VDRL Εξέταση Αίματος: Σύφιλη, Τίτλοι Αντισωμάτων & Ερμηνεία
Τελευταία ενημέρωση: 5 Σεπτεμβρίου 2026
1
Τι είναι η εξέταση VDRL;
Η VDRL, από τα αρχικά Venereal Disease Research Laboratory, είναι μία από τις παλαιότερες και περισσότερο καθιερωμένες μη τρεπονημικές ορολογικές εξετάσεις για τη σύφιλη. Η σύφιλη προκαλείται από τη σπειροχαίτη Treponema pallidum και μεταδίδεται κυρίως μέσω σεξουαλικής επαφής, αλλά μπορεί επίσης να μεταδοθεί από την έγκυο στο έμβρυο.[1, 4]
Ο χαρακτηρισμός «μη τρεπονημική» είναι σημαντικός. Η VDRL δεν ανιχνεύει απευθείας το βακτήριο και δεν ανιχνεύει αποκλειστικά αντισώματα που στρέφονται εναντίον ειδικών αντιγόνων του Treponema pallidum. Αντίθετα, ανιχνεύει αντισώματα που αντιδρούν με λιποειδικά αντιγόνα και εμφανίζονται στο πλαίσιο της ανοσολογικής απόκρισης και της κυτταρικής βλάβης που συνοδεύουν τη λοίμωξη.[1]
Αυτό εξηγεί δύο βασικά χαρακτηριστικά της εξέτασης. Πρώτον, ένα αντιδραστικό VDRL χρειάζεται να συσχετιστεί με τρεπονημική εξέταση, όπως TPHA ή TPPA. Δεύτερον, επειδή ο τίτλος των μη τρεπονημικών αντισωμάτων μεταβάλλεται με την ενεργότητα της νόσου και μετά τη θεραπεία, η VDRL είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη διαχρονική παρακολούθηση του ασθενούς.[1, 2]
Επομένως, η VDRL δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως μία εξέταση που δίνει «θετικό» ή «αρνητικό» αποτέλεσμα. Η πραγματική διαγνωστική αξία της βρίσκεται στον συνδυασμό του ποιοτικού αποτελέσματος, του ποσοτικού τίτλου, του τρεπονημικού ελέγχου και του κλινικού ιστορικού.
2
Τι ανιχνεύει η VDRL και πώς λειτουργεί;
Η VDRL ανιχνεύει κυρίως αντιλιποειδικά αντισώματα, τα οποία ιστορικά ονομάζονται και αντισώματα ρεαγίνης. Τα αντισώματα αυτά αντιδρούν με λιποειδικά αντιγόνα του αντιδραστηρίου της εξέτασης, στα οποία περιλαμβάνεται η καρδιολιπίνη.[1]
Η εξέταση βασίζεται σε μία αντίδραση κροκίδωσης. Όταν υπάρχουν τα κατάλληλα αντισώματα στο δείγμα, δημιουργούνται ανοσοσυμπλέγματα μεταξύ αντιγόνου και αντισώματος. Τα μικρά αυτά συσσωματώματα, οι κροκίδες, μπορούν να αναγνωριστούν κατά την εργαστηριακή ανάγνωση της δοκιμασίας.
Η κλασική VDRL αποτελεί μικροσκοπική δοκιμασία κροκίδωσης. Αυτό τη διαφοροποιεί πρακτικά από την RPR, στην οποία η αντίδραση έχει τροποποιηθεί έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί μακροσκοπικά. Και οι δύο όμως ανήκουν στις μη τρεπονημικές δοκιμασίες λιποειδικών αντιγόνων.[1]
Η δημιουργία ορατής κροκίδωσης εξαρτάται από τη σωστή αναλογία αντιγόνου και αντισώματος. Αυτή η αρχή έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση του φαινομένου προζώνης, όπου η πολύ μεγάλη περίσσεια αντισωμάτων μπορεί παραδόξως να προκαλέσει ψευδώς αρνητική αντίδραση.
Επειδή τα αντιλιποειδικά αντισώματα δεν είναι αποκλειστικά ειδικά για τη σύφιλη, μπορεί να ανιχνευθούν και σε άλλες καταστάσεις. Για τον λόγο αυτό η VDRL δεν χρησιμοποιείται μόνη της για οριστική εργαστηριακή τεκμηρίωση της λοίμωξης.[1, 2]
3
Πότε ζητείται η εξέταση VDRL;
Η VDRL μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο στο πλαίσιο αρχικής διερεύνησης όσο και στην παρακολούθηση ασθενούς με ήδη διαγνωσμένη και θεραπευμένη σύφιλη.
Μπορεί να ζητηθεί:
- σε έλεγχο για πιθανή σύφιλη,
- όταν υπάρχουν συμπτώματα ή κλινικά σημεία συμβατά με σύφιλη,
- μετά από πιθανή σεξουαλική έκθεση,
- σε σεξουαλικό σύντροφο ατόμου με διαγνωσμένη σύφιλη,
- στο πλαίσιο ελέγχου για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα,
- στον προγεννητικό εργαστηριακό έλεγχο,
- για τον προσδιορισμό αρχικού μη τρεπονημικού τίτλου,
- και για την παρακολούθηση της ορολογικής ανταπόκρισης μετά τη θεραπεία.[2, 3]
Η σύφιλη μπορεί να εκδηλωθεί με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το στάδιο της λοίμωξης. Στην πρωτοπαθή μορφή μπορεί να υπάρχει χαρακτηριστική βλάβη στο σημείο εισόδου του μικροοργανισμού, ενώ η δευτεροπαθής σύφιλη μπορεί να συνοδεύεται από συστηματικές εκδηλώσεις και εξάνθημα. Υπάρχουν επίσης λανθάνουσες φάσεις χωρίς εμφανή συμπτώματα.
Για τον λόγο αυτό η απόφαση για εργαστηριακό έλεγχο δεν βασίζεται μόνο στην παρουσία συμπτωμάτων. Ανάλογα με το ιστορικό, μπορεί να χρειάζεται παράλληλος έλεγχος και για άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Δείτε επίσης τον οδηγό για τις εξετάσεις ΣΜΝ.
4
Πώς γίνεται η VDRL και χρειάζεται νηστεία;
Για τη συνηθισμένη VDRL αίματος πραγματοποιείται αιμοληψία και εξετάζεται το κατάλληλα επεξεργασμένο δείγμα σύμφωνα με τις προδιαγραφές της μεθόδου. Η ίδια η εξέταση δεν απαιτεί συνήθως νηστεία.
Ο εξεταζόμενος μπορεί επομένως να φάει και να πιει κανονικά πριν από την αιμοληψία, εκτός εάν έχουν ζητηθεί ταυτόχρονα άλλες εξετάσεις για τις οποίες υπάρχουν ειδικές οδηγίες προετοιμασίας.
Για την ποιότητα του αποτελέσματος μεγαλύτερη σημασία έχουν η σωστή συλλογή και επεξεργασία του δείγματος, η ορθή εκτέλεση της μεθόδου και η κατάλληλη εργαστηριακή ανάγνωση της αντίδρασης.
Εάν η VDRL πραγματοποιείται για παρακολούθηση μετά από θεραπεία, είναι χρήσιμο να υπάρχουν διαθέσιμα τα προηγούμενα αποτελέσματα. Η σύγκριση ενός σημερινού τίτλου με τον αρχικό ή με προηγούμενους τίτλους παρέχει πολύ περισσότερες πληροφορίες από έναν μεμονωμένο αριθμό.
5
Τι σημαίνει αντιδραστικό ή μη αντιδραστικό VDRL;
Μη αντιδραστικό VDRL – «αρνητικό»
Ένα μη αντιδραστικό VDRL σημαίνει ότι δεν παρατηρήθηκε η χαρακτηριστική αντίδραση της δοκιμασίας. Σε άτομο χωρίς συμπτώματα και χωρίς πρόσφατη ύποπτη έκθεση αποτελεί συνήθως καθησυχαστικό αποτέλεσμα.
Ωστόσο, ένα αρνητικό VDRL δεν αποκλείει απόλυτα τη σύφιλη. Στην πολύ πρώιμη λοίμωξη τα αντισώματα μπορεί να μην έχουν ακόμη φτάσει σε ανιχνεύσιμη συγκέντρωση. Υπάρχουν επίσης σπανιότερες εργαστηριακές καταστάσεις, όπως το φαινόμενο προζώνης, στις οποίες μπορεί να παρατηρηθεί ψευδώς αρνητική μη τρεπονημική δοκιμασία.[1, 2]
Αντιδραστικό VDRL – «θετικό»
Ένα αντιδραστικό VDRL σημαίνει ότι ανιχνεύθηκε αντίδραση έναντι των λιποειδικών αντιγόνων της δοκιμασίας. Δεν σημαίνει όμως αυτόματα ότι έχει τεκμηριωθεί ενεργός σύφιλη.
Για τη σωστή ερμηνεία χρειάζεται να συνεκτιμηθούν:
6
Τίτλοι VDRL: τι σημαίνουν 1:2, 1:4, 1:8, 1:16 ή 1:32;
Όταν η VDRL είναι αντιδραστική, η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε διαδοχικές αραιώσεις ώστε να προσδιοριστεί ο ποσοτικός τίτλος.
Παραδείγματα τίτλων είναι:
- VDRL 1:1
- VDRL 1:2
- VDRL 1:4
- VDRL 1:8
- VDRL 1:16
- VDRL 1:32
- VDRL 1:64
- VDRL 1:128
Ο τελικός τίτλος είναι η μεγαλύτερη αραίωση του δείγματος στην οποία η δοκιμασία εξακολουθεί να παραμένει αντιδραστική. Για παράδειγμα, τίτλος VDRL 1:32 σημαίνει ότι η αντιδραστικότητα εξακολουθεί να ανιχνεύεται στην αραίωση 1 προς 32.[1]
Ένας τίτλος 1:32 αντιπροσωπεύει μεγαλύτερη μη τρεπονημική αντιδραστικότητα από έναν τίτλο 1:4. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο τίτλος μπορεί μόνος του να καθορίσει το στάδιο, τη διάρκεια ή τη βαρύτητα της νόσου.
Η μεγαλύτερη κλινική χρησιμότητα του τίτλου βρίσκεται στη διαχρονική σύγκριση. Ένας μεμονωμένος τίτλος 1:8 έχει περιορισμένη ερμηνευτική αξία χωρίς να γνωρίζουμε εάν προηγουμένως ήταν 1:32, 1:8 ή 1:2.
7
Τι σημαίνει τετραπλάσια μεταβολή του τίτλου VDRL;
Η τετραπλάσια μεταβολή του τίτλου είναι μία από τις σημαντικότερες έννοιες στην παρακολούθηση της σύφιλης. Αντιστοιχεί σε μεταβολή κατά δύο διαδοχικές αραιώσεις και θεωρείται κλινικά σημαντική όταν συγκρίνονται αποτελέσματα της ίδιας μη τρεπονημικής εξέτασης.[1, 2]
Παραδείγματα τετραπλάσιας πτώσης:
- 1:32 → 1:8
- 1:16 → 1:4
- 1:8 → 1:2
Παραδείγματα τετραπλάσιας αύξησης:
- 1:2 → 1:8
- 1:4 → 1:16
- 1:8 → 1:32
Αντίθετα, μία μεταβολή από 1:8 σε 1:4 αντιστοιχεί σε πτώση μόνο μίας αραίωσης και δεν αποτελεί τετραπλάσια μείωση. Το ίδιο ισχύει για την αύξηση από 1:4 σε 1:8.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική επειδή μικρές διαφορές μπορεί να οφείλονται και σε εργαστηριακή ή βιολογική μεταβλητότητα. Για τον λόγο αυτό η εκτίμηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης δεν πρέπει να βασίζεται σε μία μόνο αλλαγή μίας αραίωσης.
8
VDRL και TPHA / TPPA: ποια είναι η διαφορά;
Η VDRL και οι εξετάσεις TPHA / TPPA ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες ορολογικών εξετάσεων και εξυπηρετούν συμπληρωματικούς ρόλους.
| Χαρακτηριστικό | VDRL | TPHA / TPPA |
|---|---|---|
| Τύπος εξέτασης | Μη τρεπονημική | Τρεπονημική |
| Ανιχνευόμενα αντισώματα | Αντιλιποειδικά αντισώματα | Αντισώματα έναντι αντιγόνων του T. pallidum |
| Ποσοτικός τίτλος | Ναι | Δεν χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο |
| Παρακολούθηση θεραπείας | Ναι | Όχι ως βασικός δείκτης ανταπόκρισης |
| Μετά από θεραπευμένη λοίμωξη | Μπορεί να μειωθεί σημαντικά ή να αρνητικοποιηθεί | Συχνά παραμένει αντιδραστική για χρόνια ή εφ’ όρου ζωής |
Τα τρεπονημικά τεστ χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση της ειδικότερης ανοσολογικής απάντησης έναντι του Treponema pallidum. Μετά από μία λοίμωξη, συχνά παραμένουν αντιδραστικά για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμη και όταν έχει προηγηθεί επιτυχής θεραπεία.
Γι’ αυτό μία TPHA ή TPPA δεν χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο για να αξιολογηθεί εάν ο τίτλος «έπεσε» μετά τη θεραπεία. Για αυτή τη διαχρονική παρακολούθηση χρησιμοποιείται η ποσοτική μη τρεπονημική εξέταση.[1, 2]
9
Παραδοσιακός και αντίστροφος αλγόριθμος ελέγχου για σύφιλη
Η σύγχρονη ορολογική διερεύνηση της σύφιλης βασίζεται στον συνδυασμό μη τρεπονημικής και τρεπονημικής εξέτασης. Η χρήση μόνο της μίας κατηγορίας μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη ερμηνεία.[1, 2]
Παραδοσιακός αλγόριθμος
Στον παραδοσιακό αλγόριθμο, ο αρχικός έλεγχος ξεκινά με μία μη τρεπονημική εξέταση, όπως VDRL ή RPR. Εάν η εξέταση είναι αντιδραστική, ακολουθεί τρεπονημική δοκιμασία για να αξιολογηθεί η παρουσία ειδικότερων αντισωμάτων έναντι του T. pallidum.
Στην περίπτωση αυτή, το VDRL προσφέρει επίσης τον αρχικό ποσοτικό τίτλο, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη μετέπειτα παρακολούθηση.
Αντίστροφος αλγόριθμος
Σε πολλά σύγχρονα εργαστήρια ο έλεγχος μπορεί να ξεκινήσει με αυτοματοποιημένη τρεπονημική ανοσοδοκιμασία. Εάν αυτή είναι αντιδραστική, ακολουθεί ποσοτική μη τρεπονημική εξέταση.
Όταν το αρχικό τρεπονημικό τεστ είναι αντιδραστικό αλλά η μη τρεπονημική εξέταση μη αντιδραστική, μπορεί να απαιτηθεί δεύτερη τρεπονημική μέθοδος, συνήθως βασισμένη σε διαφορετικά αντιγόνα, ώστε να διευκρινιστεί η ασυμφωνία.[1]
10
Βιολογικά ψευδώς θετικό VDRL: τι σημαίνει;
Επειδή η VDRL ανιχνεύει αντιλιποειδικά και όχι αποκλειστικά ειδικά τρεπονημικά αντισώματα, μπορεί να εμφανιστεί βιολογικά ψευδώς θετική αντίδραση. Στην περίπτωση αυτή η VDRL είναι αντιδραστική, αλλά το αποτέλεσμα δεν οφείλεται σε λοίμωξη από Treponema pallidum.
Ψευδώς θετικές μη τρεπονημικές αντιδράσεις έχουν συσχετιστεί μεταξύ άλλων με:
- ορισμένες οξείες ή χρόνιες λοιμώξεις,
- αυτοάνοσα νοσήματα,
- εγκυμοσύνη,
- πρόσφατους εμβολιασμούς,
- ενέσιμη χρήση ουσιών,
- και μεγαλύτερη ηλικία.[2]
Για αυτόν τον λόγο, ένα χαμηλού τίτλου αποτέλεσμα όπως VDRL 1:1 ή 1:2 δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται αυτόματα ως ενεργός σύφιλη. Ούτε όμως ένας χαμηλός τίτλος μπορεί μόνος του να αποκλείσει πραγματική λοίμωξη.
Η σωστή διάκριση γίνεται με συνδυασμό τρεπονημικού τεστ, κλινικού ιστορικού, προηγούμενων αποτελεσμάτων και, όπου υπάρχει, ιστορικού προηγούμενης θεραπείας.
11
Ψευδώς αρνητικό VDRL και φαινόμενο προζώνης
Ένα μη αντιδραστικό VDRL δεν αποκλείει σε όλες τις περιπτώσεις τη σύφιλη. Η συχνότερη πρακτικά περίπτωση είναι η πολύ πρώιμη λοίμωξη, όταν δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί επαρκής συγκέντρωση αντισωμάτων ώστε να γίνει η μη τρεπονημική δοκιμασία αντιδραστική.
Μία διαφορετική και χαρακτηριστική εργαστηριακή αιτία ψευδώς αρνητικού αποτελέσματος είναι το φαινόμενο προζώνης (prozone phenomenon).[1]
Τι είναι το φαινόμενο προζώνης;
Για να σχηματιστεί η χαρακτηριστική κροκίδωση απαιτείται κατάλληλη αναλογία αντιγόνου και αντισώματος. Τα αντισώματα συνδέονται με τα αντιγόνα και δημιουργούν ένα πλέγμα ανοσοσυμπλεγμάτων αρκετά μεγάλο ώστε να γίνει ορατό κατά την ανάγνωση της δοκιμασίας.
Όταν όμως υπάρχει πολύ μεγάλη περίσσεια αντισωμάτων, η σωστή διασύνδεση των αντιγόνων μπορεί να παρεμποδιστεί. Δεν σχηματίζεται το αναμενόμενο πλέγμα και έτσι ένα δείγμα με υψηλή συγκέντρωση αντισωμάτων μπορεί παραδόξως να εμφανιστεί μη αντιδραστικό.[1]
Η αραίωση του δείγματος μειώνει την περίσσεια αντισωμάτων και μπορεί να αποκαταστήσει την κατάλληλη αναλογία αντιγόνου–αντισώματος, αποκαλύπτοντας την πραγματική αντιδραστικότητα.
Το φαινόμενο προζώνης θεωρείται σπάνιο και δεν αποτελεί λόγο να αραιώνεται συστηματικά κάθε μη αντιδραστικό δείγμα. Όταν όμως υπάρχει ισχυρή κλινική υποψία σύφιλης παρά το αρνητικό αποτέλεσμα, μπορεί να ζητηθεί ειδικά από το εργαστήριο αποκλεισμός του φαινομένου με σειρά αραιώσεων.[1]
12
Τι συμβαίνει στο VDRL μετά τη θεραπεία της σύφιλης;
Μία από τις σημαντικότερες χρήσεις της VDRL είναι η παρακολούθηση της ορολογικής ανταπόκρισης μετά τη θεραπεία. Μετά από αποτελεσματική θεραπεία, ο τίτλος της μη τρεπονημικής εξέτασης συνήθως μειώνεται σταδιακά και σε ορισμένους ασθενείς μπορεί τελικά να γίνει μη αντιδραστικός.[2, 5]
Για παράδειγμα:
Πριν από τη θεραπεία: VDRL 1:32
Μετά τη θεραπεία: VDRL 1:8
Η μεταβολή αυτή αντιστοιχεί σε τετραπλάσια πτώση του τίτλου.
Η αναμενόμενη πορεία δεν είναι όμως ίδια σε κάθε ασθενή. Εξαρτάται από:
- το στάδιο της σύφιλης κατά τη διάγνωση,
- τον αρχικό μη τρεπονημικό τίτλο,
- τυχόν προηγούμενο ιστορικό σύφιλης,
- το χρονικό διάστημα από τη θεραπεία,
- την ηλικία και άλλα ατομικά χαρακτηριστικά,
- και την πιθανότητα νέας έκθεσης ή επαναλοίμωξης.[2, 5]
Στην πρωτοπαθή και δευτεροπαθή σύφιλη, η κλινική και ορολογική παρακολούθηση πραγματοποιείται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες. Ο τίτλος συγκρίνεται με εκείνον που υπήρχε κατά τον χρόνο της θεραπείας.[5]
Η απλή διαπίστωση ότι «το VDRL παραμένει θετικό» δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η θεραπεία επιτυχής ή ανεπιτυχής. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς μεταβλήθηκε ο τίτλος σε σχέση με τον αρχικό.
13
Επίμονη οροαντιδραστικότητα μετά τη θεραπεία – serofast
Σε ορισμένους ασθενείς ο τίτλος της VDRL μειώνεται μετά τη θεραπεία αλλά δεν αρνητικοποιείται πλήρως. Μπορεί να παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα αντιδραστικός σε σχετικά χαμηλό και σταθερό επίπεδο.
Η κατάσταση αυτή συχνά περιγράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως serofast. Στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί περισσότερο περιγραφικά ως επίμονη οροαντιδραστικότητα μετά τη θεραπεία.
Ένα επίμονα χαμηλού τίτλου VDRL δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η θεραπεία απέτυχε ούτε ότι υπάρχει αναγκαστικά ενεργός λοίμωξη. Για τη σωστή αξιολόγηση πρέπει να είναι γνωστά:
- ο αρχικός τίτλος,
- η μεταβολή που ακολούθησε τη θεραπεία,
- το στάδιο της νόσου,
- το θεραπευτικό ιστορικό,
- προηγούμενες λοιμώξεις,
- και η πιθανότητα νέας έκθεσης.
Από την άλλη πλευρά, μία νέα και επίμονη τετραπλάσια αύξηση του τίτλου μπορεί να δημιουργήσει υποψία επαναλοίμωξης ή θεραπευτικής αποτυχίας και χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση.[2, 5]
Επίσης, δεν εμφανίζουν όλοι οι κατάλληλα θεραπευμένοι ασθενείς την ίδια ταχύτητα ορολογικής πτώσης. Οι κατευθυντήριες οδηγίες αναφέρουν ότι ένα ποσοστό ασθενών με πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή σύφιλη δεν παρουσιάζει την αναμενόμενη τετραπλάσια μείωση εντός του συνήθους χρονικού διαστήματος παρά την ενδεδειγμένη θεραπεία.[5]
14
VDRL στην εγκυμοσύνη
Ο εργαστηριακός έλεγχος για σύφιλη αποτελεί σημαντικό τμήμα του προγεννητικού ελέγχου. Η λοίμωξη από Treponema pallidum μπορεί να μεταδοθεί από την έγκυο στο έμβρυο και χωρίς κατάλληλη διάγνωση και θεραπεία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές.[3, 4]
Η VDRL μπορεί να χρησιμοποιείται ως η μη τρεπονημική εξέταση ενός αλγορίθμου ελέγχου. Όπως και εκτός εγκυμοσύνης, δεν πρέπει να αξιολογείται μόνη της αλλά σε συνδυασμό με τρεπονημική εξέταση.
Οι βασικές αρχές ερμηνείας των μη τρεπονημικών και τρεπονημικών εξετάσεων είναι οι ίδιες στην εγκυμοσύνη. Παράλληλα, η εγκυμοσύνη είναι μία από τις καταστάσεις στις οποίες μπορεί να παρατηρηθεί βιολογικά ψευδώς θετική μη τρεπονημική αντίδραση.[1]
Για αυτόν τον λόγο ένα αντιδραστικό VDRL στην εγκυμοσύνη χρειάζεται σωστή και έγκαιρη διερεύνηση, αλλά δεν πρέπει να ερμηνεύεται απομονωμένα.
Δείτε επίσης τον αναλυτικό οδηγό για τον προγεννητικό εργαστηριακό έλεγχο.
15
VDRL στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και νευροσύφιλη
Η VDRL έχει μία ιδιαίτερη θέση στη διερεύνηση της νευροσύφιλης, επειδή μπορεί να πραγματοποιηθεί όχι μόνο σε ορό αλλά και σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) όταν υπάρχει σχετική κλινική ένδειξη.
Η VDRL ΕΝΥ (CSF-VDRL) δεν είναι απλώς μία συνηθισμένη VDRL αίματος που πραγματοποιείται σε διαφορετικό δείγμα. Πρόκειται για ειδική εργαστηριακή εφαρμογή της μεθόδου στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και χρησιμοποιείται ως βοήθημα στη διερεύνηση της νευροσύφιλης.[1, 2]
Σε ασθενή με συμβατά νευρολογικά σημεία ή συμπτώματα, αντιδραστικές ορολογικές εξετάσεις και αντιδραστική CSF-VDRL χωρίς σημαντική επιμόλυνση του δείγματος με αίμα, το αποτέλεσμα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό για τη διάγνωση νευροσύφιλης.[2]
Η CSF-VDRL χαρακτηρίζεται από υψηλή ειδικότητα αλλά περιορισμένη ευαισθησία. Αυτό σημαίνει ότι ένα αντιδραστικό αποτέλεσμα έχει μεγάλη διαγνωστική βαρύτητα στο σωστό κλινικό πλαίσιο, ενώ ένα μη αντιδραστικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει από μόνο του τη νευροσύφιλη.[1, 2]
Όταν η κλινική υποψία παραμένει παρά αρνητική CSF-VDRL, μπορεί να αξιολογηθούν επιπλέον στοιχεία όπως:
- ο αριθμός λευκοκυττάρων στο ΕΝΥ,
- η συγκέντρωση πρωτεΐνης,
- η κλινική νευρολογική εικόνα,
- οι ορολογικές εξετάσεις αίματος,
- και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, τρεπονημικές εξετάσεις στο ΕΝΥ.[2]
16
VDRL ή RPR: ποια είναι η διαφορά;
Η VDRL και η RPR είναι δύο διαφορετικές μη τρεπονημικές εξετάσεις που βασίζονται στην ανίχνευση αντισωμάτων έναντι λιποειδικών αντιγόνων. Έχουν παρόμοιο κλινικό ρόλο, αλλά δεν είναι η ίδια εργαστηριακή μέθοδος.[1, 2]
Μία σημαντική τεχνική διαφορά είναι ότι η κλασική VDRL είναι μικροσκοπική δοκιμασία κροκίδωσης, ενώ η RPR έχει σχεδιαστεί ώστε η αντίδραση να μπορεί να αναγνωρίζεται μακροσκοπικά.
Από κλινικής πλευράς, το σημαντικότερο είναι ότι οι ποσοτικοί τίτλοι των δύο εξετάσεων δεν θεωρούνται άμεσα εναλλάξιμοι. Ένα VDRL 1:16 δεν πρέπει να συγκρίνεται ως ισοδύναμο με RPR 1:16.
Για την παρακολούθηση του ίδιου ασθενούς πρέπει να χρησιμοποιείται σταθερά η ίδια μη τρεπονημική δοκιμασία, κατά προτίμηση με την ίδια τεχνική και στο ίδιο εργαστήριο όταν αυτό είναι εφικτό.[1, 2]
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν αξιολογούμε εάν έχει επιτευχθεί τετραπλάσια πτώση ή εάν έχει εμφανιστεί νέα τετραπλάσια αύξηση του τίτλου.
Περισσότερα για τη δεύτερη βασική μη τρεπονημική εξέταση μπορείτε να δείτε στον αναλυτικό οδηγό για την RPR εξέταση αίματος.
17
Πώς ερμηνεύεται συνολικά ένα αποτέλεσμα VDRL;
Η σωστή ερμηνεία της VDRL βασίζεται σε μία συνδυαστική αξιολόγηση. Ο αριθμός του τίτλου ή η ένδειξη «θετικό» δεν πρέπει να εξετάζονται απομονωμένα.
Λαμβάνονται υπόψη:
- αν η VDRL είναι αντιδραστική ή μη αντιδραστική,
- ο ποσοτικός τίτλος, όταν είναι αντιδραστική,
- το αποτέλεσμα της TPHA, TPPA ή άλλης τρεπονημικής εξέτασης,
- προηγούμενα αποτελέσματα VDRL,
- τυχόν προηγούμενη θεραπεία για σύφιλη,
- η πιθανότητα πρόσφατης έκθεσης,
- η πιθανότητα επαναλοίμωξης,
- το χρονικό διάστημα από τη θεραπεία,
- και η συνολική κλινική εικόνα.[1, 2]
| VDRL | Τρεπονημική εξέταση | Γενική ερμηνευτική κατεύθυνση |
|---|---|---|
| Αντιδραστικό | Αντιδραστική | Συμβατό με παρούσα ή παλαιότερη σύφιλη. Χρειάζονται ιστορικό, στάδιο και στοιχεία προηγούμενης θεραπείας. |
| Αντιδραστικό | Μη αντιδραστική | Μπορεί να πρόκειται για βιολογικά ψευδώς θετική μη τρεπονημική αντίδραση. Απαιτείται αξιολόγηση του συνολικού πλαισίου. |
| Μη αντιδραστικό | Αντιδραστική | Μπορεί να παρατηρηθεί σε παλαιότερη θεραπευμένη λοίμωξη, πολύ πρώιμη λοίμωξη ή άλλη κατάσταση. Το ιστορικό είναι καθοριστικό. |
| Μη αντιδραστικό | Μη αντιδραστική | Συνήθως δεν υπάρχει ορολογική ένδειξη λοίμωξης, χωρίς όμως να αποκλείεται απολύτως πολύ πρώιμη σύφιλη όταν υπάρχει πρόσφατη έκθεση ή έντονη κλινική υποψία. |

