asvestio-biologia-omoiostasi-mikrobiologikolamia-1200x628-1-1200x800.jpg

Ασβέστιο (Calcium): Φυσιολογία, Ομοιόσταση και Παθοφυσιολογία

Τελευταία ενημέρωση:

Επιστημονικό πλαίσιο: Το ασβέστιο (Ca²⁺) αποτελεί θεμελιώδες ανόργανο ιόν για τη δομική ακεραιότητα του σκελετού και κεντρικό ρυθμιστή ενδοκυττάριων σημάτων. Η ομοιόστασή του εξαρτάται από την αλληλεπίδραση παραθυρεοειδών αδένων (PTH), βιταμίνης D, νεφρών, εντέρου και οστικού ιστού. Το παρόν άρθρο λειτουργεί ως Knowledge Hub και εστιάζει σε φυσιολογία και παθοφυσιολογία.



1

Εισαγωγή στη βιολογία του ασβεστίου

Το ασβέστιο (Ca) αποτελεί το πιο άφθονο ανόργανο στοιχείο στον ανθρώπινο οργανισμό
και διαδραματίζει διττό ρόλο: αφενός ως δομικό συστατικό του σκελετού,
αφετέρου ως κεντρικός ρυθμιστής κυτταρικής λειτουργίας.
Σε αντίθεση με άλλα ηλεκτρολύτες, το Ca2+ δεν λειτουργεί μόνο ως παθητικό ιόν,
αλλά ως δεύτερος αγγελιοφόρος σε κρίσιμες ενδοκυττάριες οδούς σηματοδότησης.

Η διακύμανση της συγκέντρωσης του ιονισμένου ασβεστίου στο πλάσμα,
ακόμη και εντός στενών ορίων,
επηρεάζει άμεσα τη νευρομυϊκή διεγερσιμότητα,
τη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου,
την αιμόσταση και τη μεταβίβαση νευρικών ώσεων.
Για τον λόγο αυτό, η ομοιόσταση του Ca2+ θεωρείται μία από τις
αυστηρότερα ρυθμιζόμενες μεταβολικές διεργασίες.

Η διατήρηση αυτής της ισορροπίας επιτυγχάνεται μέσω
ενός πολυεπίπεδου μηχανισμού που περιλαμβάνει
ορμονική ρύθμιση,
νεφρική απέκκριση,
εντερική απορρόφηση
και δυναμική οστική ανακατασκευή,
με κυρίαρχο ρόλο στον άξονα
παραθορμόνης (PTH) – βιταμίνης D – ασβεστίου.


2

Κατανομή του ασβεστίου στον οργανισμό

Περίπου το 99% του συνολικού ασβεστίου του σώματος
βρίσκεται αποθηκευμένο στα οστά και τα δόντια,
κυρίως υπό τη μορφή υδροξυαπατίτη
[Ca10(PO4)6(OH)2].
Η μορφή αυτή παρέχει μηχανική αντοχή στον σκελετό,
ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως δυναμική δεξαμενή ιόντων Ca2+.

Το υπόλοιπο ~1% κατανέμεται σε λειτουργικά κρίσιμα διαμερίσματα:

  • Εξωκυττάριο υγρό:
    περιλαμβάνει το πλάσμα και το διάμεσο υγρό,
    όπου το ιονισμένο ασβέστιο καθορίζει τη νευρομυϊκή διεγερσιμότητα
    και τη σταθερότητα της καρδιακής αγωγιμότητας.
  • Ενδοκυττάριο διαμέρισμα:
    εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις Ca2+,
    αυστηρά ελεγχόμενες μέσω αντλιών (Ca-ATPase),
    διαύλων ασβεστίου και ενδοκυττάριων αποθηκών
    (σαρκοπλασματικό και ενδοπλασματικό δίκτυο).

Σημαντικό είναι ότι η οστική δεξαμενή δεν αποτελεί αδρανή αποθήκη.
Αντίθετα, συμμετέχει ενεργά στην ομοιόσταση του ασβεστίου
μέσω της συνεχούς διαδικασίας οστικής ανακατασκευής,
η οποία περιλαμβάνει ισορροπία μεταξύ
οστεοκλαστικής απορρόφησης
και οστεοβλαστικού σχηματισμού.

Η διαταραχή αυτής της ισορροπίας
μπορεί να οδηγήσει σε παθολογικές καταστάσεις
όπως οστεοπόρωση,
υποασβεστιαιμία
ή υπερασβεστιαιμία,
καθιστώντας την κατανόηση της κατανομής του ασβεστίου
θεμέλιο για την ερμηνεία των εργαστηριακών ευρημάτων.


3

Μορφές ασβεστίου στο πλάσμα

Στο πλάσμα, το ασβέστιο δεν κυκλοφορεί ως ενιαία οντότητα,
αλλά κατανέμεται σε τρεις διακριτές μορφές,
με διαφορετική βιολογική σημασία:

  • Ιονισμένο Ca2+ (≈45–50%):
    το βιολογικά ενεργό κλάσμα, υπεύθυνο για
    νευρομυϊκή διεγερσιμότητα, καρδιακή αγωγιμότητα
    και ενδοκυττάρια σηματοδότηση.
  • Πρωτεϊνικά δεσμευμένο (≈40–45%):
    κυρίως συνδεδεμένο με λευκωματίνη,
    λειτουργεί ως μεταφερόμενη δεξαμενή,
    χωρίς άμεση βιολογική δράση.
  • Σύμπλοκα με ανιόντα (≈5–10%):
    φωσφορικά, κιτρικά και διττανθρακικά,
    τα οποία επηρεάζονται από μεταβολές του pH.

Το ιονισμένο ασβέστιο αποτελεί τον
καθοριστικό δείκτη για τη φυσιολογική λειτουργία
του νευρικού και καρδιαγγειακού συστήματος.
Σημαντικό είναι ότι μεταβολές του
pH, της λευκωματίνης
ή της οξεοβασικής ισορροπίας
μπορούν να μεταβάλουν την αναλογία των μορφών
χωρίς ουσιαστική μεταβολή του ολικού ασβεστίου.

Για τον λόγο αυτό, σε καταστάσεις όπως
αλβουμιναιμία,
οξέωση/αλκάλωση
ή βαρέως πάσχοντες ασθενείς,
η μέτρηση του ιονισμένου Ca2+
παρέχει σαφώς ανώτερη κλινική πληροφορία.


4

Παραθυρεοειδείς αδένες και παραθορμόνη (PTH)

Οι παραθυρεοειδείς αδένες αποτελούν
τον πρωτεύοντα αισθητήρα της συγκέντρωσης
του ιονισμένου ασβεστίου στο πλάσμα.
Η ανίχνευση επιτελείται μέσω του
calcium-sensing receptor (CaSR),
ενός μεμβρανικού υποδοχέα
υψηλής ευαισθησίας σε μικρές μεταβολές του Ca2+.

Η παραθορμόνη (PTH) εκκρίνεται
όταν το ιονισμένο ασβέστιο μειώνεται,
με σκοπό την άμεση αποκατάσταση της ομοιόστασης.
Η δράση της είναι ταχεία αλλά πολυσυστημική
και ασκείται σε τρία κύρια όργανα-στόχους:

  • Οστό:
    έμμεση ενεργοποίηση της οστεοκλαστικής απορρόφησης
    μέσω διέγερσης των οστεοβλαστών και αύξησης του RANKL.
  • Νεφρό:
    ↑ επαναρρόφηση Ca2+ στο άπω εσπειραμένο σωληνάριο
    και ↓ επαναρρόφηση φωσφόρου στο εγγύς σωληνάριο.
  • Έντερο (έμμεσα):
    αύξηση της εντερικής απορρόφησης ασβεστίου
    μέσω ενεργοποίησης της βιταμίνης D.

Η PTH δεν δρα απευθείας στο έντερο,
αλλά διεγείρει τη νεφρική 1α-υδροξυλάση,
οδηγώντας στη σύνθεση της
1,25(OH)2 βιταμίνης D (καλσιτριόλης),
της βιολογικά ενεργής μορφής της βιταμίνης D.

Διαταραχές στην έκκριση ή στη δράση της PTH
οδηγούν σε χαρακτηριστικά πρότυπα
υποασβεστιαιμίας ή υπερασβεστιαιμίας,
με σαφή κλινική και εργαστηριακή σημειολογία,
ιδιαίτερα χρήσιμη στη διαφορική διάγνωση
ενδοκρινολογικών και νεφρικών νοσημάτων.


5

Ρόλος των νεφρών στην ομοιόσταση του ασβεστίου

Οι νεφροί διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο
στη ρύθμιση της συγκέντρωσης του ασβεστίου,
καθώς αποτελούν το βασικό όργανο
λεπτής ρύθμισης της ισορροπίας μεταξύ κατακράτησης και αποβολής Ca2+.
Καθημερινά, μεγάλες ποσότητες ασβεστίου διηθούνται στο σπείραμα,
με το μεγαλύτερο μέρος να επαναρροφάται κατά μήκος του νεφρώνα.

Η νεφρική επαναρρόφηση του ασβεστίου κατανέμεται σε διαφορετικά τμήματα:

  • Εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο:
    παθητική επαναρρόφηση ~60–65% του Ca2+,
    σε στενή σχέση με την επαναρρόφηση νατρίου και ύδατος.
  • Αγκύλη του Henle (παχύ ανιόν σκέλος):
    ~20–25% επαναρρόφηση, μέσω παρακυττάριων μηχανισμών,
    επηρεαζόμενων από το ηλεκτρικό δυναμικό του αυλού.
  • Άπω εσπειραμένο σωληνάριο:
    λεπτομερής, ενεργός ρύθμιση ~5–10%,
    υπό άμεσο έλεγχο της παραθορμόνης (PTH).

Η PTH αυξάνει την επαναρρόφηση Ca2+
στο άπω σωληνάριο,
ενώ ταυτόχρονα μειώνει την επαναρρόφηση φωσφόρου
στο εγγύς σωληνάριο,
συμβάλλοντας στην αύξηση του ελεύθερου ασβεστίου στο πλάσμα.

Παράλληλα, οι νεφροί αποτελούν το κύριο σημείο
ενεργοποίησης της βιταμίνης D,
μέσω της δράσης της 1α-υδροξυλάσης,
η οποία μετατρέπει την 25(OH)D
στη βιολογικά ενεργή 1,25(OH)2 βιταμίνη D (καλσιτριόλη).
Η διαδικασία αυτή ενισχύει έμμεσα
την εντερική απορρόφηση ασβεστίου.

Σε καταστάσεις χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ),
η διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας οδηγεί σε:

  • ↓ παραγωγή καλσιτριόλης
  • ↓ εντερική απορρόφηση ασβεστίου
  • ↑ φωσφόρο πλάσματος
  • δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό

Το αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση
διαταραχών μεταβολισμού οστών και ανόργανων στοιχείων
(CKD–MBD),
με σημαντικές κλινικές επιπτώσεις
στην οστική αντοχή και στο καρδιαγγειακό σύστημα.

Η κατανόηση του νεφρικού ρόλου
είναι απαραίτητη για τη σωστή ερμηνεία
των επιπέδων ασβεστίου και PTH,
ιδίως σε ασθενείς με μειωμένο eGFR.


6

Βιταμίνη D και εντερική απορρόφηση ασβεστίου

Η βιταμίνη D αποτελεί βασικό ρυθμιστικό παράγοντα
της εντερικής απορρόφησης του ασβεστίου
και λειτουργεί συμπληρωματικά προς την παραθορμόνη
στη διατήρηση της ομοιόστασης Ca2+.
Χωρίς επαρκή δράση βιταμίνης D,
η εντερική απορρόφηση ασβεστίου μειώνεται δραστικά,
ανεξαρτήτως της διαιτητικής πρόσληψης.

Η βιολογικά ενεργή μορφή,
1,25(OH)2 βιταμίνη D (καλσιτριόλη),
παράγεται στα νεφρά και δρα στο λεπτό έντερο,
όπου:

  • αυξάνει την έκφραση των διαύλων TRPV6
    στα εντεροκύτταρα,
  • ενισχύει τη σύνθεση της calbindin,
    πρωτεΐνης μεταφοράς Ca2+ εντός του κυττάρου,
  • διευκολύνει την ενεργό μεταφορά ασβεστίου
    προς την κυκλοφορία.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες,
περίπου 30–40% του διαιτητικού ασβεστίου
απορροφάται από το έντερο.
Σε έλλειψη βιταμίνης D,
το ποσοστό αυτό μπορεί να μειωθεί
κάτω από 10–15%,
οδηγώντας σε αντισταθμιστική αύξηση της PTH.

Η παραθορμόνη αυξάνει έμμεσα
τα επίπεδα καλσιτριόλης,
διεγείροντας τη νεφρική 1α-υδροξυλάση.
Έτσι, δημιουργείται ένας λειτουργικός άξονας
PTH – βιταμίνη D – έντερο,
ο οποίος στοχεύει στη διατήρηση
σταθερών επιπέδων ιονισμένου ασβεστίου.

Σε χρόνιες καταστάσεις έλλειψης βιταμίνης D,
παρατηρείται:

  • δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός
  • αυξημένη οστική απορρόφηση
  • διαταραχή οστικής ανοργανοποίησης
  • αυξημένος κίνδυνος οστεοπενίας και οστεοπόρωσης

Η αξιολόγηση του μεταβολισμού του ασβεστίου
δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης
χωρίς ταυτόχρονη εκτίμηση
των επιπέδων 25(OH) βιταμίνης D,
ιδίως σε ασθενείς με υποασβεστιαιμία,
οστικά άλγη ή αυξημένη PTH.


7

Φωσφόρος και αλληλεπίδραση με το ασβέστιο

Ο φωσφόρος αποτελεί βασικό ανόργανο στοιχείο
για την ενεργειακή μεταβολική δραστηριότητα,
τη δομή των κυτταρικών μεμβρανών
και την οστική ανοργανοποίηση.
Η ισορροπία μεταξύ φωσφόρου και ασβεστίου
είναι στενά ρυθμιζόμενη,
καθώς οι δύο αυτοί ηλεκτρολύτες
συνυπάρχουν στον σκελετό
και αλληλεπιδρούν άμεσα στο πλάσμα.

Στον οστικό ιστό,
το ασβέστιο και ο φωσφόρος
σχηματίζουν κρυστάλλους υδροξυαπατίτη,
οι οποίοι προσδίδουν μηχανική αντοχή.
Στο εξωκυττάριο υγρό, όμως,
η αύξηση του φωσφόρου
μπορεί να μειώσει τα επίπεδα
του ελεύθερου Ca2+,
μέσω σχηματισμού αδιάλυτων συμπλόκων.

Η παραθορμόνη (PTH)
διαδραματίζει κεντρικό ρόλο
στη ρύθμιση της σχέσης Ca–P,
δρώντας με αντίρροπες επιδράσεις:

  • Ασβέστιο:
    αυξάνει την επαναρρόφηση Ca2+ στους νεφρούς
    και την απελευθέρωσή του από το οστό
  • Φωσφόρος:
    μειώνει τη νεφρική επαναρρόφηση,
    οδηγώντας σε φωσφατουρία

Η διατήρηση χαμηλότερων επιπέδων φωσφόρου
διευκολύνει την αύξηση
του ιονισμένου ασβεστίου στο πλάσμα.
Αντίθετα, η υπερφωσφαταιμία
μπορεί να προκαλέσει λειτουργική υποασβεστιαιμία,
ακόμη και όταν το συνολικό Ca
παραμένει εντός φυσιολογικών ορίων.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η σχέση αυτή
στη χρόνια νεφρική νόσο,
όπου η μειωμένη αποβολή φωσφόρου
οδηγεί σε:

  • υπερφωσφαταιμία
  • μείωση ιονισμένου ασβεστίου
  • αντιστάθμιση μέσω αυξημένης PTH
  • εξέλιξη σε δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό

Η αξιολόγηση του μεταβολισμού του ασβεστίου
θα πρέπει επομένως να συνοδεύεται
από ταυτόχρονη μέτρηση
φωσφόρου,
ιδίως σε περιπτώσεις
διαταραχών PTH,
νεφρικής δυσλειτουργίας
ή οστικής νόσου.


8

Ρύθμιση του ιονισμένου ασβεστίου και ρόλος του pH

Το ιονισμένο ασβέστιο (Ca2+)
αποτελεί το βιολογικά ενεργό κλάσμα του συνολικού ασβεστίου
και είναι υπεύθυνο για τις περισσότερες φυσιολογικές δράσεις του.
Η συγκέντρωσή του επηρεάζεται όχι μόνο
από τη συνολική ποσότητα ασβεστίου,
αλλά και από φυσικοχημικούς παράγοντες,
με κυριότερο το pH του αίματος.

Η σχέση μεταξύ pH και Ca2+
βασίζεται στη σύνδεση του ασβεστίου
με αρνητικά φορτισμένες πρωτεΐνες,
κυρίως τη λευκωματίνη.
Μεταβολές του pH
αλλάζουν τον βαθμό ιονισμού αυτών των πρωτεϊνών
και κατ’ επέκταση
την αναλογία δεσμευμένου και ελεύθερου ασβεστίου.

Σε αλκάλωση:

  • αυξάνεται η σύνδεση Ca με τη λευκωματίνη
  • μειώνεται το ιονισμένο Ca2+
  • μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα υποασβεστιαιμίας

Αντίθετα, σε οξέωση:

  • μειώνεται η πρωτεϊνική σύνδεση Ca
  • αυξάνεται το ιονισμένο Ca2+
  • ενδέχεται να υποεκτιμηθεί η βαρύτητα υπερασβεστιαιμίας

Σημαντικό κλινικό σημείο είναι ότι
το συνολικό ασβέστιο μπορεί να παραμένει φυσιολογικό,
ενώ το ιονισμένο να είναι παθολογικό,
ιδίως σε καταστάσεις:

  • αναπνευστικής αλκάλωσης (π.χ. υπεραερισμός)
  • μεταβολικής αλκάλωσης
  • σοβαρής υπολευκωματιναιμίας

Για τον λόγο αυτό,
η μέτρηση του ιονισμένου ασβεστίου
είναι προτιμητέα
σε κλινικά ασταθείς ασθενείς,
σε μονάδες εντατικής θεραπείας
και σε περιπτώσεις
όπου τα συμπτώματα δεν συμβαδίζουν
με το συνολικό Ca.

Η σωστή ερμηνεία των επιπέδων ασβεστίου
απαιτεί συνεκτίμηση
του pH,
της λευκωματίνης
και της κλινικής εικόνας,
ώστε να αποφεύγονται
διαγνωστικά σφάλματα
και ακατάλληλες θεραπευτικές παρεμβάσεις.


9

Υποασβεστιαιμία: παθοφυσιολογία και κλινικές επιπτώσεις

Η υποασβεστιαιμία ορίζεται ως
μείωση του ιονισμένου ασβεστίου
και αποτελεί κατάσταση με δυνητικά σοβαρές
νευρομυϊκές και καρδιαγγειακές επιπτώσεις.
Η κλινική της σημασία δεν σχετίζεται μόνο
με το απόλυτο επίπεδο του Ca2+,
αλλά και με την ταχύτητα εγκατάστασης
της διαταραχής.

Από παθοφυσιολογικής άποψης,
η υποασβεστιαιμία οδηγεί σε
αύξηση της διεγερσιμότητας των κυτταρικών μεμβρανών,
καθώς το Ca2+ σταθεροποιεί
τα δυναμικά των νατριούχων διαύλων.
Η μείωσή του καθιστά τα νεύρα και τους μύες
ευερέθιστα.

Οι συχνότεροι μηχανισμοί υποασβεστιαιμίας περιλαμβάνουν:

  • Μειωμένη ή ανεπαρκής δράση PTH
    (π.χ. υποπαραθυρεοειδισμός, αντίσταση στην PTH)
  • Έλλειψη βιταμίνης D
    με μειωμένη εντερική απορρόφηση Ca
  • Χρόνια νεφρική νόσο
    με μειωμένη παραγωγή καλσιτριόλης
  • Υπομαγνησιαιμία,
    η οποία αναστέλλει την έκκριση και τη δράση της PTH
  • Οξείες καταστάσεις
    όπως παγκρεατίτιδα ή μαζική μετάγγιση αίματος

Κλινικά, η υποασβεστιαιμία εκδηλώνεται
με χαρακτηριστικά νευρομυϊκά συμπτώματα,
τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • παραισθησίες (ιδίως περιστοματικά)
  • μυϊκές κράμπες και τετανία
  • λαρυγγόσπασμο σε σοβαρές περιπτώσεις
  • επιληπτικές κρίσεις

Στο καρδιαγγειακό σύστημα,
η υποασβεστιαιμία σχετίζεται με:

  • παράταση του διαστήματος QT στο ΗΚΓ
  • κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών
  • μειωμένη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου

Η διάγνωση απαιτεί
ταυτόχρονη αξιολόγηση
ολικού και ιονισμένου ασβεστίου,
καθώς και έλεγχο
PTH, βιταμίνης D, μαγνησίου και νεφρικής λειτουργίας.
Η κατανόηση του υποκείμενου μηχανισμού
είναι κρίσιμη για τη σωστή θεραπευτική προσέγγιση
και την αποφυγή υποτροπών.


10

Υπερασβεστιαιμία: παθογενετικοί μηχανισμοί και συστηματικές επιδράσεις

Η υπερασβεστιαιμία ορίζεται ως αύξηση του
ιονισμένου ασβεστίου στο πλάσμα και συνιστά
κατάσταση με πολυσυστηματικές επιπτώσεις.
Σε αντίθεση με την υποασβεστιαιμία,
τα συμπτώματα της υπερασβεστιαιμίας
σχετίζονται κυρίως με τη μείωση της νευρομυϊκής διεγερσιμότητας
και τις μεταβολές της νεφρικής και καρδιακής λειτουργίας.

Οι παθογενετικοί μηχανισμοί μπορούν να ταξινομηθούν
σε δύο βασικές κατηγορίες:

  • PTH-εξαρτώμενη υπερασβεστιαιμία,
    με συχνότερο αίτιο τον
    πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό
  • PTH-ανεξάρτητη υπερασβεστιαιμία,
    όπως κακοήθειες (PTHrP),
    υπερβιταμίνωση D,
    κοκκιωματώδεις νόσοι

Στον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό,
η αυτόνομη έκκριση PTH οδηγεί σε:

  • αυξημένη οστική απορρόφηση
  • αυξημένη νεφρική επαναρρόφηση Ca²⁺
  • αυξημένη παραγωγή καλσιτριόλης

Αντίθετα, στις παρανεοπλασματικές μορφές,
η υπερασβεστιαιμία οφείλεται κυρίως
στη δράση της PTH-related peptide (PTHrP),
η οποία μιμείται τις περιφερικές δράσεις της PTH,
χωρίς να αυξάνει τη σύνθεση βιταμίνης D.

Σε συστηματικό επίπεδο,
η υπερασβεστιαιμία επηρεάζει:

  • Νεφρούς:
    πολυουρία λόγω νεφρογενούς διαβήτη insipidus,
    αφυδάτωση, νεφρολιθίαση
  • Κεντρικό νευρικό σύστημα:
    λήθαργο, σύγχυση, ψυχιατρικές εκδηλώσεις
  • Γαστρεντερικό:
    ναυτία, δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος
  • Καρδιά:
    συντόμευση του διαστήματος QT,
    διαταραχές ρυθμού

Η βαρύτητα των συμπτωμάτων
συσχετίζεται τόσο με το επίπεδο του Ca²⁺
όσο και με τον ρυθμό αύξησής του.
Η οξεία υπερασβεστιαιμία
αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση
και απαιτεί άμεση διαγνωστική και θεραπευτική παρέμβαση.


11

Διαγνωστική προσέγγιση διαταραχών ασβεστίου (αλγόριθμος Ca–PTH–βιταμίνη D)

Η εργαστηριακή αξιολόγηση των διαταραχών του ασβεστίου
απαιτεί δομημένη προσέγγιση,
καθώς η μεμονωμένη μέτρηση του ολικού Ca
δεν επαρκεί για ασφαλή συμπεράσματα.
Κεντρικός άξονας της διαγνωστικής διερεύνησης
είναι η συσχέτιση των επιπέδων ασβεστίου με την PTH.

Το πρώτο διαγνωστικό βήμα είναι η επιβεβαίωση
της διαταραχής με:

  • επανάληψη μέτρησης Ca
  • προσδιορισμό ιονισμένου Ca²⁺
  • ταυτόχρονη μέτρηση λευκωματίνης

Στη συνέχεια, η ερμηνεία βασίζεται
στην τιμή της παραθορμόνης (PTH):

  • Υψηλό Ca + αυξημένη ή μη κατασταλμένη PTH:
    υποδηλώνει πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό
  • Υψηλό Ca + χαμηλή PTH:
    υποδηλώνει PTH-ανεξάρτητη υπερασβεστιαιμία
    (π.χ. κακοήθεια, υπερβιταμίνωση D)
  • Χαμηλό Ca + αυξημένη PTH:
    συμβατό με δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό
  • Χαμηλό Ca + χαμηλή ή ανεπαρκώς φυσιολογική PTH:
    υποδηλώνει υποπαραθυρεοειδισμό

Ο έλεγχος της βιταμίνης D
(25(OH)D) είναι απαραίτητος
σε όλες τις μορφές διαταραχών ασβεστίου,
καθώς η έλλειψή της μπορεί να αλλοιώσει
την εικόνα της PTH και να συγκαλύψει
τον υποκείμενο μηχανισμό.

Συμπληρωματικά,
συνιστάται αξιολόγηση:

  • φωσφόρου και μαγνησίου
  • νεφρικής λειτουργίας (κρεατινίνη, eGFR)
  • αλκαλικής φωσφατάσης
  • ασβεστίου ούρων 24ώρου, όπου ενδείκνυται

Η συστηματική εφαρμογή του αλγορίθμου
Ca–PTH–βιταμίνη D
επιτρέπει την αξιόπιστη
διαφορική διάγνωση
και καθοδηγεί τη στοχευμένη θεραπευτική παρέμβαση,
αποφεύγοντας άσκοπες ή εσφαλμένες παρεμβάσεις.


12

Ο ρόλος του νεφρού στην ομοιόσταση ασβεστίου και φωσφόρου

Ο νεφρός αποτελεί κρίσιμο ρυθμιστή της ομοιόστασης του ασβεστίου,
καθώς καθορίζει την τελική αποβολή ή διατήρηση του Ca2+
μέσω εξειδικευμένων μηχανισμών επαναρρόφησης κατά μήκος του νεφρώνα.
Περίπου το 98–99% του διηθούμενου ασβεστίου
επαναρροφάται φυσιολογικά.

Η επαναρρόφηση του Ca2+ κατανέμεται ως εξής:

  • Εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο:
    παθητική, παρακυττάρια επαναρρόφηση (συζευγμένη με Na+ και H2O)
  • Αγκύλη του Henle (παχύ ανιόν σκέλος):
    παρακυττάρια επαναρρόφηση μέσω ηλεκτροχημικού δυναμικού
  • Άπω εσπειραμένο σωληνάριο:
    ενεργός, ορμονικά ρυθμιζόμενη επαναρρόφηση

Η παραθορμόνη (PTH) αυξάνει την επαναρρόφηση ασβεστίου
στο άπω σωληνάριο,
ενώ ταυτόχρονα αναστέλλει την επαναρρόφηση φωσφόρου
στο εγγύς σωληνάριο,
οδηγώντας σε φωσφατουρία.
Η διπλή αυτή δράση αυξάνει το ιονισμένο Ca2+
και αποτρέπει την καθίζηση φωσφορικών αλάτων.

Ο νεφρός είναι επίσης το κύριο όργανο
μετατροπής της βιταμίνης D
στην ενεργό μορφή της (1,25-διυδροξυβιταμίνη D)
μέσω της 1α-υδροξυλάσης.
Η διαδικασία αυτή διεγείρεται από:

  • αυξημένη PTH
  • υποφωσφαταιμία
  • χαμηλά επίπεδα Ca2+

Στη χρόνια νεφρική νόσο,
η μειωμένη λειτουργική μάζα νεφρών
οδηγεί σε:

  • μειωμένη παραγωγή καλσιτριόλης
  • κατακράτηση φωσφόρου
  • δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό
  • διαταραχές οστικού μεταβολισμού (CKD–MBD)

Η κατανόηση της νεφρικής συμβολής
στη ρύθμιση του ασβεστίου και του φωσφόρου
είναι θεμελιώδης
για την ερμηνεία εργαστηριακών ευρημάτων
και τη σωστή αντιμετώπιση
των μεταβολικών διαταραχών του οστού.


13

Βιταμίνη D: σύνθεση, μεταβολισμός και αλληλεπίδραση με το ασβέστιο

Η βιταμίνη D αποτελεί βασικό ρυθμιστή της ομοιόστασης του ασβεστίου,
καθώς καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την εντερική απορρόφηση Ca²⁺
και επηρεάζει έμμεσα την οστική ανακατασκευή και τη νεφρική διαχείριση φωσφόρου.
Η βιολογική της δράση ασκείται κυρίως μέσω της ενεργού μορφής,
της 1,25-διυδροξυβιταμίνης D (καλσιτριόλης).

Η σύνθεση της βιταμίνης D ακολουθεί τρία διακριτά στάδια:

  • Δερματική σύνθεση:
    μετατροπή της 7-δεϋδροχοληστερόλης σε χοληκαλσιφερόλη (D3)
    υπό την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας
  • Ηπατική υδροξυλίωση:
    σχηματισμός της 25-υδροξυβιταμίνης D (25(OH)D),
    που αποτελεί τον κύριο δείκτη αποθηκών
  • Νεφρική υδροξυλίωση:
    μετατροπή σε 1,25(OH)2D μέσω της 1α-υδροξυλάσης

Η νεφρική παραγωγή καλσιτριόλης
ρυθμίζεται στενά από:

  • την PTH (διεγερτική δράση)
  • τα επίπεδα φωσφόρου (ανασταλτική δράση)
  • το ιονισμένο Ca²⁺

Σε επίπεδο εντέρου,
η καλσιτριόλη αυξάνει την απορρόφηση ασβεστίου
μέσω επαγωγής ειδικών πρωτεϊνών μεταφοράς,
όπως οι TRPV6, calbindin και PMCA1b.
Χωρίς επαρκή βιταμίνη D,
η εντερική απορρόφηση Ca περιορίζεται σημαντικά,
ακόμη και αν η διαιτητική πρόσληψη είναι επαρκής.

Η έλλειψη βιταμίνης D
αποτελεί συχνό αίτιο
δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού,
οδηγώντας σε:

  • αυξημένη έκκριση PTH
  • αυξημένη οστική απορρόφηση
  • προοδευτική απώλεια οστικής μάζας

Αντίθετα,
η υπερβιταμίνωση D
μπορεί να προκαλέσει
PTH-ανεξάρτητη υπερασβεστιαιμία,
λόγω υπερβολικής εντερικής απορρόφησης Ca
και αυξημένης οστικής κινητοποίησης.

Η ακριβής αξιολόγηση της βιταμίνης D
(μέτρηση 25(OH)D)
είναι αναπόσπαστο μέρος
της διαγνωστικής διερεύνησης
κάθε διαταραχής ασβεστίου
και καθοδηγεί τόσο τη θεραπεία
όσο και την πρόληψη μεταβολικών οστικών νοσημάτων.


14

Οστική ανακατασκευή και ρόλος του ασβεστίου

Η οστική ανακατασκευή (bone remodeling) είναι μια συνεχής,
δυναμική διεργασία που εξασφαλίζει τόσο τη μηχανική αντοχή
του σκελετού όσο και τη σταθερότητα της ομοιόστασης του ασβεστίου.
Σε έναν υγιή ενήλικα,
περίπου 5–10% του σκελετού ανανεώνεται ετησίως.

Η διαδικασία βασίζεται στη λειτουργική σύζευξη δύο κυτταρικών πληθυσμών:

  • Οστεοκλάστες:
    πολυπύρηνα κύτταρα που απορροφούν το ανόργανο και οργανικό οστικό υπόστρωμα,
    απελευθερώνοντας Ca²⁺ και φωσφόρο στην κυκλοφορία
  • Οστεοβλάστες:
    κύτταρα υπεύθυνα για τη σύνθεση οστεοειδούς
    και την επακόλουθη εναπόθεση υδροξυαπατίτη

Η ισορροπία μεταξύ οστικής απορρόφησης και σχηματισμού
ελέγχεται από σύνθετα μοριακά μονοπάτια,
με κεντρικό ρόλο το σύστημα RANK / RANKL / OPG.
Η PTH,
όταν εκκρίνεται συνεχώς,
ευνοεί την οστεοκλαστική δραστηριότητα,
ενώ η διαλείπουσα χορήγησή της
έχει αναβολική δράση στο οστό.

Το ασβέστιο λειτουργεί ταυτόχρονα:

  • ως δομικό συστατικό του υδροξυαπατίτη
  • ως ρυθμιστής της οστεοκλαστικής δραστηριότητας
  • ως σήμα ανατροφοδότησης για την έκκριση PTH

Σε καταστάσεις αρνητικού ισοζυγίου ασβεστίου
(π.χ. έλλειψη βιταμίνης D, μειωμένη εντερική απορρόφηση),
η διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων Ca στο πλάσμα
επιτυγχάνεται εις βάρος της οστικής μάζας,
με μακροπρόθεσμη συνέπεια την ανάπτυξη
οστεοπενίας ή οστεοπόρωσης.

Η αξιολόγηση του οστικού μεταβολισμού
μπορεί να υποστηριχθεί εργαστηριακά
με τη μέτρηση δεικτών οστικής ανακατασκευής,
οι οποίοι αντανακλούν τη συνολική δραστηριότητα
των οστεοβλαστών και οστεοκλαστών:

  • Δείκτες σχηματισμού:
    αλκαλική φωσφατάση οστικής προέλευσης,
    PINP, οστεοκαλσίνη
  • Δείκτες απορρόφησης:
    CTX, NTX, υδροξυπρολίνη

Οι δείκτες αυτοί δεν αντικαθιστούν
την απεικονιστική εκτίμηση της οστικής πυκνότητας,
αλλά παρέχουν δυναμική πληροφορία
για την ανταπόκριση στη θεραπεία
και την εξέλιξη μεταβολικών οστικών νοσημάτων.


15

Νεφρική ρύθμιση ασβεστίου και φωσφόρου

Οι νεφροί διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο
στην τελική ρύθμιση των επιπέδων ασβεστίου και φωσφόρου,
καθώς ελέγχουν το ποσοστό επαναρρόφησης
και την καθημερινή αποβολή των ιόντων αυτών.
Περίπου το 98–99% του διηθούμενου Ca²⁺
επαναρροφάται κατά μήκος του νεφρώνα.

Η επαναρρόφηση του ασβεστίου κατανέμεται ως εξής:

  • Εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο:
    παθητική, παρακυττάρια επαναρρόφηση (~65%)
  • Ανιόν σκέλος αγκύλης Henle:
    παρακυττάρια μεταφορά μέσω ηλεκτροχημικής βαθμίδας (~25%)
  • Άπω εσπειραμένο σωληνάριο:
    ενεργός, ρυθμιζόμενη επαναρρόφηση (~8–10%)

Το άπω εσπειραμένο σωληνάριο
αποτελεί το βασικό σημείο ορμονικού ελέγχου,
όπου η PTH αυξάνει την επαναρρόφηση Ca²⁺
μέσω ενεργοποίησης διαύλων ασβεστίου
και ενδοκυττάριων μηχανισμών μεταφοράς.

Αντίθετα,
ο φώσφορος επαναρροφάται κυρίως
στο εγγύς σωληνάριο,
και η PTH προκαλεί φωσφατουρία
αναστέλλοντας τους συμμεταφορείς Na–P.
Η αντίθετη αυτή ρύθμιση
εξυπηρετεί τη διατήρηση της διαλυτότητας
του ασβεστίου στο πλάσμα
και την αποφυγή παθολογικών εναποθέσεων.

Οι νεφροί αποτελούν επίσης
το κύριο όργανο ενεργοποίησης της βιταμίνης D.
Η 1α-υδροξυλάση,
ενζυμικό σύστημα των εγγύς σωληναρίων,
μετατρέπει την 25(OH)D
στην ενεργό 1,25(OH)2D,
υπό την επίδραση:

  • της PTH (διέγερση)
  • χαμηλών επιπέδων φωσφόρου
  • χαμηλού ιονισμένου Ca²⁺

Σε χρόνια νεφρική νόσο,
η μειωμένη ικανότητα επαναρρόφησης Ca,
η κατακράτηση φωσφόρου
και η ελαττωμένη σύνθεση καλσιτριόλης
οδηγούν σε
δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό,
με σημαντικές επιπτώσεις
στην οστική υγεία και στο καρδιαγγειακό σύστημα.

Η κατανόηση της νεφρικής διαχείρισης του ασβεστίου
είναι απαραίτητη
για τη σωστή ερμηνεία εργαστηριακών διαταραχών
και για τη διαφοροδιάγνωση
μεταξύ πρωτοπαθών και δευτεροπαθών αιτίων
υποασβεστιαιμίας ή υπερασβεστιαιμίας.


16

Παθοφυσιολογία υποασβεστιαιμίας: μηχανισμοί και πρότυπα

Η υποασβεστιαιμία ορίζεται ως μείωση του ιονισμένου Ca²⁺
στο πλάσμα κάτω από τα φυσιολογικά όρια
και αντικατοπτρίζει διαταραχή
σε έναν ή περισσότερους μηχανισμούς
της ομοιόστασης του ασβεστίου.
Κλινικά σημαντική είναι πάντοτε
η μεταβολή του ιονισμένου κλάσματος,
ανεξάρτητα από το ολικό Ca.

Οι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί
ομαδοποιούνται σε τέσσερις βασικές κατηγορίες:

  • Μειωμένη ή ανεπαρκής δράση PTH
    (υποπαραθυρεοειδισμός ή ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμός)
  • Ανεπάρκεια βιταμίνης D
    ή μειωμένη νεφρική ενεργοποίησή της
  • Αυξημένη δέσμευση ή μετατόπιση Ca²⁺
    (π.χ. αλκάλωση, παγκρεατίτιδα, massive transfusion)
  • Αυξημένες απώλειες ή μειωμένη επαναρρόφηση
    (νεφρική απώλεια, φάρμακα)

Ο υποπαραθυρεοειδισμός
χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα Ca²⁺
και ανεπαρκή ή χαμηλή PTH,
με συνοδό υπερφωσφαταιμία.
Αντίθετα,
στον ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμό,
η PTH είναι αυξημένη,
αλλά οι ιστοί-στόχοι εμφανίζουν αντίσταση στη δράση της.

Η έλλειψη βιταμίνης D
οδηγεί σε μειωμένη εντερική απορρόφηση Ca,
με αντιρροπιστική αύξηση της PTH
(δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός).
Στα αρχικά στάδια,
το Ca μπορεί να παραμένει οριακά φυσιολογικό,
ενώ η οστική απορρόφηση αυξάνεται.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αλκάλωση,
καθώς αυξάνει τη σύνδεση του Ca με τη λευκωματίνη,
μειώνοντας το ιονισμένο κλάσμα
χωρίς μεταβολή του ολικού Ca.
Η κατάσταση αυτή μπορεί να προκαλέσει
οξέα νευρομυϊκά συμπτώματα,
παρά φυσιολογικές συνολικές τιμές.

Η υπομαγνησιαιμία
αποτελεί συχνά υποεκτιμημένο αίτιο,
καθώς μειώνει τόσο την έκκριση
όσο και τη δράση της PTH.
Σε τέτοιες περιπτώσεις,
η διόρθωση του Ca είναι ατελής
χωρίς ταυτόχρονη αποκατάσταση του Mg.

Η συστηματική ανάλυση των εργαστηριακών προτύπων
(Ca, ιονισμένο Ca, PTH, φωσφόρος, Mg, 25(OH)D)
επιτρέπει την ακριβή αιτιολογική ταξινόμηση
και καθοδηγεί τη στοχευμένη θεραπευτική προσέγγιση.


17

Παθοφυσιολογία υπερασβεστιαιμίας: PTH-εξαρτώμενη και PTH-ανεξάρτητη

Η υπερασβεστιαιμία αντανακλά διαταραχή
στην ισορροπία μεταξύ οστικής κινητοποίησης,
εντερικής απορρόφησης και νεφρικής αποβολής ασβεστίου.
Η μέτρηση της PTH αποτελεί το καθοριστικό
πρώτο βήμα στη διαγνωστική ταξινόμηση,
καθώς διαχωρίζει τις αιτίες σε
PTH-εξαρτώμενες και PTH-ανεξάρτητες.

PTH-εξαρτώμενη υπερασβεστιαιμία
χαρακτηρίζεται από αυξημένη ή ακατάλληλα φυσιολογική PTH
παρά τα αυξημένα επίπεδα Ca²⁺.
Η συχνότερη αιτία είναι ο
πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός,
συνήθως λόγω μονήρους αδενώματος.

  • Αυξημένη οστική απορρόφηση
  • Αυξημένη νεφρική επαναρρόφηση Ca²⁺
  • Φωσφατουρία με χαμηλό ή χαμηλοφυσιολογικό φωσφόρο

Σπανιότερες PTH-εξαρτώμενες καταστάσεις περιλαμβάνουν
την οικογενή υποασβεστιουρική υπερασβεστιαιμία (FHH),
όπου μεταλλάξεις του CaSR οδηγούν
σε αυξημένο «set-point» αίσθησης του Ca.
Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται από
ήπια υπερασβεστιαιμία με χαμηλή ασβεστιουρία.

PTH-ανεξάρτητη υπερασβεστιαιμία
χαρακτηρίζεται από κατασταλμένη PTH.
Οι μηχανισμοί περιλαμβάνουν
αυξημένη παραγωγή παραγόντων με PTH-όμοια δράση
ή αυξημένη εντερική απορρόφηση Ca.

  • Κακοήθειες:
    έκκριση PTHrP, οστικές μεταστάσεις, πολλαπλό μυέλωμα
  • Υπερβιταμίνωση D:
    αυξημένη παραγωγή 1,25(OH)2D
  • Κοκκιωματώδη νοσήματα:
    σαρκοείδωση, φυματίωση (εξωνεφρική 1α-υδροξυλάση)
  • Φαρμακευτικά αίτια:
    θειαζιδικά διουρητικά, λίθιο
  • Ακινητοποίηση:
    αυξημένη οστική απορρόφηση, ιδιαίτερα σε νεαρούς ασθενείς

Κλινικά,
η υπερασβεστιαιμία προκαλεί
νευρολογικά, γαστρεντερικά και νεφρικά συμπτώματα,
ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις
εμφανίζονται καρδιακές αρρυθμίες
και οξεία νεφρική δυσλειτουργία.
Η βαρύτητα των συμπτωμάτων
σχετίζεται περισσότερο με το ρυθμό αύξησης
παρά με την απόλυτη τιμή του Ca.

Η συστηματική διαφορική διάγνωση,
με συνδυασμό Ca, ιονισμένου Ca, PTH, PTHrP,
25(OH)D και 1,25(OH)2D,
επιτρέπει την ακριβή αιτιολογική προσέγγιση
και καθοδηγεί τη θεραπευτική στρατηγική.


18

Εργαστηριακή διερεύνηση διαταραχών ασβεστίου: διαγνωστικός αλγόριθμος

Η εργαστηριακή προσέγγιση των διαταραχών του ασβεστίου
πρέπει να είναι δομημένη και αλγοριθμική,
καθώς παρόμοιες απόλυτες τιμές Ca
μπορεί να αντιστοιχούν σε εντελώς διαφορετικούς
παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς.
Το πρώτο και καθοριστικό βήμα
είναι η διάκριση μεταξύ
πραγματικής και φαινομενικής διαταραχής.

Η αρχική αξιολόγηση περιλαμβάνει:

  • Ολικό ασβέστιο
    (με ταυτόχρονη μέτρηση λευκωματίνης)
  • Ιονισμένο ασβέστιο,
    ιδίως σε κρίσιμες καταστάσεις
    ή όταν υπάρχει διαταραχή οξεοβασικής ισορροπίας

Σε περιπτώσεις υπολευκωματιναιμίας,
η διόρθωση του ολικού Ca
είναι απαραίτητη,
ωστόσο η άμεση μέτρηση του ιονισμένου Ca
παραμένει η πιο αξιόπιστη προσέγγιση.

Το επόμενο βήμα είναι η μέτρηση της PTH,
η οποία λειτουργεί ως
κεντρικός διαχωριστικός δείκτης:

  • Χαμηλή ή κατασταλμένη PTH:
    PTH-ανεξάρτητη διαταραχή
  • Αυξημένη ή ακατάλληλα φυσιολογική PTH:
    PTH-εξαρτώμενη διαταραχή

Ανάλογα με το πρότυπο Ca–PTH,
η διερεύνηση επεκτείνεται σε:

  • Φώσφορο:
    χρήσιμος για διάκριση υπερπαραθυρεοειδισμού
    από άλλες καταστάσεις
  • Μαγνήσιο:
    υποεκτιμημένος αλλά κρίσιμος ρυθμιστής της PTH
  • 25(OH)D:
    εκτίμηση αποθηκών βιταμίνης D
  • 1,25(OH)2D:
    ενδείκνυται σε ύποπτες PTH-ανεξάρτητες υπερασβεστιαιμίες

Σε υπερασβεστιαιμία με κατασταλμένη PTH,
ενδείκνυται επιπλέον έλεγχος:

  • PTHrP (υποψία κακοήθειας)
  • Ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών (πολλαπλό μυέλωμα)
  • Απεικονιστικός έλεγχος, ανάλογα με το κλινικό σενάριο

Η ασβεστιουρία 24ώρου
αποτελεί σημαντικό εργαλείο
στη διαφορική διάγνωση
μεταξύ πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού
και οικογενούς υποασβεστιουρικής υπερασβεστιαιμίας.

Η ολοκληρωμένη εργαστηριακή προσέγγιση
επιτρέπει όχι μόνο την ακριβή διάγνωση,
αλλά και τη σωστή στρωματοποίηση κινδύνου
και την παρακολούθηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης.


19

Κλινικές εκδηλώσεις διαταραχών ασβεστίου

Οι κλινικές εκδηλώσεις των διαταραχών του ασβεστίου
αντανακλούν τον θεμελιώδη ρόλο του Ca²⁺
στην ηλεκτρική σταθερότητα των κυτταρικών μεμβρανών,
στη σύσπαση των μυών
και στη νευροδιαβίβαση.
Η ένταση και η φύση των συμπτωμάτων
εξαρτώνται περισσότερο από
το ιονισμένο ασβέστιο
και την ταχύτητα μεταβολής,
παρά από την απόλυτη τιμή του ολικού Ca.

Νευρομυϊκές εκδηλώσεις

Η υποασβεστιαιμία
αυξάνει τη διεγερσιμότητα των νεύρων και των μυών,
οδηγώντας σε:

  • παραισθησίες (ιδίως περιστοματικά και στα άκρα)
  • μυϊκές κράμπες και επώδυνους σπασμούς
  • τετανία και λαρυγγόσπασμο σε σοβαρές περιπτώσεις
  • θετικά σημεία Chvostek και Trousseau

Αντίθετα, η υπερασβεστιαιμία
μειώνει τη νευρομυϊκή διεγερσιμότητα,
προκαλώντας:

  • μυϊκή αδυναμία και εύκολη κόπωση
  • υποτονία και ελάττωση αντανακλαστικών
  • σύγχυση, λήθαργο ή ψυχιατρικές διαταραχές σε υψηλές τιμές

Καρδιαγγειακές εκδηλώσεις

Το Ca²⁺ αποτελεί κρίσιμο ρυθμιστή
της ηλεκτροφυσιολογίας του μυοκαρδίου.
Στο ηλεκτροκαρδιογράφημα:

  • Υποασβεστιαιμία:
    παράταση του διαστήματος QT,
    με αυξημένο κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών
  • Υπερασβεστιαιμία:
    συντόμευση του QT,
    βραχυπρόθεσμα θετικό ινότροπο αποτέλεσμα,
    αλλά αυξημένο αρρυθμιολογικό κίνδυνο σε σοβαρές μορφές

Η απότομη μεταβολή του ιονισμένου Ca
μπορεί να αποσταθεροποιήσει
προϋπάρχουσα καρδιοπάθεια,
ιδίως σε ηλικιωμένους ή ασθενείς με
δομική καρδιακή νόσο.

Νεφρικές και μεταβολικές εκδηλώσεις

Η χρόνια υπερασβεστιαιμία
επηρεάζει σημαντικά τη νεφρική λειτουργία,
οδηγώντας σε:

  • νεφρολιθίαση από ασβέστιο
  • νεφρασβέστωση
  • πολυουρία λόγω νεφρογενούς άποιου διαβήτη
  • προοδευτική έκπτωση του GFR

Η υποασβεστιαιμία,
ιδίως όταν συνυπάρχει με υπερφωσφαταιμία,
συνδέεται με διαταραχές οστικής ανοργανοποίησης,
όπως οστεομαλακία και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων.

Γαστρεντερικές και νευροψυχιατρικές εκδηλώσεις

Η υπερασβεστιαιμία προκαλεί συχνά
το κλασικό σύμπλεγμα
“stones, bones, abdominal groans and psychic moans”,
με:

  • ναυτία, έμετο και δυσκοιλιότητα
  • ανορεξία και απώλεια βάρους
  • κατάθλιψη, απάθεια ή γνωστική έκπτωση

Η συστηματική συσχέτιση
κλινικών εκδηλώσεων και εργαστηριακών ευρημάτων
είναι απαραίτητη,
καθώς ήπιες βιοχημικές διαταραχές
μπορεί να έχουν δυσανάλογα έντονη κλινική σημασία,
ιδίως όταν εγκαθίστανται οξέως.


20

Θεραπευτικές αρχές διαταραχών ασβεστίου και ειδικές κλινικές καταστάσεις

Η θεραπευτική αντιμετώπιση των διαταραχών του ασβεστίου
καθορίζεται από τρεις βασικές παραμέτρους:
(α) το επίπεδο και τη μορφή του Ca²⁺,
(β) την ταχύτητα εγκατάστασης της διαταραχής
και (γ) τον υποκείμενο παθοφυσιολογικό μηχανισμό.
Η ίδια απόλυτη τιμή Ca μπορεί να απαιτεί
εντελώς διαφορετική προσέγγιση
ανάλογα με το κλινικό πλαίσιο.

Γενικές αρχές

  • Η θεραπεία στοχεύει πρωτίστως στο ιονισμένο Ca²⁺
    και όχι αποκλειστικά στο ολικό Ca.
  • Οξεία συμπτωματική διαταραχή
    υπερισχύει της αιτιολογικής διερεύνησης
    και απαιτεί άμεση σταθεροποίηση.
  • Η διόρθωση του Mg
    προηγείται ή συνοδεύει πάντα
    τη διόρθωση του Ca όταν υπάρχει υπομαγνησιαιμία.

Αντιμετώπιση υποασβεστιαιμίας

Η θεραπεία της υποασβεστιαιμίας
εξαρτάται από τη βαρύτητα των συμπτωμάτων
και την αιτία.

  • Οξεία συμπτωματική υποασβεστιαιμία:
    ενδοφλέβια χορήγηση γλυκονικού ασβεστίου,
    με συνεχή καρδιογραφική παρακολούθηση.
  • Χρόνια ή ήπια υποασβεστιαιμία:
    από του στόματος Ca,
    συχνά σε συνδυασμό με βιταμίνη D.
  • Υποπαραθυρεοειδισμός:
    απαιτεί ενεργές μορφές βιταμίνης D
    (π.χ. καλσιτριόλη),
    καθώς η νεφρική ενεργοποίηση είναι ανεπαρκής.

Η υπερβολικά επιθετική διόρθωση
ενέχει κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας
και νεφρικών επιπλοκών,
ιδίως σε χρόνια θεραπεία.

Αντιμετώπιση υπερασβεστιαιμίας

Η υπερασβεστιαιμία θεωρείται
επείγουσα κατάσταση
όταν συνοδεύεται από
νευρολογικά, καρδιακά ή νεφρικά συμπτώματα.

  • Ενυδάτωση με ισότονο ορό:
    αποτελεί το θεμέλιο της θεραπείας,
    αυξάνοντας τη νεφρική απέκκριση Ca.
  • Διουρητικά αγκύλης:
    χρησιμοποιούνται μόνο μετά την επαρκή ενυδάτωση.
  • Διφωσφονικά:
    αναστέλλουν την οστική απορρόφηση,
    ιδίως σε υπερασβεστιαιμία κακοήθειας.
  • Καλσιτονίνη:
    ταχεία αλλά βραχύβια δράση,
    χρήσιμη σε οξεία φάση.

Σε ανθεκτικές περιπτώσεις,
ιδίως με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια,
μπορεί να απαιτηθεί
αιμοκάθαρση με χαμηλό Ca στο διάλυμα.

Ειδικές καταστάσεις

Χρόνια νεφρική νόσος:
χαρακτηρίζεται από σύνθετη διαταραχή
Ca–P–PTH–βιταμίνης D.
Η θεραπεία στοχεύει
στην πρόληψη δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού
και αγγειακών ασβεστώσεων.

Υπερασβεστιαιμία κακοήθειας:
απαιτεί ταχεία σταθεροποίηση,
παράλληλα με ογκολογική αντιμετώπιση,
καθώς η υποτροπή είναι συχνή
αν δεν ελεγχθεί το πρωτοπαθές νόσημα.

Μονάδα εντατικής θεραπείας:
οι διακυμάνσεις του ιονισμένου Ca
είναι συχνές και προγνωστικά σημαντικές.
Η παρακολούθηση πρέπει να βασίζεται
σε επαναλαμβανόμενες μετρήσεις ιονισμένου Ca
και όχι σε διορθωμένους τύπους.

Η εξατομίκευση της θεραπείας
και η στενή εργαστηριακή παρακολούθηση
αποτελούν προϋπόθεση
για ασφαλή και αποτελεσματική αποκατάσταση
της ομοιόστασης του ασβεστίου.


21

Κλινική ερμηνεία αποτελεσμάτων ασβεστίου από ιατρό

Η ορθή κλινική ερμηνεία των αποτελεσμάτων ασβεστίου
απαιτεί σύνθεση εργαστηριακών δεδομένων,
κλινικής εικόνας και ιστορικού,
και δεν περιορίζεται στην ανάγνωση
ενός μεμονωμένου αριθμού.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι
αν το Ca είναι «εκτός ορίων»,
αλλά γιατί και με ποια βιολογική σημασία.

Πρώτο βήμα: επιβεβαίωση της διαταραχής

  • Έλεγχος ιονισμένου Ca όταν υπάρχει
    διαταραχή λευκωματίνης ή οξεοβασικής ισορροπίας.
  • Αποφυγή αποκλειστικής χρήσης
    «διορθωμένων τύπων» σε οξείες καταστάσεις.
  • Επανάληψη μέτρησης όταν το εύρημα
    δεν συμβαδίζει με την κλινική εικόνα.

Δεύτερο βήμα: συσχέτιση με PTH

Η σχέση Ca–PTH
αποτελεί τον βασικό άξονα ερμηνείας:

  • Χαμηλό Ca + υψηλή PTH:
    δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός
    (συχνά έλλειψη βιταμίνης D ή ΧΝΝ).
  • Χαμηλό Ca + χαμηλή PTH:
    υποπαραθυρεοειδισμός ή βαριά υπομαγνησιαιμία.
  • Υψηλό Ca + μη κατασταλμένη PTH:
    πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός.
  • Υψηλό Ca + χαμηλή PTH:
    PTH-ανεξάρτητη υπερασβεστιαιμία
    (κακοήθεια, βιταμίνη D, κοκκιωματώδη).

Πότε απαιτείται άμεση παρέμβαση

  • Συμπτωματική υποασβεστιαιμία
    (τετανία, σπασμοί, αρρυθμίες),
    ανεξαρτήτως απόλυτης τιμής.
  • Υπερασβεστιαιμία > 12 mg/dL
    με νευρολογικά ή καρδιακά συμπτώματα.
  • Ταχεία μεταβολή Ca
    σε ασθενείς με καρδιοπάθεια ή ΜΕΘ.

Συχνά κλινικά λάθη

  • Θεραπεία χαμηλού ολικού Ca
    χωρίς έλεγχο ιονισμένου Ca.
  • Παράλειψη ελέγχου Mg
    σε υποασβεστιαιμία ανθεκτική στη θεραπεία.
  • Απόδοση υπερασβεστιαιμίας αποκλειστικά
    σε συμπληρώματα,
    χωρίς έλεγχο PTH.
  • Υποεκτίμηση ήπιων αλλά χρόνιων αυξήσεων Ca,
    που συχνά υποκρύπτουν πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό.

Ρόλος του εργαστηρίου και του θεράποντος ιατρού

Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων ασβεστίου
αποτελεί ιατρική πράξη.
Το εργαστήριο παρέχει
αξιόπιστα και τεχνικά άρτια δεδομένα,
όμως η τελική εκτίμηση
πρέπει να γίνεται
στο πλαίσιο της συνολικής κλινικής εικόνας,
με στόχο όχι απλώς τη διόρθωση των αριθμών,
αλλά την ασφαλή αποκατάσταση της ομοιόστασης.


22

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό & εργαστηριακή υποστήριξη

Η αξιολόγηση των διαταραχών του ασβεστίου
(υποασβεστιαιμία, υπερασβεστιαιμία,
διαταραχές PTH–βιταμίνης D)
απαιτεί ιατρική ερμηνεία
και δεν περιορίζεται στην απλή σύγκριση
με τα όρια αναφοράς.
Η συσχέτιση με τη λευκωματίνη,
το pH, τη νεφρική λειτουργία
και τον ορμονικό άξονα
είναι απαραίτητη για ασφαλή κλινικά συμπεράσματα.

Στο εργαστήριό μας παρέχεται
ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό,
με στόχο:

  • τη διάκριση πραγματικής από ψευδοδιαταραχή ασβεστίου,
  • την αναγνώριση υποκείμενων ενδοκρινικών ή νεφρικών αιτίων,
  • την ορθή καθοδήγηση για περαιτέρω έλεγχο ή παρακολούθηση.
Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας. Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


23

Βιβλιογραφία

1. Guyton AC, Hall JE. Textbook of Medical Physiology. 14th ed. Elsevier; 2020.
2. Melmed S, Auchus RJ, Goldfine AB, Koenig RJ, Rosen CJ. Williams Textbook of Endocrinology. 14th ed. Elsevier; 2020.
3. Peacock M. Calcium metabolism in health and disease. Clin J Am Soc Nephrol. 2010;5(Suppl 1):S23–S30.
4. Holick MF. Vitamin D deficiency. N Engl J Med. 2007;357:266–281.
Κατάλογος Εξετάσεων – Μικροβιολογικό Λαμία
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Σάκχαρο.jpg

🧬 Τι Είναι το Σάκχαρο Αίματος;

Το σάκχαρο (ή γλυκόζη) είναι το κύριο είδος ζάχαρης στο αίμα μας.

  • Παρέχει ενέργεια στα κύτταρα

  • Προέρχεται από την τροφή (υδατάνθρακες)

  • Ρυθμίζεται από την ινσουλίνη και άλλες ορμόνες (γλυκαγόνη, κορτιζόλη)

Η ισορροπία ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση γλυκόζης είναι απαραίτητη για τη μεταβολική υγεία.


⚙️ Πώς Ρυθμίζεται το Σάκχαρο;

ΟρμόνηΔράσηΠηγή
🧪 ΙνσουλίνηΜειώνει σάκχαρο – αποθήκευση σε κύτταραΠάγκρεας (β-κύτταρα)
🧪 ΓλυκαγόνηΑυξάνει σάκχαρο – διάσπαση γλυκογόνουΠάγκρεας (α-κύτταρα)
🧪 ΚορτιζόληΑυξάνει σάκχαρο σε στρεςΕπινεφρίδια
🧪 ΑδρεναλίνηΆμεση αύξηση σακχάρου σε stressΕπινεφρίδια

🧪 Εξετάσεις Σακχάρου

1️⃣ Σάκχαρο Νηστείας (Fasting Glucose)

  • 8–12 ώρες νηστεία

  • Εξέταση ρουτίνας για προδιαβήτη/διαβήτη

2️⃣ Τυχαίο Σάκχαρο

  • Οποιαδήποτε στιγμή

  • Όριο: >200 mg/dL + συμπτώματα → πιθανός διαβήτης

3️⃣ Καμπύλη Γλυκόζης (OGTT)

  • 75g γλυκόζης από το στόμα

  • Μέτρηση νηστείας + 1 ώρα + 2 ώρες

  • Χρήσιμη στην εγκυμοσύνη

4️⃣ HbA1c (γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη)

  • Δείχνει τον μέσο όρο σακχάρου των τελευταίων 3 μηνών

  • Αξιόπιστη για διάγνωση & παρακολούθηση


🔢 Φυσιολογικές Τιμές Σακχάρου

ΕξέτασηΦυσιολογικόΠροδιαβήτηςΔιαβήτης
Νηστείας< 100 mg/dL100–125≥ 126
OGTT (2h)< 140140–199≥ 200
HbA1c< 5.7%5.7–6.4%≥ 6.5%

⚠️ Απαιτείται επιβεβαίωση με δεύτερη εξέταση για διάγνωση.

Σάκχαρο HbA1c

📈 Υπεργλυκαιμία – Τι Είναι;

Είναι η αύξηση της γλυκόζης αίματος πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα.

🩺 Αίτια:

  • Σακχαρώδης διαβήτης

  • Στρες (χειρουργείο, λοίμωξη)

  • Φάρμακα (κορτικοειδή, αντιψυχωσικά)

  • Ορμονικές διαταραχές (π.χ. Cushing)

⚠️ Επιπτώσεις:

  • Δίψα, συχνοουρία, κόπωση

  • Απώλεια βάρους

  • Σε χρόνια μορφή → διαβητική κετοξέωση, μικροαγγειακές βλάβες


📉 Υπογλυκαιμία – Συμπτώματα & Αντιμετώπιση

Σάκχαρο <70 mg/dL
Επικίνδυνη τιμή: <54 mg/dL

🧠 Συμπτώματα:

  • Τρέμουλο, ταχυκαρδία, εφίδρωση

  • Πείνα, σύγχυση

  • Επιθετικότητα, σπασμοί, απώλεια συνείδησης

🆘 Τι να κάνετε:

  • 15g απλών υδατανθράκων (χυμός, γλυκό)

  • Μέτρηση μετά από 15 λεπτά

  • Αν δεν βελτιωθεί → Επανάληψη ή γλυκαγόνη / Ιατρική βοήθεια

    🩺 Σάκχαρο και Διαβήτης

    Τύποι διαβήτη:

    ΤύποςΠεριγραφήΣάκχαρο ΝηστείαςHbA1c
    👶 Τύπου 1Αυτοάνοση καταστροφή β-κυττάρωνΥψηλόΥψηλό
    🧓 Τύπου 2Ινσουλινοαντίσταση + μείωση έκκρισηςΑυξάνεται προοδευτικάΥψηλό
    🤰 ΚύησηςΠαροδική υπεργλυκαιμία στην εγκυμοσύνη>92 mg/dLn/a
    🧬 MODY, LADAΓενετικοί/άτυποιΜεταβλητόΔιαγνωστικά χρήσιμο

    🤰 Σάκχαρο στην Εγκυμοσύνη

    Η υπεργλυκαιμία στην κύηση μπορεί να οδηγήσει σε:

    • 🧬 Μακροσωμία εμβρύου

    • 🤱 Περιγεννητικές επιπλοκές

    • 🔁 Αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 στη μητέρα

    Κριτήρια OGTT στην εγκυμοσύνη (75g):

    Χρονικό σημείοΤιμή
    Νηστείας≥ 92 mg/dL
    1 ώρα≥ 180 mg/dL
    2 ώρες≥ 153 mg/dL

    ✅ Αν μία τιμή είναι παθολογική → διάγνωση διαβήτη κύησης.

    🧒 Σάκχαρο σε Παιδιά και Εφήβους

    • Διαβήτης τύπου 1: συχνός σε παιδιά

    • Έλεγχος με HbA1c, σακχάρου νηστείας, αντισώματα (ICA, GAD)

    ⚠️ Αυξάνεται και η παχυσαρκιακή υπεργλυκαιμία λόγω κακής διατροφής.


    🍽️ Διατροφή και Σάκχαρο Αίματος: Ο Τροχός της Γλυκαιμικής Ρύθμισης

    Η διατροφή αποτελεί το θεμέλιο λίθο για τη ρύθμιση του σακχάρου, ειδικά σε άτομα με προδιαβήτη ή διαβήτη τύπου 2. Η σωστή επιλογή τροφών μπορεί να μειώσει ή να σταθεροποιήσει τη γλυκαιμία χωρίς φάρμακα.


    ✅ Τροφές που Βοηθούν στη Ρύθμιση του Σακχάρου

    • 🥗 Λαχανικά με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη: μπρόκολο, σπανάκι, αγγούρι, κολοκυθάκια

    • 🌾 Δημητριακά ολικής άλεσης: βρώμη, κινόα, μαύρο ρύζι

    • 🥜 Ξηροί καρποί & σπόροι: καρύδια, αμύγδαλα, λιναρόσπορος

    • 🐟 Λιπαρά ψάρια: σολομός, σκουμπρί, σαρδέλα

    • 🧴 Ελαιόλαδο: πλούσιο σε μονοακόρεστα λιπαρά

    • 🍎 Μέτρια ποσότητα φρούτων: μήλο, αχλάδι, φράουλες, μούρα

    • 🧘‍♂️ Νερό και αφεψήματα χωρίς ζάχαρη


    ❌ Τροφές που Αυξάνουν το Σάκχαρο

    • 🍭 Ζάχαρη & γλυκά: σοκολάτες, καραμέλες, κέικ

    • 🍞 Επεξεργασμένοι υδατάνθρακες: λευκό ψωμί, μακαρόνια, μπισκότα

    • 🥤 Αναψυκτικά & έτοιμοι χυμοί

    • 🍟 Fast food: τηγανητές πατάτες, πίτσες, burger

    • 🍺 Αλκοόλ, ειδικά μπύρα και ποτά με ζάχαρη


    🧠 Συμβουλές Κλινικού Διαιτολόγου

    • 📏 Μικρά και συχνά γεύματα κάθε 3–4 ώρες

    • 🔢 Υπολογισμός γλυκαιμικού δείκτη (GI) και γλυκαιμικού φορτίου (GL)

    • 🥗 Ποικιλία και χρώμα στο πιάτο

    • 🧂 Περιορισμός αλατιού – η υπέρταση συχνά συνυπάρχει

    • 💧 Ενυδάτωση: 1.5–2 λίτρα νερό την ημέρα

    • 🧾 Καταγραφή γευμάτων βοηθά στην παρακολούθηση


    📊 Γλυκαιμικός Δείκτης: Χρήσιμος Οδηγός

    ΤρόφιμοΓλυκαιμικός Δείκτης (GI)Κατηγορία
    Μήλο38Χαμηλός
    Λευκό ψωμί75Υψηλός
    Μακαρόνια ολικής40–50Μέτριος
    Ρύζι μπασμάτι58Μέτριος
    Πατάτα φούρνου85Υψηλός
    Όσπρια (φακές)32Χαμηλός

    🏃‍♀️ Τρόπος Ζωής

    • 🚶‍♂️ Άσκηση 150 λεπτά/εβδομάδα

    • 😴 Καλός ύπνος

    • 📉 Έλεγχος βάρους

    • 🧘‍♂️ Διαχείριση stress


    💊 Φαρμακευτική Αγωγή για Σάκχαρο

    ΚατηγορίαΦάρμακοΔράση
    💉 Ινσουλίνεςταχείας, βασικής δράσηςΧορηγούνται κυρίως σε τύπου 1
    💊 BiguanidesMetforminΜείωση ηπατικής γλυκόζης
    💊 DPP-4 αναστολείςSitagliptin, VildagliptinΡύθμιση ινκρετινών
    💊 SGLT2 αναστολείςEmpagliflozinΑπέκκριση γλυκόζης από τα ούρα
    💊 GLP-1 αγωνιστέςLiraglutideΚαταστολή όρεξης, απώλεια βάρους

    ✅ Η επιλογή γίνεται εξατομικευμένα ανάλογα με τύπο διαβήτη, ηλικία, συνοσηρότητες.

    💊 Εμπορικά Ονόματα Φαρμάκων για το Σάκχαρο

    Τα φάρμακα για τη ρύθμιση του σακχάρου χρησιμοποιούνται κυρίως στον διαβήτη τύπου 2, αλλά και σε περιπτώσεις διαβήτη κύησης ή τύπου 1 (με ινσουλίνη). Παρακάτω παρουσιάζονται οι κύριες φαρμακολογικές κατηγορίες με τα συχνότερα εμπορικά ονόματα στην Ελλάδα και ΕΕ.


    🧬 Διγουανίδια

    Δραστική ουσίαΕμπορικά ονόματα
    MetforminGlucophage®, Glucophage XR®, Gluformin®, Siofor®, Metforal®, Merckformin®

    🔬 DPP-4 Αναστολείς

    Δραστική ουσίαΕμπορικά ονόματα
    SitagliptinJanuvia®, Ristfor® (με μετφορμίνη)
    VildagliptinGalvus®, Galvumet®
    SaxagliptinOnglyza®
    LinagliptinTrajenta®, Jentadueto® (με metformin)

    🚽 SGLT2 Αναστολείς

    Δραστική ουσίαΕμπορικά ονόματα
    DapagliflozinForxiga®, Xigduo® (με metformin)
    EmpagliflozinJardiance®, Synjardy®
    CanagliflozinInvokana®
    ErtugliflozinSteglatro®, Segluromet®

    🧪 GLP-1 Αγωνιστές

    Δραστική ουσίαΕμπορικά ονόματα
    LiraglutideSaxenda® (παχυσαρκία), Victoza® (διαβήτης)
    SemaglutideOzempic®, Wegovy®
    DulaglutideTrulicity®
    ExenatideByetta®, Bydureon®

    💉 Ινσουλίνες

    ΤύποςΠαραδείγματα
    Ταχείας δράσηςHumalog®, NovoRapid®, Apidra®
    Βασική (μακράς δράσης)Lantus®, Toujeo®, Levemir®, Tresiba®
    ΜίγματαHumalog Mix®, NovoMix®, Insuman Comb®

    🔄 Άλλες κατηγορίες

    ΚατηγορίαΕμπορικά ονόματα
    SulfonylureasAmaryl® (glimepiride), Diamicron® (gliclazide), Glurenorm®
    ThiazolidinedionesActos® (pioglitazone)
    GlinidesNovonorm® (repaglinide)

    ⚠️ Σημείωση: Η χρήση των φαρμάκων γίνεται πάντα με ιατρική συνταγή και εξατομικευμένη αξιολόγηση. Πολλά σκευάσματα κυκλοφορούν σε συνδυασμούς με μετφορμίνη ή άλλα αντιδιαβητικά.

    ❓ Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

    📍 Ποιο είναι το φυσιολογικό σάκχαρο νηστείας;

    Φυσιολογική τιμή είναι κάτω από 100 mg/dL. Από 100 έως 125 mg/dL θεωρείται προδιαβήτης, ενώ ≥126 mg/dL υποδηλώνει πιθανό σακχαρώδη διαβήτη (χρειάζεται επιβεβαίωση).

    🧪 Τι είναι το HbA1c και πότε γίνεται;

    Είναι η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη που δείχνει το μέσο όρο του σακχάρου των τελευταίων 3 μηνών. Χρησιμοποιείται για τη διάγνωση και παρακολούθηση του διαβήτη.

    🍽️ Ποια διατροφή βοηθά στη ρύθμιση του σακχάρου;

    Μια διατροφή με φυτικές ίνες, ολικής άλεσης δημητριακά, λαχανικά, καλά λιπαρά (π.χ. ελαιόλαδο) και ελεγχόμενη πρόσληψη υδατανθράκων είναι ιδανική για τη ρύθμιση της γλυκόζης.

    🤰 Τι σημαίνει διαβήτης κύησης και πώς ελέγχεται;

    Είναι η υπεργλυκαιμία που εμφανίζεται κατά την εγκυμοσύνη. Διαγιγνώσκεται με την καμπύλη γλυκόζης (OGTT) και απαιτεί ειδική διατροφή ή/και ινσουλίνη.

    🧒 Μπορεί ένα παιδί να έχει διαβήτη;

    Ναι, κυρίως τύπου 1. Τα παιδιά χρειάζονται εντατικό έλεγχο και παρακολούθηση από παιδοενδοκρινολόγο. Σε παχύσαρκα παιδιά μπορεί να εμφανιστεί και τύπου 2.

    💊 Ποια φάρμακα χρησιμοποιούνται για το σάκχαρο;

    Χρησιμοποιούνται ινσουλίνες, μετφορμίνη, GLP-1 αγωνιστές, SGLT2 αναστολείς και άλλα αντιδιαβητικά, ανάλογα με τον τύπο διαβήτη και τις ανάγκες του ασθενούς.

    📉 Τι να κάνω σε υπογλυκαιμία;

    Κατανάλωσε 15g απλών υδατανθράκων (π.χ. 1/2 ποτήρι χυμό), επανέλεγξε μετά από 15 λεπτά και επανάλαβε αν χρειάζεται. Αν επιμένει → γλυκαγόνη ή ιατρική βοήθεια.

    📚 Βιβλιογραφία

    1. American Diabetes Association. Standards of Medical Care in Diabetes – 2024. Diabetes Care. 2024;47(Suppl 1):S1–S350.

    2. World Health Organization (WHO). Classification of diabetes mellitus 2019. Geneva: World Health Organization; 2019.

    3. International Diabetes Federation. IDF Diabetes Atlas, 10th edition. Brussels, Belgium: IDF; 2021.

    4. National Institute for Health and Care Excellence (NICE). Type 2 diabetes in adults: management (NG28). Published: 2 December 2015. Last updated: 9 June 2022.

    5. World Health Organization (WHO). Diagnostic criteria and classification of hyperglycaemia first detected in pregnancy. Geneva: WHO; 2013.

    6. Nathan DM, et al. Translating the A1C assay into estimated average glucose values. Diabetes Care. 2008;31(8):1473–1478.

    7. Beck RW, et al. The Fallacy of Average: How Using HbA1c Alone to Assess Glycemic Control Can Be Misleading. Diabetes Care. 2019;42(5):979–981.

    8. Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία. Κατευθυντήριες οδηγίες για τη διάγνωση και διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη. Αθήνα, 2022.

    9. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – Ιατρική Σχολή. Διαβήτης και Μεταβολικά Νοσήματα, Εκδόσεις 2021.

    10. The Endocrine Society. Hormonal Regulation of Glucose Homeostasis. Endocrine Reviews. 2022;43(3):403–432.


ouriko-oxy-exetasi-aimatos-rythmisi-mikrobiologikolamia-1200x628-1-1200x800.jpg

Ουρικό Οξύ: Φυσιολογικές Τιμές, Υψηλό Ουρικό & Ουρική Αρθρίτιδα (Ιατρικός Οδηγός)

Τελευταία ενημέρωση:

Ιατρικός ορισμός:
Το ουρικό οξύ είναι μεταβολίτης των πουρινών που αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς.
Η αύξησή του (υπερουριχαιμία) σχετίζεται με ουρική αρθρίτιδα, νεφρολιθίαση και αυξημένο καρδιομεταβολικό κίνδυνο,
ιδίως όταν συνυπάρχει μειωμένη νεφρική λειτουργία, ινσουλινοαντίσταση ή μεταβολικό σύνδρομο.

Σύντομη περίληψη:
Το ουρικό οξύ είναι τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πουρινών και αυξάνεται συχνότερα λόγω μειωμένης νεφρικής αποβολής.
Τιμές >7 mg/dL στους άνδρες και >6 mg/dL στις γυναίκες θεωρούνται αυξημένες, ενώ επίπεδα ≥6.8 mg/dL ευνοούν κρυστάλλωση και ουρική αρθρίτιδα.
Η ρύθμιση βασίζεται σε ενυδάτωση, διατροφή και — όπου χρειάζεται — φαρμακευτική αγωγή, με αξιολόγηση πάντα της συνολικής κλινικής εικόνας.


1

Τι είναι το ουρικό οξύ

Το ουρικό οξύ είναι το τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πουρινών.
Κυκλοφορεί στο αίμα κυρίως ως ουρικό (urate).
Όταν η συγκέντρωση ξεπεράσει τα όρια διαλυτότητας, μπορεί να σχηματίσει
κρυστάλλους μονονατριούχου ουρικού, προκαλώντας ουρική αρθρίτιδα
και συμβάλλοντας σε λίθους ουρικού στα νεφρά.

Κλινικά χρήσιμο:
Η υπερουριχαιμία συχνά είναι ασυμπτωματική. Σημασία δεν έχει μόνο ο αριθμός,
αλλά ο κίνδυνος κρυστάλλωσης και το συνοδό υπόβαθρο (νεφρική λειτουργία, μεταβολικό σύνδρομο, φάρμακα).

Στους περισσότερους ενήλικες με αυξημένο ουρικό, η κύρια αιτία είναι η
μειωμένη νεφρική αποβολή και όχι η υπερβολική κατανάλωση κρέατος.


2

Πώς παράγεται & πώς αποβάλλεται

Το ουρικό οξύ προκύπτει από τη διάσπαση των πουρινών μέσω ενζυμικών βημάτων (με κεντρικό ρόλο της xanthine oxidase).
Παράγεται κυρίως στο ήπαρ (και σε άλλους ιστούς) και στη συνέχεια κυκλοφορεί στο πλάσμα.
Η αποβολή του γίνεται κατά προσέγγιση ~70% από τους νεφρούς και ~30% από το έντερο.

Γιατί ανεβαίνει συχνότερα; Επειδή οι νεφροί δεν το αποβάλλουν επαρκώς: είτε λόγω μειωμένου GFR, είτε λόγω αυξημένης επαναρρόφησης στο εγγύς σωληνάριο,
είτε λόγω φαρμάκων/κατάστασης που «κρατά» ουρικό.

Στο νεφρό, το ουρικό οξύ φιλτράρεται στο σπείραμα και κατόπιν υφίσταται σύνθετη σωληναριακή διαχείριση (επαναρρόφηση και έκκριση),
ώστε τελικά να αποβάλλεται ένα μικρό ποσοστό του φιλτραρισμένου φορτίου.
Με απλά λόγια: το επίπεδο στο αίμα επηρεάζεται έντονα από το πόσο «σφικτά» ή «χαλαρά» δουλεύει αυτό το σύστημα μεταφορέων.

Σημαντική λεπτομέρεια: σε οξεία κρίση ουρικής αρθρίτιδας, τα επίπεδα ουρικού μπορεί να είναι παραπλανητικά φυσιολογικά,
επειδή μέρος του ουρικού «φεύγει» από το αίμα και εναποτίθεται σε ιστούς/αρθρώσεις ή αλλάζει προσωρινά η νεφρική διαχείριση.
Γι’ αυτό η πιο αξιόπιστη αξιολόγηση γίνεται εκτός κρίσης.


3

Φυσιολογικές τιμές

Οι «φυσιολογικές» τιμές ουρικού οξέος εξαρτώνται από φύλο, ηλικία, νεφρική λειτουργία και το εύρος αναφοράς του κάθε εργαστηρίου.
Κλινικά, μας ενδιαφέρει τόσο το αν είσαι εκτός ορίων όσο και το αν βρίσκεσαι σε ζώνη που αυξάνει την πιθανότητα κρυστάλλωσης.

Ενδεικτικά όρια αναφοράς:
Άνδρες: 3.4–7.0 mg/dL • Γυναίκες: 2.4–6.0 mg/dL • Παιδιά: 2.0–5.5 mg/dL
Μικρές αποκλίσεις ανά εργαστήριο είναι αναμενόμενες.

Πέρα από το «εντός/εκτός», υπάρχει και ο στόχος σε όσους έχουν ουρική αρθρίτιδα:
γενικά επιδιώκεται ουρικό <6 mg/dL (και συχνά <5 mg/dL σε πιο σοβαρή νόσο, π.χ. τοφώδη ουρική αρθρίτιδα),
ώστε να μειώνεται η υπερκορεσμένη κατάσταση και να αποφεύγεται η δημιουργία νέων κρυστάλλων.

Συχνό μπέρδεμα: Μπορεί κάποιος να έχει «υψηλό ουρικό» χωρίς ποτέ κρίση,
και άλλος με τιμές όχι πολύ υψηλές να κάνει κρίσεις, αν υπάρχουν πυροδοτικοί παράγοντες (π.χ. αφυδάτωση, αλκοόλ, απότομη μεταβολή, φάρμακα).


4

Πότε θεωρείται υψηλό (υπερουριχαιμία)

Υπερουριχαιμία σημαίνει ουρικό οξύ πάνω από τα όρια αναφοράς:
συχνά χρησιμοποιούμε ως πρακτικά όρια >7 mg/dL στους άνδρες και >6 mg/dL στις γυναίκες.
Το κρίσιμο όμως είναι το ρίσκο επιπλοκών και όχι μόνο η «ετικέτα».

  • Οριακά αυξημένο: συνήθως χρειάζεται έλεγχο αιτίας και επανάληψη σε σταθερές συνθήκες.
  • >9 mg/dL: αυξάνει σημαντικά η πιθανότητα κρίσεων και λίθων, ειδικά με συνοδούς παράγοντες (GFR, αφυδάτωση, διουρητικά).
  • Πολύ υψηλές τιμές (π.χ. >10–12 mg/dL): θέλουν προσεκτική κλινική αξιολόγηση, φάρμακα/αιτίες (π.χ. αιματολογική νόσος, έντονη κυτταρική καταστροφή) και νεφρική εκτίμηση.
Ασυμπτωματική υπερουριχαιμία: Αν δεν υπάρχουν κρίσεις/λίθοι, η απόφαση για φάρμακο δεν βασίζεται μόνο στον αριθμό.
Συνυπολογίζονται: νεφρική νόσος, υποτροπές, λίθοι, πολύ υψηλές τιμές, συνοδά καρδιομεταβολικά προβλήματα και το συνολικό προφίλ κινδύνου.

Σημείωση: «Υψηλό ουρικό» δεν σημαίνει αυτόματα «ουρική αρθρίτιδα».
Η ουρική αρθρίτιδα είναι κλινική διάγνωση (συμπτώματα/ευρήματα) που μπορεί να υποστηριχθεί από εργαστηριακά και, όταν χρειάζεται, από ανάλυση αρθρικού υγρού.


5

Συμπτώματα & ουρική αρθρίτιδα

Η υπερουριχαιμία από μόνη της συνήθως είναι ασυμπτωματική.
Τα συμπτώματα εμφανίζονται όταν δημιουργηθούν κρύσταλλοι και προκληθεί φλεγμονώδης αντίδραση.
Η κλασική εικόνα της οξείας κρίσης ουρικής αρθρίτιδας είναι: αιφνίδιος, πολύ έντονος πόνος σε άρθρωση,
με ερυθρότητα, θερμότητα και οίδημα.

Τυπικό μοτίβο κρίσης: αρχίζει συχνά τη νύχτα ή νωρίς το πρωί, κορυφώνεται γρήγορα,
και αφορά συχνά τη βάση του μεγάλου δακτύλου (ποδάγρα), αλλά και αστράγαλο, γόνατο, καρπό ή δάκτυλα.

Πέρα από τις κρίσεις, το ουρικό μπορεί να συνδεθεί με νεφρικές εκδηλώσεις:
λίθοι ουρικού, υποτροπιάζοντες κολικοί, μικροαιματουρία ή επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας (ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν άλλοι παράγοντες).
Σε χρόνιες/παραμελημένες περιπτώσεις ουρικής αρθρίτιδας μπορεί να εμφανιστούν τόφοι (οζίδια από ουρικό κάτω από το δέρμα),
αρθρικές παραμορφώσεις και λειτουργικός περιορισμός.

Διαφορική διάγνωση: Μια «κόκκινη, πρησμένη, πολύ επώδυνη άρθρωση» δεν είναι πάντα ουρική.
Θέλει ιατρική εκτίμηση για αποκλεισμό σηπτικής αρθρίτιδας ή άλλης κρυσταλλικής αρθρίτιδας (π.χ. ψευδοουρικής).


6

Αίτια αύξησης

Τα αίτια υπερουριχαιμίας χωρίζονται πρακτικά σε δύο βασικές κατηγορίες: μειωμένη αποβολή (συχνότερο) και αυξημένη παραγωγή.
Συχνά συνυπάρχουν και τα δύο. Η σωστή ερμηνεία θέλει να δούμε νεφρική λειτουργία, φάρμακα, τρόπο ζωής και συνοδά νοσήματα.

1) Μειωμένη νεφρική αποβολή (το πιο συχνό)
Χρόνια νεφρική νόσος/μειωμένο eGFR, αφυδάτωση, μεταβολικό σύνδρομο/ινσουλινοαντίσταση (αυξάνει επαναρρόφηση ουρικού),
υπέρταση, υποθυρεοειδισμός (σε ορισμένους), και κυρίως φαρμακευτικοί παράγοντες.

Φάρμακα που συχνά σχετίζονται με αύξηση ουρικού: θειαζιδικά και αγκύλης διουρητικά, χαμηλή δόση ασπιρίνης,
ορισμένα ανοσοκατασταλτικά (π.χ. κυκλοσπορίνη/τακρόλιμους) και άλλες αγωγές ανά περίπτωση.
Η κλινική ερώτηση είναι πάντα: «Υπάρχει εναλλακτική θεραπεία ή ρύθμιση που να μειώνει το πρόβλημα χωρίς να θέτει τον ασθενή σε κίνδυνο;».

2) Αυξημένη παραγωγή
Πολύ υψηλή πρόσληψη πουρινών (σε συνδυασμό με αλκοόλ/αφυδάτωση), έντονη κυτταρική καταστροφή (π.χ. ορισμένες αιματολογικές κακοήθειες),
ψωρίαση/υψηλός κυτταρικός κύκλος, και γενετικές/μεταβολικές καταστάσεις (σπανιότερα).

Το αλκοόλ (ιδίως η μπύρα) και τα ποτά/τροφές με φρουκτόζη μπορούν να ανεβάσουν το ουρικό και να πυροδοτήσουν κρίσεις.
Η παχυσαρκία και η ινσουλινοαντίσταση τροφοδοτούν τον φαύλο κύκλο: ανεβάζουν ουρικό, αυξάνουν φλεγμονή και συνδέονται με υπέρταση/δυσλιπιδαιμία.


7

Πότε χρειάζεται εξέταση

Η μέτρηση ουρικού οξέος είναι χρήσιμη όταν υπάρχει κλινική υποψία ή όταν πρέπει να γίνει παρακολούθηση.
Δεν είναι «μόνο» εξέταση ρουτίνας: πρέπει να απαντά σε συγκεκριμένη ερώτηση (π.χ. γιατί πονάει μια άρθρωση; γιατί κάνει πέτρες; δουλεύει η θεραπεία;).

  • Οξεία, επώδυνη, πρησμένη άρθρωση (ιδίως ποδάγρα/αστράγαλος/γόνατο), ειδικά αν υπάρχει ιστορικό κρίσεων.
  • Υποτροπιάζοντες κολικοί ή ιστορικό νεφρολιθίασης (ιδίως λίθοι ουρικού).
  • Οικογενειακό ιστορικό υπερουριχαιμίας/ουρικής αρθρίτιδας.
  • Μεταβολικό σύνδρομο, παχυσαρκία, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία (συνυπάρχουν συχνά).
  • Έναρξη/παρακολούθηση θεραπείας για ουρική αρθρίτιδα ή πολύ υψηλό ουρικό.
  • Χρήση φαρμάκων που αυξάνουν ουρικό (π.χ. διουρητικά), όταν εμφανίζονται συμπτώματα ή αυξάνει η τιμή.
Πρακτικό tip: Αν υπάρχει κρίση ουρικής αρθρίτιδας, η «καλύτερη» στιγμή για επιβεβαίωση του βασικού επιπέδου ουρικού
είναι συνήθως 2–4 εβδομάδες μετά την κρίση, όταν ο οργανισμός έχει επανέλθει σε σταθερή κατάσταση.

Συχνά, η αξιολόγηση δεν γίνεται με μία μόνο τιμή. Έχει σημασία η τάση (trend), ο συσχετισμός με συμπτώματα,
και η συνολική εικόνα με εξετάσεις όπως κρεατινίνη/eGFR, και κατά περίπτωση δείκτες φλεγμονής.


8

Πώς γίνεται η εξέταση

Η εξέταση ουρικού οξέος γίνεται με απλή αιμοληψία.
Συνήθως δεν απαιτείται νηστεία, αλλά για να είναι η μέτρηση όσο γίνεται πιο «καθαρή»,
είναι καλό να αποφεύγονται τις προηγούμενες 24–48 ώρες παράγοντες που μπορούν να μεταβάλουν οξέως την τιμή.

  • Αποφύγετε υπερβολικό αλκοόλ (ιδίως μπύρα) το προηγούμενο 24ωρο.
  • Αποφύγετε «βαρύ» γεύμα με πολύ κρέας/εντόσθια πριν τη λήψη.
  • Ενυδάτωση: η αφυδάτωση μπορεί να ανεβάσει την τιμή.
  • Μην αλλάζετε φάρμακα μόνοι σας πριν την εξέταση. Αν υπάρχει υποψία φαρμακευτικής επίδρασης, αυτό αξιολογείται ιατρικά.
Συχνό προ-αναλυτικό λάθος: Μέτρηση «μέσα στην κρίση» και συμπέρασμα ότι «δεν είναι ουρική» επειδή το ουρικό βγήκε φυσιολογικό.
Η κρίση μπορεί να συμβεί και με φυσιολογική τιμή εκείνη τη στιγμή.

Αν ο στόχος είναι πιο εξειδικευμένη διερεύνηση (π.χ. υποτροπιάζουσα λιθίαση ή πολύ υψηλές τιμές), κατά περίπτωση μπορεί να ζητηθεί
ούρο 24ώρου για αποβολή ουρικού ή συνδυαστική αξιολόγηση με άλλους δείκτες.
Όμως για τους περισσότερους, το βασικό και πρώτο βήμα είναι το ουρικό οξύ ορού μαζί με νεφρική λειτουργία.


9

Πώς ερμηνεύονται τα αποτελέσματα

Η ερμηνεία του ουρικού οξέος δεν βασίζεται σε μία μόνο τιμή, αλλά στο κλινικό πλαίσιο, στη νεφρική λειτουργία, στο ιστορικό κρίσεων και στη συνύπαρξη μεταβολικών παραγόντων.

Σε άτομα χωρίς συμπτώματα, τιμές λίγο πάνω από τα όρια μπορεί απλώς να απαιτούν παρακολούθηση και τροποποίηση τρόπου ζωής.
Αντίθετα, σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα ή νεφρολιθίαση, εφαρμόζονται συγκεκριμένοι θεραπευτικοί στόχοι.

  • Στόχος θεραπείας σε ουρική αρθρίτιδα: <6 mg/dL
  • Σε βαριά ή τοφώδη νόσο: <5 mg/dL
  • >9 mg/dL: αυξημένος κίνδυνος κρίσεων και λίθων
  • >12 mg/dL: απαιτείται άμεση ιατρική εκτίμηση
Κλινική παγίδα: Κατά τη διάρκεια οξείας κρίσης ουρικής αρθρίτιδας, το ουρικό οξύ μπορεί να εμφανιστεί παροδικά φυσιολογικό. Η πιο αξιόπιστη μέτρηση γίνεται 2–4 εβδομάδες μετά την υποχώρηση της κρίσης.

Επιπλέον, η τάση των τιμών στον χρόνο (trend) έχει μεγαλύτερη σημασία από μία μεμονωμένη μέτρηση. Η σταθερή μείωση κάτω από τον θεραπευτικό στόχο συσχετίζεται με λιγότερες υποτροπές και σταδιακή διάλυση των κρυστάλλων.


10

Διατροφή και ουρικό οξύ

Η διατροφή δεν είναι η μοναδική αιτία υπερουριχαιμίας, όμως αποτελεί βασικό εργαλείο ρύθμισης.
Ο στόχος είναι η μείωση πρόσληψης πουρινών, η βελτίωση νεφρικής αποβολής και ο περιορισμός παραγόντων που πυροδοτούν κρίσεις.

  • Ενυδάτωση: 2–3 λίτρα νερό ημερησίως (εκτός αν υπάρχει άλλη ιατρική οδηγία)
  • Αποφυγή μπύρας και περιορισμός αλκοόλ γενικά
  • Περιορισμός ζάχαρης και φρουκτόζης (αναψυκτικά, έτοιμοι χυμοί)
  • Μεσογειακό πρότυπο διατροφής (λαχανικά, φρούτα, ελαιόλαδο, ψάρια με μέτρο)
  • Σταδιακή απώλεια βάρους – αποφυγή απότομων διαιτών

Αξίζει να σημειωθεί ότι η απότομη νηστεία ή οι πολύ χαμηλές θερμίδες μπορούν προσωρινά να αυξήσουν το ουρικό οξύ λόγω αυξημένης διάσπασης ιστών.

Πρακτική συμβουλή: Μικρές σταθερές αλλαγές (νερό, λιγότερο αλκοόλ, περισσότερα λαχανικά) έχουν μεγαλύτερο όφελος από «τέλειες» αλλά βραχύβιες δίαιτες.


11

Τροφές που αυξάνουν / μειώνουν

Ορισμένες τροφές είναι ιδιαίτερα πλούσιες σε πουρίνες ή επηρεάζουν τον μεταβολισμό του ουρικού οξέος.
Η συστηματική κατανάλωσή τους αυξάνει τον κίνδυνο υπερουριχαιμίας και κρίσεων.

Τροφές που καλό είναι να αποφεύγονται ή να περιορίζονται σημαντικά:

  • Εντόσθια (συκώτι, νεφρά, πατσάς)
  • Μικρά λιπαρά ψάρια (σαρδέλες, γαύρος, σκουμπρί)
  • Ζωμοί και σάλτσες κρέατος
  • Αλλαντικά
  • Μπύρα και πολλά οινοπνευματώδη σε σύντομο χρόνο
  • Αναψυκτικά με φρουκτόζη

Τροφές που θεωρούνται προστατευτικές:

  • Γαλακτοκομικά χαμηλών λιπαρών
  • Λαχανικά κάθε είδους
  • Φρούτα (ιδίως κεράσια και εσπεριδοειδή)
  • Ελαιόλαδο
  • Ξηροί καρποί χωρίς αλάτι

Τα κεράσια έχουν συσχετιστεί με μείωση του κινδύνου κρίσεων έως και ~30–35%, πιθανώς λόγω αντιφλεγμονώδους δράσης.


12

Θεραπευτικές επιλογές

Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει δύο σκέλη: την οξεία κρίση και τη μακροχρόνια ρύθμιση του ουρικού οξέος.

Α. Οξεία κρίση ουρικής αρθρίτιδας

  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ)
  • Κολχικίνη
  • Κορτικοστεροειδή (από το στόμα ή ενδαρθρικά)

Η έγκαιρη έναρξη αγωγής (ιδανικά εντός 24 ωρών) μειώνει τη διάρκεια και την ένταση του πόνου.

Β. Μακροχρόνια μείωση ουρικού οξέος

  • Αλλοπουρινόλη – θεραπεία πρώτης γραμμής
  • Φεμπουξοστάτη – εναλλακτική όταν η αλλοπουρινόλη δεν είναι ανεκτή ή αποτελεσματική

Στην αρχή της αγωγής μπορεί να εμφανιστούν νέες κρίσεις — αυτό είναι αναμενόμενο και αντιμετωπίζεται με χαμηλή δόση κολχικίνης ή ΜΣΑΦ ως προφύλαξη.

Σημαντικό: Η θεραπεία δεν διακόπτεται κατά την κρίση χωρίς ιατρική οδηγία. Η σταθερή μακροχρόνια λήψη είναι που μειώνει πραγματικά τις υποτροπές.


13

Ειδικές ομάδες

Η ερμηνεία και η αντιμετώπιση του ουρικού οξέος διαφοροποιούνται σε ορισμένες ομάδες, όπου το ρίσκο επιπλοκών και η επιλογή θεραπείας εξαρτώνται περισσότερο από
τη νεφρική λειτουργία, τα συνοδά νοσήματα και τα φάρμακα παρά από την απόλυτη τιμή.

Χρόνια νεφρική νόσος

Η μειωμένη αποβολή ουρικού αποτελεί τον κύριο μηχανισμό υπερουριχαιμίας. Ακόμη και μέτρια αυξημένες τιμές μπορεί να είναι αναμενόμενες.
Η κλινική απόφαση βασίζεται σε eGFR, ιστορικό κρίσεων και λιθίασης.
Η φαρμακευτική ρύθμιση απαιτεί προσεκτική τιτλοποίηση.

Μεταβολικό σύνδρομο / διαβήτης τύπου 2

Η υπερουριχαιμία συνυπάρχει συχνά με ινσουλινοαντίσταση, υπέρταση και δυσλιπιδαιμία.
Η σταδιακή απώλεια βάρους, η μείωση φρουκτόζης και η ενυδάτωση έχουν συχνά μεγαλύτερο όφελος από αυστηρούς διατροφικούς περιορισμούς.

Ηλικιωμένοι

Πιο ευάλωτοι σε αφυδάτωση και φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις (διουρητικά).
Στόχος είναι ήπια αλλά σταθερή ρύθμιση, με έμφαση στην πρόληψη πτώσεων και νεφρικής επιβάρυνσης.

Εγκυμοσύνη

Η μέτρια αύξηση μπορεί να σχετίζεται με υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία και απαιτεί μαιευτική εκτίμηση.
Η κλασική ουρική αρθρίτιδα είναι σπάνια σε αυτή την ομάδα.

Παιδιά

Σπάνια εμφανίζουν υπερουριχαιμία· όταν υπάρχει, χρειάζεται διερεύνηση για γενετικά ή αιματολογικά αίτια.

Κλινικό μήνυμα: Σε ειδικές ομάδες, δεν θεραπεύουμε «τον αριθμό» αλλά τον συνολικό κίνδυνο.


14

Συχνά κλινικά λάθη

  • Μέτρηση μόνο μέσα στην κρίση και συμπέρασμα ότι «δεν είναι ουρική».
  • Διακοπή αλλοπουρινόλης κατά την κρίση χωρίς οδηγία.
  • Υπερβολική εστίαση στη δίαιτα και παράβλεψη νεφρικής λειτουργίας/φαρμάκων.
  • Απότομες δίαιτες ή νηστεία που αυξάνουν προσωρινά το ουρικό.
  • Μη παρακολούθηση στόχου (<6 mg/dL) στον χρόνο.
  • Παράβλεψη διουρητικών ως αιτίου.
Πρακτικό συμπέρασμα: Η σωστή διαχείριση βασίζεται σε σταθερή παρακολούθηση, όχι σε αποσπασματικές μετρήσεις.


15

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Μπορεί να έχω υψηλό ουρικό χωρίς συμπτώματα;

Ναι. Η υπερουριχαιμία συχνά είναι ασυμπτωματική. Η ανάγκη θεραπείας εξαρτάται από κρίσεις, λίθους, νεφρική λειτουργία και συνολικό κίνδυνο.

Πρέπει να κόψω τελείως το κρέας;

Όχι. Στόχος είναι ο περιορισμός εντοσθίων, αλλαντικών και μπύρας. Η ισορροπημένη μεσογειακή διατροφή είναι συνήθως επαρκής.

Γιατί ανεβαίνει το ουρικό ενώ προσέχω;

Συχνά λόγω μειωμένης νεφρικής αποβολής ή φαρμάκων (π.χ. διουρητικά), όχι μόνο λόγω διατροφής.

Να σταματήσω την αλλοπουρινόλη στην κρίση;

Όχι, εκτός αν το συστήσει ιατρός. Η διακοπή αυξάνει τον κίνδυνο νέων κρίσεων.

Πόσο συχνά πρέπει να ελέγχω το ουρικό;

Στην έναρξη θεραπείας κάθε 4–8 εβδομάδες μέχρι να επιτευχθεί στόχος· μετά συνήθως 1–2 φορές τον χρόνο.


16

Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων ουρικού οξέος από ιατρό στο εργαστήριό μας.
Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.

Κλείστε εύκολα εξέταση ουρικού οξέος ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


17

Βιβλιογραφία

Κατάλογος Εξετάσεων – Μικροβιολογικό Λαμία
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/
Gout. Clinical practice overview New England Journal of Medicine
https://www.nejm.org/
American College of Rheumatology Guideline for the Management of Gout Arthritis Care & Research
https://acrjournals.onlinelibrary.wiley.com/
European (EULAR) recommendations for gout management Annals of the Rheumatic Diseases
https://ard.bmj.com/
Uric acid nephrolithiasis: evaluation and prevention UpToDate
https://www.uptodate.com/
Patient information on gout CDC
https://www.cdc.gov/
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

antistasi-insoulinis.jpg

Αντίσταση Ινσουλίνης τι είναι ;

Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι μια μεταβολική διαταραχή κατά την οποία τα κύτταρα του σώματος — ιδιαίτερα στους μυς, στο ήπαρ και στο λιπώδη ιστό — δεν ανταποκρίνονται σωστά στην ινσουλίνη, μια ορμόνη που παράγεται από το πάγκρεας και είναι υπεύθυνη για τη ρύθμιση των επιπέδων της γλυκόζης (σακχάρου) στο αίμα. Αυτή η κατάσταση είναι κεντρική στο μεταβολικό σύνδρομο και αποτελεί προπομπό του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2.


🔬 Τι είναι η Ινσουλίνη;

Η ινσουλίνη βοηθά τα κύτταρα να προσλάβουν γλυκόζη από το αίμα για να τη χρησιμοποιήσουν ως ενέργεια ή να την αποθηκεύσουν. Όταν υπάρχει αντίσταση στην ινσουλίνη, το σώμα χρειάζεται περισσότερη ινσουλίνη για να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα, γεγονός που αναγκάζει το πάγκρεας να παράγει περισσότερη (υπερινσουλιναιμία). Σταδιακά, το πάγκρεας εξαντλείται και μπορεί να εμφανιστεί προδιαβήτης ή και διαβήτης τύπου 2.


🧠 Πώς Προκαλείται η Αντίσταση Ινσουλίνης ;

Οι κυριότεροι παράγοντες περιλαμβάνουν:

  • Παχυσαρκία, ιδιαίτερα η κοιλιακή (σπλαχνικό λίπος)

  • Καθιστική ζωή

  • Κακή διατροφή (πλούσια σε ζάχαρη και επεξεργασμένους υδατάνθρακες)

  • Χρόνιο στρες

  • Ορμονικές διαταραχές (όπως το PCOS)

  • Γενετική προδιάθεση

  • Φλεγμονή και οξειδωτικό στρες


🩺 Συμπτώματα

Η αντίσταση στην ινσουλίνη δεν προκαλεί πάντα άμεσα συμπτώματα, αλλά ενδείξεις μπορεί να είναι:

  • Αύξηση βάρους, ειδικά στην κοιλιακή περιοχή

  • Κόπωση μετά τα γεύματα

  • Δυσκολία απώλειας βάρους

  • Αυξημένη πείνα και πόθοι για υδατάνθρακες

  • Ανθεκτική υπέρταση

  • Ακάνθωση μελανίζουσα (σκουρόχρωμες περιοχές δέρματος, π.χ. στον αυχένα)

  • Διαταραχές περιόδου (σε γυναίκες)


🧪 Πώς Διαγιγνώσκεται;

Δεν υπάρχει ένα μοναδικό τεστ για την ανίχνευση αντίστασης στην ινσουλίνη, αλλά οι πιο κοινές εξετάσεις περιλαμβάνουν:

ΕξέτασηΤι δείχνει
HOMA-IRΕκτίμηση αντίστασης στην ινσουλίνη με βάση γλυκόζη και ινσουλίνη νηστείας
Ινσουλίνη νηστείαςΑν είναι υψηλή, ενδείκνυται αντίσταση
Γλυκόζη νηστείας / OGTTΈλεγχος για προδιαβήτη ή διαβήτη
HbA1cΜέση γλυκόζη τελευταίου τριμήνου
Λιπιδαιμικό προφίλΣυχνά υπάρχει αυξημένη LDL, χαμηλή HDL και υψηλά τριγλυκερίδια

🍽️ Θεραπεία και Τρόποι Αντιμετώπισης

Η βασική προσέγγιση περιλαμβάνει τροποποίηση του τρόπου ζωής:

✅ Διατροφή

  • Μείωση υδατανθράκων (ειδικά επεξεργασμένων)

  • Κατανάλωση πρωτεΐνης και υγιεινών λιπαρών (ελαιόλαδο, ξηροί καρποί)

  • Τρόφιμα με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη (όπως βρώμη, όσπρια, λαχανικά)

  • Αποφυγή ζάχαρης και γλυκαντικών

  • Ενίσχυση της πρόσληψης ινών

🏃‍♀️ Άσκηση

  • Αερόβια άσκηση (περπάτημα, ποδήλατο, τρέξιμο)

  • Ασκήσεις αντίστασης (βάρη)

  • Τουλάχιστον 150 λεπτά την εβδομάδα

⚖️ Απώλεια βάρους

  • Ακόμα και 5–10% μείωση του σωματικού βάρους μπορεί να μειώσει σημαντικά την αντίσταση στην ινσουλίνη.

🧘 Μείωση στρες & ύπνος

  • Καλή ποιότητα ύπνου

  • Διαχείριση στρες (π.χ. διαλογισμός, yoga)


💊 Φαρμακευτική αγωγή (σε ειδικές περιπτώσεις)

  • Μετφορμίνη (Glucophage): συνήθως το πρώτο φάρμακο που χρησιμοποιείται

  • Γλιταζόνες (λιγότερο συχνά)

  • Ινοσιτόλη: φυσικό συμπλήρωμα με ευνοϊκά αποτελέσματα, ειδικά στο PCOS

  • Άλλα φάρμακα (ανάλογα GLP-1, SGLT2 αναστολείς) — εξετάζονται με βάση τις ανάγκες του ασθενή


👶 Αντίσταση Ινσουλίνης και Εγκυμοσύνη

Η αντίσταση στην ινσουλίνη μπορεί να οδηγήσει σε σακχαρώδη διαβήτη κύησης. Ειδικά οι γυναίκες με PCOS (πολυκυστικές ωοθήκες) έχουν αυξημένο κίνδυνο. Ο προγεννητικός έλεγχος είναι πολύ σημαντικός.


❓ Συχνές Ερωτήσεις – Αντίσταση Ινσουλίνης (FAQ)


🔹 Τι είναι η αντίσταση στην ινσουλίνη;

Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι μια κατάσταση κατά την οποία τα κύτταρα του σώματος δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στην ινσουλίνη, με αποτέλεσμα να απαιτούνται υψηλότερα επίπεδα της ορμόνης για να διατηρηθεί φυσιολογικό το σάκχαρο στο αίμα.


🔹 Είναι το ίδιο με τον διαβήτη;

Όχι. Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι πρόδρομος του διαβήτη τύπου 2, αλλά δεν είναι διαβήτης. Όταν το σώμα δεν μπορεί πλέον να παράγει αρκετή ινσουλίνη για να αντισταθμίσει την αντίσταση, εμφανίζεται ο διαβήτης.


🔹 Μπορεί να αντιστραφεί;

Ναι, ειδικά στα αρχικά στάδια. Η σωστή διατροφή, η άσκηση, η απώλεια βάρους και η μείωση του στρες μπορούν να βελτιώσουν ή και να αντιστρέψουν την κατάσταση πλήρως.


🔹 Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;

  • Άτομα με παχυσαρκία, ειδικά κοιλιακή

  • Άτομα με οικογενειακό ιστορικό διαβήτη

  • Γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS)

  • Άτομα με καθιστικό τρόπο ζωής

  • Άτομα με υπέρταση ή δυσλιπιδαιμία


🔹 Τι εξετάσεις πρέπει να κάνω;

Οι πιο χρήσιμες είναι:

  • Ινσουλίνη νηστείας

  • Γλυκόζη νηστείας

  • HOMA-IR

  • Καμπύλη γλυκόζης (OGTT)

  • HbA1c

  • Λιπιδαιμικό προφίλ


🔹 Πρέπει να πάρω φάρμακα;

Όχι απαραίτητα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η τροποποίηση του τρόπου ζωής είναι αρκετή. Η φαρμακευτική αγωγή όπως η μετφορμίνη χρησιμοποιείται όταν η αντίσταση είναι σοβαρή ή υπάρχει προδιαβήτης/διαβήτης.


🔹 Υπάρχουν φυσικά βοηθήματα;

Ναι. Ορισμένα φυσικά συστατικά έχουν φανεί βοηθητικά, όπως:

  • Ινοσιτόλη (ειδικά σε γυναίκες με PCOS)

  • Αλφα-λιποϊκό οξύ

  • Μαγνήσιο και χρώμιο

  • Κανέλα

  • Βερβερίνη (με φαρμακευτική συμβουλή)


🔹 Τι ρόλο παίζει η διατροφή;

Καθοριστικό. Η αποφυγή ζάχαρης, επεξεργασμένων υδατανθράκων, τηγανητών και η ενίσχυση της κατανάλωσης πρωτεΐνης, ινών, καλών λιπαρών και λαχανικών μπορεί να μειώσει την ινσουλινοαντίσταση.


🔹 Πώς σχετίζεται η ινσουλινοαντίσταση με το PCOS (σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών);

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών συνδέεται άμεσα με την ινσουλινοαντίσταση, ανεξάρτητα από το βάρος. Η ρύθμιση της ινσουλίνης βοηθά στη βελτίωση του κύκλου, της γονιμότητας και της εμφάνισης.


🔹 Τι μπορώ να κάνω σήμερα για να ξεκινήσω;

  • Ξεκίνα με 30 λεπτά περπάτημα

  • Μείωσε τη ζάχαρη και τα αναψυκτικά

  • Πρόσθεσε πρωτεΐνη και λαχανικά στα γεύματα

  • Βελτίωσε τον ύπνο σου

  • Μέτρα την ινσουλίνη και το HOMA-IR

📚 Βιβλιογραφία – Αντίσταση Ινσουλίνης

  1. Reaven, G. M. (1988). Role of insulin resistance in human disease. Diabetes, 37(12), 1595–1607.
    ➤ Η πρωτοποριακή εργασία που όρισε το “Σύνδρομο Χ” και συνέδεσε την ινσουλινοαντίσταση με καρδιαγγειακά νοσήματα.

  2. DeFronzo, R. A. (2009). From the Triumvirate to the Ominous Octet: A New Paradigm for the Treatment of Type 2 Diabetes Mellitus. Diabetes, 58(4), 773–795.
    ➤ Αναλυτική περιγραφή των μηχανισμών της ινσουλινοαντίστασης και του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

  3. American Diabetes Association (ADA). (2024). Standards of Medical Care in Diabetes – 2024. Diabetes Care, 47(Supplement 1).
    ➤ Κατευθυντήριες γραμμές για τη διάγνωση και θεραπεία της ινσουλινοαντίστασης και του διαβήτη.

  4. National Institute of Diabetes and Digestive and Kidney Diseases (NIDDK). (2023). Insulin Resistance & Prediabetes.
    ➤ Διαθέσιμο από: https://www.niddk.nih.gov

  5. Petersen, K. F., & Shulman, G. I. (2006). Etiology of insulin resistance. American Journal of Medicine, 119(5 Suppl 1), S10–S16.
    ➤ Εμβριθείς μηχανισμοί σε κυτταρικό επίπεδο.

  6. Kahn, S. E., Hull, R. L., & Utzschneider, K. M. (2006). Mechanisms linking obesity to insulin resistance and type 2 diabetes. Nature, 444(7121), 840–846.
    ➤ Εξήγηση του πώς το σπλαχνικό λίπος οδηγεί σε μεταβολικές διαταραχές.

  7. Samuel, V. T., & Shulman, G. I. (2012). Mechanisms for insulin resistance: common threads and missing links. Cell, 148(5), 852–871.
    ➤ Σύγχρονες απόψεις για τις ενδοκυτταρικές επιδράσεις της αντίστασης.

  8. Bergman, R. N., et al. (1985). Quantitative estimation of insulin sensitivity. American Journal of Physiology, 248(3), E405–E410.
    ➤ Περιγραφή του μοντέλου HOMA-IR.

  9. Lorenzo, C., et al. (2007). Relationship of insulin sensitivity, insulin secretion, and adiposity to the development of impaired glucose tolerance and type 2 diabetes. Diabetes, 56(3), 633–639.
    ➤ Μελέτες παρακολούθησης που τεκμηριώνουν την πρόοδο από αντίσταση σε διαβήτη.

  10. Faerch, K., et al. (2013). Insulin resistance and insulin secretion in relation to glycemia and impaired glucose regulation. Diabetes, 62(7), 2339–2347.

    ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΗΡΗ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ ΖΗΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ !!

    https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/


Το Εργαστήριό μας

Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.

Social Networks

Facebook
Twitter

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

22310 66841
6972 860905
Έσλιν 19, Λαμία 35100
©2025 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

©2023 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

Μικροβιολογικό Λαμία
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.