Unimazole – Θειαμαζόλη: Χρήσεις, Δοσολογία, TSH, FT4, FT3 και Εξετάσεις Παρακολούθησης
Τελευταία ενημέρωση:
Τι πρέπει να γνωρίζετε για το Unimazole
Το Unimazole είναι αντιθυρεοειδικό φάρμακο με δραστική ουσία τη θειαμαζόλη, γνωστή διεθνώς και ως methimazole. Χρησιμοποιείται για τη μείωση της παραγωγής θυρεοειδικών ορμονών σε καταστάσεις υπερθυρεοειδισμού, ιδιαίτερα στη νόσο Graves, όταν η φαρμακευτική θεραπεία αποτελεί κατάλληλη επιλογή.
Η εργαστηριακή παρακολούθηση έχει κεντρικό ρόλο. Οι FT4 και FT3 δείχνουν πόσο ενεργός παραμένει ο υπερθυρεοειδισμός και είναι ιδιαίτερα χρήσιμες κατά τις πρώτες εβδομάδες θεραπείας. Η TSH παρακολουθείται επίσης, αλλά μπορεί να παραμένει πολύ χαμηλή για αρκετό διάστημα ακόμη και όταν οι ελεύθερες ορμόνες έχουν αρχίσει να βελτιώνονται.
Παράλληλα, η γενική αίματος με λευκοκυτταρικό τύπο και ο ηπατικός έλεγχος έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ασφάλεια. Πυρετός ή έντονος πονόλαιμος κατά τη λήψη θειαμαζόλης απαιτούν άμεση ιατρική επικοινωνία και έλεγχο λευκών/ουδετεροφίλων, επειδή η ακοκκιοκυτταραιμία είναι σπάνια αλλά σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια.
Περιεχόμενα
- Τι είναι το Unimazole
- Τι είναι η θειαμαζόλη
- Πότε χρησιμοποιείται
- Πώς δρα στον θυρεοειδή
- Unimazole στην Ελλάδα και συνταγογράφηση
- Δοσολογία και τρόπος λήψης
- Πότε αρχίζει να δρα
- TSH, FT4 και FT3 στην παρακολούθηση
- Γιατί η TSH μπορεί να παραμένει χαμηλή
- TRAb και νόσος Graves
- Γενική αίματος και ακοκκιοκυτταραιμία
- Ηπατικές εξετάσεις και Unimazole
- Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σοβαρά συμπτώματα που χρειάζονται άμεση αξιολόγηση
- Αλληλεπιδράσεις και άλλα φάρμακα
- Εγκυμοσύνη και προσπάθεια σύλληψης
- Θηλασμός
- Παιδιά, ηλικιωμένοι και ειδικές ομάδες
- Παράλειψη δόσης και υπερδοσολογία
- Διάρκεια θεραπείας και πιθανότητα υποτροπής
- Πρακτικός εργαστηριακός έλεγχος
- Συχνές ερωτήσεις
1
Τι είναι το Unimazole
Το Unimazole είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού. Περιέχει θειαμαζόλη και ανήκει στα αντιθυρεοειδικά φάρμακα, δηλαδή στα φάρμακα που μειώνουν τη σύνθεση νέων θυρεοειδικών ορμονών από τον θυρεοειδή αδένα.
Ο υπερθυρεοειδισμός σημαίνει ότι ο οργανισμός εκτίθεται σε υπερβολική ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών. Μπορεί να εκδηλωθεί με ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, τρόμο στα χέρια, εφίδρωση, δυσανεξία στη ζέστη, νευρικότητα, αϋπνία, μυϊκή αδυναμία, αυξημένες κενώσεις και απώλεια βάρους παρά τη φυσιολογική ή αυξημένη όρεξη.
Το Unimazole δεν είναι φάρμακο που πρέπει να ξεκινά, να διακόπτεται ή να αλλάζει δόση αποκλειστικά με βάση ένα μεμονωμένο αποτέλεσμα TSH. Η θεραπεία ρυθμίζεται από τον θεράποντα ιατρό με βάση την αιτία του υπερθυρεοειδισμού, τα συμπτώματα, τις FT4 και FT3, την TSH, την ηλικία, τυχόν καρδιολογικά προβλήματα, την εγκυμοσύνη και άλλους παράγοντες.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της θεραπείας είναι ότι η εργαστηριακή παρακολούθηση δεν αφορά μόνο την αποτελεσματικότητα. Χρησιμοποιείται επίσης για την έγκαιρη αναγνώριση σπάνιων αλλά σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών στο αίμα ή στο ήπαρ.
2
Τι είναι η θειαμαζόλη
Η δραστική ουσία του Unimazole είναι η θειαμαζόλη. Στη διεθνή βιβλιογραφία θα τη συναντήσετε πολύ συχνά με την ονομασία methimazole. Πρόκειται ουσιαστικά για την ίδια δραστική ουσία με διαφορετική ονοματολογία.
Η θειαμαζόλη ανήκει στα θειοναμίδια, μια ομάδα αντιθυρεοειδικών φαρμάκων που αναστέλλουν κρίσιμα στάδια στη σύνθεση των ορμονών Τ4 και Τ3. Η δράση της πραγματοποιείται στον ίδιο τον θυρεοειδή.
Η θειαμαζόλη δεν «καταστρέφει» τις θυρεοειδικές ορμόνες που έχουν ήδη παραχθεί και αποθηκευτεί. Για τον λόγο αυτό ο ασθενής δεν γίνεται ευθυρεοειδικός αμέσως μετά την πρώτη δόση. Χρειάζεται χρόνος ώστε να χρησιμοποιηθούν οι ήδη αποθηκευμένες ορμόνες και να μειωθεί σταδιακά η ποσότητα Τ4 και Τ3 που κυκλοφορεί στο αίμα.
Αυτό εξηγεί γιατί η κλινική βελτίωση και οι μεταβολές στις εξετάσεις παρακολουθούνται σε εβδομάδες και όχι σε ώρες. Εξηγεί επίσης γιατί στην αρχή μπορεί να χρησιμοποιηθεί παράλληλα, όταν υπάρχει ένδειξη, διαφορετικό φάρμακο για τον έλεγχο συμπτωμάτων όπως η ταχυκαρδία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το δεύτερο φάρμακο θεραπεύει την υπερπαραγωγή θυρεοειδικών ορμονών.
3
Πότε χρησιμοποιείται
Η θειαμαζόλη χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού. Η συχνότερη περίπτωση στην οποία συζητείται είναι η νόσος Graves, μια αυτοάνοση πάθηση στην οποία αντισώματα διεγείρουν τον υποδοχέα της TSH και οδηγούν τον θυρεοειδή σε υπερπαραγωγή ορμονών.
Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε επιλεγμένους ασθενείς με τοξικό αδένωμα ή τοξική πολυοζώδη βρογχοκήλη, ως θεραπεία ή ως μέσο ελέγχου του υπερθυρεοειδισμού πριν από άλλη οριστική αντιμετώπιση. Η ακριβής στρατηγική εξαρτάται από το αίτιο, την ηλικία, το μέγεθος του θυρεοειδούς, τους όζους, τη βαρύτητα της νόσου και τις προτιμήσεις του ασθενούς.
Δεν αντιμετωπίζονται όμως όλες οι μορφές θυρεοτοξίκωσης με θειαμαζόλη. Για παράδειγμα, όταν η αύξηση των ορμονών οφείλεται κυρίως σε καταστροφή θυρεοειδικού ιστού και απελευθέρωση ήδη αποθηκευμένων ορμονών, όπως μπορεί να συμβεί σε ορισμένες θυρεοειδίτιδες, ένα φάρμακο που εμποδίζει τη δημιουργία νέων ορμονών μπορεί να έχει μικρότερη ή καθόλου θεραπευτική αξία.
Γι’ αυτό πριν από τη θεραπεία έχει σημασία να γνωρίζουμε όχι μόνο ότι η TSH είναι χαμηλή, αλλά και γιατί είναι χαμηλή.
4
Πώς δρα στον θυρεοειδή
Ο θυρεοειδής χρειάζεται ιώδιο για να δημιουργήσει τις ορμόνες θυροξίνη (Τ4) και τριιωδοθυρονίνη (Τ3). Ένα από τα βασικά ένζυμα της διαδικασίας είναι η θυρεοειδική υπεροξειδάση.
Η θειαμαζόλη αναστέλλει διαδικασίες που εξαρτώνται από αυτό το ένζυμο και μειώνει την ενσωμάτωση ιωδίου και τη σύνθεση νέων θυρεοειδικών ορμονών. Με τον χρόνο, η παραγωγή Τ4 και Τ3 μειώνεται και οι συγκεντρώσεις των ορμονών στο αίμα κατευθύνονται προς το επιθυμητό εύρος.
Η δράση αυτή είναι διαφορετική από εκείνη της χειρουργικής αφαίρεσης του θυρεοειδούς ή της θεραπείας με ραδιενεργό ιώδιο. Η φαρμακευτική θεραπεία δεν αφαιρεί τον αδένα. Ελέγχει τη λειτουργία του όσο χορηγείται και, στη νόσο Graves, σε ένα ποσοστό ασθενών μπορεί να ακολουθήσει μακροχρόνια ύφεση μετά από κατάλληλη περίοδο θεραπείας.
Η ισορροπία είναι σημαντική: πολύ μικρή δόση μπορεί να αφήσει τον ασθενή υπερθυρεοειδικό, ενώ υπερβολική καταστολή της παραγωγής ορμονών μπορεί να οδηγήσει σε υποθυρεοειδική εικόνα. Για αυτό χρησιμοποιούνται επαναλαμβανόμενες εξετάσεις και όχι μία σταθερή δόση χωρίς επανεκτίμηση.
5
Unimazole στην Ελλάδα και συνταγογράφηση
Το Unimazole είναι ελληνικό εμπορικό σκεύασμα θειαμαζόλης. Στο Εθνικό Συνταγολόγιο αναφέρονται δισκία των 5 mg, 10 mg και 20 mg. Η ακριβής διαθεσιμότητα κάθε περιεκτικότητας μπορεί να μεταβάλλεται και πρέπει να επιβεβαιώνεται κατά τον χρόνο της συνταγογράφησης ή της εκτέλεσης της συνταγής.
Για τη συσκευασία Unimazole 5 mg που ελέγχθηκε κατά την ενημέρωση του παρόντος άρθρου, η σχετική καταχώρηση εμφανίζει το φάρμακο ως σε κυκλοφορία, καταχωρημένο στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση της ΗΔΥΚΑ και ενταγμένο στη θετική λίστα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ασθενής πληρώνει πάντοτε το ίδιο ποσό. Η τελική επιβάρυνση εξαρτάται από την ασφαλιστική τιμή, τη συμμετοχή που αντιστοιχεί στη διάγνωση, τυχόν διαφορά λιανικής και ασφαλιστικής τιμής και τις ισχύουσες ρυθμίσεις κατά τον χρόνο της συνταγογράφησης.
Επειδή οι θετικές λίστες, οι τιμές και οι όροι αποζημίωσης μπορούν να μεταβάλλονται, οι πληροφορίες αυτές πρέπει να θεωρούνται χρονικά εξαρτώμενες και να ελέγχονται στην εκάστοτε ενεργή ηλεκτρονική συνταγή.
6
Δοσολογία και τρόπος λήψης
Η δόση του Unimazole δεν είναι ίδια για όλους. Καθορίζεται κυρίως από τη βαρύτητα του υπερθυρεοειδισμού και τις συγκεντρώσεις FT4 και FT3, αλλά επηρεάζεται επίσης από την αιτία του υπερθυρεοειδισμού, την ηλικία, το βάρος, την εγκυμοσύνη και την παρουσία άλλων νοσημάτων.
Το ελληνικό Εθνικό Συνταγολόγιο αναφέρει για τη θειαμαζόλη αρχικές συνολικές ημερήσιες δόσεις που μπορεί να κυμαίνονται από 10 έως 60 mg, ανάλογα με τη βαρύτητα, και δόσεις συντήρησης περίπου 5 έως 30 mg ημερησίως. Αυτές οι τιμές αποτελούν φαρμακολογικές πληροφορίες και δεν αποτελούν οδηγία αυτοθεραπείας.
Σε σύγχρονες στρατηγικές τιτλοποίησης επιδιώκεται συνήθως η μικρότερη αποτελεσματική δόση που διατηρεί τις θυρεοειδικές ορμόνες στο επιθυμητό εύρος. Όταν οι FT4 και FT3 μειωθούν, η αρχική δόση συχνά χρειάζεται προσαρμογή.
Ο ασθενής πρέπει να ακολουθεί ακριβώς το σχήμα που έχει γράψει ο θεράπων ιατρός. Η αυθαίρετη αύξηση επειδή η TSH παραμένει χαμηλή μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική καταστολή του θυρεοειδούς, επειδή η TSH μπορεί να αργεί να ανακάμψει περισσότερο από τις FT4 και FT3.
7
Πότε αρχίζει να δρα
Η θειαμαζόλη αρχίζει να αναστέλλει την παραγωγή νέων ορμονών μετά τη χορήγησή της, αλλά ο ασθενής δεν πρέπει να περιμένει άμεση εξάλειψη των συμπτωμάτων. Ο θυρεοειδής έχει ήδη αποθηκευμένη ποσότητα ορμονών και η Τ4 έχει σχετικά μεγάλη διάρκεια παραμονής στην κυκλοφορία.
Για αυτό η βιοχημική και κλινική βελτίωση εξελίσσεται συνήθως μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Η ταχυκαρδία, ο τρόμος, η εφίδρωση και η έντονη νευρικότητα μπορεί να χρειαστούν διαφορετικό χρονικό διάστημα για να υποχωρήσουν.
Η πρώτη επανεκτίμηση των θυρεοειδικών ορμονών γίνεται συχνά μέσα σε μερικές εβδομάδες από την έναρξη ή σημαντική αλλαγή της δόσης. Το ακριβές διάστημα καθορίζεται από τον γιατρό με βάση τη βαρύτητα του υπερθυρεοειδισμού.
Το σημαντικό είναι ότι η αξιολόγηση δεν γίνεται με το ερώτημα «έπεσε η TSH;» μόνο. Στις πρώτες εβδομάδες οι FT4 και FT3 παρέχουν συχνά πιο άμεση πληροφορία για το αν η παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών ελέγχεται επαρκώς.
8
TSH, FT4 και FT3 στην παρακολούθηση
Η παρακολούθηση με TSH, FT4 και FT3 είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία στη θεραπεία με Unimazole.
FT4: δείχνει το ελεύθερο κλάσμα της θυροξίνης και αποτελεί βασικό δείκτη της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Μια πολύ υψηλή FT4 που μειώνεται προς το φυσιολογικό δείχνει ότι ο βιοχημικός υπερθυρεοειδισμός υποχωρεί.
FT3: είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στον υπερθυρεοειδισμό, επειδή σε ορισμένους ασθενείς η Τ3 μπορεί να παραμένει αυξημένη ακόμη και όταν η FT4 έχει ήδη βελτιωθεί. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις «Τ3-θυρεοτοξίκωσης», όπου η Τ3 είναι δυσανάλογα αυξημένη.
TSH: είναι εξαιρετικά ευαίσθητος δείκτης της λειτουργίας του άξονα υπόφυσης–θυρεοειδούς, αλλά έχει ένα μειονέκτημα κατά την αρχική θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού: μπορεί να παραμένει κατασταλμένη για εβδομάδες ή ακόμη και περισσότερο μετά την ομαλοποίηση των ελεύθερων ορμονών.
Γι’ αυτό η δόση στις πρώτες φάσεις δεν πρέπει να ρυθμίζεται μόνο με βάση τη TSH. Η σωστή εικόνα προκύπτει από τον συνδυασμό TSH, FT4, FT3, συμπτωμάτων και χρονικού διαστήματος από την τελευταία αλλαγή της θεραπείας.
Δείτε αναλυτικά: FT4 και FT3: Ελεύθερες Ορμόνες Θυρεοειδούς και TSH.
9
Γιατί η TSH μπορεί να παραμένει χαμηλή
Ένα από τα συχνότερα σημεία σύγχυσης είναι η επιμονή πολύ χαμηλής TSH παρότι ο ασθενής παίρνει θεραπεία και η FT4 έχει ήδη μειωθεί.
Στον υπερθυρεοειδισμό η υπόφυση έχει προηγουμένως εκτεθεί σε υψηλές συγκεντρώσεις θυρεοειδικών ορμονών. Η έκκριση TSH καταστέλλεται έντονα και η ανάκαμψη αυτού του μηχανισμού δεν γίνεται αμέσως.
Έτσι μπορεί να υπάρξει ένα χρονικό διάστημα στο οποίο:
- η FT4 έχει επιστρέψει στο φυσιολογικό,
- η FT3 έχει φυσιολογικοποιηθεί ή πλησιάζει το φυσιολογικό,
- ο ασθενής αισθάνεται σαφώς καλύτερα,
- αλλά η TSH παραμένει πολύ χαμηλή.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το Unimazole «δεν δουλεύει». Αντίθετα, η αύξηση της δόσης αποκλειστικά για να ανέβει γρηγορότερα η TSH μπορεί να οδηγήσει σε πολύ χαμηλές FT4/FT3 και φαρμακευτικό υποθυρεοειδισμό.
Όταν η θεραπεία σταθεροποιηθεί, η TSH αποκτά ξανά μεγαλύτερη χρησιμότητα στην παρακολούθηση. Η ερμηνεία λοιπόν εξαρτάται από τη φάση της θεραπείας.
10
TRAb και νόσος Graves
Όταν ο υπερθυρεοειδισμός οφείλεται στη νόσο Graves, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα TRAb, δηλαδή τα αντισώματα κατά του υποδοχέα της TSH.
Τα TRAb δεν χρησιμοποιούνται με τον ίδιο τρόπο όπως η FT4 και η FT3. Οι ελεύθερες ορμόνες δείχνουν πόσο υπερθυρεοειδικός είναι ο ασθενής αυτή τη στιγμή, ενώ τα TRAb βοηθούν κυρίως να τεκμηριωθεί το αυτοάνοσο υπόβαθρο και, σε επιλεγμένες φάσεις, να εκτιμηθεί η δραστηριότητα της νόσου.
Ένας ασθενής με κατασταλμένη TSH, αυξημένη FT4 ή/και FT3 και θετικά TRAb έχει ένα εργαστηριακό μοτίβο ιδιαίτερα συμβατό με Graves όταν συμφωνεί και η κλινική εικόνα.
Τα TRAb μπορεί επίσης να αποκτούν σημασία προς το τέλος μιας θεραπευτικής περιόδου, όταν ο ενδοκρινολόγος εκτιμά την πιθανότητα ύφεσης ή υποτροπής. Δεν υπάρχει όμως ένας συγκεκριμένος αριθμός που να προβλέπει με απόλυτη βεβαιότητα τι θα συμβεί.
Στην εγκυμοσύνη τα TRAb έχουν επιπλέον σημασία επειδή μπορούν να περάσουν τον πλακούντα. Για τον λόγο αυτό η διαχείριση της Graves σε κύηση ακολουθεί ειδικό πρωτόκολλο.
Δείτε επίσης: Νόσος Graves: Συμπτώματα, TRAb, TSH και Θεραπεία.
11
Γενική αίματος και ακοκκιοκυτταραιμία
Η γενική αίματος με λευκοκυτταρικό τύπο είναι ιδιαίτερα σημαντική στη θεραπεία με θειαμαζόλη εξαιτίας μιας σπάνιας αλλά σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας: της ακοκκιοκυτταραιμίας.
Στην ακοκκιοκυτταραιμία μειώνονται σε επικίνδυνο βαθμό τα ουδετερόφιλα, τα λευκά αιμοσφαίρια που αποτελούν βασική γραμμή άμυνας απέναντι σε βακτηριακές λοιμώξεις.
Το κρίσιμο πρακτικό μήνυμα είναι ότι ο ασθενής που λαμβάνει Unimazole και εμφανίσει πυρετό, έντονο πονόλαιμο, στοματικά έλκη ή άλλα έντονα σημεία λοίμωξης πρέπει να επικοινωνήσει άμεσα με γιατρό. Συνήθως απαιτείται άμεση γενική αίματος με τύπο και αξιολόγηση του απόλυτου αριθμού ουδετεροφίλων.
Δεν πρέπει να θεωρείται ότι μια φυσιολογική γενική αίματος πριν από λίγες εβδομάδες αποκλείει την επιπλοκή, επειδή η ουδετεροπενία μπορεί να εμφανιστεί σχετικά απότομα. Για αυτό η εκπαίδευση του ασθενούς για τα προειδοποιητικά συμπτώματα έχει τόσο μεγάλη σημασία.
Πριν από την έναρξη αντιθυρεοειδικής θεραπείας συχνά είναι χρήσιμο να υπάρχει μία αρχική γενική αίματος, ώστε να γνωρίζουμε τις βασικές τιμές WBC και ουδετεροφίλων.
Για την ερμηνεία των λευκών δείτε: Λευκοκυτταρικός Τύπος: NEUT, LYM, MONO και EOS.
12
Ηπατικές εξετάσεις και Unimazole
Η θειαμαζόλη μπορεί σπάνια να προκαλέσει ηπατική βλάβη. Παράλληλα όμως και ο ίδιος ο έντονος υπερθυρεοειδισμός μπορεί να συνοδεύεται από μεταβολές στις ηπατικές δοκιμασίες. Για αυτό έχει μεγάλη αξία να γνωρίζουμε το σημείο εκκίνησης.
Ο βασικός ηπατικός έλεγχος μπορεί, ανάλογα με το κλινικό ερώτημα, να περιλαμβάνει:
- ALT (SGPT),
- AST (SGOT),
- γ-GT,
- ALP,
- ολική και άμεση χολερυθρίνη.
Δεν είναι σωστό να αντιμετωπίζεται κάθε μικρή αύξηση μιας τρανσαμινάσης ως βέβαιη φαρμακευτική ηπατίτιδα. Η ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη προηγούμενες τιμές, αλκοόλ, λιπώδες ήπαρ, λοιμώξεις, άλλα φάρμακα, συμπληρώματα και τη δραστηριότητα του ίδιου του υπερθυρεοειδισμού.
Αν όμως κατά τη θεραπεία εμφανιστούν ίκτερος, πολύ σκούρα ούρα, έντονος γενικευμένος κνησμός, ανορεξία, επίμονος πόνος στο δεξιό άνω μέρος της κοιλιάς ή σημαντική αδυναμία, χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση και ηπατικός έλεγχος.
Δείτε αναλυτικά: Τρανσαμινάσες ALT/AST, γ-GT και ALP.
13
Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι περισσότεροι ασθενείς δεν θα εμφανίσουν σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια από τη θειαμαζόλη. Μπορούν όμως να εμφανιστούν ηπιότερες αντιδράσεις, ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας.
Έχουν περιγραφεί δερματικό εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση, ναυτία, ήπιες γαστρεντερικές ενοχλήσεις, πονοκέφαλος και αρθραλγίες. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί επίσης να εμφανιστούν μεταβολές στη γεύση ή τριχόπτωση.
Ένα ήπιο σύμπτωμα δεν σημαίνει ότι το φάρμακο πρέπει να διακοπεί αυθαίρετα. Η διακοπή της αντιθυρεοειδικής αγωγής σε ασθενή με έντονο υπερθυρεοειδισμό μπορεί να προκαλέσει σοβαρή απορρύθμιση. Ο γιατρός θα κρίνει αν το σύμπτωμα είναι πιθανό να σχετίζεται με το φάρμακο και αν χρειάζεται συνέχιση, προσαρμογή ή αλλαγή θεραπείας.
Αντίθετα, ορισμένα συμπτώματα θεωρούνται προειδοποιητικά και απαιτούν πολύ πιο γρήγορη αντιμετώπιση: κυρίως πυρετός και πονόλαιμος λόγω κινδύνου ακοκκιοκυτταραιμίας, ίκτερος ή άλλα σημεία ηπατικής βλάβης και συμπτώματα σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης.
14
Σοβαρά συμπτώματα που χρειάζονται άμεση αξιολόγηση
Κατά τη θεραπεία με Unimazole υπάρχουν ορισμένα συμπτώματα που δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν μια συνηθισμένη ενόχληση.
Επικοινωνήστε άμεσα με γιατρό εάν εμφανιστούν:
- πυρετός,
- έντονος ή επίμονος πονόλαιμος,
- στοματικά έλκη,
- έντονη καταβολή μαζί με σημεία λοίμωξης,
- ασυνήθιστες μελανιές ή αιμορραγία,
- ίκτερος,
- πολύ σκούρα ούρα,
- έντονος γενικευμένος κνησμός,
- σοβαρό εξάνθημα ή οίδημα προσώπου,
- έντονος επίμονος κοιλιακός πόνος.
Ο πυρετός και ο πονόλαιμος έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή μπορεί να αποτελούν τα πρώτα σημεία σοβαρής ουδετεροπενίας. Σε αυτή την περίπτωση η γενική αίματος και ο απόλυτος αριθμός ουδετεροφίλων αποκτούν επείγοντα χαρακτήρα.
Ο έντονος κοιλιακός πόνος χρειάζεται επίσης αξιολόγηση, καθώς έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οξείας παγκρεατίτιδας με αντιθυρεοειδικά της συγκεκριμένης κατηγορίας.
15
Αλληλεπιδράσεις και άλλα φάρμακα
Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνει τον θεράποντα γιατρό για όλα τα φάρμακα, τα μη συνταγογραφούμενα σκευάσματα και τα συμπληρώματα που λαμβάνει.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε προϊόντα που περιέχουν μεγάλες ποσότητες ιωδίου, καθώς και σε φάρμακα ή διαγνωστικές διαδικασίες που μεταβάλλουν την πρόσληψη ιωδίου από τον θυρεοειδή. Η αμιοδαρόνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα φαρμάκου με πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε ιώδιο και περίπλοκες επιδράσεις στη θυρεοειδική λειτουργία.
Επίσης, καθώς ο υπερθυρεοειδισμός διορθώνεται, μπορεί να μεταβάλλεται η απόκριση του οργανισμού σε άλλα φάρμακα. Αυτό έχει κλινική σημασία, για παράδειγμα, σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτική αγωγή ή καρδιολογικά φάρμακα.
Η βιοτίνη που περιέχεται σε ορισμένα συμπληρώματα για μαλλιά και νύχια δεν αλληλεπιδρά απαραίτητα φαρμακολογικά με τη θειαμαζόλη, αλλά σε υψηλές δόσεις μπορεί να παρεμβάλει σε συγκεκριμένες εργαστηριακές μεθόδους θυρεοειδικών ορμονών και να δώσει παραπλανητικά αποτελέσματα. Για αυτό το εργαστήριο και ο γιατρός πρέπει να γνωρίζουν τη χρήση της.
16
Εγκυμοσύνη και προσπάθεια σύλληψης
Η εγκυμοσύνη είναι μια από τις σημαντικότερες ειδικές περιπτώσεις στη θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού. Η ανεξέλεγκτη θυρεοτοξίκωση μπορεί να προκαλέσει προβλήματα τόσο στη μητέρα όσο και στο έμβρυο, αλλά και τα αντιθυρεοειδικά φάρμακα περνούν τον πλακούντα.
Η έκθεση στη θειαμαζόλη κατά το πρώτο τρίμηνο έχει συσχετιστεί με συγκεκριμένες συγγενείς ανωμαλίες. Για αυτό, όταν απαιτείται αντιθυρεοειδική θεραπεία στην αρχή της κύησης, διεθνείς οδηγίες συχνά προτιμούν την προπυλοθειουρακίλη μέχρι περίπου τη 16η εβδομάδα, με εξατομικευμένη επανεκτίμηση στη συνέχεια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια γυναίκα που διαπιστώνει εγκυμοσύνη ενώ παίρνει Unimazole πρέπει να το διακόψει μόνη της. Η απότομη διακοπή σε ενεργό Graves μπορεί να είναι επικίνδυνη. Χρειάζεται άμεση επικοινωνία με ενδοκρινολόγο και μαιευτήρα για επιλογή της ασφαλέστερης στρατηγικής.
Στην κύηση επιδιώκεται γενικά η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση αντιθυρεοειδικού ώστε να ελέγχεται ο μητρικός υπερθυρεοειδισμός χωρίς υπερβολική καταστολή του θυρεοειδούς του εμβρύου.
Γυναίκα με Graves που σχεδιάζει εγκυμοσύνη είναι προτιμότερο να συζητήσει τη θεραπευτική στρατηγική πριν από τη σύλληψη και όχι αφού έχει ήδη επιβεβαιωθεί η κύηση.
17
Θηλασμός
Η παρουσία αντιθυρεοειδικής θεραπείας δεν σημαίνει αυτόματα ότι ο θηλασμός απαγορεύεται. Η θειαμαζόλη περνά σε κάποιο βαθμό στο μητρικό γάλα, αλλά σε κατάλληλες δόσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε θηλάζουσες γυναίκες όταν ο θεράπων γιατρός θεωρεί ότι το όφελος υπερτερεί.
Η απόφαση εξαρτάται από τη δόση που χρειάζεται η μητέρα, τη βαρύτητα του Graves, την ηλικία του βρέφους και τη συνολική κλινική εικόνα. Δεν είναι σωστό να μειώνεται αυθαίρετα η δόση για «να περνά λιγότερο φάρμακο στο γάλα», επειδή μπορεί να απορυθμιστεί ο μητρικός υπερθυρεοειδισμός.
Σε ορισμένες περιπτώσεις ο παιδίατρος μπορεί να κρίνει ότι χρειάζεται παρακολούθηση του βρέφους, ιδιαίτερα αν υπάρχουν συμπτώματα ή αν η μητέρα χρειάζεται υψηλότερες δόσεις.
Η διαχείριση του θηλασμού είναι διαφορετική από εκείνη του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης και πρέπει να αξιολογείται ξεχωριστά.
18
Παιδιά, ηλικιωμένοι και ειδικές ομάδες
Η θειαμαζόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε παιδιατρικούς ασθενείς με Graves, αλλά η δοσολογία και η παρακολούθηση είναι διαφορετικές από εκείνες ενός ενήλικα και πρέπει να καθορίζονται από παιδοενδοκρινολόγο.
Στους ηλικιωμένους χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή επειδή ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί να εκδηλώνεται με λιγότερο χαρακτηριστικά συμπτώματα και να συνδέεται με κολπική μαρμαρυγή, καρδιακή ανεπάρκεια, απώλεια μυϊκής μάζας και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων.
Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο, χαμηλά λευκά αιμοσφαίρια ή σοβαρές αιματολογικές διαταραχές απαιτείται εξατομικευμένη εκτίμηση πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται επίσης όταν υπάρχει μεγάλη βρογχοκήλη, συμπίεση στον τράχηλο, δύσπνοια, δυσκολία στην κατάποση ή σημαντική οφθαλμοπάθεια Graves. Σε αυτές τις περιπτώσεις η επιλογή μεταξύ μακροχρόνιας φαρμακευτικής θεραπείας, ραδιενεργού ιωδίου και χειρουργείου μπορεί να διαφέρει σημαντικά.
19
Παράλειψη δόσης και υπερδοσολογία
Αν παραλειφθεί μία δόση, ο ασθενής δεν πρέπει να αυτοσχεδιάζει διπλασιάζοντας την επόμενη δόση χωρίς να γνωρίζει τις συγκεκριμένες οδηγίες του θεραπευτικού του σχήματος. Η πρακτική αντιμετώπιση εξαρτάται από το πόσος χρόνος έχει περάσει και από το αν η αγωγή λαμβάνεται μία ή περισσότερες φορές την ημέρα.
Μία μεμονωμένη καθυστερημένη δόση δεν έχει την ίδια σημασία με επανειλημμένες παραλείψεις. Η συστηματική μη συμμόρφωση μπορεί να διατηρεί υψηλές τις FT4 και FT3 και να δημιουργεί την ψευδή εντύπωση ότι το φάρμακο δεν είναι αποτελεσματικό.
Η λήψη πολύ μεγαλύτερης ποσότητας από τη συνταγογραφημένη χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση. Η χρόνια υπερβολική χορήγηση μπορεί να προκαλέσει υπερβολική καταστολή του θυρεοειδούς και υποθυρεοειδισμό, ενώ η οξεία μεγάλη υπερδοσολογία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως φαρμακευτικό συμβάν και όχι με οικιακές παρεμβάσεις.
Ο ασθενής πρέπει να έχει διαθέσιμη τη συσκευασία και να μπορεί να αναφέρει με ακρίβεια την περιεκτικότητα του δισκίου και τον πιθανό αριθμό δισκίων που ελήφθησαν.
20
Διάρκεια θεραπείας και πιθανότητα υποτροπής
Στη νόσο Graves η θεραπεία με θειαμαζόλη δεν είναι συνήθως μια αγωγή λίγων ημερών. Κλασικά χρησιμοποιείται για αρκετούς μήνες και συχνά για περίπου 12–18 μήνες πριν αξιολογηθεί αν υπάρχει κατάλληλη πιθανότητα διακοπής, αν και σε ορισμένους ασθενείς επιλέγεται μακροχρόνια θεραπεία χαμηλής δόσης.
Η απόφαση δεν λαμβάνεται μόνο επειδή η TSH έγινε φυσιολογική μία φορά. Ο γιατρός αξιολογεί τη σταθερότητα των αποτελεσμάτων, την απαιτούμενη δόση, το μέγεθος του θυρεοειδούς, τα TRAb, την ηλικία, το κάπνισμα, την οφθαλμοπάθεια και το ιστορικό προηγούμενης υποτροπής.
Μετά τη διακοπή μπορεί να υπάρξει ύφεση, αλλά η Graves μπορεί να υποτροπιάσει. Για αυτό απαιτείται συνέχιση της παρακολούθησης ακόμη και όταν ο ασθενής δεν παίρνει πλέον Unimazole.
Αν εμφανιστεί υποτροπή, οι επιλογές μπορεί να περιλαμβάνουν νέα περίοδο αντιθυρεοειδικής θεραπείας, μακροχρόνια χαμηλή δόση, ραδιενεργό ιώδιο ή χειρουργική αντιμετώπιση. Δεν υπάρχει μία λύση που να είναι η καλύτερη για όλους τους ασθενείς.
21
Πρακτικός εργαστηριακός έλεγχος
Το Unimazole είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα φαρμάκου στο οποίο οι εξετάσεις αίματος μπορούν να απαντούν σε δύο διαφορετικά ερωτήματα: δουλεύει η θεραπεία; και είναι ασφαλής η συνέχισή της;
| Εξέταση | Τι πληροφορία δίνει | Πρακτική σημασία |
|---|---|---|
| TSH | Απόκριση του άξονα υπόφυσης–θυρεοειδούς | Μπορεί να παραμένει χαμηλή στην αρχή της θεραπείας |
| FT4 | Ελεύθερη θυροξίνη | Βασική για την πρώιμη τιτλοποίηση της θεραπείας |
| FT3 | Ελεύθερη τριιωδοθυρονίνη | Χρήσιμη όταν η Τ3 παραμένει αυξημένη παρά βελτίωση της FT4 |
| TRAb | Αυτοάνοση δραστηριότητα Graves | Διάγνωση και επιλεγμένη εκτίμηση πορείας/υποτροπής |
| Γενική αίματος + τύπος | WBC και ουδετερόφιλα | Ιδιαίτερα επείγουσα αν εμφανιστούν πυρετός ή πονόλαιμος |
| ALT, AST, γ-GT, ALP, χολερυθρίνη | Ηπατική και χολοστατική εικόνα | Χρήσιμες ως αρχική εικόνα και όταν υπάρχουν συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας |
Σημαντικό: δεν σημαίνει ότι κάθε ασθενής χρειάζεται όλες αυτές τις εξετάσεις στην ίδια συχνότητα. Οι TSH, FT4 και FT3 αποτελούν τις βασικές εξετάσεις παρακολούθησης της θυρεοειδικής λειτουργίας. Η γενική αίματος και ο ηπατικός έλεγχος χρησιμοποιούνται με βάση το αρχικό ιστορικό, τις οδηγίες του θεράποντος και κυρίως την εμφάνιση ύποπτων συμπτωμάτων.
Στην αρχική φάση οι θυρεοειδικές εξετάσεις επαναλαμβάνονται συχνότερα. Όταν ο ασθενής σταθεροποιηθεί, τα διαστήματα μπορούν να μεγαλώσουν. Κάθε νέα μεταβολή της δόσης μπορεί να απαιτεί νέο έλεγχο μετά από κατάλληλο χρονικό διάστημα.
Δείτε τον οργανωμένο οδηγό: Έλεγχος Θυρεοειδούς: TSH, FT4, FT3 και Αντισώματα.
22
Συχνές ερωτήσεις για το Unimazole
Το Unimazole είναι το ίδιο με τη θειαμαζόλη;
Ναι. Unimazole είναι η εμπορική ονομασία και θειαμαζόλη η δραστική ουσία. Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία η ίδια ουσία αναφέρεται συνήθως ως methimazole.
Το Unimazole ανεβάζει την TSH;
Έμμεσα, καθώς μειώνει την παραγωγή Τ4 και Τ3 και έτσι αποκαθίσταται σταδιακά η φυσιολογική ανάδραση προς την υπόφυση. Η TSH όμως μπορεί να παραμένει κατασταλμένη για αρκετό διάστημα, γι’ αυτό στις πρώτες φάσεις δεν αξιολογείται μόνη της.
Ποιες εξετάσεις είναι οι σημαντικότερες;
Για την αποτελεσματικότητα της αγωγής, κυρίως TSH, FT4 και FT3. Σε Graves μπορεί να χρησιμοποιούνται και TRAb. Για την ασφάλεια έχουν σημασία η γενική αίματος με ουδετερόφιλα και οι ηπατικές δοκιμασίες ανάλογα με το ιστορικό και τα συμπτώματα.
Χρειάζεται γενική αίματος κάθε μήνα;
Όχι απαραίτητα σε όλους. Η ακοκκιοκυτταραιμία μπορεί να εμφανιστεί απότομα, επομένως μια πρόσφατη φυσιολογική γενική αίματος δεν την αποκλείει. Το σημαντικό είναι ο ασθενής να γνωρίζει ότι πυρετός ή έντονος πονόλαιμος απαιτούν άμεση επικοινωνία με γιατρό και επείγον έλεγχο λευκών και ουδετεροφίλων.
Γιατί ελέγχονται ALT και AST;
Επειδή τόσο ο υπερθυρεοειδισμός όσο και, σπανιότερα, η αντιθυρεοειδική θεραπεία μπορούν να συνοδεύονται από διαταραχές στις ηπατικές εξετάσεις. Η αρχική τιμή βοηθά να γνωρίζουμε αν μια μεταβολή προϋπήρχε.
Αν η TSH είναι ακόμη 0,01 πρέπει να αυξηθεί η δόση;
Όχι με βάση αυτό το αποτέλεσμα μόνο. Αν η FT4 και η FT3 έχουν ήδη φυσιολογικοποιηθεί, η TSH μπορεί απλώς να μην έχει προλάβει να ανακάμψει. Η αλλαγή δόσης γίνεται από τον θεράποντα με βάση το συνολικό εργαστηριακό και κλινικό προφίλ.
Μπορεί το Unimazole να προκαλέσει υποθυρεοειδισμό;
Ναι, αν η καταστολή της σύνθεσης των θυρεοειδικών ορμονών είναι μεγαλύτερη από όσο χρειάζεται. Για αυτό η δόση προσαρμόζεται με βάση τις εξετάσεις και δεν παραμένει υποχρεωτικά ίδια σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Μπορώ να σταματήσω το Unimazole μόλις γίνουν φυσιολογικές οι εξετάσεις;
Όχι χωρίς ιατρική οδηγία. Η φυσιολογική FT4 και FT3 μπορεί να είναι αποτέλεσμα της ενεργού θεραπείας και όχι να σημαίνουν ότι η υποκείμενη νόσος έχει υποχωρήσει. Στη Graves η απόφαση διακοπής λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια της θεραπείας, τη σταθερότητα των εξετάσεων και συχνά τα TRAb.
Τι κάνω αν εμφανίσω πυρετό ενώ παίρνω Unimazole;
Χρειάζεται άμεση επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό. Ο πυρετός, ιδιαίτερα μαζί με πονόλαιμο ή στοματικά έλκη, μπορεί να απαιτεί επείγουσα γενική αίματος και έλεγχο ουδετεροφίλων.
Είναι ασφαλές στην εγκυμοσύνη;
Η θεραπεία υπερθυρεοειδισμού στην εγκυμοσύνη απαιτεί ειδικό σχεδιασμό. Η θειαμαζόλη αποφεύγεται όταν είναι δυνατόν κατά το πρώτο τρίμηνο λόγω συγκεκριμένου κινδύνου συγγενών ανωμαλιών. Μια γυναίκα όμως που μένει έγκυος ενώ παίρνει Unimazole δεν πρέπει να διακόψει αυθαίρετα την αγωγή· πρέπει να επικοινωνήσει άμεσα με ενδοκρινολόγο και μαιευτήρα.
Το Unimazole θεραπεύει οριστικά τη Graves;
Μπορεί να οδηγήσει σε μακροχρόνια ύφεση σε μέρος των ασθενών, αλλά η υποτροπή είναι δυνατή. Για αυτό μετά τη διακοπή της θεραπείας συνεχίζεται η παρακολούθηση της θυρεοειδικής λειτουργίας.
Χρειάζεται νηστεία για TSH, FT4, FT3 και γενική αίματος;
Οι συγκεκριμένες εξετάσεις από μόνες τους συνήθως δεν απαιτούν αυστηρή νηστεία. Αν όμως στο ίδιο παραπεμπτικό περιλαμβάνονται γλυκόζη, λιπίδια ή άλλες εξετάσεις, πρέπει να ακολουθούνται οι συνολικές οδηγίες του εργαστηρίου.
Χρήσιμες επόμενες σελίδες
Βιβλιογραφία και πηγές
- Γαληνός – UNIMAZOLE: δραστική ουσία, ταξινόμηση και φαρμακευτικές πληροφορίες.
- Γαληνός – UNIMAZOLE 5 mg: στοιχεία κυκλοφορίας, ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και θετικής λίστας.
- Εθνικό Συνταγολόγιο – Θειαμαζόλη (Thiamazole).
- Kahaly GJ et al. 2018 European Thyroid Association Guideline for the Management of Graves’ Hyperthyroidism. European Thyroid Journal.
- DailyMed – Methimazole: prescribing information, warnings and precautions.
- American Thyroid Association – Hyperthyroidism.
- American Thyroid Association – Thyroid Function Tests: TSH, T4 and T3.
- American Thyroid Association – Hyperthyroidism in Pregnancy.
Ιατρική επισήμανση: Το παρόν κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική εκτίμηση. Η έναρξη, η αλλαγή δόσης ή η διακοπή θειαμαζόλης πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.

