Ursofalk (Ουρσοδεοξυχολικό Οξύ): Τι Κάνει στο Συκώτι, Δοσολογία και Παρενέργειες

Τελευταία ενημέρωση:

← Επιστροφή στους Οδηγούς Φαρμάκων

Σύντομη περίληψη

Το Ursofalk περιέχει ουρσοδεοξυχολικό οξύ (ursodeoxycholic acid – UDCA), ένα φυσικό χολικό οξύ που χρησιμοποιείται κυρίως σε συγκεκριμένες παθήσεις του ήπατος και των χοληφόρων. Η σημαντικότερη καθιερωμένη χρήση του είναι η πρωτοπαθής χολική χολαγγειίτιδα (PBC), όπου αποτελεί βασική θεραπεία πρώτης γραμμής. Χρησιμοποιείται επίσης σε επιλεγμένες περιπτώσεις χοληστερινικών χολολίθων.

Το Ursofalk δεν είναι γενικό «φάρμακο για το συκώτι» και δεν χορηγείται απλώς επειδή είναι αυξημένες οι τρανσαμινάσες ή η γ-GT. Η ένδειξη, η δόση και η διάρκεια εξαρτώνται από τη διάγνωση και το σωματικό βάρος. Κατά τη θεραπεία μπορεί να χρειάζεται παρακολούθηση με AST, ALT, γ-GT, ALP και χολερυθρίνη. Η συχνότερη χαρακτηριστική ανεπιθύμητη ενέργεια είναι τα μαλακά κόπρανα ή η διάρροια.

Περιεχόμενα
  1. Τι είναι το Ursofalk
  2. Δραστική ουσία – ουρσοδεοξυχολικό οξύ
  3. Τι κάνει το Ursofalk στο συκώτι
  4. Ursofalk: ενδείξεις και χρήσεις
  5. Ursofalk και πρωτοπαθής χολική χολαγγειίτιδα
  6. Ursofalk και πέτρες στη χολή
  7. Πότε δεν είναι η κατάλληλη θεραπεία
  8. Ursofalk 250 mg και πόσιμο εναιώρημα στην Ελλάδα
  9. Δοσολογία
  10. Πριν ή μετά το φαγητό – πώς λαμβάνεται
  11. Διάρκεια θεραπείας και παράλειψη δόσης
  12. Παρενέργειες
  13. Αλληλεπιδράσεις
  14. Αντενδείξεις και προφυλάξεις
  15. Εγκυμοσύνη και θηλασμός
  16. Παρακολούθηση με εξετάσεις αίματος
  17. ALP, γ-GT, AST, ALT και χολερυθρίνη
  18. Πότε φαίνεται η ανταπόκριση
  19. Τι γίνεται αν δεν αρκεί στην PBC
  20. Ursofalk και PSC
  21. Συχνές Ερωτήσεις
  22. Βιβλιογραφία και χρήσιμες σελίδες


1

Τι είναι το Ursofalk;

Το Ursofalk είναι φαρμακευτικό σκεύασμα που περιέχει το χολικό οξύ ουρσοδεοξυχολικό οξύ. Ανήκει στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένες παθήσεις του ήπατος, της χολής και των χοληφόρων και δεν πρέπει να συγχέεται με συμπληρώματα ή με γενικά «ηπατοπροστατευτικά» προϊόντα.

Η χολή παράγεται στο ήπαρ, μεταφέρεται μέσα από ένα δίκτυο μικρών και μεγαλύτερων χοληφόρων πόρων και τελικά φθάνει στο έντερο. Τα χολικά οξέα αποτελούν φυσιολογικά συστατικά της χολής και συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, στην πέψη και απορρόφηση των λιπών. Όταν όμως υπάρχει χολόσταση, δηλαδή δυσκολία στη φυσιολογική παραγωγή ή ροή της χολής, μπορεί να συσσωρευτούν ουσίες που επιβαρύνουν τα ηπατικά και χοληφόρα κύτταρα.

Το Ursofalk χρησιμοποιείται ακριβώς σε παθήσεις όπου ο συγκεκριμένος μηχανισμός έχει θεραπευτική σημασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρωτοπαθής χολική χολαγγειίτιδα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη διάλυση ορισμένων χοληστερινικών λίθων της χοληδόχου κύστης όταν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Βασική διάκριση: Το Ursofalk δεν είναι φάρμακο που δίνεται αυτόματα σε κάθε ασθενή με αυξημένα «ηπατικά ένζυμα». Πρέπει πρώτα να είναι σαφής η αιτία της διαταραχής.


2

Δραστική ουσία: ουρσοδεοξυχολικό οξύ (UDCA)

Η δραστική ουσία του Ursofalk είναι το ουρσοδεοξυχολικό οξύ, στα αγγλικά ursodeoxycholic acid και διεθνώς συχνά ως UDCA. Στην αμερικανική βιβλιογραφία μπορεί επίσης να συναντήσει κανείς τον όρο ursodiol.

Πρόκειται για χολικό οξύ που υπάρχει φυσιολογικά στον ανθρώπινο οργανισμό σε μικρή αναλογία. Με τη θεραπευτική χορήγηση αυξάνεται το ποσοστό του UDCA μέσα στο συνολικό μίγμα των χολικών οξέων. Επειδή είναι περισσότερο υδρόφιλο σε σύγκριση με άλλα χολικά οξέα, συμβάλλει ώστε η σύσταση της χολής να γίνει λιγότερο επιβαρυντική για τα ηπατοκύτταρα και τα κύτταρα των χοληφόρων.

Το ουρσοδεοξυχολικό οξύ απορροφάται από το έντερο, προσλαμβάνεται από το ήπαρ και εκκρίνεται ξανά στη χολή. Μέσω της εντεροηπατικής κυκλοφορίας επαναχρησιμοποιείται σε σημαντικό βαθμό από τον οργανισμό. Η θεραπευτική του δράση επομένως συνδέεται άμεσα με τη φυσιολογία της χολής και όχι με μία γενική ή μη ειδική «αποτοξίνωση» του ήπατος.


3

Τι κάνει το Ursofalk στο συκώτι;

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πρακτική ερώτηση. Το Ursofalk δεν «καθαρίζει» το συκώτι με την έννοια που χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή γλώσσα. Η δράση του αφορά κυρίως τη χολή, τα χολικά οξέα και τη χολόσταση.

Το UDCA αυξάνει την αναλογία των πιο υδρόφιλων χολικών οξέων, μειώνοντας έτσι τη σχετική παρουσία περισσότερο υδρόφοβων και δυνητικά κυτταροτοξικών χολικών οξέων. Παράλληλα, ευνοεί τη χολική έκκριση και μπορεί να μειώσει την καταπόνηση που προκαλεί η χρόνια κατακράτηση χολικών συστατικών.

Σε χολοστατικές παθήσεις αυτό μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της βιοχημικής εικόνας. Συχνά παρακολουθούνται η αλκαλική φωσφατάση (ALP) και η γ-GT, ενώ ανάλογα με τη νόσο εξετάζονται επίσης οι ALT, AST και η χολερυθρίνη.

Η πτώση των εργαστηριακών τιμών δεν πρέπει όμως να ερμηνεύεται απομονωμένα. Η ανταπόκριση έχει διαφορετικό νόημα σε έναν ασθενή με PBC, διαφορετικό σε έναν ασθενή με χολόλιθους και διαφορετικό σε κάποιον που έχει απλώς αυξημένη γ-GT χωρίς γνωστή χολοστατική νόσο.

Για τη συνολική ερμηνεία των ηπατικών εξετάσεων μπορείτε να δείτε τον οδηγό:
Ηπατικός Έλεγχος: Εξετάσεις Ήπατος, Τρανσαμινάσες και γ-GT.


4

Ursofalk: ενδείξεις και χρήσεις

Οι ακριβείς εγκεκριμένες ενδείξεις μπορεί να διαφέρουν ανά χώρα και φαρμακοτεχνική μορφή. Οι δύο βασικές και σαφώς τεκμηριωμένες χρήσεις του Ursofalk είναι η πρωτοπαθής χολική χολαγγειίτιδα (PBC) και η διάλυση επιλεγμένων ακτινοδιαπερατών χοληστερινικών χολολίθων σε ασθενείς με λειτουργική χοληδόχο κύστη.

Στην κλινική πράξη, το UDCA χρησιμοποιείται επίσης σε ορισμένες άλλες χολοστατικές ή ηπατοχολικές καταστάσεις όταν υπάρχει συγκεκριμένη ένδειξη και παρακολούθηση από τον θεράποντα ιατρό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε μορφή χολόστασης αντιμετωπίζεται με Ursofalk ούτε ότι όλες οι πιθανές χρήσεις έχουν τον ίδιο βαθμό τεκμηρίωσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ χολοστατικού και ηπατοκυτταρικού προτύπου στις εξετάσεις. Όταν κυριαρχούν ALP και γ-GT, η εικόνα κατευθύνει περισσότερο προς χολόσταση ή χοληφόρα. Όταν κυριαρχούν ALT και AST, το πρότυπο είναι περισσότερο ηπατοκυτταρικό και απαιτεί διαφορετική διαγνωστική σκέψη.

Το όνομα του φαρμάκου επομένως δεν πρέπει να συνδέεται αυτόματα με οποιαδήποτε «πάθηση του συκωτιού». Η σωστή χρήση του προϋποθέτει συγκεκριμένη διάγνωση.


5

Ursofalk και Πρωτοπαθής Χολική Χολαγγειίτιδα (PBC)

Η πρωτοπαθής χολική χολαγγειίτιδα είναι χρόνια αυτοάνοση χολοστατική νόσος που προσβάλλει κυρίως τα μικρά ενδοηπατικά χοληφόρα. Η σταδιακή βλάβη των χοληφόρων δυσκολεύει τη φυσιολογική ροή της χολής και μπορεί με την πάροδο του χρόνου να οδηγήσει σε ίνωση, κίρρωση και επιπλοκές της χρόνιας ηπατικής νόσου.

Το UDCA αποτελεί τη βασική θεραπεία πρώτης γραμμής για την PBC. Η δόση καθορίζεται με βάση το σωματικό βάρος και η αγωγή είναι συνήθως μακροχρόνια. Η επιτυχία της θεραπείας δεν κρίνεται μόνο από το αν ο ασθενής αισθάνεται καλύτερα. Σημαντικό ρόλο έχει η βιοχημική ανταπόκριση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν η ALP και η χολερυθρίνη. Η πορεία αυτών των δεικτών χρησιμοποιείται στην αξιολόγηση του κινδύνου και της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Η γ-GT, οι τρανσαμινάσες και άλλοι δείκτες συμπληρώνουν την εικόνα αλλά δεν έχουν όλοι το ίδιο προγνωστικό βάρος.

Η PBC μπορεί να υπάρχει ακόμη και όταν ο ασθενής έχει ελάχιστα ή καθόλου συμπτώματα. Συχνά η διερεύνηση ξεκινά από επίμονη αύξηση της ALP και ακολουθεί έλεγχος για αντιμιτοχονδριακά αντισώματα (AMA).

Δείτε τον ειδικό οδηγό:
Πρωτοπαθής Χολική Χολαγγειίτιδα (PBC): AMA, ALP και Εξετάσεις.


6

Ursofalk και πέτρες στη χολή

Το Ursofalk μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάλυση ορισμένων χοληστερινικών χολολίθων, αλλά αυτή η ένδειξη αφορά επιλεγμένους ασθενείς και όχι κάθε περίπτωση χολολιθίασης.

Οι λίθοι πρέπει να είναι κατάλληλης σύστασης και να μην είναι ασβεστοποιημένοι. Επιπλέον, η χοληδόχος κύστη πρέπει να εξακολουθεί να λειτουργεί. Το Ursofalk δεν αποτελεί λύση σε περίπτωση απόφραξης χοληφόρου πόρου, οξείας χολοκυστίτιδας, συχνών επεισοδίων χολικού κολικού ή άλλης επιπλοκής που απαιτεί διαφορετική αντιμετώπιση.

Η θεραπεία είναι αργή. Η επίσημη πληροφορία προϊόντος αναφέρει ότι η διάλυση μπορεί να χρειαστεί περίπου 6 έως 24 μήνες, ανάλογα με το μέγεθος και τη σύσταση των λίθων. Η ανταπόκριση αξιολογείται με απεικόνιση, συνήθως υπερηχογράφημα, και όχι με εξετάσεις αίματος μόνο.

Ακόμη και μετά από επιτυχή διάλυση μπορεί να υπάρξει υποτροπή. Επομένως, το Ursofalk δεν υποκαθιστά τη συνολική αξιολόγηση της χολολιθίασης από τον κατάλληλο ιατρό.


7

Πότε το Ursofalk δεν είναι η κατάλληλη θεραπεία;

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία είναι να μη μετατραπεί το Ursofalk σε «γενικό φάρμακο για το συκώτι». Η αύξηση της ALT, AST ή γ-GT μπορεί να οφείλεται σε πολλές διαφορετικές αιτίες: μεταβολική στεατωτική νόσο του ήπατος, αλκοόλ, ιογενείς ηπατίτιδες, φάρμακα, αυτοάνοση ηπατίτιδα, μυϊκή βλάβη, απόφραξη χοληφόρων και πολλές άλλες καταστάσεις.

Για παράδειγμα, στην αυτοάνοση ηπατίτιδα η βασική θεραπεία είναι ανοσοκατασταλτική και το Ursofalk δεν την αντικαθιστά. Σε ασθενείς με χαρακτηριστικά επικάλυψης μπορεί να υπάρχει θέση για UDCA, αλλά αυτό αποτελεί ειδική θεραπευτική απόφαση.

Ομοίως, το Ursofalk δεν αποτελεί καθιερωμένη γενική θεραπεία για το λιπώδες ήπαρ μόνο και μόνο επειδή υπάρχουν αυξημένες τρανσαμινάσες. Η αντιμετώπιση εκεί εξαρτάται από τη μεταβολική εικόνα, το βάρος, τον διαβήτη, τα λιπίδια, την κατανάλωση αλκοόλ και τον βαθμό ηπατικής ίνωσης.

Σε περίπτωση μηχανικής απόφραξης των χοληφόρων, το πρόβλημα δεν λύνεται με τη χορήγηση UDCA. Ίκτερος με έντονο πόνο, πυρετό, ρίγος ή σημαντική επιδείνωση χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση.


8

Ursofalk 250 mg και «σιρόπι» στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα το Ursofalk καταγράφεται σε μορφή σκληρών καψουλών 250 mg, όπου κάθε κάψουλα περιέχει 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος. Καταγράφεται επίσης ως πόσιμο εναιώρημα 250 mg/5 mL.

Η υγρή μορφή συχνά αναζητείται στο διαδίκτυο ως «Ursofalk σιρόπι». Ο ακριβής φαρμακευτικός όρος όμως είναι πόσιμο εναιώρημα. Τα 5 mL αντιστοιχούν σε 250 mg UDCA.

Η μορφή αυτή μπορεί να είναι χρήσιμη όταν χρειάζεται ευκολότερη προσαρμογή της δόσης ή όταν ο ασθενής δυσκολεύεται να καταπιεί κάψουλες. Δεν πρέπει όμως να μετατρέπεται αυθαίρετα ένας αριθμός καψουλών σε mL χωρίς να ελεγχθεί η συγκέντρωση και η ιατρική οδηγία.

Ursofalk 250: η ένδειξη «250 mg» περιγράφει την ποσότητα της δραστικής ουσίας ανά κάψουλα. Στο πόσιμο εναιώρημα η συγκέντρωση είναι 250 mg ανά 5 mL.


9

Ursofalk: δοσολογία

Η δοσολογία του ουρσοδεοξυχολικού οξέος εξαρτάται από τη διάγνωση και το σωματικό βάρος. Δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη δόση Ursofalk που να είναι σωστή για όλους.

ΧρήσηΤυπικό εύρος UDCAΠαρατήρηση
PBCπερίπου 14 ± 2 mg/kg/ημέραΗ δόση υπολογίζεται με βάση το βάρος.
Χοληστερινικοί χολόλιθοιπερίπου 8–12 mg/kg/ημέραΜόνο όταν πληρούνται τα κατάλληλα κριτήρια.

Στην PBC, η επίσημη πληροφορία των καψουλών Ursofalk 250 mg αναφέρει ημερήσια δόση περίπου 14 ± 2 mg/kg. Κατά τους πρώτους τρεις μήνες η συνολική ημερήσια ποσότητα συνήθως κατανέμεται μέσα στην ημέρα. Όταν βελτιωθούν οι ηπατικές παράμετροι, η συνολική ημερήσια δόση μπορεί, σύμφωνα με το κατάλληλο ιατρικό σχήμα, να χορηγηθεί μία φορά το βράδυ.

Για τη διάλυση χολόλιθων η δοσολογία είναι διαφορετική και η λήψη γίνεται συνήθως το βράδυ. Η διαφορά αυτή είναι σημαντική: κάποιος που βλέπει στο διαδίκτυο μία δοσολογία για PBC δεν πρέπει να θεωρήσει ότι η ίδια δοσολογία ισχύει για χολολιθίαση.

Προσοχή: τα mg/kg εξηγούν τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται η θεραπεία και δεν αποτελούν οδηγία αυτοχορήγησης. Ο αριθμός καψουλών ή τα mL του εναιωρήματος πρέπει να καθορίζονται από τον θεράποντα ιατρό.


10

Ursofalk πριν ή μετά το φαγητό; Πώς λαμβάνεται;

Η ερώτηση «Ursofalk πριν ή μετά το φαγητό;» είναι πολύ συχνή. Για τις κάψουλες Ursofalk 250 mg, η επίσημη πληροφορία προϊόντος αναφέρει ότι πρέπει να καταπίνονται ολόκληρες με λίγο υγρό και να λαμβάνονται τακτικά. Δεν ορίζει έναν ενιαίο γενικό κανόνα ότι πρέπει υποχρεωτικά να λαμβάνονται πριν ή αμέσως μετά το φαγητό.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το σχήμα της συγκεκριμένης ένδειξης. Στην PBC η ημερήσια δόση μπορεί αρχικά να είναι μοιρασμένη σε πρωινή, μεσημεριανή και βραδινή λήψη. Μετά τη βελτίωση των ηπατικών παραμέτρων μπορεί να μεταφερθεί, όταν αυτό έχει συστηθεί, σε μία βραδινή λήψη.

Στη διάλυση χολόλιθων η ημερήσια δόση λαμβάνεται κατά κανόνα το βράδυ. Η υγρή μορφή πρέπει να χρησιμοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες της συγκεκριμένης συσκευασίας και να μετριέται με ακρίβεια.

Αν ο γιατρός ή ο φαρμακοποιός έχει δώσει συγκεκριμένη οδηγία ως προς το γεύμα ή την ώρα, η οδηγία αυτή υπερισχύει. Το σημαντικό είναι να μην αλλάζει αυθαίρετα ο ασθενής την κατανομή των δόσεων.


11

Πόσο καιρό παίρνεται και τι γίνεται αν ξεχαστεί μία δόση;

Η διάρκεια εξαρτάται από τον λόγο για τον οποίο χορηγείται. Στην PBC η θεραπεία με UDCA είναι κατά κανόνα μακροχρόνια και η επίσημη πληροφορία του Ursofalk αναφέρει ότι μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον.

Αντίθετα, στη διάλυση χοληστερινικών χολολίθων η διάρκεια συνδέεται με την απεικονιστική ανταπόκριση. Μπορεί να απαιτηθούν πολλοί μήνες και η θεραπεία δεν πρέπει να συνεχίζεται μηχανικά χωρίς επανεκτίμηση.

Η παράλειψη μίας δόσης δεν πρέπει να οδηγεί σε αυθαίρετη λήψη διπλής ποσότητας. Ο σωστός χειρισμός εξαρτάται από το σχήμα και το χρονικό διάστημα που έχει περάσει. Αν η θεραπεία είναι χρόνια, η συνέπεια έχει μεγαλύτερη σημασία από την προσπάθεια «αναπλήρωσης» με επιπλέον δόση.

Επίσης, η φυσιολογικοποίηση ή βελτίωση των εξετάσεων δεν αποτελεί από μόνη της λόγο διακοπής. Στην PBC, για παράδειγμα, η βελτίωση των δεικτών είναι ακριβώς αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης θεραπείας.


12

Ursofalk: παρενέργειες

Το Ursofalk είναι γενικά καλά ανεκτό, αλλά όπως κάθε φάρμακο μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες. Η συχνότερη χαρακτηριστική παρενέργεια του UDCA είναι τα μαλακά κόπρανα ή η διάρροια.

Ανεπιθύμητη ενέργειαΣυχνότητα στην επίσημη πληροφορία
Μαλακά κόπρανα ή διάρροιαΣυχνή
Ναυτία ή έμετοςΣυχνότητα μη γνωστή
Έντονος πόνος δεξιού άνω κοιλιακού κατά τη θεραπεία PBCΠολύ σπάνια
Ασβεστοποίηση χολόλιθωνΠολύ σπάνια
ΚνίδωσηΠολύ σπάνια
ΚνησμόςΣυχνότητα μη γνωστή

Σε ασθενείς με προχωρημένη PBC έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια επεισόδια απορρύθμισης κίρρωσης, τα οποία σε αναφερόμενες περιπτώσεις υποχώρησαν εν μέρει μετά τη διακοπή του φαρμάκου.

Στην PBC μπορεί επίσης, σπάνια, να υπάρξει προσωρινή επιδείνωση του κνησμού στην αρχή της θεραπείας. Αυτό δεν πρέπει να οδηγεί σε αυθαίρετη διακοπή. Η επίσημη πληροφορία προβλέπει δυνατότητα προσωρινής μείωσης και σταδιακής επαναφοράς της δόσης υπό ιατρική παρακολούθηση.

Αν εμφανιστεί διάρροια, μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης από τον θεράποντα. Αν επιμένει, πρέπει να γίνει νέα ιατρική αξιολόγηση.


13

Ursofalk: αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα

Ορισμένα φάρμακα μπορούν να μειώσουν την απορρόφηση του UDCA ή να επηρεαστούν από τη συγχορήγησή του. Για τον λόγο αυτό ο θεράπων πρέπει να γνωρίζει ολόκληρη τη φαρμακευτική αγωγή του ασθενούς.

  • Χολεστυραμίνη και κολεστιπόλη: δεσμεύουν το UDCA στο έντερο και μειώνουν την απορρόφησή του.
  • Αντιόξινα που περιέχουν υδροξείδιο αργιλίου ή σμεκτίτη: μπορούν επίσης να μειώσουν την αποτελεσματική απορρόφηση.
  • Κυκλοσπορίνη: το UDCA μπορεί να επηρεάσει την εντερική απορρόφησή της, γι’ αυτό μπορεί να χρειάζεται έλεγχος των επιπέδων της.
  • Σιπροφλοξασίνη: έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις μειωμένης απορρόφησης.
  • Ροσουβαστατίνη: σε μελέτη υγιών εθελοντών παρατηρήθηκε μικρή αύξηση των επιπέδων της. Η κλινική σημασία της παρατήρησης δεν είναι σαφής.
  • Οιστρογόνα και φάρμακα που αυξάνουν τη χολική απέκκριση χοληστερόλης: μπορεί να λειτουργούν αντίθετα όταν το UDCA χρησιμοποιείται για διάλυση χολόλιθων.

Όταν χρειάζεται χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη ή αντιόξινο με αλουμίνιο/σμεκτίτη, η επίσημη πληροφορία συνιστά να λαμβάνεται το άλλο φάρμακο τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 2 ώρες μετά το Ursofalk.

Η συγχορήγηση με στατίνη δεν είναι γενικά απαγορευμένη. Δεν πρέπει όμως να γενικεύεται ένα μεμονωμένο εύρημα αλληλεπίδρασης σε όλες τις στατίνες ούτε να διακόπτεται υπολιπιδαιμική αγωγή χωρίς ιατρική οδηγία.


14

Αντενδείξεις και σημαντικές προφυλάξεις

Το Ursofalk δεν πρέπει να χρησιμοποιείται όταν υπάρχουν συγκεκριμένα προβλήματα της χοληδόχου κύστης ή των χοληφόρων. Στις βασικές αντενδείξεις περιλαμβάνονται:

  • οξεία φλεγμονή της χοληδόχου κύστης ή των χοληφόρων,
  • απόφραξη του κοινού χοληφόρου ή του κυστικού πόρου,
  • συχνά επεισόδια χολικού κολικού,
  • ασβεστοποιημένοι ακτινοσκιεροί χολόλιθοι όταν το φάρμακο προορίζεται για διάλυση λίθων,
  • ανεπαρκής συσταλτικότητα της χοληδόχου κύστης,
  • υπερευαισθησία στα χολικά οξέα ή σε συστατικό του φαρμάκου.

Το Ursofalk πρέπει να λαμβάνεται υπό ιατρική παρακολούθηση. Ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μήνες χρειάζεται εργαστηριακός έλεγχος, τόσο για να αξιολογηθεί η ανταπόκριση όσο και για να εντοπιστεί έγκαιρα πιθανή επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας.

Έντονος πόνος στο δεξιό υποχόνδριο, πυρετός, ρίγος, επιδείνωση του ίκτερου, πολύ σκούρα ούρα ή ανοιχτόχρωμα κόπρανα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλή «παρενέργεια» χωρίς αξιολόγηση, γιατί μπορεί να υποδηλώνουν νόσο ή απόφραξη των χοληφόρων.


15

Ursofalk στην εγκυμοσύνη και τον θηλασμό

Η χρήση του ουρσοδεοξυχολικού οξέος στην εγκυμοσύνη χρειάζεται ειδική αξιολόγηση. Η επίσημη πληροφορία του Ursofalk αναφέρει ότι τα διαθέσιμα δεδομένα σε εγκύους είναι περιορισμένα και ότι το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εγκυμοσύνη εκτός αν είναι σαφώς απαραίτητο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το UDCA δεν έχει καμία θέση στην εγκυμοσύνη. Στην ενδοηπατική χολόσταση της κύησης χρησιμοποιείται στην κλινική πράξη υπό μαιευτική παρακολούθηση. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται συνήθως από κνησμό και αύξηση των χολικών οξέων και απαιτεί οργανωμένη παρακολούθηση της μητέρας και της κύησης.

Ο κνησμός από μόνος του δεν επαρκεί για τη διάγνωση. Χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση και, όταν υπάρχει σχετική υποψία, κατάλληλος εργαστηριακός έλεγχος.

Κατά τον θηλασμό, τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα, αλλά σε λίγες τεκμηριωμένες περιπτώσεις οι συγκεντρώσεις UDCA στο μητρικό γάλα ήταν πολύ χαμηλές. Η απόφαση για συνέχιση ή έναρξη θεραπείας πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα.

Για περισσότερα σχετικά με τη μέτρηση χολικών οξέων:
Χολικά Άλατα / Χολικά Οξέα: Εξέταση Αίματος.


16

Ποιες εξετάσεις χρειάζονται όσο παίρνω Ursofalk;

Η εργαστηριακή παρακολούθηση αποτελεί σημαντικό μέρος της θεραπείας. Δεν γίνεται μόνο για να διαπιστωθεί αν το φάρμακο «ρίχνει τις τιμές», αλλά και για να παρακολουθείται η ίδια η υποκείμενη νόσος.

Η επίσημη πληροφορία των καψουλών Ursofalk αναφέρει ότι κατά τους πρώτους τρεις μήνες πρέπει να παρακολουθούνται από τον ιατρό οι AST, ALT και γ-GT κάθε 4 εβδομάδες. Στη συνέχεια ο αντίστοιχος έλεγχος αναφέρεται ανά 3 μήνες.

Στην πράξη, ανάλογα με τη διάγνωση και το στάδιο της νόσου, μπορεί να αξιολογούνται επιπλέον:

  • ALP – αλκαλική φωσφατάση, ιδιαίτερα σημαντική στη χολόσταση και στην PBC,
  • ολική και άμεση χολερυθρίνη,
  • αλβουμίνη,
  • INR / χρόνος προθρομβίνης,
  • γενική αίματος και αιμοπετάλια όταν αξιολογείται χρόνια ηπατική νόσος,
  • ειδικότερες εξετάσεις ανάλογα με την αιτία, όπως AMA στην PBC ή χολικά οξέα στη χολόσταση της κύησης.
Χρονικό σημείοΈλεγχοςΣκοπός
Πριν την έναρξηALP, γ-GT, AST, ALT, χολερυθρίνη ± επιπλέον δείκτεςΚαταγραφή αρχικής εικόνας.
Πρώτοι 3 μήνεςAST, ALT, γ-GT ανά 4 εβδομάδεςΈλεγχος ασφάλειας και πρώιμης ανταπόκρισης.
Στη συνέχειαΠεριοδικός ηπατικός έλεγχοςΠαρακολούθηση πορείας και ανταπόκρισης.
PBCΙδιαίτερη έμφαση σε ALP και χολερυθρίνηΕκτίμηση βιοχημικής ανταπόκρισης και κινδύνου.


17

ALP, γ-GT, AST, ALT και χολερυθρίνη: τι σημαίνουν;

Δεν είναι σωστό να θεωρούμε όλες τις «εξετάσεις του συκωτιού» ισοδύναμες. Κάθε δείκτης δίνει διαφορετική πληροφορία.

Η ALP αυξάνεται συχνά σε παθήσεις των χοληφόρων και αποτελεί κεντρικό δείκτη στην PBC. Επειδή όμως παράγεται και από τα οστά, η ερμηνεία της πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ηλικία, την οστική κατάσταση και τη γ-GT.

Η γ-GT είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν χρειάζεται να υποστηριχθεί ότι μία αυξημένη ALP έχει ηπατοχολική προέλευση. Είναι όμως λιγότερο ειδική και μπορεί να επηρεαστεί από αλκοόλ, φάρμακα και μεταβολικούς παράγοντες.

Οι ALT και AST σχετίζονται περισσότερο με ηπατοκυτταρική βλάβη. Μπορεί να βελτιωθούν κατά τη θεραπεία μιας χολοστατικής νόσου, αλλά δεν είναι ο μοναδικός ούτε πάντα ο σημαντικότερος τρόπος αξιολόγησης του Ursofalk.

Η χολερυθρίνη έχει ιδιαίτερη σημασία όταν αυξάνεται σε χολοστατική νόσο και στην PBC αποτελεί σημαντικό δείκτη της βαρύτητας και της πρόγνωσης. Η άμεση και η έμμεση χολερυθρίνη βοηθούν επίσης στη διαφοροποίηση διαφορετικών αιτιών υπερχολερυθριναιμίας.

Δείτε επίσης:
Τρανσαμινάσες, γ-GT και ALP και
Χολερυθρίνη: Τιμές, Άμεση και Έμμεση.


18

Πότε φαίνεται ότι το Ursofalk έχει αποτέλεσμα;

Η θεραπεία με Ursofalk δεν αξιολογείται όπως ένα παυσίπονο, όπου ο ασθενής περιμένει αποτέλεσμα μέσα σε λίγες ώρες. Στις χρόνιες χολοστατικές παθήσεις οι αλλαγές εξελίσσονται σε βάθος εβδομάδων και μηνών.

Στην PBC μπορεί να φανεί βιοχημική βελτίωση ήδη κατά τους πρώτους μήνες, αλλά η συνολική ανταπόκριση αξιολογείται σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Στην κλινική πράξη χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα κριτήρια που λαμβάνουν υπόψη κυρίως την ALP και τη χολερυθρίνη και συχνά εφαρμόζονται μετά από περίπου 12 μήνες θεραπείας.

Δεν πρέπει επίσης να υπάρχει η προσδοκία ότι όλα τα συμπτώματα θα ακολουθήσουν παράλληλα τις εξετάσεις. Η κόπωση στην PBC, για παράδειγμα, μπορεί να παραμένει ακόμη και όταν οι βιοχημικοί δείκτες βελτιώνονται. Ο κνησμός επίσης χρειάζεται συχνά ξεχωριστή αντιμετώπιση.

Στη χολολιθίαση, αντίθετα, το αν το φάρμακο «δουλεύει» κρίνεται με επαναληπτική απεικόνιση της χοληδόχου κύστης. Η πτώση μιας τρανσαμινάσης δεν αποδεικνύει ότι ένας λίθος έχει διαλυθεί.


19

Τι γίνεται αν το Ursofalk δεν αρκεί στην PBC;

Ένα μέρος των ασθενών με PBC δεν παρουσιάζει ικανοποιητική βιοχημική ανταπόκριση μόνο με UDCA. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ursofalk «δεν έκανε τίποτα», αλλά ότι το υπολειπόμενο επίπεδο χολόστασης και ο συνολικός κίνδυνος παραμένουν αρκετά υψηλά ώστε να εξεταστεί επιπλέον θεραπευτική στρατηγική.

Η απόφαση βασίζεται στη βιοχημική ανταπόκριση, στη χολερυθρίνη, στο στάδιο της ηπατικής νόσου και σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Η αξιολόγηση γίνεται από ηπατολόγο και όχι από μία μεμονωμένη τιμή ALP.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν πλέον νεότερες επιλογές για ενήλικες με PBC που έχουν ανεπαρκή ανταπόκριση στο UDCA ή δεν μπορούν να το ανεχθούν. Το elafibranor (Iqirvo) και το seladelpar (Lyvdelzi) έχουν εγκριθεί για χρήση σε συνδυασμό με UDCA όταν η ανταπόκριση είναι ανεπαρκής ή ως μονοθεραπεία όταν το UDCA δεν είναι ανεκτό.

Αυτό αποτελεί σημαντική εξέλιξη, επειδή η θεραπευτική προσέγγιση της PBC δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο ερώτημα «Ursofalk ναι ή όχι». Ο στόχος είναι να εντοπίζονται έγκαιρα οι ασθενείς που παραμένουν σε αυξημένο κίνδυνο παρά την κατάλληλη δόση UDCA.

Σημείωση για παλαιότερες πληροφορίες: Η ευρωπαϊκή άδεια κυκλοφορίας του obeticholic acid (Ocaliva), που αναφέρεται ακόμη σε παλαιότερα άρθρα για την PBC, έχει ανακληθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.


20

Ursofalk και Πρωτοπαθής Σκληρυντική Χολαγγειίτιδα (PSC)

Η πρωτοπαθής σκληρυντική χολαγγειίτιδα (PSC) δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν να είναι το ίδιο νόσημα με την PBC. Πρόκειται για διαφορετική χρόνια νόσο των χοληφόρων, με διαφορετική φυσική πορεία και διαφορετική θεραπευτική τεκμηρίωση.

Το UDCA μπορεί να βελτιώσει ορισμένους βιοχημικούς δείκτες σε ασθενείς με PSC, αλλά η βελτίωση των εξετάσεων δεν ισοδυναμεί κατ’ ανάγκη με αποδεδειγμένη βελτίωση της μακροχρόνιας έκβασης.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η επίσημη πληροφορία του Ursofalk αναφέρει πως μακροχρόνια υψηλή δόση 28–30 mg/kg/ημέρα σε ασθενείς με PSC έχει συσχετιστεί με αυξημένη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων συμβαμάτων.

Επομένως, η χρήση UDCA στην PSC χρειάζεται εξατομικευμένη αξιολόγηση από ειδικό και δεν πρέπει να γίνεται με λογική «όσο μεγαλύτερη δόση τόσο καλύτερα».


21

Συχνές Ερωτήσεις για το Ursofalk

Τι κάνει το Ursofalk στο συκώτι;
Το Ursofalk περιέχει UDCA και επηρεάζει κυρίως τη σύσταση και τη ροή της χολής. Αυξάνει την αναλογία πιο υδρόφιλων χολικών οξέων και χρησιμοποιείται ιδιαίτερα σε χολοστατικές παθήσεις όπως η PBC. Δεν αποτελεί γενικό «καθαριστικό» του ήπατος.
Το Ursofalk ρίχνει τις τρανσαμινάσες;
Μπορεί να παρατηρηθεί βελτίωση ALT και AST όταν η υποκείμενη χολοστατική νόσος ανταποκρίνεται στη θεραπεία, αλλά το Ursofalk δεν χορηγείται απλώς για να μειώσει τις τρανσαμινάσες. Στην PBC ιδιαίτερη σημασία έχουν η ALP και η χολερυθρίνη.
Ποιες είναι οι συχνότερες παρενέργειες του Ursofalk;
Η συχνότερη χαρακτηριστική ανεπιθύμητη ενέργεια είναι τα μαλακά κόπρανα ή η διάρροια. Έχουν επίσης αναφερθεί ναυτία, έμετος και κνησμός. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι πολύ λιγότερο συχνές.
Το Ursofalk λαμβάνεται πριν ή μετά το φαγητό;
Η επίσημη πληροφορία των καψουλών δεν θέτει έναν γενικό κανόνα «πριν ή μετά το φαγητό». Οι κάψουλες καταπίνονται ολόκληρες με υγρό και η ώρα ή η κατανομή των δόσεων εξαρτώνται από την ένδειξη και το θεραπευτικό σχήμα.
Υπάρχει Ursofalk σιρόπι;
Υπάρχει Ursofalk 250 mg/5 mL σε πόσιμο εναιώρημα. Στην καθημερινή γλώσσα συχνά αποκαλείται «σιρόπι», αλλά η σωστή φαρμακοτεχνική ονομασία είναι πόσιμο εναιώρημα.
Πόσο καιρό παίρνεται το Ursofalk;
Στην PBC η θεραπεία είναι συνήθως μακροχρόνια και μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον. Στους χολόλιθους η διάρκεια είναι διαφορετική και εξαρτάται από το αν οι λίθοι ανταποκρίνονται στην αγωγή.
Το Ursofalk διαλύει όλες τις πέτρες στη χολή;
Όχι. Χρησιμοποιείται μόνο σε επιλεγμένους χοληστερινικούς, ακτινοδιαπερατούς λίθους και όταν η χοληδόχος κύστη λειτουργεί. Ασβεστοποιημένοι λίθοι, απόφραξη ή συχνοί χολικοί κολικοί αλλάζουν την αντιμετώπιση.
Χρειάζονται εξετάσεις αίματος όταν παίρνω Ursofalk;
Ναι. Η επίσημη πληροφορία συνιστά έλεγχο AST, ALT και γ-GT κάθε τέσσερις εβδομάδες κατά τους πρώτους τρεις μήνες και στη συνέχεια ανά τρεις μήνες. Ανάλογα με τη διάγνωση παρακολουθούνται επίσης ALP, χολερυθρίνη και άλλοι δείκτες.
Μπορεί να λαμβάνεται Ursofalk μαζί με στατίνη;
Δεν υπάρχει γενική απαγόρευση συγχορήγησης. Έχει παρατηρηθεί μικρή αύξηση των επιπέδων ροσουβαστατίνης σε μελέτη αλληλεπίδρασης, αλλά η κλινική σημασία δεν είναι σαφής. Ο θεράπων πρέπει να γνωρίζει ολόκληρη τη φαρμακευτική αγωγή.
Μπορώ να πίνω αλκοόλ ενώ παίρνω Ursofalk;
Το κύριο ζήτημα δεν είναι μία απλή άμεση αλληλεπίδραση Ursofalk–αλκοόλ αλλά η υποκείμενη ηπατική νόσος. Σε ασθενή που λαμβάνει UDCA για χρόνια ηπατική ή χολοστατική πάθηση, η ασφαλής κατανάλωση αλκοόλ πρέπει να εκτιμάται με βάση τη διάγνωση και την κατάσταση του ήπατος.
Τι σημαίνει Ursofalk SPC ή SmPC;
SPC ή SmPC σημαίνει Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος. Είναι η επίσημη επιστημονική πληροφορία ενός φαρμάκου για επαγγελματίες υγείας και περιλαμβάνει τις ενδείξεις, τη δοσολογία, τις αντενδείξεις, τις αλληλεπιδράσεις και τις ανεπιθύμητες ενέργειες.
Είναι το Ursofalk «σουλφο-» φάρμακο ή αντιβίωση;
Όχι. Το Ursofalk είναι σκεύασμα χολικού οξέος και δεν ανήκει στις σουλφοναμίδες ούτε στα αντιβιοτικά. Η δραστική του ουσία είναι το ουρσοδεοξυχολικό οξύ.


22

Βιβλιογραφία και χρήσιμες σελίδες


Εξετάσεις ήπατος και παρακολούθηση θεραπείας

Η παρακολούθηση θεραπείας με Ursofalk μπορεί να περιλαμβάνει ALP, γ-GT, AST, ALT, ολική και άμεση χολερυθρίνη και άλλες εξετάσεις ανάλογα με τη διάγνωση και την ιατρική οδηγία.

Επιστημονικές και επίσημες πηγές

Ursofalk 250 mg Hard Capsules – Summary of Product Characteristics.
Electronic Medicines Compendium, Dr. Falk Pharma UK Ltd.

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος – Ursofalk 250 mg

Ursofalk 250 mg/5 mL Suspension – Summary of Product Characteristics.
Electronic Medicines Compendium, Dr. Falk Pharma UK Ltd.

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος – πόσιμο εναιώρημα

Primary Biliary Cholangitis – Clinical Practice Guideline.
European Association for the Study of the Liver (EASL).

EASL – Primary Biliary Cholangitis

Iqirvo (elafibranor) – European Public Assessment Report.
European Medicines Agency.

EMA – Iqirvo

Lyvdelzi (seladelpar) – European Public Assessment Report.
European Medicines Agency.

EMA – Lyvdelzi

Ocaliva (obeticholic acid) – Revocation of marketing authorisation.
European Medicines Agency.

EMA – Ocaliva

Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος
Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
Τηλ. +30 22310 66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30
Μικροβιολογικό Λαμία
Επισκόπηση απορρήτου

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για τη σωστή λειτουργία της και, εφόσον δώσετε συγκατάθεση, για την ανάλυση επισκεψιμότητας. Μπορείτε να αλλάξετε τις επιλογές σας οποιαδήποτε στιγμή από τις ρυθμίσεις cookies.