Zyprexa – Ολανζαπίνη: Χρήσεις, Παρενέργειες, Βάρος, Σάκχαρο και Εξετάσεις Αίματος
Τελευταία ενημέρωση:
Σύντομη απάντηση
Το Zyprexa περιέχει ολανζαπίνη, ένα άτυπο αντιψυχωσικό φάρμακο που χρησιμοποιείται κυρίως στη σχιζοφρένεια και στη διπολική διαταραχή. Η ολανζαπίνη μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, αλλά χρειάζεται συστηματική κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση επειδή σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να προκαλέσει σημαντική αύξηση βάρους, αύξηση της γλυκόζης, επιδείνωση της HbA1c και μεταβολές στα τριγλυκερίδια και στη χοληστερόλη.
Πριν ή λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας είναι χρήσιμο να υπάρχουν τιμές αναφοράς για βάρος, δείκτη μάζας σώματος, περίμετρο μέσης, αρτηριακή πίεση, γλυκόζη ή/και HbA1c και λιπιδαιμικό προφίλ. Σε αρκετούς ασθενείς ελέγχονται επίσης ALT, AST και άλλες εξετάσεις ανάλογα με το ιστορικό, τα συγχορηγούμενα φάρμακα και τα συμπτώματα.
Η ολανζαπίνη δεν πρέπει να διακόπτεται ή να αλλάζει δόση χωρίς τον θεράποντα ψυχίατρο. Η εργαστηριακή παρακολούθηση δεν αξιολογεί αν «δουλεύει» το φάρμακο· βοηθά κυρίως στον έγκαιρο εντοπισμό μεταβολικών ή άλλων ανεπιθύμητων επιδράσεων.
Περιεχόμενα
1. Τι είναι το Zyprexa και η ολανζαπίνη
2. Σε ποιες παθήσεις χρησιμοποιείται
4. Zyprexa 2,5–20 mg και τρόπος λήψης
5. Ποιες εξετάσεις χρειάζονται πριν την έναρξη
6. Ολανζαπίνη και αύξηση βάρους
8. Τριγλυκερίδια και χοληστερόλη
9. Ηπατικά ένζυμα – ALT, AST και γ-GT
10. Γενική αίματος και ουδετερόφιλα
11. Προλακτίνη και ορμονικές επιδράσεις
12. Νεφρική λειτουργία και ηλεκτρολύτες
14. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες
15. Ολανζαπίνη και καρδιά – ΗΚΓ και QT
16. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
19. Ηλικιωμένοι, άνοια και ειδικές ομάδες
20. Τι γίνεται αν διακοπεί το Zyprexa
1
Τι είναι το Zyprexa και η ολανζαπίνη
Το Zyprexa είναι εμπορική ονομασία φαρμάκου που περιέχει τη δραστική ουσία ολανζαπίνη. Ανήκει στα άτυπα ή δεύτερης γενιάς αντιψυχωσικά. Η ολανζαπίνη χρησιμοποιείται εδώ και πολλά χρόνια στην ψυχιατρική και αποτελεί μία από τις καθιερωμένες θεραπευτικές επιλογές για συγκεκριμένες ψυχωσικές και συναισθηματικές διαταραχές.
Το φάρμακο χορηγείται αποκλειστικά με ιατρική συνταγή. Δεν πρόκειται για απλό ηρεμιστικό ή υπνωτικό και δεν πρέπει να λαμβάνεται περιστασιακά χωρίς ψυχιατρική καθοδήγηση. Η επιλογή του γίνεται με βάση τη διάγνωση, τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, προηγούμενες θεραπείες, τη συνολική κατάσταση υγείας και τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό της ολανζαπίνης είναι ότι, ενώ μπορεί να προσφέρει πολύ καλή ψυχιατρική αποτελεσματικότητα, έχει σχετικά έντονο μεταβολικό αποτύπωμα σε μέρος των ασθενών. Για τον λόγο αυτό η σωστή παρακολούθηση δεν περιορίζεται στην ψυχιατρική εικόνα. Περιλαμβάνει βάρος, μεταβολικούς δείκτες και, όταν υπάρχει ένδειξη, επιπλέον εργαστηριακές εξετάσεις.
Στην ελληνική αγορά υπάρχουν από του στόματος σκευάσματα ολανζαπίνης και διαφορετικές περιεκτικότητες. Η διαθεσιμότητα συγκεκριμένου εμπορικού προϊόντος, συσκευασίας ή περιεκτικότητας μπορεί να μεταβάλλεται και ελέγχεται κάθε φορά μέσω των επίσημων φαρμακευτικών καταλόγων.
2
Σε ποιες παθήσεις χρησιμοποιείται
Σύμφωνα με την εγκεκριμένη ευρωπαϊκή πληροφορία προϊόντος, η ολανζαπίνη χρησιμοποιείται στους ενήλικες κυρίως για τη σχιζοφρένεια, για τη θεραπεία μέτριου έως σοβαρού μανιακού επεισοδίου και, σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην ολανζαπίνη κατά τη μανιακή φάση, για την πρόληψη υποτροπής στη διπολική διαταραχή.
Στη σχιζοφρένεια μπορεί να μειώσει συμπτώματα όπως παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, αποδιοργανωμένη σκέψη, έντονη καχυποψία ή διέγερση. Η επίδραση όμως δεν περιορίζεται στα λεγόμενα «θετικά» συμπτώματα και η συνολική κλινική ανταπόκριση αξιολογείται εξατομικευμένα.
Στη διπολική διαταραχή μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη μανιακή φάση, όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως υπερβολικά αυξημένη ενεργητικότητα, ελάχιστη ανάγκη για ύπνο, έντονη ομιλητικότητα, ευερεθιστότητα, παρορμητικότητα ή μεγαλοϊδεατισμός. Η ακριβής επιλογή θεραπείας εξαρτάται από το είδος του επεισοδίου, τη σοβαρότητα, προηγούμενες υποτροπές και τα υπόλοιπα φάρμακα.
Η ολανζαπίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται επειδή κάποιος απλώς έχει άγχος ή αϋπνία. Η υπνηλία που μπορεί να προκαλέσει αποτελεί ανεπιθύμητη φαρμακολογική επίδραση και όχι ένδειξη για χρήση ως απλό υπνωτικό.
3
Πώς δρα η ολανζαπίνη
Η ολανζαπίνη επιδρά σε πολλαπλά συστήματα νευροδιαβιβαστών του κεντρικού νευρικού συστήματος. Η αντιψυχωσική δράση της συνδέεται κυρίως με ανταγωνισμό σε υποδοχείς ντοπαμίνης και σεροτονίνης, αλλά το φαρμακολογικό της προφίλ είναι ευρύτερο και περιλαμβάνει επίσης δράση σε ισταμινικούς, μουσκαρινικούς και αδρενεργικούς υποδοχείς.
Αυτό το πολυυποδοχικό προφίλ βοηθά να εξηγηθεί γιατί το φάρμακο μπορεί να έχει σημαντική αποτελεσματικότητα αλλά και διαφορετικού τύπου ανεπιθύμητες ενέργειες. Η υπνηλία, για παράδειγμα, σχετίζεται εν μέρει με την ισταμινική δράση, ενώ η ξηροστομία ή η δυσκοιλιότητα μπορεί να συνδέονται με αντιχολινεργική δράση.
Η αύξηση της όρεξης και του σωματικού βάρους είναι πιο σύνθετη και συνδέεται με κεντρικούς μηχανισμούς ρύθμισης της όρεξης και του μεταβολισμού. Η μεταβολική επιβάρυνση δεν είναι ίδια σε όλους τους ασθενείς και δεν μπορεί να προβλεφθεί μόνο από τη δόση.
Επίσης, η κλινική βελτίωση δεν εμφανίζεται υποχρεωτικά από την πρώτη ημέρα. Ορισμένες επιδράσεις, όπως η καταστολή της έντονης διέγερσης, μπορεί να εμφανιστούν νωρίτερα, αλλά η συνολική θεραπευτική ανταπόκριση αξιολογείται σε βάθος ημερών ή εβδομάδων.
4
Zyprexa 2,5–20 mg και τρόπος λήψης
Το Zyprexa έχει εγκριθεί σε επικαλυμμένα δισκία διαφορετικών περιεκτικοτήτων, από 2,5 mg έως 20 mg. Υπάρχουν επίσης μορφές ολανζαπίνης που διαλύονται στο στόμα. Η ύπαρξη διαφορετικών περιεκτικοτήτων επιτρέπει στον γιατρό να προσαρμόζει τη θεραπεία στις ανάγκες του ασθενούς.
Στις εγκεκριμένες ενδείξεις των ενηλίκων, η ημερήσια δόση μπορεί να προσαρμόζεται συνήθως εντός εύρους 5–20 mg ημερησίως, αλλά η κατάλληλη δόση εξαρτάται από τη διάγνωση, την ανταπόκριση και την ανεκτικότητα. Η αρχική δόση δεν είναι ίδια για όλες τις παθήσεις.
Η ολανζαπίνη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή. Επειδή συχνά προκαλεί υπνηλία, σε αρκετούς ασθενείς ο γιατρός επιλέγει τη βραδινή λήψη, όμως αυτό δεν αποτελεί κανόνα που πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς ιατρική οδηγία.
Δεν πρέπει να γίνεται αυτοσχέδια αλλαγή από 10 mg σε 5 mg ή το αντίστροφο. Αντίστοιχα, δεν πρέπει να παραλείπονται επανειλημμένα δόσεις ή να λαμβάνονται δύο δόσεις μαζί για «αναπλήρωση» χωρίς οδηγία. Η ψυχιατρική σταθερότητα και οι ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να αξιολογούνται μαζί.
5
Ποιες εξετάσεις χρειάζονται πριν την έναρξη
Η έναρξη ενός άτυπου αντιψυχωσικού είναι χρήσιμο να συνοδεύεται από καταγραφή βασικών τιμών, ώστε οι μελλοντικές αλλαγές να μπορούν να αξιολογηθούν σωστά. Για την ολανζαπίνη η μεταβολική παρακολούθηση έχει ιδιαίτερη σημασία.
| Παράμετρος | Γιατί ελέγχεται |
|---|---|
| Βάρος / ΔΜΣ | Για σύγκριση με την πορεία μετά την έναρξη της θεραπείας. |
| Περίμετρος μέσης | Χρήσιμος δείκτης κεντρικής παχυσαρκίας και μεταβολικού κινδύνου. |
| Γλυκόζη νηστείας | Αναζήτηση προδιαβήτη ή διαβήτη και σύγκριση στην πορεία. |
| HbA1c | Δίνει εικόνα της μέσης γλυκαιμίας των προηγούμενων εβδομάδων. |
| Χοληστερόλη, LDL, HDL, τριγλυκερίδια | Η ολανζαπίνη μπορεί να επιβαρύνει το λιπιδαιμικό προφίλ. |
| Αρτηριακή πίεση | Μέρος της συνολικής καρδιομεταβολικής αξιολόγησης. |
| ALT / AST | Ιδιαίτερα χρήσιμα όταν υπάρχει ηπατικό ιστορικό ή άλλος παράγοντας κινδύνου. |
Δεν σημαίνει ότι κάθε ασθενής χρειάζεται ακριβώς το ίδιο πακέτο εξετάσεων. Για παράδειγμα, γενική αίματος, ηλεκτρολύτες, κρεατινίνη, προλακτίνη ή ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί να ζητηθούν ανάλογα με το ιστορικό και την κλινική εικόνα.
6
Ολανζαπίνη και αύξηση βάρους
Η αύξηση του σωματικού βάρους είναι μία από τις σημαντικότερες ανεπιθύμητες επιδράσεις της ολανζαπίνης. Δεν συμβαίνει στον ίδιο βαθμό σε όλους, αλλά μπορεί να εμφανιστεί σχετικά νωρίς μετά την έναρξη της θεραπείας και σε ορισμένους ασθενείς να συνεχιστεί με την πάροδο του χρόνου.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να ζυγιστεί ο ασθενής μετά από έναν χρόνο. Η επίσημη πληροφορία προϊόντος προτείνει παρακολούθηση του βάρους από την αρχή και επανέλεγχο στις πρώτες εβδομάδες. Η πορεία είναι συχνά πιο χρήσιμη από μία μεμονωμένη μέτρηση.
Η αύξηση βάρους δεν αποτελεί μόνο αισθητικό ζήτημα. Μπορεί να συνοδεύεται από αυξημένη περίμετρο μέσης, αντίσταση στην ινσουλίνη, αύξηση τριγλυκεριδίων, πτώση της HDL και μακροπρόθεσμα υψηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Αν το βάρος αυξάνεται γρήγορα, το σωστό είναι να ενημερωθεί νωρίς ο θεράπων ιατρός. Η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει διατροφική παρέμβαση, αύξηση σωματικής δραστηριότητας, συχνότερο μεταβολικό έλεγχο και επανεκτίμηση της συνολικής φαρμακευτικής στρατηγικής. Η αλλαγή του αντιψυχωσικού δεν γίνεται αυτόματα, επειδή πρέπει να σταθμίζεται ο μεταβολικός κίνδυνος απέναντι στην ψυχιατρική αποτελεσματικότητα.
7
Σάκχαρο και HbA1c
Η ολανζαπίνη μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό της γλυκόζης και έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπεργλυκαιμίας, εμφάνισης διαβήτη ή επιδείνωσης προϋπάρχοντος σακχαρώδη διαβήτη. Για τον λόγο αυτό, η γλυκόζη αποτελεί βασικό στοιχείο παρακολούθησης.
Πριν την έναρξη είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε αν η γλυκόζη είναι φυσιολογική, αν υπάρχει προδιαβήτης ή αν ο ασθενής έχει ήδη διαβήτη. Η HbA1c είναι ιδιαίτερα χρήσιμη επειδή δεν επηρεάζεται μόνο από το τι έφαγε κάποιος το προηγούμενο βράδυ και αποτυπώνει τη μέση γλυκαιμική κατάσταση μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος.
Στην πορεία, αύξηση της HbA1c μπορεί να είναι κλινικά σημαντική ακόμη και όταν μία μεμονωμένη γλυκόζη νηστείας είναι οριακή. Αντίστροφα, μία μεμονωμένη αυξημένη γλυκόζη δεν αρκεί πάντα για διάγνωση διαβήτη και πρέπει να ερμηνεύεται με τα κατάλληλα διαγνωστικά κριτήρια.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν υπάρχουν ήδη παχυσαρκία, οικογενειακό ιστορικό διαβήτη, προδιαβήτης, υπερτριγλυκεριδαιμία ή προηγούμενος διαβήτης κύησης.
Συμπτώματα όπως έντονη δίψα, συχνουρία, ασυνήθιστα αυξημένη πείνα, ανεξήγητη αδυναμία ή αφυδάτωση πρέπει να αξιολογούνται και να μην αποδίδονται αυτόματα στο άγχος ή στο φάρμακο χωρίς έλεγχο.
8
Τριγλυκερίδια και χοληστερόλη
Η θεραπεία με ολανζαπίνη μπορεί να συνοδεύεται από μεταβολές στα λιπίδια του αίματος. Για τον λόγο αυτό έχει αξία να μετρώνται ολική χοληστερόλη, LDL, HDL και τριγλυκερίδια, ιδανικά πριν την έναρξη ώστε να υπάρχει σαφής τιμή αναφοράς.
Τα τριγλυκερίδια μπορεί να αυξηθούν μαζί με το σωματικό βάρος και την αντίσταση στην ινσουλίνη. Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει μεγάλη αύξηση βάρους για να εμφανιστεί εργαστηριακή μεταβολή. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο εργαστηριακός έλεγχος παραμένει χρήσιμος ακόμη και όταν ο ασθενής θεωρεί ότι «δεν έχει παχύνει πολύ».
Η LDL αξιολογείται σε συνδυασμό με τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η HDL επίσης είναι χρήσιμη, επειδή χαμηλότερη HDL μαζί με υψηλά τριγλυκερίδια και αυξημένη περίμετρο μέσης μπορεί να αποτελεί μέρος ενός δυσμενούς μεταβολικού προφίλ.
Η επίσημη πληροφορία της ολανζαπίνης συστήνει έλεγχο λιπιδίων στην αρχή και επανεκτίμηση μετά τους πρώτους μήνες. Στην πράξη, η συχνότητα στη συνέχεια εξατομικεύεται. Σε ασθενή με ήδη αυξημένα λιπίδια, διαβήτη, παχυσαρκία ή άλλη καρδιαγγειακή επιβάρυνση, ο θεράπων ιατρός μπορεί να επιλέξει συχνότερους ελέγχους.
9
Ηπατικά ένζυμα – ALT, AST και γ-GT
Στην ολανζαπίνη έχουν παρατηρηθεί παροδικές και συχνά ασυμπτωματικές αυξήσεις των ALT και AST, ιδιαίτερα στην αρχική περίοδο της θεραπείας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μικρή αύξηση των τρανσαμινασών οφείλεται στο Zyprexa ούτε ότι απαιτεί αυτόματα διακοπή.
Η ερμηνεία χρειάζεται να λάβει υπόψη τη βασική τιμή πριν τη θεραπεία, το σωματικό βάρος, την πιθανότητα λιπώδους νόσου του ήπατος, την κατανάλωση αλκοόλ, άλλα φάρμακα, συμπληρώματα και τυχόν προηγούμενο ηπατικό ιστορικό.
Οι συχνότερες εξετάσεις που χρησιμοποιούνται είναι ALT και AST. Αν υπάρχει ένδειξη, το εργαστηριακό προφίλ μπορεί να συμπληρωθεί με γ-GT, αλκαλική φωσφατάση και χολερυθρίνη. Δεν χρειάζονται απαραίτητα όλες σε κάθε ασθενή σε κάθε επανέλεγχο.
Σημαντική ή προοδευτική αύξηση των ηπατικών ενζύμων, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, έντονος κνησμός, πόνος στο δεξιό άνω μέρος της κοιλιάς ή άλλα συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας απαιτούν ιατρική εκτίμηση.
Η ολανζαπίνη πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται με αυξημένη προσοχή όταν ο ασθενής λαμβάνει άλλα δυνητικά ηπατοτοξικά φάρμακα.
10
Γενική αίματος και ουδετερόφιλα
Η ολανζαπίνη δεν απαιτεί το αυστηρό αιματολογικό πρόγραμμα παρακολούθησης που είναι χαρακτηριστικό της κλοζαπίνης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η γενική αίματος δεν έχει ποτέ θέση στην παρακολούθηση.
Η επίσημη πληροφορία προϊόντος αναφέρει ότι χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς που έχουν ήδη χαμηλά λευκά αιμοσφαίρια ή ουδετερόφιλα, ιστορικό φαρμακογενούς καταστολής του μυελού, νόσημα που επηρεάζει τον μυελό ή συγχορηγούμενα φάρμακα τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ουδετεροπενία.
Επομένως, μία αρχική γενική αίματος μπορεί να είναι χρήσιμη σε αρκετές περιπτώσεις, ειδικά όταν υπάρχει σχετικό ιστορικό. Επανέλεγχος μπορεί να γίνει όταν εμφανίζονται ανεξήγητος πυρετός, συχνές λοιμώξεις, πονόλαιμος ή άλλη κλινική ένδειξη.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε συνδυασμούς φαρμάκων που επίσης επηρεάζουν τα λευκά αιμοσφαίρια. Η απόφαση για το αν μία μεταβολή των ουδετεροφίλων σχετίζεται με την ολανζαπίνη δεν βασίζεται μόνο σε μία τιμή αλλά στη χρονική πορεία και στο πλήρες φαρμακευτικό ιστορικό.
11
Προλακτίνη και ορμονικές επιδράσεις
Τα αντιψυχωσικά μπορούν να επηρεάσουν την προλακτίνη μέσω της ντοπαμινεργικής οδού. Η ολανζαπίνη μπορεί να προκαλέσει αύξηση, αν και το πρόβλημα δεν έχει την ίδια ένταση σε όλους τους ασθενείς.
Η προλακτίνη δεν χρειάζεται απαραίτητα να μετράται πολύ συχνά σε κάθε ασυμπτωματικό ενήλικα. Έχει όμως ιδιαίτερη αξία όταν εμφανίζονται διαταραχές περιόδου, γαλακτόρροια, μειωμένη libido, στυτική δυσλειτουργία, προβλήματα γονιμότητας ή άλλες ενδείξεις υπερπρολακτιναιμίας.
Αν βρεθεί αυξημένη προλακτίνη, η ερμηνεία δεν πρέπει να γίνεται αυτόματα ως «παρενέργεια του Zyprexa». Το στρες της αιμοληψίας, η εγκυμοσύνη, ο υποθυρεοειδισμός, άλλα φάρμακα και η μακροπρολακτίνη μπορεί επίσης να επηρεάζουν το αποτέλεσμα.
Σε σημαντική ή επίμονη αύξηση απαιτείται κλινική αξιολόγηση και, εφόσον χρειάζεται, επανάληψη υπό σωστές συνθήκες ή περαιτέρω διερεύνηση. Η αλλαγή της ψυχιατρικής αγωγής δεν πρέπει να γίνεται μόνο με βάση έναν αριθμό χωρίς αξιολόγηση των συμπτωμάτων και της συνολικής θεραπευτικής ισορροπίας.
12
Νεφρική λειτουργία και ηλεκτρολύτες
Η κρεατινίνη και οι ηλεκτρολύτες δεν αποτελούν τους πιο χαρακτηριστικούς δείκτες τοξικότητας της ολανζαπίνης. Παρ’ όλα αυτά, συχνά έχουν θέση σε έναν αρχικό γενικό εργαστηριακό έλεγχο, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν συνοδά νοσήματα, ηλικία, αφυδάτωση ή πολυφαρμακία.
Η μέτρηση κρεατινίνης και εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης δίνει εικόνα της νεφρικής λειτουργίας. Νάτριο, κάλιο και μαγνήσιο μπορεί να είναι χρήσιμα όταν ο ασθενής λαμβάνει διουρητικά, άλλα ψυχιατρικά φάρμακα ή ουσίες που μπορεί να επηρεάσουν τους ηλεκτρολύτες.
Το κάλιο και το μαγνήσιο έχουν επιπλέον σημασία σε ασθενείς με καρδιολογικό ιστορικό ή όταν συγχορηγούνται φάρμακα που παρατείνουν το QT. Υποκαλιαιμία και υπομαγνησιαιμία μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο αρρυθμιών ανεξάρτητα από το Zyprexa.
Σε περίπτωση σοβαρού νευροληπτικού κακοήθους συνδρόμου ή ραβδομυόλυσης, η νεφρική λειτουργία αποκτά ιδιαίτερα μεγάλη σημασία, αλλά πρόκειται για σπάνια και επείγοντα κλινικά σενάρια και όχι για τη συνήθη καθημερινή παρακολούθηση.
13
Συχνές παρενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες δεν εμφανίζονται σε όλους τους ασθενείς και η έντασή τους διαφέρει σημαντικά. Με την ολανζαπίνη ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην υπνηλία και στην αύξηση του βάρους, επειδή μπορούν να επηρεάσουν τόσο την καθημερινότητα όσο και τη μακροχρόνια υγεία.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να εμφανιστούν περιλαμβάνουν αυξημένη όρεξη, ζάλη, ορθοστατική υπόταση, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα και μεταβολικές εργαστηριακές μεταβολές. Σε ορισμένους ασθενείς εμφανίζονται αυξήσεις της προλακτίνης ή των ηπατικών ενζύμων.
Η υπνηλία μπορεί να είναι πιο έντονη στην αρχή ή μετά από αύξηση της δόσης. Ο ασθενής χρειάζεται να γνωρίζει πώς τον επηρεάζει το φάρμακο πριν οδηγήσει ή χειριστεί μηχανήματα. Η κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να ενισχύσει την καταστολή και πρέπει να συζητείται με τον θεράποντα.
Δεν είναι σωστό κάθε νέο σύμπτωμα να αποδίδεται στην ολανζαπίνη. Κόπωση, αύξηση βάρους ή διαταραχές σακχάρου μπορεί να έχουν και άλλες αιτίες. Για αυτό η κλινική εξέταση και οι κατάλληλες εργαστηριακές εξετάσεις βοηθούν να ξεχωρίσουμε τις πιθανότητες.
14
Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες
Ορισμένες επιπλοκές της αντιψυχωσικής θεραπείας είναι σπάνιες αλλά πρέπει να αναγνωρίζονται γρήγορα. Το νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο χαρακτηρίζεται από συνδυασμό υψηλού πυρετού, έντονης μυϊκής δυσκαμψίας, μεταβολής του επιπέδου συνείδησης και διαταραχής του αυτόνομου νευρικού συστήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να παρατηρηθεί μεγάλη αύξηση της CK/CPK, μυοσφαιρινουρία και οξεία νεφρική βλάβη. Πρόκειται για επείγουσα κατάσταση που απαιτεί άμεση ιατρική αντιμετώπιση.
Άλλα σοβαρά συμπτώματα που χρειάζονται άμεση αξιολόγηση είναι σημαντική αλλεργική αντίδραση, λιποθυμικό επεισόδιο, σοβαρή δυσκολία στην αναπνοή, νέα νευρολογικά συμπτώματα ή εκτεταμένες ακούσιες κινήσεις.
Η όψιμη δυσκινησία μπορεί να εμφανιστεί με μακροχρόνια έκθεση σε αντιψυχωσικά και εκδηλώνεται συνήθως με επαναλαμβανόμενες ακούσιες κινήσεις, ιδιαίτερα στην περιοχή του στόματος, της γλώσσας ή του προσώπου. Οποιαδήποτε νέα κινητική διαταραχή πρέπει να αναφέρεται στον θεράποντα ψυχίατρο.
Η ύπαρξη αυτών των προειδοποιήσεων δεν σημαίνει ότι οι επιπλοκές είναι συχνές. Σημαίνει ότι είναι αρκετά σημαντικές ώστε ο ασθενής και η οικογένεια να γνωρίζουν πότε ένα σύμπτωμα δεν πρέπει να περιμένει μέχρι το επόμενο προγραμματισμένο ραντεβού.
15
Ολανζαπίνη και καρδιά – ΗΚΓ και QT
Η ολανζαπίνη δεν είναι από τα αντιψυχωσικά με τη μεγαλύτερη επίδραση στο QT, αλλά η καρδιολογική ασφάλεια δεν κρίνεται μόνο από το συγκεκριμένο φάρμακο. Χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη η ηλικία, το ιστορικό καρδιοπάθειας, η καρδιακή ανεπάρκεια, συγγενές σύνδρομο μακρού QT και τα υπόλοιπα φάρμακα.
Ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί να είναι χρήσιμο πριν ή κατά τη θεραπεία όταν υπάρχουν καρδιολογικοί παράγοντες κινδύνου ή συγχορήγηση φαρμάκων που επίσης παρατείνουν το QT. Δεν είναι απαραίτητο να επαναλαμβάνεται συνεχώς σε κάθε νέο και υγιή ασθενή χωρίς σχετική ένδειξη.
Τα εργαστηριακά στοιχεία που σχετίζονται περισσότερο με τον κίνδυνο αρρυθμιών είναι κυρίως κάλιο και μαγνήσιο. Επίμονη διάρροια, έμετοι, διουρητικά ή άλλες καταστάσεις μπορεί να μειώσουν τους ηλεκτρολύτες και να αλλάξουν το συνολικό προφίλ κινδύνου.
Αίσθημα παλμών, συγκοπή, ανεξήγητη έντονη ζάλη ή νέα καρδιακά συμπτώματα δεν πρέπει να αξιολογούνται αποκλειστικά μέσω μιας εξέτασης αίματος αλλά χρειάζονται ιατρική εκτίμηση.
16
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
Η ολανζαπίνη μεταβολίζεται σε σημαντικό βαθμό μέσω του ενζύμου CYP1A2. Για αυτό φάρμακα ή παράγοντες που αυξάνουν ή αναστέλλουν τη δραστηριότητα του ενζύμου μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα της ολανζαπίνης.
Η φλουβοξαμίνη μπορεί να αυξήσει σημαντικά την έκθεση στην ολανζαπίνη και η συγχορήγηση απαιτεί ιατρική αξιολόγηση. Παρόμοια προσοχή χρειάζεται με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2 όπως η ciprofloxacin. Αντίθετα, η καρβαμαζεπίνη μπορεί να επιταχύνει τον μεταβολισμό της ολανζαπίνης και να μειώσει τη συγκέντρωσή της.
Φάρμακα που προκαλούν υπνηλία ή καταστολή μπορούν να έχουν αθροιστική επίδραση με την ολανζαπίνη. Το ίδιο ισχύει για το αλκοόλ. Επομένως είναι σημαντικό ο θεράπων να γνωρίζει όχι μόνο τα ψυχιατρικά φάρμακα αλλά και αναλγητικά, αντιισταμινικά, υπνωτικά και άλλα σκευάσματα.
Η ολανζαπίνη μπορεί επίσης να ανταγωνιστεί τη δράση ντοπαμινεργικών φαρμάκων, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία σε ασθενείς με νόσο Parkinson.
Ο ενεργός άνθρακας μπορεί να μειώσει σημαντικά την απορρόφηση της από του στόματος ολανζαπίνης και χρειάζεται χρονική απόσταση. Αυτό δεν αποτελεί οδηγία για αυτοθεραπεία υπερδοσολογίας· η υπερδοσολογία αντιψυχωσικού απαιτεί άμεση ιατρική αντιμετώπιση.
17
Κάπνισμα και ολανζαπίνη
Το κάπνισμα είναι μία από τις πιο σημαντικές πρακτικές αλληλεπιδράσεις της ολανζαπίνης. Οι ουσίες που παράγονται από την καύση του καπνού μπορούν να επάγουν το CYP1A2 και έτσι να αυξήσουν τον μεταβολισμό της ολανζαπίνης.
Αυτό σημαίνει ότι ένας σταθερός καπνιστής μπορεί να έχει χαμηλότερη έκθεση στο φάρμακο σε σχέση με έναν μη καπνιστή με άλλους παρόμοιους παράγοντες. Το πιο σημαντικό όμως κλινικά είναι τι συμβαίνει όταν το κάπνισμα σταματήσει ή αρχίσει απότομα.
Αν κάποιος που καπνίζει αρκετά διακόψει το κάπνισμα, ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης μπορεί να μειωθεί και η συγκέντρωση του φαρμάκου να αυξηθεί. Μπορεί τότε να εμφανιστεί περισσότερη υπνηλία, ζάλη ή άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η διακοπή του καπνίσματος παραμένει σαφώς ωφέλιμη για την υγεία, αλλά ο ψυχίατρος πρέπει να γνωρίζει την αλλαγή.
Η αλληλεπίδραση αφορά κυρίως τα προϊόντα καύσης του καπνού και όχι απλώς τη νικοτίνη ως μόριο. Για αυτό η μετάβαση από κάπνισμα σε διαφορετική μορφή πρόσληψης νικοτίνης μπορεί επίσης να αλλάξει τη φαρμακοκινητική κατάσταση.
18
Εγκυμοσύνη και θηλασμός
Η εγκυμοσύνη σε γυναίκα που λαμβάνει ολανζαπίνη χρειάζεται εξατομικευμένη αξιολόγηση από τον ψυχίατρο και τον μαιευτήρα. Δεν πρέπει να διακόπτεται ξαφνικά μία αποτελεσματική ψυχιατρική θεραπεία μόλις διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, επειδή και η υποτροπή σοβαρής ψυχικής νόσου μπορεί να δημιουργήσει σημαντικό κίνδυνο για τη μητέρα και το έμβρυο.
Η επίσημη ευρωπαϊκή πληροφορία αναφέρει ότι η χρήση στην εγκυμοσύνη πρέπει να γίνεται όταν το αναμενόμενο όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο. Νεογνά που έχουν εκτεθεί σε αντιψυχωσικά κατά το τρίτο τρίμηνο μπορεί να χρειαστούν παρακολούθηση μετά τον τοκετό για εξωπυραμιδικά ή συμπτώματα απόσυρσης.
Η μεταβολική παρακολούθηση αποκτά επιπλέον σημασία στην εγκυμοσύνη, επειδή η γλυκόζη και το σωματικό βάρος αλλάζουν φυσιολογικά και παράλληλα υπάρχει η πιθανότητα διαβήτη κύησης. Ο μαιευτικός έλεγχος πρέπει να ακολουθεί τα κατάλληλα πρωτόκολλα κύησης και όχι απλώς το πρόγραμμα παρακολούθησης ενός μη εγκύου ασθενούς.
Η ολανζαπίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα και η επίσημη πληροφορία προϊόντος συμβουλεύει να μην γίνεται θηλασμός κατά τη λήψη της. Η τελική απόφαση για θεραπεία και διατροφή του νεογνού απαιτεί εξατομικευμένη ιατρική συζήτηση.
19
Ηλικιωμένοι, άνοια και ειδικές ομάδες
Στους ηλικιωμένους η επιλογή αντιψυχωσικού και δόσης γίνεται πιο προσεκτικά λόγω μεγαλύτερης ευαισθησίας στην υπνηλία, στην ορθοστατική υπόταση, στις πτώσεις, στις αλληλεπιδράσεις και στις μεταβολές της φαρμακοκινητικής.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η ολανζαπίνη δεν συνιστάται για ψύχωση ή διαταραχές συμπεριφοράς που σχετίζονται με άνοια. Σε κλινικές μελέτες ηλικιωμένων με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια παρατηρήθηκε αυξημένη θνητότητα και αυξημένος κίνδυνος αγγειακών εγκεφαλικών συμβαμάτων.
Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να χρειάζεται χαμηλότερη αρχική δόση και πιο προσεκτική αύξηση. Η ύπαρξη νεφρικής δυσλειτουργίας επίσης λαμβάνεται υπόψη στο συνολικό κλινικό πλαίσιο.
Η από του στόματος ολανζαπίνη δεν συνιστάται γενικά για παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών σύμφωνα με την ευρωπαϊκή πληροφορία προϊόντος, λόγω ανεπαρκών δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας και επειδή σε μελέτες εφήβων έχουν παρατηρηθεί εντονότερες μεταβολές βάρους, λιπιδίων και προλακτίνης.
20
Τι γίνεται αν διακοπεί το Zyprexa
Η ολανζαπίνη δεν πρέπει να διακόπτεται ξαφνικά επειδή ο ασθενής αισθάνεται καλύτερα ή επειδή εμφανίστηκε μία ανεπιθύμητη ενέργεια. Η βελτίωση μπορεί να είναι αποτέλεσμα της ίδιας της θεραπείας και η απότομη διακοπή μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπή της βασικής ψυχιατρικής νόσου.
Μετά από απότομη διακοπή έχουν αναφερθεί συμπτώματα όπως αϋπνία, άγχος, τρόμος, εφίδρωση, ναυτία και έμετοι. Για αυτό η επίσημη πληροφορία προϊόντος αναφέρει ότι πρέπει να εξετάζεται σταδιακή μείωση της δόσης όταν η θεραπεία διακόπτεται.
Ο ρυθμός μείωσης δεν είναι ίδιος για όλους. Εξαρτάται από τη διάρκεια θεραπείας, τη δόση, τη διάγνωση, το ιστορικό υποτροπών και τα υπόλοιπα φάρμακα. Ένας ασθενής που λαμβάνει ολανζαπίνη για χρόνια δεν πρέπει να χρησιμοποιεί ένα γενικό πρόγραμμα διακοπής από το διαδίκτυο.
Αν έχει προηγηθεί μεταβολική επιβάρυνση, μπορεί να συνεχιστεί για ένα διάστημα η παρακολούθηση βάρους, γλυκόζης, HbA1c και λιπιδίων ακόμη και μετά την αλλαγή θεραπείας, ανάλογα με τα ευρήματα.
21
Πρακτικό πρόγραμμα εργαστηριακής παρακολούθησης
Δεν υπάρχει ένα απολύτως ίδιο πρόγραμμα για όλους τους ασθενείς. Η παρακάτω δομή είναι ένα πρακτικό πλαίσιο που πρέπει να προσαρμόζεται από τον θεράποντα ιατρό ανάλογα με την ηλικία, το ιστορικό, τις αρχικές τιμές και τα υπόλοιπα φάρμακα.
| Χρόνος | Τι αξίζει να ελέγχεται | Στόχος |
|---|---|---|
| Πριν την έναρξη | Βάρος, ΔΜΣ, περίμετρος μέσης, πίεση, γλυκόζη ή/και HbA1c, λιπιδαιμικό προφίλ. ALT/AST και άλλες εξετάσεις ανάλογα με το ιστορικό. | Καταγραφή πραγματικής αρχικής κατάστασης. |
| 4–8 εβδομάδες | Βάρος και κλινική αξιολόγηση. Πιο πρώιμος εργαστηριακός έλεγχος αν υπάρχει ταχεία αύξηση βάρους ή υψηλός κίνδυνος. | Έγκαιρος εντοπισμός γρήγορης μεταβολικής επιβάρυνσης. |
| Περίπου 12 εβδομάδες | Βάρος, γλυκόζη ή HbA1c, λιπίδια και ό,τι άλλο έχει κλινικά ζητηθεί. | Σύγκριση με την αρχική τιμή μετά την πρώτη ουσιαστική περίοδο θεραπείας. |
| Μακροχρόνια | Βάρος ανά τακτά διαστήματα και μεταβολικός εργαστηριακός έλεγχος σύμφωνα με τον κίνδυνο και τις οδηγίες του θεράποντος. | Πρόληψη και έγκαιρη αντιμετώπιση διαβήτη, δυσλιπιδαιμίας και παχυσαρκίας. |
Πρακτικά, για τη συγκεκριμένη θεραπεία τα πέντε πιο χρήσιμα εργαστηριακά στοιχεία είναι: γλυκόζη, HbA1c, τριγλυκερίδια, χοληστερόλη/LDL/HDL και ηπατικά ένζυμα όταν υπάρχει κλινική ένδειξη. Το βάρος και η περίμετρος μέσης δεν είναι εξετάσεις αίματος, αλλά είναι εξίσου σημαντικοί δείκτες.
Ο επανέλεγχος πρέπει να γίνεται νωρίτερα όταν υπάρχει μεγάλη αύξηση βάρους, πολυδιψία, πολυουρία, ιστορικό διαβήτη, πολύ υψηλά τριγλυκερίδια, ηπατικό νόσημα ή αλλαγή σε άλλα φάρμακα που επηρεάζουν το μεταβολικό ή ηπατικό προφίλ.
22
Συχνές ερωτήσεις για Zyprexa και ολανζαπίνη
Το Zyprexa παχαίνει;
Μπορεί να προκαλέσει αύξηση της όρεξης και του σωματικού βάρους και η συγκεκριμένη ανεπιθύμητη ενέργεια είναι κλινικά σημαντική για την ολανζαπίνη. Δεν αυξάνουν όμως όλοι οι ασθενείς το ίδιο βάρος. Η παρακολούθηση πρέπει να ξεκινά από την αρχή και να μην περιμένει μέχρι να γίνουν εμφανείς μεγάλες αλλαγές.
Μπορεί η ολανζαπίνη να ανεβάσει το σάκχαρο;
Ναι. Η ολανζαπίνη μπορεί να προκαλέσει υπεργλυκαιμία ή να επιδεινώσει ήδη υπάρχοντα διαβήτη. Για αυτό συστήνεται έλεγχος πριν την έναρξη και επανέλεγχος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου.
Χρειάζεται HbA1c αν η γλυκόζη είναι φυσιολογική;
Η HbA1c μπορεί να προσφέρει συμπληρωματικές πληροφορίες επειδή αντανακλά τη μέση γλυκαιμία μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος. Σε αρκετά προγράμματα παρακολούθησης αντιψυχωσικών χρησιμοποιείται γλυκόζη νηστείας ή HbA1c, ενώ σε ασθενείς υψηλού κινδύνου ο γιατρός μπορεί να αξιοποιήσει και τις δύο.
Το Zyprexa ανεβάζει τα τριγλυκερίδια;
Μπορεί. Ανεπιθύμητες μεταβολές στα λιπίδια έχουν περιγραφεί με ολανζαπίνη και για αυτό ο έλεγχος τριγλυκεριδίων, ολικής χοληστερόλης, LDL και HDL έχει ουσιαστική αξία. Η μεταβολή πρέπει να ερμηνεύεται σε σύγκριση με την αρχική τιμή.
Χρειάζονται ηπατικές εξετάσεις;
ALT και AST είναι ιδιαίτερα χρήσιμες όταν υπάρχουν αρχικά αυξημένες τιμές, ηπατικό ιστορικό, παχυσαρκία, κατανάλωση αλκοόλ ή άλλα δυνητικά ηπατοτοξικά φάρμακα. Η ολανζαπίνη μπορεί να προκαλέσει παροδική αύξηση τρανσαμινασών, ιδίως στην αρχή.
Πρέπει να κάνω εξετάσεις κάθε μήνα;
Συνήθως όχι. Το βάρος ελέγχεται συχνότερα στην αρχή, ενώ γλυκόζη, HbA1c και λιπίδια επαναξιολογούνται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα ανάλογα με τον κίνδυνο. Μηνιαίες αιματολογικές εξετάσεις μπορεί να χρειάζονται μόνο όταν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.
Μπορώ να κόψω το Zyprexa επειδή πήρα βάρος;
Όχι χωρίς συνεννόηση με τον ψυχίατρο. Η αύξηση βάρους είναι σημαντική και πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλά η απότομη διακοπή μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα διακοπής και, κυρίως, σε υποτροπή της ψυχιατρικής νόσου. Χρειάζεται συνολική επανεκτίμηση.
Η αλλαγή στο κάπνισμα επηρεάζει το Zyprexa;
Ναι. Το κάπνισμα αυξάνει τον μεταβολισμό της ολανζαπίνης μέσω του CYP1A2. Η απότομη διακοπή του καπνίσματος μπορεί να αυξήσει την έκθεση στο φάρμακο. Ο ψυχίατρος πρέπει να γνωρίζει σημαντικές αλλαγές στις καπνιστικές συνήθειες.
Το Zyprexa προκαλεί υπνηλία;
Η υπνηλία είναι γνωστή ανεπιθύμητη ενέργεια. Μπορεί να είναι πιο έντονη στην έναρξη της θεραπείας ή μετά από αλλαγή δόσης. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στην οδήγηση, στον χειρισμό μηχανημάτων και στη συγχορήγηση άλλων κατασταλτικών φαρμάκων ή αλκοόλ.
Η ολανζαπίνη χρειάζεται μέτρηση επιπέδων στο αίμα;
Η μέτρηση συγκέντρωσης ολανζαπίνης στο αίμα δεν αποτελεί εξέταση ρουτίνας για όλους τους ασθενείς. Σε εξειδικευμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί θεραπευτική παρακολούθηση φαρμάκου, για παράδειγμα όταν υπάρχουν ερωτήματα συμμόρφωσης, ιδιαίτερες αλληλεπιδράσεις ή ασυνήθιστη ανταπόκριση.
Ποια εξέταση είναι η σημαντικότερη για κάποιον που παίρνει Zyprexa;
Δεν υπάρχει μία μόνο εξέταση. Η μεγαλύτερη αξία βρίσκεται στον συνδυασμό βάρους και μεταβολικού ελέγχου: γλυκόζη ή HbA1c και πλήρες λιπιδαιμικό προφίλ. Οι ηπατικές εξετάσεις και άλλοι δείκτες προστίθενται ανάλογα με το ιστορικό και την κλινική εικόνα.
Χρήσιμες επόμενες σελίδες
Βιβλιογραφία και επίσημες πηγές
- European Medicines Agency – Zyprexa: EPAR
- European Medicines Agency – Zyprexa, Summary of Product Characteristics και Package Leaflet
- European Medicines Agency – Zyprexa Velotab
- NICE / British National Formulary – Olanzapine
- NICE – Psychosis and schizophrenia in adults: recommendations και παρακολούθηση αντιψυχωσικών
- NICE – Bipolar disorder: assessment and management
- Υπουργείο Υγείας – Επιτροπή Αξιολόγησης και Αποζημίωσης Φαρμάκων / Κατάλογος Αποζημιούμενων Φαρμάκων
- Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων – Επίσημη ενημέρωση φαρμάκων και διαθεσιμότητας
Ιατρική επισήμανση: Το άρθρο είναι ενημερωτικό και δεν αντικαθιστά την αξιολόγηση από ψυχίατρο ή άλλο θεράποντα ιατρό. Η ολανζαπίνη δεν πρέπει να ξεκινά, να διακόπτεται ή να αλλάζει δόση χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Οι εξετάσεις και η συχνότητα επανελέγχου εξατομικεύονται.

