ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΑ • ΔΙΑΓΝΩΣΗ • ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Νόσος Parkinson: Συμπτώματα, Διάγνωση, Εξετάσεις Αίματος & Θεραπεία

Πότε ο τρόμος, η βραδυκινησία ή η δυσκαμψία χρειάζονται διερεύνηση, ποιος είναι ο πραγματικός ρόλος των εξετάσεων αίματος και πώς οργανώνεται η παρακολούθηση ενός ασθενούς με νόσο Parkinson.

Τελευταία ενημέρωση:

← Επιστροφή στους Οδηγούς Εξετάσεων

ΣΕ 1 ΛΕΠΤΟ – ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ

Η νόσος Parkinson διαγιγνώσκεται κυρίως κλινικά από νευρολόγο. Κεντρικό σημείο είναι η βραδυκινησία, συνήθως μαζί με τρόμο ηρεμίας ή/και δυσκαμψία.

Δεν υπάρχει μία απλή εξέταση αίματος που να επιβεβαιώνει Parkinson. Οι αιματολογικές εξετάσεις είναι όμως χρήσιμες για να εντοπιστούν καταστάσεις που μπορεί να προκαλούν ή να επιδεινώνουν παρόμοια συμπτώματα, όπως αναιμία, έλλειψη βιταμίνης B12, διαταραχή θυρεοειδούς, διαταραχές γλυκόζης ή ηλεκτρολυτών.

Η παρακολούθηση δεν είναι μόνο φαρμακευτική. Περιλαμβάνει κινητικά και μη κινητικά συμπτώματα, πτώσεις, θρέψη, αρτηριακή πίεση, ψυχική και γνωσιακή λειτουργία, καθώς και εργαστηριακό έλεγχο όπου υπάρχει κλινική ένδειξη.

Σημαντική διευκρίνιση: Το άρθρο ενημερώνει για τον ρόλο των εξετάσεων στην κλινική διερεύνηση. Η διάγνωση νόσου Parkinson ή άλλου παρκινσονικού συνδρόμου δεν τίθεται από ένα εργαστηριακό αποτέλεσμα και απαιτεί νευρολογική αξιολόγηση.

1Τι είναι η νόσος Parkinson

Η νόσος Parkinson είναι χρόνια, προοδευτική νευροεκφυλιστική νόσος που επηρεάζει κυρίως την κίνηση, αλλά και τον ύπνο, το αυτόνομο νευρικό σύστημα, τη διάθεση και σε ορισμένους ασθενείς τη γνωσιακή λειτουργία. Ανήκει στο ευρύτερο φάσμα του παρκινσονισμού, δηλαδή καταστάσεων που προκαλούν βραδυκινησία, δυσκαμψία ή τρόμο.

Για να υπάρχει κλινική εικόνα παρκινσονισμού, κεντρικό εύρημα είναι η βραδυκινησία: οι κινήσεις γίνονται αργές και σταδιακά μικρότερου εύρους. Συνήθως συνυπάρχει τρόμος ηρεμίας ή/και μυϊκή δυσκαμψία. Η νόσος μπορεί να ξεκινήσει ασύμμετρα, με συμπτώματα περισσότερο στη μία πλευρά του σώματος.

Ο τρόμος δεν είναι υποχρεωτικός. Υπάρχουν ασθενείς στους οποίους επικρατούν η δυσκαμψία, η βραδύτητα, η μικρογραφία, το μειωμένο κούνημα του χεριού στη βάδιση ή η δυσκολία σε καθημερινές κινήσεις, χωρίς έντονο τρόμο.

2Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο

Στη νόσο Parkinson εκφυλίζονται σταδιακά νευρικά κύτταρα στη μέλαινα ουσία του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα να μειώνεται η διαθέσιμη ντοπαμίνη στα κυκλώματα που οργανώνουν την έναρξη και την ομαλή εκτέλεση της κίνησης. Όταν η ντοπαμινεργική λειτουργία μειώνεται, εμφανίζονται βραδυκινησία, ακαμψία, διαταραχή βάδισης και σε αρκετούς ασθενείς τρόμος.

Στη βιολογία της νόσου συμμετέχει η ανώμαλη συσσώρευση της πρωτεΐνης α-συνουκλεΐνη, η οποία σχετίζεται με σωμάτια Lewy. Ωστόσο, η νόσος δεν αφορά μόνο τη ντοπαμίνη: επηρεάζονται και άλλα νευρωνικά δίκτυα, γεγονός που εξηγεί συμπτώματα όπως δυσκοιλιότητα, διαταραχές ύπνου, κατάθλιψη, ορθοστατική υπόταση ή γνωσιακές μεταβολές.

Η κατανόηση αυτή είναι σημαντική για τον ασθενή: η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να βελτιώσει ιδιαίτερα τα κινητικά συμπτώματα, αλλά η συνολική φροντίδα χρειάζεται να αντιμετωπίζει και τα μη κινητικά προβλήματα.

3Κινητικά και μη κινητικά συμπτώματα

Τα συμπτώματα διαφέρουν σημαντικά από άτομο σε άτομο. Σε ορισμένους ο τρόμος είναι το πρώτο εμφανές σημείο, ενώ σε άλλους προηγούνται η δυσκαμψία, οι αργές κινήσεις, η κόπωση ή διαταραχές που δεν φαίνονται αρχικά νευρολογικές.

Συχνά κινητικά συμπτώματα

Βραδυκινησία, τρόμος ηρεμίας, μυϊκή δυσκαμψία, μικρά βήματα, μειωμένη αιώρηση του ενός χεριού, δυσκολία στη στροφή, μικρογραφία, χαμηλή ένταση φωνής, μειωμένη έκφραση προσώπου και, αργότερα, freezing ή πτώσεις.

Συχνά μη κινητικά συμπτώματα

Υποσμία, δυσκοιλιότητα, διαταραχή ύπνου REM, ημερήσια υπνηλία, ορθοστατική ζάλη, διαταραχές ούρησης, πόνος, κατάθλιψη, άγχος, απάθεια, κόπωση, ψευδαισθήσεις ή γνωσιακή έκπτωση.

Τα μη κινητικά συμπτώματα μπορεί να επηρεάζουν την ποιότητα ζωής εξίσου ή περισσότερο από τον τρόμο. Για αυτό πρέπει να καταγράφονται συστηματικά στις επισκέψεις παρακολούθησης και όχι να θεωρούνται «άσχετα» με τη νόσο.

4Πρώιμα σημάδια και πότε χρειάζεται έλεγχος

Η νόσος μπορεί να εξελίσσεται για χρόνια πριν η κινητική εικόνα γίνει ξεκάθαρη. Η απώλεια όσφρησης, η επίμονη δυσκοιλιότητα, η εκτέλεση κινήσεων κατά τη διάρκεια των ονείρων, η καταθλιπτική διάθεση ή η κόπωση μπορεί να προηγούνται, αλλά δεν είναι διαγνωστικά από μόνα τους.

Χρειάζεται νευρολογική αξιολόγηση όταν εμφανίζονται αργές κινήσεις, μονόπλευρος τρόμος ηρεμίας, δυσκαμψία, αλλαγή γραφής, μειωμένη αιώρηση άνω άκρου στη βάδιση, ανεξήγητες πτώσεις ή συνδυασμός κινητικών και μη κινητικών συμπτωμάτων.

Άμεση ιατρική εκτίμηση απαιτείται όταν η αλλαγή στην κίνηση ή στη συνείδηση εμφανίζεται ξαφνικά, συνοδεύεται από αδυναμία άκρου, διαταραχή ομιλίας, πυρετό, πτώση με τραυματισμό ή οξεία σύγχυση, επειδή αυτά δεν είναι τυπική σταδιακή έναρξη νόσου Parkinson.

5Πώς γίνεται η κλινική διάγνωση

Η διάγνωση τίθεται κυρίως από νευρολόγο, με αναλυτικό ιστορικό και νευρολογική εξέταση. Η βασική εικόνα είναι βραδυκινησία μαζί με τρόμο ηρεμίας ή δυσκαμψία. Η ασύμμετρη έναρξη, η καλή ανταπόκριση στη λεβοντόπα και η σταδιακή εξέλιξη ενισχύουν την πιθανότητα ιδιοπαθούς Parkinson.

Ο ιατρός αξιολογεί επίσης φάρμακα που μπορεί να προκαλούν παρκινσονισμό, αγγειακά ή άλλα νευρολογικά αίτια, τη βάδιση, την ισορροπία, τα αντανακλαστικά, τις οφθαλμικές κινήσεις, τις γνωσιακές λειτουργίες και τη λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος.

Η διάγνωση μπορεί να επανεκτιμηθεί στην πορεία. Πολύ πρώιμες πτώσεις, ταχεία επιδείνωση, έντονη αυτόνομη δυσλειτουργία, πρώιμη άνοια ή μικρή ανταπόκριση στη λεβοντόπα μπορεί να κατευθύνουν σε άλλη μορφή παρκινσονισμού.

6Υπάρχει εξέταση αίματος για Parkinson;

Όχι. Δεν υπάρχει σήμερα μία συνηθισμένη εξέταση αίματος που να επιβεβαιώνει ή να αποκλείει από μόνη της τη νόσο Parkinson. Ένα φυσιολογικό αποτέλεσμα γενικής αίματος, βιταμίνης B12 ή θυρεοειδικού ελέγχου δεν αποκλείει Parkinson, όπως και μία παθολογική τιμή δεν αποδεικνύει τη νόσο.

Ο ρόλος του εργαστηρίου είναι διαφορετικός και ιδιαίτερα χρήσιμος: ο αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος μπορεί να αναδείξει αναστρέψιμες ή συνυπάρχουσες καταστάσεις που προκαλούν κόπωση, αδυναμία, βραδύτητα, διαταραχές ισορροπίας, γνωσιακή επιβάρυνση ή περιφερική νευροπάθεια και μπορεί να μπερδέψουν την κλινική εικόνα.

Η σωστή φράση για τον ασθενή

Οι εξετάσεις αίματος δεν «βρίσκουν» την Parkinson. Βοηθούν τον ιατρό να μην αποδώσει λανθασμένα στη Parkinson συμπτώματα που μπορεί να οφείλονται σε άλλη, θεραπεύσιμη αιτία ή να επιβαρύνονται από αυτήν.

7Εξετάσεις αίματος στη διαφορική διάγνωση

Όταν ένας άνθρωπος παρουσιάζει τρόμο, βραδύτητα, αστάθεια, κόπωση ή γνωσιακές ενοχλήσεις, ο ιατρός δεν εξετάζει μόνο το ενδεχόμενο Parkinson. Επιλέγει εξετάσεις ανάλογα με την ηλικία, το ιστορικό, τα φάρμακα, την εξέλιξη των συμπτωμάτων και την παρουσία άτυπων σημείων.

Μία αναιμία μπορεί να επιβαρύνει την αντοχή και τη βάδιση. Έλλειψη B12 μπορεί να προκαλεί αιμωδίες, διαταραχή ισορροπίας ή γνωσιακές ενοχλήσεις. Διαταραχή θυρεοειδούς μπορεί να επηρεάζει την κινητικότητα, τον τρόμο και την πνευματική διαύγεια. Διαταραχές σακχάρου, νεφρικής λειτουργίας ή ηλεκτρολυτών μπορεί να επιδεινώνουν την αστάθεια, την αδυναμία ή τη σύγχυση.

Οι εξετάσεις δεν ζητούνται με το ίδιο «πακέτο» σε όλους. Έχουν αξία όταν απαντούν σε συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα: υπάρχει θεραπεύσιμη αιτία; υπάρχει συνοδό πρόβλημα που χειροτερεύει τα συμπτώματα; είναι ασφαλές το θεραπευτικό πλάνο;

8Ποιες εξετάσεις μπορεί να ζητηθούν

Ο ακόλουθος πίνακας δείχνει εξετάσεις που μπορεί να έχουν θέση στη διερεύνηση ή στην παρακολούθηση, ανάλογα με τα συμπτώματα και την ιατρική κρίση. Δεν αποτελεί αυτοματοποιημένο panel διάγνωσης Parkinson.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΕξέτασηΓιατί μπορεί να ζητηθείΤι δεν αποδεικνύει
Γενική αίματοςΑναιμία, λοίμωξη ή άλλη αιματολογική μεταβολή που συνδέεται με κόπωση/αδυναμία.Δεν διαγιγνώσκει Parkinson.
Βιταμίνη B12 ± φυλλικόΑιμωδίες, αστάθεια, αναιμία, διαταραχή μνήμης ή νευροπάθεια.Χαμηλή B12 μπορεί να επιβαρύνει την εικόνα, όχι να επιβεβαιώσει Parkinson.
TSH ± FT4Έλεγχος υποθυρεοειδισμού ή υπερθυρεοειδισμού όταν υπάρχουν βραδύτητα, τρόμος ή κόπωση.Δεν ξεχωρίζει μόνη της παρκινσονισμό.
Γλυκόζη / HbA1cΥπογλυκαιμίες, διαβήτης, νευροπάθεια ή πτώσεις.Δεν αποτελεί βιοδείκτη Parkinson.
Κρεατινίνη, eGFR, νάτριο, κάλιο, ασβέστιοΜεταβολικές διαταραχές, αφυδάτωση, συγχυτικά επεισόδια ή ασφαλής συνολική φροντίδα.Δεν υποκαθιστά τη νευρολογική εξέταση.
Ηπατικά ένζυμαΌταν υπάρχουν συνοδά νοσήματα, πολυφαρμακία ή ειδική κλινική ένδειξη.Δεν αποτελεί τεστ Parkinson.
25-OH βιταμίνη DΠτώσεις, οστεοπενία/οστεοπόρωση ή εκτίμηση οστικής υγείας, όπου ενδείκνυται.Δεν εξηγεί μόνη της κινητικά σημεία Parkinson.
Χαλκός / σερουλοπλασμίνη ± ούρα 24ώρουΕπιλεγμένες περιπτώσεις νεαρής ηλικίας ή άτυπης εικόνας, για διερεύνηση νόσου Wilson.Δεν γίνεται ως γενικό screening σε όλους.

Η επιλογή εξετάσεων καθορίζεται από τον νευρολόγο ή τον θεράποντα ιατρό. Στον Κατάλογο Εξετάσεων μπορείτε να δείτε οργανωμένα τις διαθέσιμες εργαστηριακές εξετάσεις.

9Βιταμίνη B12, θυρεοειδής και αναιμία: γιατί έχουν σημασία

Η έλλειψη βιταμίνης B12 μπορεί να προκαλεί περιφερική νευροπάθεια, αιμωδίες, διαταραχές βάδισης, αδυναμία ή γνωσιακές ενοχλήσεις. Σε έναν ασθενή με πιθανή Parkinson, η αναγνώριση και αντιμετώπιση έλλειψης B12 είναι σημαντική, επειδή μπορεί να επιβαρύνει τη λειτουργικότητα και τον κίνδυνο πτώσης.

Ο έλεγχος TSH και, όταν απαιτείται, FT4, μπορεί να βοηθήσει όταν υπάρχουν κόπωση, νοητική βραδύτητα, μεταβολή βάρους, δυσανεξία στο ψύχος ή τρόμος. Η θυρεοειδική δυσλειτουργία δεν είναι Parkinson, αλλά μπορεί να δίνει συμπτώματα που περιπλέκουν την εκτίμηση.

Η γενική αίματος συμβάλλει στον έλεγχο αναιμίας, η οποία μπορεί να εκδηλώνεται με εύκολη κόπωση, αδυναμία ή μειωμένη αντοχή. Τα συμπτώματα αυτά δεν είναι ειδικά για Parkinson και χρειάζονται αυτόνομη αξιολόγηση.

Κλινικό σημείο: Η διόρθωση μιας έλλειψης B12, μιας αναιμίας ή μιας θυρεοειδικής διαταραχής δεν «θεραπεύει» τη νόσο Parkinson όταν αυτή υπάρχει, μπορεί όμως να βελτιώσει σημαντικά συμπτώματα που επιβαρύνουν τον ασθενή.

10Νεότερη ηλικία ή άτυπη εικόνα: πότε αλλάζει ο έλεγχος

Όταν συμπτώματα παρκινσονισμού εμφανίζονται σε νεότερη ηλικία, όταν συνυπάρχουν ασυνήθιστα νευρολογικά σημεία ή όταν η εξέλιξη δεν ταιριάζει σε τυπική Parkinson, ο νευρολόγος μπορεί να επεκτείνει τη διερεύνηση.

Σε επιλεγμένους νεότερους ασθενείς μπορεί να διερευνηθεί η νόσος Wilson, με σερουλοπλασμίνη, χαλκό και, ανάλογα με την περίπτωση, χαλκό ούρων 24ώρου ή άλλες εξετάσεις. Η νόσος Wilson είναι διαφορετική πάθηση και απαιτεί ειδική διαγνωστική προσέγγιση.

Άλλος ειδικός έλεγχος, όπως γενετική διερεύνηση, ανοσολογικές, λοιμωξιολογικές ή μεταβολικές εξετάσεις, δεν χρειάζεται σε όλους. Επιλέγεται όταν το ιστορικό και η κλινική εικόνα δημιουργούν συγκεκριμένη υποψία.

11MRI, DaTscan και ειδικότερες εξετάσεις

Η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου (MRI) δεν διαγιγνώσκει συνήθως την ιδιοπαθή νόσο Parkinson, αλλά μπορεί να βοηθήσει να αποκλειστούν αγγειακές βλάβες, υδροκέφαλος, όγκοι ή άλλα δομικά αίτια συμπτωμάτων.

Το DaTscan μπορεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να υποστηρίξει ότι υπάρχει απώλεια ντοπαμινεργικής λειτουργίας. Δεν διαχωρίζει όμως από μόνο του τη νόσο Parkinson από όλα τα άτυπα εκφυλιστικά παρκινσονικά σύνδρομα και δεν αντικαθιστά την κλινική εξέταση.

Ειδικότερες τεχνικές που διερευνούν βιοδείκτες α-συνουκλεΐνης, όπως εξετάσεις σε βιοψία δέρματος ή άλλα βιολογικά δείγματα, εξελίσσονται επιστημονικά και μπορεί να χρησιμοποιούνται σε ειδικά πλαίσια. Δεν αποτελούν απλή εξέταση αίματος ρουτίνας ούτε χρειάζονται για κάθε ασθενή.

12Τι άλλο μπορεί να μοιάζει με Parkinson

Η νόσος Parkinson πρέπει να διακριθεί από καταστάσεις που προκαλούν παρόμοια κινητική εικόνα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ο φαρμακευτικός παρκινσονισμός, ο αγγειακός παρκινσονισμός και άτυπα νευροεκφυλιστικά σύνδρομα, όπως η πολλαπλή συστηματική ατροφία (MSA), η προϊούσα υπερπυρηνική παράλυση (PSP) και το φλοιοβασικό σύνδρομο (CBS/CBD).

Ο ιδιοπαθής τρόμος μπορεί επίσης να συγχέεται με Parkinson, ιδιαίτερα όταν ο τρόμος είναι το κυρίαρχο σύμπτωμα. Αντίθετα, στην Parkinson η βραδυκινησία και η δυσκαμψία έχουν ιδιαίτερο διαγνωστικό βάρος.

Σημεία που απαιτούν επανεκτίμηση: επανειλημμένες πτώσεις πολύ νωρίς, ταχεία επιδείνωση, σοβαρή ορθοστατική υπόταση ή ακράτεια από τα πρώτα στάδια, διαταραχές των κινήσεων των ματιών, πρώιμη σημαντική άνοια ή απουσία αναμενόμενης ανταπόκρισης στη λεβοντόπα.

13Στάδια και πορεία της νόσου

Η νόσος εξελίσσεται σταδιακά, αλλά ο ρυθμός της πορείας διαφέρει. Η κλίμακα Hoehn & Yahr χρησιμοποιείται για μια γενική λειτουργική σταδιοποίηση: από μονόπλευρα ή ήπια συμπτώματα μέχρι σοβαρή διαταραχή ισορροπίας και ανάγκη βοήθειας στις καθημερινές δραστηριότητες.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΣτάδιοΓενική εικόναΠρακτική σημασία
1Συμπτώματα στη μία πλευρά.Συνήθως μικρή επίπτωση στην αυτονομία.
2Αμφοτερόπλευρα συμπτώματα χωρίς διαταραχή ισορροπίας.Αυξάνει η ανάγκη προσαρμογής θεραπείας και άσκησης.
3Εμφανίζεται αστάθεια στάσης.Προτεραιότητα η πρόληψη πτώσεων.
4–5Σοβαρός περιορισμός κινητικότητας.Απαιτείται ενισχυμένη φροντίδα και υποστήριξη.

Η σταδιοποίηση δεν περιγράφει πλήρως την καθημερινότητα του κάθε ασθενούς. Τα μη κινητικά συμπτώματα, η νοητική λειτουργία, η θρέψη και η ασφάλεια στο σπίτι επηρεάζουν εξίσου τον σχεδιασμό της φροντίδας.

14Θεραπεία και στόχοι φροντίδας

Η θεραπεία της νόσου Parkinson είναι εξατομικευμένη και στοχεύει στη βελτίωση της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής. Δεν υπάρχει σήμερα θεραπεία που να αναστρέφει τη νευροεκφυλιστική διαδικασία, αλλά υπάρχουν αποτελεσματικές παρεμβάσεις για τα κινητικά και αρκετά μη κινητικά συμπτώματα.

Η επιλογή αγωγής εξαρτάται από την ηλικία, τις καθημερινές ανάγκες, τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών, τη γνωσιακή κατάσταση και τις συννοσηρότητες. Σημαντικό μέρος της θεραπείας είναι η φυσικοθεραπεία, η άσκηση, η εργοθεραπεία και η λογοθεραπεία όπου χρειάζεται.

Οι θεραπευτικές αποφάσεις λαμβάνονται με τον νευρολόγο. Η αυθαίρετη αλλαγή δόσης ή διακοπή ντοπαμινεργικής αγωγής μπορεί να προκαλέσει σημαντική επιδείνωση.

15Levodopa και Madopar: ο βασικός ρόλος στη θεραπεία

Η λεβοντόπα παραμένει η αποτελεσματικότερη συμπτωματική θεραπεία για βραδυκινησία και δυσκαμψία. Χορηγείται μαζί με αναστολέα περιφερικής αποκαρβοξυλάσης, όπως η βενσεραζίδη στο Madopar, ώστε περισσότερη λεβοντόπα να φτάνει στο κεντρικό νευρικό σύστημα και να περιορίζονται περιφερικές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Στα πρώτα χρόνια, η ανταπόκριση μπορεί να είναι πολύ καλή και σταθερή. Με την πορεία της νόσου μπορεί να εμφανιστούν περίοδοι wearing-off, όπου η δράση τελειώνει πριν από την επόμενη δόση, ή δυσκινησίες, δηλαδή ακούσιες υπερκινητικές κινήσεις.

Σε ασθενείς που εμφανίζουν κινητικές διακυμάνσεις με τη λεβοντόπα, μπορεί να συζητηθεί διατροφική προσαρμογή της κατανομής της πρωτεΐνης μέσα στην ημέρα. Αυτό γίνεται με καθοδήγηση ειδικού και δεν σημαίνει μείωση της συνολικής πρόσληψης πρωτεΐνης.

Προσοχή: Η δόση και οι ώρες λήψης δεν πρέπει να αλλάζουν χωρίς νευρολογική οδηγία. Τα νέα συμπτώματα, οι πτώσεις, οι ψευδαισθήσεις, οι έντονες διακυμάνσεις ή οι δυσκινησίες χρειάζονται επανεκτίμηση.

16Άλλα φάρμακα και κινητικές επιπλοκές

Ανάλογα με την κλινική εικόνα, ο νευρολόγος μπορεί να χρησιμοποιήσει αγωνιστές ντοπαμίνης, αναστολείς MAO-B, αναστολείς COMT, αμανταδίνη ή άλλες επιλογές. Τα φάρμακα μπορεί να βοηθούν σε πρώιμα στάδια ή να προστεθούν όταν εμφανίζονται «off» περίοδοι και διακυμάνσεις.

Η θεραπεία πρέπει να εξισορροπεί το κινητικό όφελος με ανεπιθύμητες ενέργειες όπως υπνηλία, ορθοστατική υπόταση, ναυτία, οιδήματα, ψευδαισθήσεις ή διαταραχές ελέγχου παρορμήσεων. Επειδή τα συμπτώματα αυτά μπορεί να μην αναφέρονται αυθόρμητα, είναι χρήσιμο να ερωτώνται και οι φροντιστές.

Σε περιπτώσεις ψευδαισθήσεων ή απότομης μεταβολής της συμπεριφοράς απαιτείται συνολική ιατρική αξιολόγηση: μπορεί να ευθύνεται η αγωγή, αλλά πρέπει να αποκλειστούν επίσης λοίμωξη, αφυδάτωση, μεταβολική διαταραχή ή άλλη οξεία αιτία.

17Παρακολούθηση και εργαστηριακός έλεγχος

Η παρακολούθηση της νόσου βασίζεται κυρίως στην κλινική λειτουργία: πόσο καλά κινείται ο ασθενής, αν υπάρχουν περίοδοι «off», δυσκινησίες, πτώσεις, προβλήματα κατάποσης, μεταβολές ύπνου, πίεσης, διάθεσης ή μνήμης. Δεν υπάρχει εξέταση αίματος που να μετρά αξιόπιστα την εξέλιξη της Parkinson στην καθημερινή πρακτική.

Οι εξετάσεις αίματος αποκτούν αξία όταν υπάρχουν συμπτώματα ή θεραπείες που χρειάζονται διερεύνηση. Για παράδειγμα, γενική αίματος και βασικός βιοχημικός έλεγχος μπορεί να ζητηθούν σε έντονη κόπωση, απώλεια βάρους, αδυναμία ή σύγχυση. B12, θυρεοειδικός έλεγχος ή βιταμίνη D μπορεί να χρειαστούν βάσει του ιστορικού, της διατροφής, των πτώσεων ή της οστικής υγείας.

Η ορθοστατική υπόταση αξιολογείται κυρίως με μέτρηση αρτηριακής πίεσης σε ύπτια και όρθια θέση και με έλεγχο της φαρμακευτικής αγωγής. Όταν υπάρχουν αφυδάτωση, εμετοί, διάρροια, πολυφαρμακία ή νεφρική νόσος, μπορεί να χρειαστεί και εργαστηριακός έλεγχος ηλεκτρολυτών και νεφρικής λειτουργίας.

Χρήσιμη πρακτική: Ο ασθενής ή ο φροντιστής μπορεί να κρατά ημερολόγιο με ώρες φαρμάκων, «καλές» και «δύσκολες» ώρες κίνησης, πτώσεις, ζάλη, ύπνο και νέα συμπτώματα. Το ημερολόγιο βοηθά περισσότερο στη ρύθμιση της αγωγής από μία τυχαία αιμοληψία χωρίς συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα.

18Άσκηση, αποκατάσταση και διατροφή

Η τακτική σωματική δραστηριότητα και η εξειδικευμένη φυσικοθεραπεία αποτελούν βασικό μέρος της φροντίδας. Βοηθούν στην ισορροπία, στη βάδιση, στη δύναμη, στην αντοχή και στη μείωση του κινδύνου πτώσεων. Η λογοθεραπεία είναι σημαντική όταν υπάρχουν αλλαγές στην ένταση της φωνής ή δυσκολία στην κατάποση.

Η διατροφή πρέπει να διατηρεί επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης, θερμίδων, υγρών και φυτικών ινών. Δυσκοιλιότητα, δυσφαγία, απώλεια βάρους ή δυσκολία στη λήψη φαρμάκων είναι λόγοι για συμβουλή από θεράποντα και, όπου χρειάζεται, διαιτολόγο ή λογοθεραπευτή.

Η βιταμίνη D και η οστική υγεία έχουν ιδιαίτερη σημασία σε ασθενείς με κίνδυνο πτώσης ή κατάγματος. Η ανάγκη μέτρησης 25-OH βιταμίνης D και η χορήγηση συμπληρώματος αξιολογούνται εξατομικευμένα από τον ιατρό.

19Επεμβατικές θεραπείες σε προχωρημένη νόσο

Όταν οι κινητικές διακυμάνσεις ή οι δυσκινησίες δεν ελέγχονται επαρκώς με τη βέλτιστη φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να αξιολογηθούν προηγμένες θεραπευτικές επιλογές. Η πιο γνωστή είναι η εν τω βάθει εγκεφαλική διέγερση (DBS), η οποία εφαρμόζεται σε επιλεγμένους ασθενείς.

Κατάλληλος υποψήφιος είναι συνήθως ασθενής με σαφή ανταπόκριση στη λεβοντόπα, αλλά δύσκολα ελεγχόμενες διακυμάνσεις ή δυσκινησίες, χωρίς σοβαρή άνοια ή μη αντιμετωπισμένη ψυχιατρική διαταραχή. Η επιλογή απαιτεί εξειδικευμένη πολυεπιστημονική αξιολόγηση.

Οι επεμβατικές θεραπείες δεν αντικαθιστούν την παρακολούθηση και δεν διορθώνουν όλα τα μη κινητικά συμπτώματα. Ο στόχος τους είναι να βελτιώσουν συγκεκριμένα κινητικά προβλήματα και την καθημερινή λειτουργία.

20Συχνές ερωτήσεις

Φαίνεται η νόσος Parkinson στη γενική αίματος;

Όχι, η γενική αίματος δεν διαγιγνώσκει Parkinson, αλλά μπορεί να δείξει αναιμία ή άλλη μεταβολή που συμβάλλει σε κόπωση και αδυναμία.

Ποιες εξετάσεις αίματος γίνονται όταν υπάρχει υποψία Parkinson;

Δεν υπάρχει υποχρεωτικό panel για όλους· ανάλογα με την εικόνα μπορεί να ζητηθούν γενική αίματος, B12, TSH/FT4, γλυκόζη, ηλεκτρολύτες, νεφρική λειτουργία ή ειδικότερος έλεγχος.

Μπορεί η έλλειψη B12 να μοιάζει με Parkinson;

Η έλλειψη B12 μπορεί να προκαλεί αστάθεια, αιμωδίες ή γνωσιακές ενοχλήσεις και να επιβαρύνει την εικόνα, αλλά δεν είναι η ίδια νόσος με την Parkinson.

Χρειάζεται MRI ή DaTscan σε κάθε ασθενή;

Όχι, η διάγνωση είναι κυρίως κλινική και οι απεικονιστικές εξετάσεις χρησιμοποιούνται όταν η εικόνα δεν είναι σαφής ή χρειάζεται αποκλεισμός άλλου αιτίου.

Η λεβοντόπα χάνει την αποτελεσματικότητά της;

Η λεβοντόπα παραμένει αποτελεσματική, αλλά με την εξέλιξη της νόσου μπορεί να χρειαστούν προσαρμογές επειδή εμφανίζονται διακυμάνσεις ή δυσκινησίες.

Μπορώ να κάνω μόνος μου εξετάσεις αίματος πριν πάω στον νευρολόγο;

Μπορεί να γίνει βασικός έλεγχος σε συνεννόηση με ιατρό, αλλά η επιλογή εξετάσεων και η ερμηνεία τους πρέπει να βασίζονται στα συμπτώματα και στο ιστορικό.

21Τι να θυμάστε

Η νόσος Parkinson δεν είναι μόνο τρόμος. Η βραδυκινησία, η δυσκαμψία και τα μη κινητικά συμπτώματα είναι κεντρικά στοιχεία της εικόνας.

Η διάγνωση είναι νευρολογική και κλινική. Δεν υπάρχει κοινή εξέταση αίματος που να επιβεβαιώνει μόνη της τη νόσο.

Οι εξετάσεις αίματος έχουν ουσιαστικό βοηθητικό ρόλο. Εντοπίζουν προβλήματα όπως αναιμία, B12 ή θυρεοειδική δυσλειτουργία, τα οποία μπορεί να μιμούνται ή να επιβαρύνουν συμπτώματα.

Η καλύτερη φροντίδα είναι συνολική: κατάλληλη αγωγή, άσκηση, πρόληψη πτώσεων, διαχείριση μη κινητικών συμπτωμάτων και στοχευμένη εργαστηριακή παρακολούθηση όταν ενδείκνυται.

22Εξετάσεις, ραντεβού και βιβλιογραφία

ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΑΜΙΑ

Εξετάσεις αίματος και εργαστηριακή παρακολούθηση

Οι εξετάσεις αίματος δεν διαγιγνώσκουν τη νόσο Parkinson, αλλά μπορούν να βοηθήσουν στη διερεύνηση συνοδών ή αναστρέψιμων καταστάσεων, πάντα με ιατρική καθοδήγηση και συσχέτιση με τα συμπτώματα.

Τηλέφωνο: +30-22310-66841  •  Ωράριο: Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Βιβλιογραφία

1. National Institute for Health and Care Excellence (NICE). Parkinson’s disease in adults: diagnosis and management (NG71). NICE Guidance.
https://www.nice.org.uk/guidance/ng71/chapter/recommendations
2. Postuma RB, Berg D, Stern M, et al. MDS clinical diagnostic criteria for Parkinson’s disease. Movement Disorders.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/26474316/
3. Armstrong MJ, Okun MS. Diagnosis and Treatment of Parkinson Disease: A Review. JAMA.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/32044947/
4. Poewe W, Seppi K, Tanner CM, et al. Parkinson disease. Nature Reviews Disease Primers.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/28332488/
5. Parkinson’s Foundation. Getting Diagnosed: tests and clinical evaluation in Parkinson’s disease.
https://www.parkinson.org/understanding-parkinsons/getting-diagnosed
Οδηγοί Εξετάσεων – Μικροβιολογικό Λαμία
https://mikrobiologikolamia.gr/odigoi-exetaseon/
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας
Επιστημονική επιμέλεια άρθρου
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος
Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος Απόφοιτος Ιατρικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Υπεύθυνος ιατρικής επιμέλειας περιεχομένου
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας Έσλιν 19, Λαμία 35100
Επικοινωνία με το εργαστήριο
Σταθερό: +30 22310 66841
Κινητό: +30 6972 860905
Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30