Αναβολικά και Καρδιά: Πίεση, Χοληστερίνη, Αρρυθμίες, Καρδιομυοπάθεια και Κίνδυνος Εμφράγματος
Τελευταία ενημέρωση:
Τι πρέπει να γνωρίζετε
Η μη ιατρική χρήση αναβολικών ανδρογόνων στεροειδών μπορεί να επηρεάσει την καρδιά και τα αγγεία με περισσότερους από έναν μηχανισμούς. Μπορεί να προκαλέσει σημαντική πτώση της HDL, αύξηση της LDL, άνοδο της αρτηριακής πίεσης και αύξηση του αιματοκρίτη. Σε μακροχρόνια χρήση έχουν επίσης περιγραφεί υπερτροφία και δυσλειτουργία της καρδιάς, στεφανιαία αθηροσκλήρωση, αρρυθμίες, καρδιομυοπάθεια και αυξημένος κίνδυνος σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων.
Ο εργαστηριακός έλεγχος μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση σημαντικών παραγόντων κινδύνου, αλλά δεν μπορεί μόνος του να αποκλείσει καρδιακή βλάβη. Αν υπάρχουν πόνος στο στήθος, δύσπνοια, συγκοπή, έντονοι ή παρατεταμένοι παλμοί ή σημαντική πτώση της αντοχής, απαιτείται ιατρική και ενδεχομένως καρδιολογική εκτίμηση.
Περιεχόμενα
1. Αναβολικά και καρδιαγγειακός κίνδυνος
2. Πώς επηρεάζουν την καρδιά και τα αγγεία
8. Υπερτροφία αριστερής κοιλίας
13. Ποια συμπτώματα χρειάζονται άμεση εκτίμηση
14. Βασικός εργαστηριακός έλεγχος
16. Γενική αίματος και αιματοκρίτης
19. ΗΚΓ, Holter και υπέρηχος καρδιάς
20. Τι συμβαίνει μετά τη διακοπή
1
Αναβολικά και καρδιαγγειακός κίνδυνος
Η καρδιά αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα όργανα που μπορεί να επηρεαστούν από τη μακροχρόνια μη ιατρική χρήση αναβολικών ανδρογόνων στεροειδών.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε έναν μόνο παράγοντα. Μπορούν να συνυπάρχουν μεταβολές στα λιπίδια, αύξηση της πίεσης, ερυθροκυττάρωση, αλλαγές στα αγγεία και δομικές ή λειτουργικές μεταβολές του ίδιου του μυοκαρδίου.
Σε μεγάλη μελέτη μακράς παρακολούθησης χρηστών αναβολικών καταγράφηκε υψηλότερη συχνότητα εμφράγματος, φλεβικής θρομβοεμβολής, αρρυθμιών, καρδιομυοπάθειας και καρδιακής ανεπάρκειας σε σύγκριση με ομάδα ελέγχου.
Πρόκειται κυρίως για παρατηρησιακά δεδομένα. Επομένως δεν μπορούμε να προβλέψουμε τον ατομικό κίνδυνο μόνο από το ιστορικό χρήσης, αλλά η συνολική εικόνα της βιβλιογραφίας δικαιολογεί ιδιαίτερη προσοχή.
2
Πώς επηρεάζουν την καρδιά και τα αγγεία;
Δεν υπάρχει ένας μοναδικός μηχανισμός. Οι πιθανές καρδιαγγειακές επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν:
- πτώση της HDL και δυσμενή μεταβολή της LDL,
- αύξηση της αρτηριακής πίεσης,
- αύξηση αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη,
- μεταβολές στη λειτουργία του αγγειακού ενδοθηλίου,
- αύξηση της αρτηριακής σκληρίας,
- επιτάχυνση της αθηροσκλήρωσης,
- αύξηση της μάζας της αριστερής κοιλίας,
- διαταραχή συστολικής ή διαστολικής λειτουργίας,
- πιθανή αύξηση της προδιάθεσης για αρρυθμίες και θρομβωτικά συμβάματα.
Η πραγματική επίδραση διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο και επηρεάζεται από τη διάρκεια έκθεσης, το συνολικό ιστορικό, την ηλικία, το κάπνισμα, την αρτηριακή πίεση, τα λιπίδια, το οικογενειακό ιστορικό και τη χρήση άλλων ουσιών.
3
Αναβολικά και αρτηριακή πίεση
Η αρτηριακή πίεση μπορεί να αυξηθεί κατά τη χρήση αναβολικών, αν και η αντίδραση δεν είναι ίδια σε όλους.
Πιθανοί μηχανισμοί είναι η κατακράτηση νατρίου και υγρών, οι μεταβολές του αγγειακού τόνου, η αυξημένη συμπαθητική δραστηριότητα και η μεταβολή της ελαστικότητας των αρτηριών.
Η υπέρταση έχει ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με αυξημένο αιματοκρίτη, δυσλιπιδαιμία ή υπερτροφία της αριστερής κοιλίας.
Μία μόνο μέτρηση στο ιατρείο δεν είναι πάντοτε αντιπροσωπευτική. Όταν υπάρχει υποψία υπέρτασης, ο ιατρός μπορεί να συστήσει επαναλαμβανόμενες μετρήσεις στο σπίτι ή 24ωρη καταγραφή πίεσης.
4
HDL, LDL και τριγλυκερίδια
Η επίδραση στα λιπίδια είναι μία από τις πιο σταθερά τεκμηριωμένες μεταβολές της χρήσης αναβολικών.
Η HDL μπορεί να μειωθεί σημαντικά, ενώ σε ορισμένους χρήστες αυξάνεται παράλληλα η LDL. Το αποτέλεσμα είναι ένα περισσότερο αθηρογόνο λιπιδαιμικό προφίλ.
Ιδιαίτερα χαμηλή HDL σε νέο ή μέσης ηλικίας άνδρα χωρίς προφανή άλλη εξήγηση μπορεί να αποτελέσει εργαστηριακό στοιχείο που οδηγεί τον ιατρό σε αναζήτηση χρήσης ανδρογόνων.
5
Στεφανιαία αθηροσκλήρωση
Η μακροχρόνια έκθεση σε αναβολικά έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερο αθηρωματικό φορτίο στις στεφανιαίες αρτηρίες.
Η σχέση αυτή είναι βιολογικά εύλογη, καθώς μπορεί να συνυπάρχουν χαμηλή HDL, υψηλότερη LDL, υπέρταση, αγγειακή δυσλειτουργία και άλλοι παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου.
Σε μελέτες με αξονική απεικόνιση των στεφανιαίων, η μεγαλύτερη συνολική έκθεση σε αναβολικά συσχετίστηκε με μεγαλύτερη επιβάρυνση από στεφανιαία αθηροσκλήρωση.
Η καλή φυσική κατάσταση ή η μεγάλη μυϊκή μάζα δεν αποκλείουν την ύπαρξη υποκλινικής στεφανιαίας νόσου.
6
Υψηλός αιματοκρίτης και καρδιά
Τα εξωγενή ανδρογόνα μπορούν να διεγείρουν την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων και να αυξήσουν την αιμοσφαιρίνη και τον αιματοκρίτη.
Όσο περισσότερο αυξάνεται ο αιματοκρίτης, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η σημασία της συνολικής κλινικής εικόνας, ειδικά όταν συνυπάρχουν αφυδάτωση, κάπνισμα, υπέρταση, υπνική άπνοια ή προηγούμενο θρομβωτικό επεισόδιο.
Δεν πρέπει κάθε αυξημένος αιματοκρίτης να αποδίδεται αυτόματα στα αναβολικά. Χρειάζεται να εξετάζονται και άλλες πιθανές αιτίες.
7
Πήξη, αιμοπετάλια και θρόμβωση
Έχουν περιγραφεί μεταβολές που μπορεί να ευνοούν ένα περισσότερο προθρομβωτικό περιβάλλον, όμως η πήξη είναι πολύ πιο σύνθετη από μία απλή μέτρηση αιμοπεταλίων ή INR.
Φυσιολογικός αριθμός αιμοπεταλίων δεν αποκλείει αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και ένα φυσιολογικό INR δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβεί θρόμβωση.
Ο εργαστηριακός έλεγχος της πήξης πρέπει να επιλέγεται ανάλογα με το ιστορικό και την κλινική ένδειξη και όχι ως τυφλό screening με μεγάλο αριθμό εξετάσεων.
8
Υπερτροφία αριστερής κοιλίας
Η αριστερή κοιλία είναι ο κύριος θάλαμος της καρδιάς που προωθεί το αίμα στη συστηματική κυκλοφορία.
Σε χρήστες αναβολικών έχει παρατηρηθεί αύξηση της μάζας και του πάχους του μυοκαρδίου. Αυτό δεν πρέπει να συγχέεται απλώς με τη φυσιολογική προσαρμογή της «αθλητικής καρδιάς».
Σε προοπτικές μελέτες παρατηρήθηκε αύξηση της μάζας της αριστερής κοιλίας κατά την περίοδο χρήσης, μαζί με επιδείνωση δεικτών συστολικής και διαστολικής λειτουργίας.
9
Καρδιομυοπάθεια
Καρδιομυοπάθεια σημαίνει παθολογική διαταραχή της δομής ή της λειτουργίας του καρδιακού μυός.
Η μακροχρόνια μη ιατρική χρήση αναβολικών έχει συσχετιστεί με αυξημένη μάζα της καρδιάς και μειωμένη λειτουργικότητα της αριστερής αλλά και της δεξιάς κοιλίας.
Ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι η καρδιομυοπάθεια μπορεί να παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς έντονα συμπτώματα. Η καλή εμφάνιση και η ικανότητα προπόνησης δεν αποτελούν αξιόπιστο τρόπο αποκλεισμού της.
10
Καρδιακή ανεπάρκεια
Όταν η καρδιακή λειτουργία μειωθεί αρκετά, μπορεί να εμφανιστεί καρδιακή ανεπάρκεια.
Πιθανά συμπτώματα είναι:
- δύσπνοια στην προσπάθεια,
- πτώση της αντοχής,
- δύσπνοια όταν κάποιος ξαπλώνει,
- οίδημα στα κάτω άκρα,
- ασυνήθιστη κόπωση,
- ταχυκαρδία ή αίσθημα παλμών.
Τα συμπτώματα αυτά δεν είναι ειδικά για καρδιακή ανεπάρκεια, αλλά όταν εμφανίζονται σε άτομο με ιστορικό μακροχρόνιας χρήσης αναβολικών απαιτούν ιατρική αξιολόγηση.
11
Αρρυθμίες, ταχυκαρδία και αίσθημα παλμών
Οι αρρυθμίες αποτελούν ακόμη μία πιθανή καρδιαγγειακή επιπλοκή.
Η εμφάνισή τους μπορεί να σχετίζεται με δομικές μεταβολές της καρδιάς, υπέρταση, διαταραχές ηλεκτρολυτών, αυξημένη συμπαθητική δραστηριότητα ή ταυτόχρονη χρήση άλλων διεγερτικών ουσιών.
Το αίσθημα παλμών δεν σημαίνει πάντα σοβαρή αρρυθμία. Μπορεί όμως να χρειάζεται ΗΚΓ ή Holter όταν είναι επαναλαμβανόμενο, παρατεταμένο ή συνοδεύεται από ζάλη, δύσπνοια, πόνο στο στήθος ή λιποθυμία.
12
Έμφραγμα, εγκεφαλικό και σοβαρά αγγειακά επεισόδια
Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι η μακροχρόνια έκθεση σε αναβολικά συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών επεισοδίων.
Σε μεγάλη μελέτη με περίπου 11 χρόνια παρακολούθησης, οι χρήστες αναβολικών εμφάνισαν υψηλότερο κίνδυνο οξέος εμφράγματος, επεμβάσεων στεφανιαίας επαναγγείωσης, φλεβικής θρομβοεμβολής, αρρυθμιών, καρδιομυοπάθειας και καρδιακής ανεπάρκειας.
Τα στοιχεία αυτά δεν σημαίνουν ότι κάθε χρήστης θα παρουσιάσει επιπλοκή. Δείχνουν όμως ότι η απουσία συμπτωμάτων σε νεαρή ηλικία δεν πρέπει να δημιουργεί ψευδή αίσθηση ασφάλειας.
13
Ποια συμπτώματα χρειάζονται άμεση ιατρική εκτίμηση;
Χρειάζεται επείγουσα αξιολόγηση όταν εμφανίζονται:
- έντονος ή επίμονος πόνος ή πίεση στο στήθος,
- ξαφνική ή σοβαρή δύσπνοια,
- λιποθυμία ή επεισόδιο απώλειας συνείδησης,
- παρατεταμένη ταχυκαρδία με ζάλη ή αδυναμία,
- αιφνίδια αδυναμία ή μούδιασμα στη μία πλευρά του σώματος,
- διαταραχή ομιλίας ή ξαφνική νευρολογική συμπτωματολογία,
- ξαφνικός πόνος και οίδημα στο ένα πόδι, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από δύσπνοια.
Σε τέτοια συμπτώματα δεν περιμένουμε έναν προγραμματισμένο εργαστηριακό έλεγχο για να αποφασίσουμε αν υπάρχει πρόβλημα.
14
Ποιες εξετάσεις αίματος έχουν πρακτική αξία;
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο «πακέτο καρδιάς για αναβολικά» κατάλληλο για όλους.
Ανάλογα με το ιστορικό και την κλινική εικόνα, ένας βασικός εργαστηριακός έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει:
- γενική αίματος με αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτη,
- ολική χοληστερόλη, LDL, HDL και τριγλυκερίδια,
- γλυκόζη νηστείας και, όπου ενδείκνυται, HbA1c,
- κρεατινίνη και eGFR,
- νάτριο και κάλιο,
- ηπατικά ένζυμα όταν χρειάζεται συνολική αξιολόγηση.
Η επιλογή επιπλέον εξετάσεων πρέπει να εξατομικεύεται.
15
Λιπιδαιμικός έλεγχος: δεν αρκεί μόνο η ολική χοληστερόλη
Η ολική χοληστερόλη από μόνη της μπορεί να αποκρύψει μία σημαντική μεταβολή του λιπιδαιμικού προφίλ.
Για παράδειγμα, μία μεγάλη πτώση της HDL μπορεί να είναι σημαντική ακόμη και όταν η ολική χοληστερόλη δεν φαίνεται ιδιαίτερα αυξημένη.
Γι’ αυτό έχει μεγαλύτερη αξία η αξιολόγηση του πλήρους λιπιδαιμικού προφίλ:
- ολική χοληστερόλη,
- LDL,
- HDL,
- τριγλυκερίδια,
- non-HDL χοληστερόλη.
Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο ιατρός μπορεί να ζητήσει επιπλέον δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως ApoB ή λιποπρωτεΐνη(a), ανάλογα με το συνολικό προφίλ κινδύνου.
16
Γενική αίματος: αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτης
Η γενική αίματος είναι μία από τις σημαντικότερες εξετάσεις παρακολούθησης όταν υπάρχει έκθεση σε εξωγενή ανδρογόνα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν:
- αιμοσφαιρίνη,
- αιματοκρίτης,
- αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων,
- αιμοπετάλια.
Η ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ενυδάτωση, το κάπνισμα, το υψόμετρο, την υπνική άπνοια και άλλους παράγοντες που μπορεί επίσης να αυξήσουν τον αιματοκρίτη.
17
Νεφρική λειτουργία και ηλεκτρολύτες
Κρεατινίνη, eGFR, νάτριο και κάλιο μπορεί να έχουν σημασία στη συνολική καρδιαγγειακή αξιολόγηση.
Η κρεατινίνη χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή σε άτομα με μεγάλη μυϊκή μάζα ή λήψη κρεατίνης, επειδή μπορεί να είναι αυξημένη χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη μείωση της πραγματικής νεφρικής λειτουργίας.
Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει κάθε αυξημένη κρεατινίνη να αποδίδεται αυτόματα στους μύες ή στην άσκηση.
18
Τροπονίνη και NT-proBNP: χρειάζονται προληπτικά;
Όχι ως εξετάσεις ρουτίνας σε κάθε ασυμπτωματικό άτομο.
Η τροπονίνη χρησιμοποιείται κυρίως όταν υπάρχει κλινική υποψία οξείας βλάβης του μυοκαρδίου, όπως σε πόνο στο στήθος ή άλλο συμβατό οξύ περιστατικό.
Το NT-proBNP ή BNP μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν υπάρχει υποψία καρδιακής ανεπάρκειας, για παράδειγμα σε ανεξήγητη δύσπνοια, οίδημα ή μειωμένη αντοχή.
Η φυσιολογική τροπονίνη σε έναν ασυμπτωματικό άνθρωπο δεν αποκλείει στεφανιαία αθηροσκλήρωση ή χρόνια καρδιομυοπάθεια.
19
Πότε χρειάζονται ΗΚΓ, Holter ή υπέρηχος καρδιάς;
Οι εξετάσεις αίματος δεν μπορούν να δείξουν το πάχος του μυοκαρδίου, το κλάσμα εξώθησης ή μία παροδική αρρυθμία.
Ανάλογα με τα συμπτώματα, τη διάρκεια έκθεσης και τα ευρήματα της κλινικής εξέτασης, ο καρδιολόγος μπορεί να χρησιμοποιήσει:
- ηλεκτροκαρδιογράφημα,
- Holter ρυθμού όταν υπάρχουν παλμοί ή υποψία αρρυθμίας,
- υπερηχογράφημα καρδιάς για μορφολογία και λειτουργία των κοιλιών,
- 24ωρη καταγραφή αρτηριακής πίεσης,
- και σε επιλεγμένες περιπτώσεις πιο εξειδικευμένη καρδιολογική απεικόνιση.
Δεν υπάρχει μία ενιαία εξέταση που να μπορεί να αποκλείσει όλες τις πιθανές καρδιαγγειακές επιπτώσεις.
20
Επανέρχεται η καρδιά μετά τη διακοπή;
Η απάντηση δεν είναι ίδια σε όλους.
Η προοπτική μελέτη HAARLEM έδειξε ότι σε μία ομάδα χρηστών οι μεταβολές της καρδιακής λειτουργίας και της μάζας της αριστερής κοιλίας που εμφανίστηκαν κατά τη χρήση επέστρεψαν προς τα αρχικά επίπεδα μετά τη διακοπή.
Ωστόσο, άλλες μελέτες σε άτομα με μακροχρόνια έκθεση έχουν βρει υπολειπόμενες διαταραχές της λειτουργίας της καρδιάς ακόμη και χρόνια μετά τη διακοπή.
Επομένως, η διακοπή μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση, αλλά δεν μπορεί να δοθεί εγγύηση πλήρους αναστροφής κάθε καρδιακής βλάβης, ιδιαίτερα μετά από πολυετή έκθεση.
21
Ιατρική θεραπεία τεστοστερόνης και μη ιατρική χρήση δεν είναι το ίδιο
Είναι σημαντικό να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην ιατρικά ενδεδειγμένη θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης και στη χρήση αναβολικών ή ανδρογόνων για αύξηση μυϊκής μάζας ή απόδοσης.
Η ιατρική θεραπεία εφαρμόζεται σε συγκεκριμένη διάγνωση, με στόχο φυσιολογικά επίπεδα και οργανωμένη παρακολούθηση.
Η βιβλιογραφία για τις καρδιαγγειακές επιπτώσεις της κατάχρησης αναβολικών αφορά κυρίως μη ιατρική έκθεση σε υπερφυσιολογικά επίπεδα, συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα και με ταυτόχρονη χρήση πολλών ουσιών.
Δεν πρέπει επομένως να μεταφέρονται αυτόματα τα δεδομένα της κατάχρησης σε κάθε ασθενή που λαμβάνει ιατρικά τεστοστερόνη.
22
Πρακτική προσέγγιση: τι έχει πραγματικά σημασία;
Ο καρδιαγγειακός κίνδυνος δεν πρέπει να εκτιμάται από μία μόνο εξέταση.
Χρήσιμη συνολική εικόνα:
- αρτηριακή πίεση,
- HDL, LDL και τριγλυκερίδια,
- αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτης,
- γλυκόζη και μεταβολικοί παράγοντες κινδύνου,
- νεφρική λειτουργία και ηλεκτρολύτες,
- κάπνισμα και οικογενειακό ιστορικό,
- διάρκεια έκθεσης σε αναβολικά,
- συμπτώματα και μεταβολή της φυσικής αντοχής.
Όταν υπάρχουν συμπτώματα ή σημαντικοί παράγοντες κινδύνου, η εργαστηριακή εικόνα πρέπει να συνδυάζεται με κλινική και ενδεχομένως καρδιολογική αξιολόγηση.
Ένα «καλό» αποτέλεσμα χοληστερίνης ή μία φυσιολογική γενική αίματος δεν αρκεί από μόνο του για να αποδείξει ότι η καρδιά δεν έχει επηρεαστεί.
Χρήσιμες σελίδες
Βιβλιογραφία και επιστημονικές πηγές
- Baggish AL, et al. Cardiovascular Toxicity of Illicit Anabolic-Androgenic Steroid Use. Circulation. 2017.
PubMed - Cardiovascular Disease in Anabolic Androgenic Steroid Users. Μακροχρόνια μελέτη καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε χρήστες αναβολικών.
PubMed - Smit DL, et al. Anabolic Androgenic Steroids Induce Reversible Left Ventricular Hypertrophy and Cardiac Dysfunction – Echocardiography Results of the HAARLEM Study.
PubMed - Anawalt BD. Diagnosis and Management of Anabolic Androgenic Steroid Use. Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism. 2019.
JCEM - Bjørnebekk A, et al. Cardiac systolic dysfunction in past illicit users of anabolic androgenic steroids.
PubMed - Illicit Anabolic Steroid Use and Cardiovascular Status in Men and Women.
PubMed
Ιατρική σημείωση: Το περιεχόμενο είναι ενημερωτικό και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική ή καρδιολογική αξιολόγηση. Η επιλογή εξετάσεων εξαρτάται από το ιστορικό, τα συμπτώματα, τα φάρμακα ή άλλες ουσίες και τα προηγούμενα αποτελέσματα.

