενες ημέρες προστίθενται βήχας, πυρετός ή κόπωση. Σε άλλους υπάρχει μόνο ένας ήπιος πονόλαιμος ή μικρή καταβολή. Ορισμένοι δεν εμφανίζουν καθόλου πυρετό.

Η απουσία πυρετού, επομένως, δεν αποκλείει COVID-19. Ούτε η παρουσία υψηλού πυρετού σημαίνει ότι πρόκειται απαραίτητα για COVID-19, αφού γρίπη, RSV, αδενοϊός και πολλές άλλες λοιμώξεις μπορούν να προκαλέσουν το ίδιο.

Σε ηλικιωμένους η εικόνα μπορεί να είναι λιγότερο «τυπική». Ένας ηλικιωμένος μπορεί να εμφανίσει κυρίως αδυναμία, ανορεξία, σύγχυση, πτώση λειτουργικότητας ή απορρύθμιση ενός χρόνιου νοσήματος, χωρίς εντυπωσιακό πυρετό.

Η ένταση των συμπτωμάτων τις πρώτες ώρες δεν προβλέπει πάντοτε την τελική πορεία. Ένας ασθενής με σχετικά ήπια αρχική εικόνα αλλά σημαντικούς παράγοντες κινδύνου πρέπει να επικοινωνεί έγκαιρα με τον γιατρό του, επειδή ορισμένες ειδικές θεραπείες έχουν αξία μόνο όταν χορηγηθούν νωρίς.

4Επώαση, διάρκεια και μεταδοτικότητα

Η επώαση είναι το διάστημα ανάμεσα στη μόλυνση και στην εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων. Για τις σύγχρονες παραλλαγές η εμφάνιση συμπτωμάτων συχνά συμβαίνει μέσα σε λίγες ημέρες από την έκθεση, αλλά το διάστημα δεν είναι ίδιο σε όλους.

Στην ήπια COVID-19 ο πυρετός και η έντονη κακουχία συνήθως υποχωρούν νωρίτερα, ενώ ο βήχας, η κόπωση ή η μειωμένη αντοχή μπορεί να επιμείνουν περισσότερο. Το να συνεχίζεται ένας ήπιος βήχας μετά την υποχώρηση του πυρετού δεν σημαίνει από μόνο του ότι υπάρχει πνευμονία ή ότι χρειάζεται αντιβιοτικό.

Αντίστοιχα, η μεταδοτικότητα δεν έχει απόλυτη διάρκεια για όλους. Ένας πρακτικός κανόνας είναι ότι ο ασθενής πρέπει να θεωρεί ότι μπορεί να μεταδίδει όσο βρίσκεται στην οξεία φάση, ιδιαίτερα όταν έχει πυρετό, έντονο βήχα ή άλλα ενεργά συμπτώματα.

Η σταδιακή βελτίωση και η απουσία πυρετού αποτελούν σημαντικές ενδείξεις ότι η οξεία φάση υποχωρεί. Σε περιπτώσεις όπου είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προστατευτεί ένα ευάλωτο άτομο, η χρήση μάσκας υψηλής εφαρμογής και, κατά περίπτωση, ένα antigen test μπορούν να προσθέσουν ένα επιπλέον επίπεδο ασφάλειας.

Σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς η αποβολή του ιού μπορεί να παρατείνεται σημαντικά και η διαχείριση πρέπει να εξατομικεύεται. Δεν είναι σωστό να εφαρμόζεται σε όλους το ίδιο χρονικό όριο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η ανοσολογική κατάσταση και η κλινική πορεία.

5Ήπια ή σοβαρή COVID-19;

Οι περισσότερες λοιμώξεις είναι σήμερα ήπιες ή μέτριες, ιδιαίτερα σε ανθρώπους με προηγούμενη ανοσία από εμβολιασμό, προηγούμενη λοίμωξη ή και τα δύο. Η βαρύτητα όμως δεν εξαρτάται μόνο από τον ιό. Εξαρτάται από την ηλικία, τις χρόνιες παθήσεις, την ανοσολογική κατάσταση και τη φυσιολογική εφεδρεία του οργανισμού.

Ήπια νόσος μπορεί να περιλαμβάνει πονόλαιμο, καταρροή, πυρετό, βήχα, κόπωση και μυαλγίες χωρίς δύσπνοια ή υποξαιμία. Μέτρια ή σοβαρότερη λοίμωξη μπορεί να συνοδεύεται από πνευμονική προσβολή, δυσκολία στην αναπνοή και μείωση του κορεσμού οξυγόνου.

Σημεία που χρειάζονται άμεση ιατρική αξιολόγηση

  • έντονη ή επιδεινούμενη δύσπνοια,
  • επίμονος πόνος ή πίεση στο στήθος,
  • κυάνωση ή γκριζωπή απόχρωση χειλιών και δέρματος,
  • σύγχυση, έντονη υπνηλία ή δυσκολία αφύπνισης,
  • λιποθυμικό επεισόδιο,
  • σημαντική αφυδάτωση ή αδυναμία λήψης υγρών,
  • σημαντικά χαμηλός κορεσμός οξυγόνου σε σχέση με τις φυσιολογικές τιμές του ασθενούς,
  • αιφνίδια επιδείνωση μετά από αρχική βελτίωση.

Σε ασθενείς με χρόνια πνευμονοπάθεια μπορεί να υπάρχουν ήδη χαμηλότερες βασικές τιμές οξυγόνου. Η αξιολόγηση πρέπει επομένως να γίνεται σε σύγκριση με τη συνηθισμένη κατάσταση του συγκεκριμένου ασθενούς και όχι μόνο με ένα απομονωμένο αριθμητικό όριο.

6Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο από σοβαρή νόσηση;

Η ηλικία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για σοβαρή COVID-19. Ο κίνδυνος αυξάνεται ιδιαίτερα στους μεγαλύτερους ηλικιακά ασθενείς και όταν συνυπάρχει ευπάθεια ή πολλαπλά χρόνια νοσήματα.

Αυξημένο κίνδυνο μπορεί επίσης να έχουν:

  • άτομα με σημαντική ανοσοκαταστολή,
  • ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες ή ενεργό καρκίνο,
  • λήπτες μεταμόσχευσης,
  • ασθενείς που λαμβάνουν συγκεκριμένες ανοσοκατασταλτικές θεραπείες,
  • άτομα με σοβαρή χρόνια πνευμονοπάθεια,
  • ασθενείς με σημαντική καρδιαγγειακή νόσο,
  • άτομα με χρόνια νεφρική νόσο,
  • ασθενείς με μη καλά ρυθμισμένο σακχαρώδη διαβήτη,
  • άτομα με σημαντική παχυσαρκία,
  • ασθενείς με πολλαπλές συννοσηρότητες ή αυξημένη ευπάθεια.

Η ύπαρξη ενός παράγοντα κινδύνου δεν σημαίνει ότι ο ασθενής θα νοσήσει σοβαρά. Αλλά επηρεάζει το πόσο γρήγορα πρέπει να επικοινωνήσει με γιατρό και κατά πόσο πρέπει να αξιολογηθεί για αντιιική θεραπεία.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή τα αντιιικά δεν αποτελούν θεραπεία που ξεκινά όταν ο ασθενής έχει ήδη επιδεινωθεί μετά από πολλές ημέρες. Η μεγαλύτερη αξία τους βρίσκεται στην έγκαιρη χορήγηση σε σωστά επιλεγμένους ασθενείς αυξημένου κινδύνου.

7COVID-19, γρίπη, RSV ή κοινό κρυολόγημα;

Η διάκριση μόνο από τα συμπτώματα είναι συχνά αδύνατη. Η γρίπη τείνει να προκαλεί συχνότερα απότομη έναρξη με υψηλό πυρετό, έντονες μυαλγίες και καταβολή, αλλά αυτό δεν ισχύει για κάθε ασθενή. Ο RSV μπορεί να προκαλέσει συριγμό και βρογχιολίτιδα στα βρέφη, αλλά στους ενήλικες μπορεί να μοιάζει απλώς με ίωση. Ο ρινοϊός μπορεί να προκαλεί κυρίως καταρροή και πονόλαιμο, αλλά και εδώ υπάρχουν επικαλύψεις.

ΛοίμωξηΣυχνή εικόναΧρήσιμο στοιχείοΕπιβεβαίωση
COVID-19Πονόλαιμος, βήχας, πυρετός, καταρροή, κόπωσηΜεγάλη ποικιλία συμπτωμάτωνAntigen ή PCR/NAAT
ΓρίπηΠυρετός, βήχας, μυαλγίες, καταβολήΣυχνά πιο απότομη έναρξηAntigen ή PCR
RSVΒήχας, καταρροή, συριγμόςΙδιαίτερη σημασία σε βρέφη και ηλικιωμένουςΕιδικό τεστ ή PCR
Κοινό κρυολόγημαΚαταρροή, φτέρνισμα, πονόλαιμος, βήχαςΣυνήθως ήπια εικόναΣυνήθως δεν απαιτείται εργαστηριακός έλεγχος

Όταν η ακριβής διάκριση αλλάζει τη θεραπεία ή είναι σημαντική για ευάλωτο ασθενή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα multiplex PCR αναπνευστικών ιών που ελέγχει ταυτόχρονα SARS-CoV-2, γρίπη Α/Β, RSV και, ανάλογα με το panel, επιπλέον αναπνευστικούς ιούς.

8Πότε χρειάζεται τεστ για COVID-19;

Δεν χρειάζεται κάθε ήπιος πονόλαιμος να οδηγεί αυτομάτως σε εργαστηριακό έλεγχο. Η αξία του τεστ εξαρτάται από το αν το αποτέλεσμα πρόκειται να αλλάξει κάποια πρακτική απόφαση.

Ένα τεστ έχει μεγαλύτερη αξία όταν:

  • υπάρχουν συμβατά συμπτώματα και το αποτέλεσμα επηρεάζει την επαφή με ευάλωτα άτομα,
  • ο ασθενής ανήκει σε ομάδα αυξημένου κινδύνου και μπορεί να είναι υποψήφιος για έγκαιρη αντιιική θεραπεία,
  • υπάρχει ανάγκη να διακριθεί COVID-19 από γρίπη ή άλλη λοίμωξη επειδή αλλάζει η θεραπευτική αντιμετώπιση,
  • πρόκειται για νοσοκομειακό ή ανοσοκατεσταλμένο ασθενή,
  • υπάρχει επιδημιολογική διερεύνηση σε κλειστή δομή ή μονάδα φροντίδας,
  • το αποτέλεσμα είναι απαραίτητο για συγκεκριμένη ιατρική διαδικασία.

Η χρονική στιγμή του τεστ έχει σημασία. Ένα antigen test πολύ νωρίς μετά από έκθεση ή αμέσως μόλις ξεκινήσει ένας ήπιος πονόλαιμος μπορεί να είναι αρνητικό επειδή το ιικό φορτίο δεν έχει ακόμη φτάσει σε επίπεδο που ανιχνεύεται εύκολα.

Όταν υπάρχει έντονη κλινική υποψία, ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν πρέπει να ερμηνεύεται αποκομμένο από το ιστορικό και τα συμπτώματα.

9Rapid antigen test: τι δείχνει και πόσο αξιόπιστο είναι;

Τα rapid antigen tests ανιχνεύουν πρωτεΐνες του SARS-CoV-2. Το βασικό τους πλεονέκτημα είναι η ταχύτητα. Μπορούν να δώσουν απάντηση σε λίγα λεπτά και είναι ιδιαίτερα χρήσιμα όταν υπάρχει αρκετό ιικό φορτίο.

Η ευαισθησία τους είναι όμως χαμηλότερη από την ευαισθησία των μοριακών τεχνικών. Αυτό σημαίνει ότι ένα θετικό αποτέλεσμα σε άτομο με συμβατά συμπτώματα έχει συνήθως μεγάλη διαγνωστική αξία, ενώ ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει πάντα λοίμωξη.

Το πρόβλημα είναι συχνότερο:

  • πολύ νωρίς στην πορεία της λοίμωξης,
  • σε ασυμπτωματικούς,
  • όταν η λήψη δείγματος δεν έγινε σωστά,
  • όταν το συγκεκριμένο τεστ έχει χαμηλότερη αναλυτική ευαισθησία,
  • όταν το δείγμα ή το kit δεν χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή.

Όταν ένα antigen test είναι αρνητικό αλλά υπάρχουν συμπτώματα συμβατά με COVID-19, συνήθως έχει νόημα η επανάληψη μετά από περίπου 48 ώρες ή η πραγματοποίηση μοριακού ελέγχου, ανάλογα με την κλινική ανάγκη.

Για ασυμπτωματικούς, η διαδοχική επανάληψη των antigen tests έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, επειδή η πιθανότητα να πραγματοποιηθεί το πρώτο τεστ πριν αυξηθεί αρκετά το ιικό φορτίο είναι μεγαλύτερη.

10PCR και NAAT για SARS-CoV-2

Η PCR ανήκει στις μοριακές εξετάσεις NAAT, δηλαδή στις τεχνικές που ανιχνεύουν γενετικό υλικό του ιού. Είναι γενικά πιο ευαίσθητη από ένα rapid antigen test και μπορεί να ανιχνεύσει μικρότερη ποσότητα ιικού RNA.

Αυτό είναι πλεονέκτημα όταν απαιτείται υψηλή διαγνωστική ευαισθησία. Ταυτόχρονα όμως εξηγεί γιατί η PCR μπορεί να παραμείνει θετική για κάποιο διάστημα μετά την κλινική ανάρρωση. Η ανίχνευση RNA δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ασθενής εξακολουθεί να είναι εξίσου μεταδοτικός.

Η PCR έχει ιδιαίτερη αξία όταν:

  • υπάρχει ισχυρή υποψία αλλά αρνητικό antigen test,
  • πρόκειται για ασθενή αυξημένου κινδύνου και απαιτείται αξιόπιστη διάγνωση,
  • η διάγνωση επηρεάζει σημαντική ιατρική απόφαση,
  • χρειάζεται ταυτόχρονος έλεγχος για περισσότερους αναπνευστικούς ιούς.

Το multiplex PCR αποτελεί ιδιαίτερα χρήσιμη επιλογή όταν η κλινική εικόνα δεν επιτρέπει διάκριση μεταξύ SARS-CoV-2, γρίπης Α/Β, RSV ή άλλων ιών. Δεν χρειάζεται όμως να πραγματοποιείται σε κάθε απλό κρυολόγημα.

Ένα θετικό PCR πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το πότε ξεκίνησαν τα συμπτώματα, αν υπήρξε προηγούμενη πρόσφατη COVID-19 και ποιος είναι ο λόγος που ζητήθηκε η εξέταση.

11Πώς ερμηνεύονται τα αποτελέσματα;

Θετικό antigen με συμβατά συμπτώματα: είναι πολύ πιθανό να αντιπροσωπεύει ενεργή λοίμωξη COVID-19.

Αρνητικό antigen με έντονα συμπτώματα: δεν αποκλείει COVID-19. Η επανάληψη μετά από περίπου 48 ώρες ή η μοριακή εξέταση μπορεί να είναι κατάλληλη.

Θετική PCR στην αρχή των συμπτωμάτων: είναι συμβατή με τρέχουσα λοίμωξη όταν ταιριάζει με το κλινικό ιστορικό.

Θετική PCR αρκετό διάστημα μετά την ανάρρωση: μπορεί να αντιπροσωπεύει υπολειπόμενο ιικό RNA και δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτόματα ως συνεχιζόμενη υψηλή μεταδοτικότητα.

Αρνητική PCR: μειώνει σημαντικά την πιθανότητα λοίμωξης αλλά δεν την καθιστά θεωρητικά μηδενική. Η ποιότητα του δείγματος, η θέση λήψης και η χρονική στιγμή επηρεάζουν κάθε εργαστηριακή εξέταση.

Η λογική «έχω συμπτώματα, έκανα ένα rapid αρνητικό, άρα αποκλείεται COVID» είναι λανθασμένη. Το ίδιο λανθασμένη είναι και η αντίστροφη λογική «η PCR είναι θετική, άρα είμαι οπωσδήποτε μεταδοτικός για όσο παραμένει θετική».

Τα αποτελέσματα πρέπει να απαντούν σε ένα συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα και όχι να αντιμετωπίζονται ως απομονωμένοι αριθμοί.

12Χρειάζονται εξετάσεις αίματος στην COVID-19;

Στην τυπική ήπια COVID-19 ενός νεότερου, κατά τα άλλα υγιούς ατόμου, δεν χρειάζεται συνήθως να γίνεται εκτεταμένος εργαστηριακός έλεγχος «επειδή βγήκε θετικό το τεστ».

Οι εξετάσεις αίματος αποκτούν μεγαλύτερη αξία όταν:

  • η λοίμωξη είναι πιο έντονη ή παρατεταμένη,
  • υπάρχει δύσπνοια,
  • ο ασθενής έχει σοβαρά υποκείμενα νοσήματα,
  • υπάρχει υποψία βακτηριακής επιπλοκής,
  • χρειάζεται αξιολόγηση νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας πριν από συγκεκριμένη θεραπεία,
  • υπάρχει υποψία θρόμβωσης ή άλλης επιπλοκής,
  • ο ασθενής πρόκειται να νοσηλευθεί.

Ανάλογα με το κλινικό ερώτημα μπορεί να ζητηθούν γενική αίματος, CRP, ουρία, κρεατινίνη, ηλεκτρολύτες, ηπατικά ένζυμα και άλλες εξετάσεις. Δεν υπάρχει όμως ένα ενιαίο «πακέτο COVID» που να είναι απαραίτητο για όλους.

Η εργαστηριακή αξιολόγηση πρέπει να καθοδηγείται από την κλινική εικόνα. Το να πραγματοποιούνται δεκάδες δείκτες σε έναν ασθενή με ήπιο πονόλαιμο, φυσιολογική αναπνοή και καλή γενική κατάσταση συνήθως δεν προσφέρει αντίστοιχη κλινική πληροφορία.

13CRP, γενική αίματος και D-Dimer

Η CRP είναι δείκτης φλεγμονής. Μπορεί να αυξηθεί στην COVID-19 αλλά δεν είναι ειδική για τον SARS-CoV-2. Αυξάνεται επίσης σε άλλες ιογενείς και βακτηριακές λοιμώξεις, σε φλεγμονώδεις παθήσεις και σε πολλές ακόμη καταστάσεις.

Μια αυξημένη CRP δεν σημαίνει αυτόματα ότι ο ασθενής χρειάζεται αντιβίωση. Αντίστοιχα, μια χαμηλή CRP δεν αντικαθιστά την κλινική εξέταση όταν υπάρχει δύσπνοια ή άλλη ανησυχητική εικόνα.

Η γενική αίματος μπορεί να δώσει πληροφορίες για λευκά αιμοσφαίρια, λεμφοκύτταρα, αιμοπετάλια, αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτη, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της τεστ διάγνωσης COVID-19.

Τα D-Dimer είναι δείκτης που σχετίζεται με ενεργοποίηση του συστήματος πήξης και ινωδόλυσης. Μπορούν να είναι αυξημένα σε σοβαρή COVID-19, αλλά επίσης αυξάνονται με την ηλικία, σε λοιμώξεις, μετά από χειρουργείο, σε κύηση, σε κακοήθειες και σε πολλές άλλες καταστάσεις.

Σημαντικό: αυξημένα D-Dimer σε ασθενή με COVID-19 δεν σημαίνουν αυτομάτως πνευμονική εμβολή και δεν αποτελούν λόγο για έναρξη αντιπηκτικού χωρίς ιατρική εκτίμηση.

Όταν υπάρχει κλινική υποψία θρόμβωσης, η αξιολόγηση βασίζεται στο σύνολο των συμπτωμάτων, των παραγόντων κινδύνου, της κλινικής εξέτασης και, όταν ενδείκνυται, της απεικόνισης.

14Οξύμετρο, ακτινογραφία και αξονική θώρακος

Το παλμικό οξύμετρο μετρά τον κορεσμό της αιμοσφαιρίνης σε οξυγόνο. Μπορεί να είναι χρήσιμο σε ασθενείς αυξημένου κινδύνου ή όταν υπάρχει υποψία αναπνευστικής επιβάρυνσης, αλλά η μέτρηση δεν είναι αλάνθαστη.

Κρύα χέρια, κίνηση, κακή περιφερική κυκλοφορία, λανθασμένη τοποθέτηση και άλλοι τεχνικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την ένδειξη. Μια απροσδόκητα χαμηλή τιμή πρέπει να επαναλαμβάνεται αφού ο ασθενής ηρεμήσει και το χέρι ζεσταθεί.

Η ακτινογραφία θώρακος δεν αποτελεί εξέταση ρουτίνας για κάθε θετικό COVID test. Χρησιμοποιείται όταν υπάρχει κλινική υποψία πνευμονίας, επίμονη δύσπνοια, υποξαιμία ή άλλος λόγος που προκύπτει από την ιατρική εξέταση.

Η αξονική θώρακος δίνει περισσότερες πληροφορίες αλλά συνοδεύεται από μεγαλύτερη ακτινοβολία και δεν πρέπει να γίνεται απλώς για «να δούμε τους πνεύμονες» σε έναν ασθενή με ήπια, ανεπίπλεκτη λοίμωξη.

Αντίστοιχα, η απουσία παθολογικών εργαστηριακών αποτελεσμάτων δεν πρέπει να καθυστερεί την κλινική αξιολόγηση ενός ασθενούς που δυσκολεύεται να αναπνεύσει.

15Αντιμετώπιση της ήπιας COVID-19 στο σπίτι

Οι περισσότεροι ασθενείς χωρίς παράγοντες υψηλού κινδύνου αντιμετωπίζονται υποστηρικτικά στο σπίτι. Στόχος είναι η επαρκής ενυδάτωση, η ανάπαυση και η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.

Χρήσιμα μέτρα μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • επαρκή λήψη υγρών,
  • ξεκούραση, ιδιαίτερα τις ημέρες με πυρετό και έντονη κόπωση,
  • αντιπυρετικό ή αναλγητικό όταν χρειάζεται και εφόσον επιτρέπεται για τον συγκεκριμένο ασθενή,
  • ελαφρά γεύματα όταν υπάρχει μειωμένη όρεξη,
  • αποφυγή έντονης άσκησης όσο υπάρχει πυρετός ή σημαντική κακουχία,
  • παρακολούθηση της αναπνοής και της γενικής κατάστασης.

Δεν υπάρχει λόγος ένας κατά τα άλλα υγιής ασθενής με ήπια νόσο να μετρά CRP, D-Dimer και οξυγόνο πολλές φορές την ημέρα χωρίς κλινική ένδειξη. Η υπερβολική αυτοπαρακολούθηση μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση και να οδηγήσει σε λανθασμένες παρεμβάσεις.

Αντίθετα, ο ηλικιωμένος ή ευάλωτος ασθενής πρέπει να έχει χαμηλότερο όριο επικοινωνίας με γιατρό. Η εμφάνιση δύσπνοιας, σύγχυσης, έντονης αδυναμίας ή επιδείνωσης ενός χρόνιου νοσήματος έχει μεγαλύτερη σημασία από το αν ο πυρετός είναι 37,8 ή 38,2°C.

Εάν το άτομο ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου, η επικοινωνία με γιατρό πρέπει να γίνει νωρίς και όχι μόνο αν η κατάσταση επιδεινωθεί, ώστε να εξεταστεί εγκαίρως αν υπάρχει ένδειξη αντιιικής θεραπείας.

16Αντιιική θεραπεία: ποιος μπορεί να τη χρειαστεί;

Η αντιιική θεραπεία δεν προορίζεται για κάθε νεότερο, υγιή άνθρωπο με ήπια COVID-19. Στόχος της είναι κυρίως η μείωση του κινδύνου εξέλιξης σε σοβαρή νόσο σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς αυξημένου κινδύνου.

Μία από τις διαθέσιμες θεραπείες είναι ο συνδυασμός νιρματρελβίρης/ριτοναβίρης (Paxlovid). Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά νωρίς στην πορεία της λοίμωξης και, σύμφωνα με τις εγκεκριμένες οδηγίες, μέσα σε πέντε ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων.

Το Paxlovid έχει σημαντικές φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις επειδή η ριτοναβίρη επηρεάζει ένζυμα που μεταβολίζουν πολλά άλλα φάρμακα. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να λαμβάνεται επειδή απλώς «κάποιος βγήκε θετικός». Απαιτείται έλεγχος της συνολικής φαρμακευτικής αγωγής, καθώς και αξιολόγηση νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας όπου χρειάζεται.

Η ρεμδεσιβίρη (Veklury) είναι επίσης αντιιικό φάρμακο και χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών σύμφωνα με τις εγκεκριμένες ενδείξεις και τα εκάστοτε θεραπευτικά πρωτόκολλα.

Η επιλογή θεραπείας εξαρτάται από:

  • την ηλικία,
  • τους παράγοντες κινδύνου,
  • το πόσες ημέρες έχουν περάσει από την έναρξη των συμπτωμάτων,
  • τη νεφρική και ηπατική λειτουργία,
  • τα φάρμακα που ήδη λαμβάνει ο ασθενής,
  • πιθανές αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις,
  • τις ισχύουσες εθνικές οδηγίες και τη διαθεσιμότητα.

Το σημαντικό πρακτικό μήνυμα είναι απλό: ο ασθενής αυξημένου κινδύνου πρέπει να ζητά ιατρική αξιολόγηση νωρίς, όχι όταν έχουν ήδη περάσει πολλές ημέρες.

17Αντιβιοτικά, κορτιζόνη και αντιπηκτικά: τι δεν πρέπει να γίνεται αυτόματα

Τα αντιβιοτικά δεν θεραπεύουν τον SARS-CoV-2. Αμοξικιλλίνη, αζιθρομυκίνη, κεφαλοσπορίνες και άλλα αντιβιοτικά δεν έχουν θέση στην απλή ιογενή COVID-19 χωρίς ένδειξη βακτηριακής λοίμωξης.

Το γεγονός ότι ο πυρετός συνεχίζεται για μερικές ημέρες ή ότι η CRP είναι αυξημένη δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη βακτηριακής επιπλοκής.

Αντιβιοτικό μπορεί να χρειαστεί όταν υπάρχει ξεχωριστή βακτηριακή διάγνωση, όπως ορισμένες περιπτώσεις βακτηριακής πνευμονίας, ωτίτιδας, ιγμορίτιδας ή άλλης τεκμηριωμένης λοίμωξης.

Η συστηματική κορτιζόνη επίσης δεν πρέπει να ξεκινά σε κάθε ασθενή με COVID-19. Τα κορτικοστεροειδή έχουν συγκεκριμένη θέση στη σοβαρή νόσο, ιδιαίτερα όταν απαιτείται οξυγόνο, αλλά μπορεί να είναι ακατάλληλα στην απλή πρώιμη λοίμωξη χωρίς υποξαιμία. Άλλη περίπτωση είναι ένας ασθενής που χρειάζεται κορτικοστεροειδές για ξεχωριστή πάθηση, όπως συγκεκριμένη παρόξυνση άσθματος, κάτι που αξιολογείται από τον θεράποντα.

Ούτε η ασπιρίνη ούτε τα αντιπηκτικά πρέπει να ξεκινούν προληπτικά στο σπίτι μόνο λόγω θετικού COVID test ή αυξημένων D-Dimer. Η αντιπηκτική θεραπεία έχει σαφείς ενδείξεις αλλά και σημαντικό κίνδυνο αιμορραγίας.

Αν ο ασθενής ήδη λαμβάνει αντιπηκτική ή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή για άλλο λόγο, δεν πρέπει να τη διακόπτει ή να την τροποποιεί χωρίς ιατρική οδηγία.

18Πρόληψη και προστασία των άλλων

Η πρόληψη της μετάδοσης δεν βασίζεται σε ένα μόνο μέτρο. Η πιο αποτελεσματική προσέγγιση είναι συνδυαστική και προσαρμόζεται στην κατάσταση.

Όταν κάποιος έχει πυρετό, έντονο βήχα ή άλλη οξεία αναπνευστική λοίμωξη, είναι λογικό να περιορίζει τις στενές επαφές και να αποφεύγει ιδιαίτερα την επαφή με ηλικιωμένους, ανοσοκατεσταλμένους και άλλα ευάλωτα άτομα.

Ο καλός αερισμός μειώνει τη συγκέντρωση μολυσμένων αναπνευστικών σωματιδίων σε εσωτερικούς χώρους. Η χρήση μάσκας καλής εφαρμογής προσφέρει επιπλέον προστασία σε περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να αποφευχθεί η στενή επαφή.

Η μάσκα έχει ιδιαίτερη αξία:

  • όταν ο ίδιος ο ασθενής πρέπει αναγκαστικά να βρεθεί κοντά σε άλλους,
  • όταν στο σπίτι υπάρχει ευάλωτο άτομο,
  • σε πολυσύχναστους εσωτερικούς χώρους κατά περιόδους αυξημένης κυκλοφορίας αναπνευστικών ιών,
  • σε χώρους υγειονομικής περίθαλψης όταν αυτό προβλέπεται ή κρίνεται αναγκαίο.

Η υπερβολική απολύμανση κάθε επιφάνειας δεν αποτελεί το κεντρικό μέτρο πρόληψης. Τα καθαρά χέρια είναι χρήσιμα, αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει η αναπνευστική οδός μετάδοσης.

Οι οδηγίες δημόσιας υγείας και τα υποχρεωτικά μέτρα μπορούν να αλλάζουν. Για αυτό οι παλαιές οδηγίες της πανδημικής περιόδου δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται αυτόματα ως σημερινός κανόνας. Σε ειδικά περιβάλλοντα, όπως νοσοκομεία και δομές φροντίδας, ισχύουν συχνά αυστηρότερα πρωτόκολλα.

19Εμβολιασμός έναντι COVID-19

Ο βασικός στόχος του εμβολιασμού είναι η μείωση του κινδύνου σοβαρής νόσησης, νοσηλείας και θανάτου. Τα εμβόλια δεν εξασφαλίζουν ότι ένας άνθρωπος δεν θα μολυνθεί ποτέ και δεν σημαίνουν ότι ένας εμβολιασμένος ασθενής δεν μπορεί να μεταδώσει τον SARS-CoV-2.

Η προστασία έναντι σοβαρής νόσου έχει μεγαλύτερη πρακτική σημασία για ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως οι ηλικιωμένοι και ορισμένοι ασθενείς με χρόνια νοσήματα ή ανοσοκαταστολή.

Οι συστάσεις για το ποιος πρέπει να λαμβάνει επικαιροποιημένη δόση, σε ποια ηλικία και με ποιο χρονικό διάστημα από προηγούμενη δόση ή λοίμωξη μεταβάλλονται ανάλογα με την περίοδο, τα διαθέσιμα εμβόλια και τις αποφάσεις της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών.

Για τον λόγο αυτό δεν είναι σωστό ένα στατικό άρθρο να δίνει έναν αριθμό δόσεων ως μόνιμη οδηγία για όλους. Η σωστή πρακτική είναι να ακολουθείται το ισχύον Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών και η εξατομικευμένη ιατρική σύσταση.

Η προηγούμενη λοίμωξη δημιουργεί ανοσολογική απάντηση, αλλά δεν εγγυάται μόνιμη προστασία. Επαναλοιμώξεις μπορούν να συμβούν, ιδιαίτερα καθώς ο ιός εξελίσσεται και η ανοσία μειώνεται με τον χρόνο.

20COVID-19 σε παιδιά, εγκυμοσύνη και ευπαθείς ομάδες

Παιδιά

Τα περισσότερα παιδιά εμφανίζουν ήπια νόσο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πυρετός με θετικό COVID test είναι αδιάφορος. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται βρέφη, παιδιά με σοβαρά χρόνια νοσήματα και παιδιά που παρουσιάζουν δύσπνοια, κυάνωση, αφυδάτωση, έντονη υπνηλία ή σημαντική επιδείνωση.

Στα παιδιά η COVID-19 μπορεί να μοιάζει με γρίπη, RSV, αδενοϊό ή κοινή ίωση. Ειδικά στα μικρότερα παιδιά, η κλινική κατάσταση, η αναπνοή και η ικανότητα λήψης υγρών έχουν μεγαλύτερη σημασία από τον αριθμό του πυρετού μόνο.

Εγκυμοσύνη

Η εγκυμοσύνη απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση. Μια έγκυος με θετικό τεστ και ήπια συμπτώματα δεν σημαίνει ότι θα εμφανίσει επιπλοκές, αλλά πρέπει να ενημερώνει τον γιατρό ή τον μαιευτήρα της, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν πρόσθετοι παράγοντες κινδύνου.

Η χρήση φαρμάκων στην εγκυμοσύνη δεν πρέπει να γίνεται με συμβουλές από το διαδίκτυο ή με φάρμακα που περίσσεψαν από άλλο μέλος της οικογένειας.

Ανοσοκαταστολή

Οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς αποτελούν ιδιαίτερη ομάδα. Μπορεί να έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής νόσου, διαφορετική ανταπόκριση στον εμβολιασμό και μεγαλύτερη διάρκεια αποβολής του ιού.

Για αυτούς τους ασθενείς έχει μεγάλη σημασία η έγκαιρη επικοινωνία με τη θεραπευτική ομάδα και η αξιολόγηση πιθανών αντιιικών επιλογών. Δεν πρέπει να περιμένουν αρκετές ημέρες «να δουν πώς θα πάει» εάν ανήκουν σε κατηγορία όπου η έγκαιρη θεραπεία μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο επιδείνωσης.

Ηλικιωμένοι

Στον ηλικιωμένο ασθενή δεν πρέπει να αναζητούμε μόνο υψηλό πυρετό. Ξαφνική σύγχυση, υπνηλία, πτώση, αδυναμία να σηκωθεί από το κρεβάτι, ανορεξία ή απορρύθμιση καρδιακής ανεπάρκειας και ΧΑΠ μπορεί να αποτελούν τα πρώτα σημεία σημαντικής λοίμωξης.

21Long COVID: όταν τα συμπτώματα επιμένουν

Ο όρος Long COVID ή μετα-COVID κατάσταση περιγράφει συμπτώματα που επιμένουν ή εμφανίζονται μετά την οξεία λοίμωξη και δεν εξηγούνται καλύτερα από άλλη διάγνωση.

Η εικόνα δεν είναι ίδια σε όλους. Συχνά αναφέρονται:

  • επίμονη κόπωση,
  • δύσπνοια ή μειωμένη αντοχή,
  • βήχας,
  • δυσκολία συγκέντρωσης ή «brain fog»,
  • διαταραχές μνήμης,
  • ταχυκαρδία ή αίσθημα παλμών,
  • διαταραχές ύπνου,
  • πονοκέφαλοι,
  • πόνοι μυών ή αρθρώσεων,
  • επίμονες διαταραχές όσφρησης ή γεύσης,
  • ζάλη, ιδιαίτερα στην όρθια θέση,
  • μεταβολές στην αντοχή μετά από σωματική ή πνευματική προσπάθεια.

Η Long COVID δεν διαγιγνώσκεται με μία συγκεκριμένη εξέταση αίματος. Η αξιολόγηση είναι κλινική και οι εξετάσεις επιλέγονται ανάλογα με τα συμπτώματα ώστε να αναζητηθούν άλλες αιτίες που μπορεί να θεραπευτούν.

Για παράδειγμα, επίμονη κόπωση μπορεί να χρειαστεί διερεύνηση για αναιμία, διαταραχές θυρεοειδούς, έλλειψη σιδήρου ή άλλες παθήσεις. Δύσπνοια μπορεί να απαιτήσει αξιολόγηση αναπνευστικού ή καρδιαγγειακού συστήματος. Ταχυκαρδία ή ζάλη μπορεί να χρειάζονται διαφορετική προσέγγιση.

Είναι επίσης σημαντικό να μην αποδίδεται αυτόματα κάθε νέο σύμπτωμα που εμφανίζεται μήνες μετά σε προηγούμενη COVID-19. Η χρονική συσχέτιση δεν αποδεικνύει αιτιότητα και μπορεί να υπάρχει διαφορετική πάθηση που απαιτεί διάγνωση.

Η πορεία της Long COVID ποικίλλει. Πολλοί ασθενείς βελτιώνονται σταδιακά, αλλά σε ένα μικρότερο ποσοστό τα συμπτώματα μπορούν να διαρκέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα και να επηρεάζουν ουσιαστικά εργασία, άσκηση και καθημερινότητα.

22Συχνές ερωτήσεις για την COVID-19

Μπορώ να έχω COVID-19 χωρίς πυρετό;

Ναι. Πολλοί ασθενείς εμφανίζουν πονόλαιμο, καταρροή, βήχα, κόπωση ή πονοκέφαλο χωρίς σημαντικό πυρετό. Η απουσία πυρετού δεν αποκλείει COVID-19.

Ένα αρνητικό rapid αποκλείει COVID-19;

Όχι. Τα antigen tests είναι λιγότερο ευαίσθητα από τα μοριακά τεστ και μπορεί να είναι αρνητικά νωρίς στην πορεία της λοίμωξης. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, μπορεί να χρειάζεται επανάληψη μετά από περίπου 48 ώρες ή PCR/NAAT.

PCR ή rapid: ποιο είναι καλύτερο;

Εξαρτάται από το ερώτημα. Το rapid είναι γρήγορο και χρήσιμο όταν το ιικό φορτίο είναι αρκετό. Η PCR είναι πιο ευαίσθητη και είναι προτιμότερη όταν χρειάζεται μεγαλύτερη διαγνωστική βεβαιότητα ή όταν υπάρχει αρνητικό rapid αλλά ισχυρή υποψία.

Για πόσο μπορεί να παραμένει θετική η PCR;

Η PCR μπορεί να ανιχνεύει υπολειπόμενο ιικό RNA ακόμη και μετά την κλινική ανάρρωση. Για αυτό ένα θετικό PCR αρκετό διάστημα μετά τη λοίμωξη δεν ισοδυναμεί αυτόματα με συνεχιζόμενη υψηλή μεταδοτικότητα.

Χρειάζομαι αντιβίωση αν έχω COVID-19;

Όχι για την ίδια την COVID-19. Ο SARS-CoV-2 είναι ιός και τα αντιβιοτικά δεν τον θεραπεύουν. Αντιβιοτικό χρησιμοποιείται μόνο όταν υπάρχει ξεχωριστή ένδειξη βακτηριακής λοίμωξης.

Αυξημένη CRP σημαίνει ότι χρειάζομαι αντιβίωση;

Όχι. Η CRP είναι μη ειδικός δείκτης φλεγμονής και μπορεί να αυξηθεί και σε ιογενείς λοιμώξεις. Η απόφαση για αντιβιοτικό βασίζεται στην κλινική εικόνα και σε συγκεκριμένη υποψία ή διάγνωση βακτηριακής λοίμωξης.

Πρέπει να κάνω D-Dimer επειδή έχω COVID-19;

Όχι ως εξέταση ρουτίνας σε κάθε ήπια λοίμωξη. Τα D-Dimer έχουν αξία όταν υπάρχει συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα, όπως υποψία θρομβοεμβολικής επιπλοκής, και πρέπει να ερμηνεύονται στο κατάλληλο κλινικό πλαίσιο.

Πρέπει να πάρω ασπιρίνη ή αντιπηκτικό προληπτικά;

Όχι χωρίς ιατρική ένδειξη. Η COVID-19 από μόνη της δεν αποτελεί λόγο έναρξης ασπιρίνης ή αντιπηκτικού στο σπίτι. Τα φάρμακα αυτά μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή αιμορραγία όταν χρησιμοποιούνται χωρίς σωστή ένδειξη.

Μπορώ να πάρω κορτιζόνη για τον βήχα;

Η συστηματική κορτιζόνη δεν αποτελεί θεραπεία ρουτίνας της απλής COVID-19 χωρίς υποξαιμία. Υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις για κορτικοστεροειδή στη σοβαρή νόσο ή σε άλλες παθήσεις, αλλά η απόφαση πρέπει να γίνεται από γιατρό.

Πότε πρέπει να ρωτήσω για Paxlovid;

Όσο το δυνατόν νωρίτερα εάν ανήκετε σε ομάδα αυξημένου κινδύνου. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μέσα στο κατάλληλο πρώιμο θεραπευτικό παράθυρο και απαιτεί αξιολόγηση φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων, νεφρικής λειτουργίας και άλλων παραγόντων.

Μπορώ να ξανακολλήσω COVID-19;

Ναι. Η προηγούμενη λοίμωξη μειώνει τον κίνδυνο για κάποιο διάστημα αλλά δεν δημιουργεί μόνιμη προστασία. Επαναλοιμώξεις μπορούν να συμβούν καθώς μειώνεται η ανοσία και εμφανίζονται νέες παραλλαγές.

Μπορεί ένας εμβολιασμένος να κολλήσει COVID-19;

Ναι. Ο κύριος στόχος του εμβολιασμού είναι η προστασία έναντι σοβαρής νόσου και όχι η εγγύηση ότι δεν θα συμβεί ποτέ λοίμωξη.

Ο βήχας μετά την COVID-19 σημαίνει ότι έχω ακόμη τον ιό;

Όχι απαραίτητα. Μεταλοιμώδης βήχας μπορεί να επιμένει μετά την οξεία φάση. Αν όμως ο βήχας επιδεινώνεται, συνοδεύεται από δύσπνοια, πόνο στο στήθος, νέο πυρετό ή αιμόπτυση, χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση.

Πώς καταλαβαίνω αν έχω Long COVID;

Δεν υπάρχει ένα μοναδικό τεστ. Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό, στην επιμονή ή εμφάνιση συμπτωμάτων μετά τη λοίμωξη και στον αποκλεισμό άλλων παθήσεων που μπορούν να εξηγήσουν την εικόνα.

Πότε η COVID-19 είναι επείγον περιστατικό;

Σοβαρή ή επιδεινούμενη δύσπνοια, επίμονος πόνος ή πίεση στο στήθος, κυάνωση, νέα σύγχυση, δυσκολία αφύπνισης, λιποθυμία, σοβαρή αφυδάτωση ή σημαντική επιδείνωση της γενικής κατάστασης απαιτούν άμεση ιατρική αξιολόγηση.

Βιβλιογραφία και επίσημες πηγές

  1. World Health Organization – Coronavirus disease (COVID-19), Fact Sheet
  2. World Health Organization – Clinical management of COVID-19: Living Guideline
  3. World Health Organization – Post COVID-19 Condition (Long COVID)
  4. European Centre for Disease Prevention and Control – COVID-19
  5. ECDC – COVID-19 Vaccination
  6. European Medicines Agency – Paxlovid
  7. European Medicines Agency – Veklury (Remdesivir)
  8. U.S. FDA – At-Home COVID-19 Diagnostic Tests: Frequently Asked Questions
  9. Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας – COVID-19: Οδηγίες
  10. Υπουργείο Υγείας – Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων

Ιατρική σημείωση: Το περιεχόμενο είναι ενημερωτικό και δεν αντικαθιστά την κλινική εξέταση ή την εξατομικευμένη ιατρική συμβουλή. Σε δύσπνοια, πόνο στο στήθος, σύγχυση, κυάνωση ή σημαντική επιδείνωση απαιτείται άμεση ιατρική αξιολόγηση.

 

Μικροβιολογικό Λαμία
Επισκόπηση απορρήτου

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για τη σωστή λειτουργία της και, εφόσον δώσετε συγκατάθεση, για την ανάλυση επισκεψιμότητας. Μπορείτε να αλλάξετε τις επιλογές σας οποιαδήποτε στιγμή από τις ρυθμίσεις cookies.