Καλλιέργεια Κολπικού Επιχρίσματος: Πότε Γίνεται, Τι Δείχνει και Πώς Ερμηνεύεται
•
Η καλλιέργεια κολπικού επιχρίσματος χρησιμοποιείται κυρίως όταν υπάρχουν κνησμός, κάψιμο, αλλαγή στις εκκρίσεις, δυσάρεστη οσμή ή επαναλαμβανόμενες κολπικές ενοχλήσεις.
Δεν είναι όμως ένα γενικό τεστ που «βρίσκει τα πάντα». Η σωστή διερεύνηση μπορεί να χρειάζεται καλλιέργεια, μικροσκόπηση, έλεγχο pH ή μοριακή εξέταση PCR/NAAT, ανάλογα με το αν το ερώτημα αφορά Candida, βακτηριακή κολπίτιδα, τριχομονάδα, χλαμύδια, γονόκοκκο ή άλλη αιτία.
1Τι είναι η καλλιέργεια κολπικού επιχρίσματος;
Η καλλιέργεια κολπικού επιχρίσματος είναι μικροβιολογική εξέταση σε υλικό που λαμβάνεται από τον κόλπο με αποστειρωμένο στυλεό. Το δείγμα τοποθετείται σε κατάλληλο υλικό μεταφοράς και επεξεργάζεται στο εργαστήριο, ώστε να διερευνηθεί η παρουσία μικροοργανισμών που μπορεί να σχετίζονται με τα συμπτώματα.
Στην πράξη, ο όρος «καλλιέργεια κολπικού» χρησιμοποιείται συχνά γενικά, όμως δεν περιγράφει πάντα ολόκληρη την εξέταση. Ανάλογα με το κλινικό ερώτημα μπορεί να συνδυάζονται άμεση μικροσκόπηση, χρώση Gram, αξιολόγηση της χλωρίδας, καλλιέργεια για μύκητες ή βακτήρια και ειδικές μοριακές εξετάσεις. Δεν είναι όλες οι μέθοδοι ισοδύναμες και δεν αναζητούν τα ίδια παθογόνα.
Η εξέταση αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν τα συμπτώματα είναι άτυπα, όταν επανέρχονται μετά από θεραπεία, όταν έχουν προηγηθεί πολλαπλές εμπειρικές αγωγές ή όταν χρειάζεται να διαχωριστεί μια κολπίτιδα από τραχηλίτιδα ή σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη.
Ποιο ερώτημα πρέπει να απαντά η εξέταση;
Πριν από τη λήψη είναι χρήσιμο να διατυπώνεται ένα συγκεκριμένο εργαστηριακό ερώτημα. Άλλο είναι να διερευνάται έντονος κνησμός μετά από αντιβίωση, άλλο οι δύσοσμες εκκρίσεις με πιθανή διαταραχή της χλωρίδας και άλλο η αιμορραγία μετά από επαφή με υποψία τραχηλίτιδας. Όσο σαφέστερο είναι το ερώτημα, τόσο πιο σωστά επιλέγονται το σημείο λήψης, ο στυλεός, το υλικό μεταφοράς και η εργαστηριακή μέθοδος.
Η καλλιέργεια δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως «γενικός έλεγχος καθαρότητας». Ο κόλπος φυσιολογικά φιλοξενεί μικροοργανισμούς, κυρίως γαλακτοβακίλλους, και ένα αποτέλεσμα που αναφέρει μικτή χλωρίδα δεν σημαίνει αναγκαστικά λοίμωξη. Ο στόχος είναι να αναγνωριστεί μια μεταβολή που εξηγεί τα συμπτώματα και όχι να εξαφανιστεί κάθε μικροβιακό εύρημα.
2Πότε χρειάζεται η εξέταση;
Η καλλιέργεια ή η συνολική μικροβιολογική εξέταση κολπικού δείγματος ζητείται συχνότερα όταν υπάρχουν επίμονες ή επαναλαμβανόμενες εκκρίσεις, κνησμός, κάψιμο, ερυθρότητα, δυσάρεστη οσμή ή ενόχληση κατά τη σεξουαλική επαφή. Μπορεί επίσης να ζητηθεί όταν μια προηγούμενη θεραπεία δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα ή όταν τα συμπτώματα επανήλθαν γρήγορα.
Δεν χρειάζεται κάθε μεταβολή των φυσιολογικών εκκρίσεων εργαστηριακό έλεγχο. Η ποσότητα και η σύσταση των κολπικών υγρών μεταβάλλονται φυσιολογικά μέσα στον κύκλο, στην κύηση, με την ορμονική αντισύλληψη και κοντά στην ωορρηξία. Η εξέταση είναι περισσότερο χρήσιμη όταν η μεταβολή συνοδεύεται από οσμή, κνησμό, πόνο, κάψιμο, ερυθρότητα ή σαφή αλλαγή χρώματος και σύστασης.
Στις υποτροπές, η λήψη δείγματος πριν από νέα εμπειρική αγωγή μπορεί να αποτρέψει την επανάληψη ακατάλληλων αντιμυκητιασικών ή αντιβιοτικών. Παράλληλα, βοηθά να φανεί αν πρόκειται για Candida, διαταραχή της κολπικής χλωρίδας, τριχομονάδα, άλλο παθογόνο ή μη λοιμώδη αιτία.
Πότε είναι ιδιαίτερα χρήσιμη;
Η εξέταση έχει αυξημένη χρησιμότητα όταν τα συμπτώματα είναι έντονα ή επίμονα, όταν υπάρχουν τέσσερα ή περισσότερα πιθανά επεισόδια μυκητίασης μέσα σε έναν χρόνο, όταν η γυναίκα είναι έγκυος, έχει σακχαρώδη διαβήτη, ανοσοκαταστολή ή λαμβάνει συχνά αντιβιοτικά. Είναι επίσης χρήσιμη όταν υπάρχει ασυμφωνία ανάμεσα στην κλινική εικόνα και στην προηγούμενη θεραπεία, όπως επίμονος κνησμός παρά επανειλημμένη αντιμυκητιασική αγωγή.
Σε ασυμπτωματικές γυναίκες δεν γίνεται συνήθως γενική καλλιέργεια κολπικού ως τυχαίο screening. Υπάρχουν ειδικές εξαιρέσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον κολποορθικό έλεγχο για GBS στο τέλος της κύησης. Ο προληπτικός έλεγχος για σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις ακολουθεί διαφορετικά κριτήρια και διαφορετικές μεθόδους.
3Ποια συμπτώματα χρειάζονται διερεύνηση;
Τα συμπτώματα της κολπίτιδας συχνά αλληλεπικαλύπτονται. Ο κνησμός είναι συχνός στην Candida, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και σε δερματίτιδα ή άλλον ερεθισμό. Η έντονη οσμή παραπέμπει συχνότερα σε βακτηριακή κολπίτιδα ή τριχομονάδα, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για διάγνωση. Η αιμορραγία μετά την επαφή, ο βαθύτερος πυελικός πόνος ή οι βλεννοπυώδεις εκκρίσεις μπορεί να κατευθύνουν περισσότερο προς τραχηλίτιδα ή άλλη γυναικολογική αιτία.
| Εύρημα ή σύμπτωμα | Πιθανές κατευθύνσεις | Τι πρέπει να θυμάστε |
|---|---|---|
| Έντονος κνησμός και ερυθρότητα | Candida, δερματίτιδα, ερεθισμός | Δεν επιβεβαιώνει μόνο του μυκητίαση |
| Λεπτόρρευστες εκκρίσεις και οσμή | Βακτηριακή κολπίτιδα | Χρειάζεται αξιολόγηση pH, μικροσκόπησης ή κατάλληλου τεστ |
| Αφρώδεις κιτρινοπράσινες εκκρίσεις | Τριχομονάδα ή άλλη φλεγμονή | Προτιμάται ευαίσθητη ειδική εξέταση, συχνά NAAT |
| Αιμορραγία μετά την επαφή | Τραχηλίτιδα ή άλλη τραχηλική αιτία | Χρειάζεται γυναικολογική αξιολόγηση |
| Πυρετός ή πόνος χαμηλά στην κοιλιά | Ανώτερη γεννητική λοίμωξη ή άλλη επείγουσα αιτία | Δεν αρκεί απλή καλλιέργεια κολπικού |
Ο πίνακας είναι προσανατολιστικός και όχι διαγνωστικός. Το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να εμφανίζεται σε περισσότερες από μία καταστάσεις, ενώ μπορεί να συνυπάρχουν δύο διαφορετικά προβλήματα.
Η εμφάνιση των εκκρίσεων δεν αρκεί για διάγνωση
Το χρώμα και η σύσταση των εκκρίσεων προσφέρουν ενδείξεις, αλλά δεν επιβεβαιώνουν το αίτιο. Παχύρρευστες λευκές εκκρίσεις μπορεί να εμφανιστούν στην Candida, όμως μερικές γυναίκες με μυκητίαση έχουν ελάχιστες εκκρίσεις. Η οσμή μπορεί να αυξάνεται στη βακτηριακή κολπίτιδα, αλλά επηρεάζεται και από την περίοδο, τη σεξουαλική επαφή ή το σπέρμα. Κιτρινωπές εκκρίσεις δεν σημαίνουν υποχρεωτικά τριχομονάδα.
Η εντόπιση των συμπτωμάτων βοηθά επίσης. Έντονος εξωτερικός κνησμός και ερυθρότητα κατευθύνουν περισσότερο προς αιδοιοκολπική φλεγμονή, ενώ βλεννοπυώδες έκκριμα από τον τράχηλο, αιμορραγία μετά την επαφή ή ευαισθησία χαμηλά στην κοιλιά χρειάζονται διαφορετική γυναικολογική αξιολόγηση. Πυρετός, έντονος πυελικός πόνος και κακουχία δεν θεωρούνται τυπικά συμπτώματα μιας απλής κολπίτιδας.
4Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να δείξει;
Μια σωστά επιλεγμένη καλλιέργεια μπορεί να αναδείξει ανάπτυξη Candida ή ορισμένων βακτηρίων και, όπου υπάρχει κλινική ένδειξη, να επιτρέψει ταυτοποίηση και έλεγχο ευαισθησίας. Η καλλιέργεια μυκήτων είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε επίμονη ή υποτροπιάζουσα αιδοιοκολπική καντιντίαση, σε άτυπη εικόνα ή όταν υπάρχει υποψία για μη albicans είδος.
Αντίθετα, η βακτηριακή κολπίτιδα δεν είναι απλώς λοίμωξη από ένα μεμονωμένο μικρόβιο. Είναι διαταραχή του κολπικού μικροβιώματος και η διάγνωση βασίζεται σε συνολική αξιολόγηση, όπως κλινικά κριτήρια, pH, μικροσκόπηση/χρώση Gram ή κατάλληλο μοριακό τεστ. Η απλή αναγραφή «Gardnerella» σε μια καλλιέργεια δεν ισοδυναμεί αυτόματα με συμπτωματική βακτηριακή κολπίτιδα.
Για χλαμύδια και γονόκοκκο η προτιμώμενη διαγνωστική μέθοδος είναι συνήθως NAAT/PCR από το κατάλληλο δείγμα. Για την τριχομονάδα, οι μοριακές μέθοδοι έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία από την απλή άμεση μικροσκόπηση, ενώ η καλλιέργεια χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις. Επομένως, πριν από τη λήψη πρέπει να είναι σαφές ποιο παθογόνο αναζητείται.
Τι μπορεί να περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη εργαστηριακή απάντηση;
Ανάλογα με το εργαστήριο και το παραπεμπτικό, η απάντηση μπορεί να αναφέρει την άμεση μικροσκοπική εικόνα, παρουσία ζυμομυκήτων ή ψευδοϋφών, clue cells, λευκοκύτταρα, επιθηλιακά κύτταρα, γαλακτοβακίλλους και τον χαρακτήρα της χλωρίδας. Η καλλιέργεια μπορεί να αναφέρει είδος Candida ή κλινικά σημαντικό βακτήριο και, όπου υπάρχει ένδειξη, αντιβιόγραμμα.
Ο αριθμός των λευκοκυττάρων είναι χρήσιμος αλλά όχι απόλυτος. Έντονη φλεγμονή μπορεί να υποδεικνύει λοίμωξη ή τραχηλίτιδα, αλλά η απουσία πολλών λευκοκυττάρων δεν αποκλείει κάθε παθολογική κατάσταση. Αντίστοιχα, η φράση «φυσιολογική χλωρίδα» είναι καθησυχαστική μόνο όταν η λήψη και η μέθοδος ήταν κατάλληλες και τα συμπτώματα ταιριάζουν.
Το αντιβιόγραμμα έχει νόημα για συγκεκριμένα βακτήρια που θεωρούνται πραγματικά παθογόνα στο συγκεκριμένο δείγμα. Δεν απαιτείται για κάθε μικτή ανάπτυξη και δεν αποτελεί από μόνο του εντολή θεραπείας. Η επιλογή αγωγής λαμβάνει υπόψη την κλινική εικόνα, την εγκυμοσύνη, αλλεργίες, προηγούμενα φάρμακα και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.
5Candida και κολπική μυκητίαση
Η αιδοιοκολπική καντιντίαση συνδέεται συνήθως με έντονο κνησμό, κάψιμο, ερυθρότητα, ευαισθησία του αιδοίου και λευκές παχύρρευστες εκκρίσεις. Η κλινική εικόνα μπορεί όμως να είναι ηπιότερη ή άτυπη, ιδιαίτερα μετά από προηγούμενη θεραπεία.
Στις απλές και τυπικές περιπτώσεις η διάγνωση μπορεί να τεθεί από τον γιατρό με βάση την εξέταση και άμεσες εργαστηριακές μεθόδους. Η καλλιέργεια έχει μεγαλύτερη αξία όταν τα επεισόδια υποτροπιάζουν, όταν η αγωγή απέτυχε, όταν η μικροσκόπηση είναι αρνητική παρά την ισχυρή υποψία ή όταν χρειάζεται να αναγνωριστεί διαφορετικό είδος Candida.
Η ανίχνευση Candida χωρίς συμβατά συμπτώματα δεν σημαίνει πάντοτε ότι απαιτείται θεραπεία. Ο αποικισμός μπορεί να υπάρχει χωρίς ενεργή νόσο. Η απόφαση βασίζεται στη συμπτωματολογία, στα ευρήματα και στο ατομικό ιστορικό, όπως κύηση, διαβήτης, ανοσοκαταστολή ή πρόσφατη χρήση αντιβιοτικών.
Διαβάστε τον αναλυτικό οδηγό για την κολπική μυκητίαση από Candida.
Απλή και επιπλεγμένη καντιντίαση
Η απλή αιδοιοκολπική καντιντίαση αφορά συνήθως σποραδικό, ήπιο ή μέτριο επεισόδιο σε κατά τα άλλα υγιή γυναίκα, συχνότερα από Candida albicans. Η επιπλεγμένη μορφή περιλαμβάνει σοβαρή φλεγμονή, συχνές υποτροπές, μη albicans είδη, εγκυμοσύνη ή σημαντικούς επιβαρυντικούς παράγοντες. Σε αυτές τις περιπτώσεις η εργαστηριακή επιβεβαίωση και η ταυτοποίηση του είδους έχουν μεγαλύτερη πρακτική αξία.
Η μικροσκόπηση μπορεί να είναι αρνητική όταν το μυκητιακό φορτίο είναι χαμηλό ή όταν εμπλέκεται είδος που δεν σχηματίζει εύκολα εμφανείς ψευδοϋφές. Η καλλιέργεια τότε μπορεί να βοηθήσει, ιδιαίτερα αν τα συμπτώματα επιμένουν. Παρ’ όλα αυτά, η θετική καλλιέργεια χωρίς κνησμό, ερυθρότητα ή άλλα συμβατά σημεία μπορεί να αντιπροσωπεύει αποικισμό.
Η επαναλαμβανόμενη χρήση αντιμυκητιασικών χωρίς επιβεβαίωση μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση δερματολογικού ή ατροφικού προβλήματος και να επιλέξει δυσκολότερα αντιμετωπίσιμα στελέχη. Στις υποτροπές χρειάζεται οργανωμένο ιστορικό: συχνότητα επεισοδίων, σχέση με αντιβιώσεις ή κύκλο, επίπεδα γλυκόζης, κύηση και ακριβής ανταπόκριση σε κάθε προηγούμενη αγωγή.
6Βακτηριακή κολπίτιδα και Gardnerella
Η βακτηριακή κολπίτιδα είναι δυσβίωση: μειώνονται οι προστατευτικοί γαλακτοβάκιλλοι και αυξάνονται διαφορετικοί μικροοργανισμοί, συχνά μαζί με Gardnerella vaginalis. Συχνά προκαλεί λεπτόρρευστες γκριζόλευκες εκκρίσεις και χαρακτηριστική οσμή, ενώ ο έντονος κνησμός είναι λιγότερο τυπικός από ό,τι στην Candida.
Η παρουσία Gardnerella δεν αρκεί από μόνη της για να επιβεβαιώσει ενεργή βακτηριακή κολπίτιδα. Μπορεί να χρειάζονται κλινικά κριτήρια, μέτρηση pH, αναζήτηση clue cells, αξιολόγηση της χλωρίδας με χρώση Gram ή ειδικό μοριακό panel. Αυτός είναι ο λόγος που ένα θετικό εύρημα πρέπει να διαβάζεται στο σύνολο και όχι απομονωμένα.
Η σωστή διάκριση έχει θεραπευτική σημασία: τα αντιμυκητιασικά δεν θεραπεύουν βακτηριακή κολπίτιδα, ενώ η άσκοπη χρήση αντιβιοτικών μπορεί να επιδεινώσει τη διαταραχή της χλωρίδας ή να προκαλέσει Candida.
Περισσότερες πληροφορίες: Gardnerella vaginalis και ερμηνεία της κολπικής καλλιέργειας.
Πώς τεκμηριώνεται η βακτηριακή κολπίτιδα;
Η διάγνωση μπορεί να βασιστεί στα κριτήρια Amsel, τα οποία συνδυάζουν χαρακτηριστικές εκκρίσεις, αυξημένο κολπικό pH, θετική δοκιμασία αμινών και clue cells, ή στην αξιολόγηση χρώσης Gram με βαθμολογία Nugent. Σε σύγχρονα εργαστήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και επικυρωμένες ειδικές δοκιμασίες. Η απλή καλλιέργεια Gardnerella έχει περιορισμένη ειδικότητα, επειδή ο μικροοργανισμός μπορεί να ανιχνεύεται και χωρίς ενεργό σύνδρομο.
Η βακτηριακή κολπίτιδα μπορεί να υποτροπιάζει επειδή η φυσιολογική χλωρίδα δεν αποκαθίσταται πλήρως, επειδή παραμένουν παράγοντες που μεταβάλλουν το pH ή επειδή σχηματίζεται πολυμικροβιακό βιοφίλμ. Αυτό δεν σημαίνει αυτόματα «αντοχή» ούτε ότι απαιτείται συνεχής αλλαγή αντιβιοτικών. Πρώτα πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι τα νέα συμπτώματα οφείλονται ξανά στην ίδια κατάσταση.
7Τριχομονάδα
Η Trichomonas vaginalis είναι σεξουαλικώς μεταδιδόμενο πρωτόζωο. Μπορεί να προκαλέσει αυξημένες ή αφρώδεις εκκρίσεις, οσμή, κάψιμο, κνησμό, δυσφορία στην ούρηση ή στην επαφή, αλλά αρκετές λοιμώξεις είναι ήπιες ή ασυμπτωματικές.
Η άμεση μικροσκόπηση είναι γρήγορη, αλλά η ευαισθησία της μειώνεται αν το δείγμα δεν εξεταστεί αμέσως. Οι μοριακές εξετάσεις NAAT είναι πιο ευαίσθητες και προτιμώνται όταν είναι διαθέσιμες. Η καλλιέργεια για τριχομονάδα αποτελεί ειδική μέθοδο και δεν πρέπει να συγχέεται με τη συνήθη βακτηριακή καλλιέργεια κολπικού.
Ένα θετικό αποτέλεσμα χρειάζεται ιατρική αντιμετώπιση και αξιολόγηση του ή των σεξουαλικών συντρόφων, επειδή η επαναλοίμωξη είναι συχνή όταν δεν αντιμετωπίζονται ταυτόχρονα οι επαφές. Συνήθως συστήνεται και έλεγχος για άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, ανάλογα με το ιστορικό.
Γιατί χρειάζεται σαφής διάγνωση;
Η τριχομονάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν απλή διαταραχή της χλωρίδας. Επειδή μεταδίδεται σεξουαλικά, η διάγνωση επηρεάζει τη θεραπεία των συντρόφων, τις οδηγίες αποχής μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής και την πρόληψη επαναλοίμωξης. Μια γυναίκα μπορεί να έχει ήπια συμπτώματα, ενώ ο σύντροφος να είναι ασυμπτωματικός.
Η απλή μικροσκόπηση μπορεί να δώσει γρήγορη απάντηση όταν το νωπό παρασκεύασμα εξετάζεται άμεσα, αλλά ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει με ασφάλεια τη λοίμωξη. Όταν η κλινική υποψία παραμένει, ζητείται ειδικότερο τεστ. Δεν χρειάζεται εκτεταμένη ανάλυση για κάθε κολπίτιδα, αλλά πρέπει να αναφέρεται καθαρά στο παραπεμπτικό όταν η τριχομονάδα αποτελεί διαγνωστικό ενδεχόμενο.
8Κολπικό ή τραχηλικό δείγμα;
Το κολπικό δείγμα χρησιμοποιείται κυρίως για τη διερεύνηση κολπίτιδας και αλλαγών στο κολπικό περιβάλλον. Το τραχηλικό δείγμα λαμβάνεται όταν το κλινικό ερώτημα αφορά τον τράχηλο, όπως τραχηλίτιδα, βλεννοπυώδεις εκκρίσεις, αιμορραγία μετά την επαφή ή συγκεκριμένη υποψία για παθογόνο.
Για χλαμύδια και γονόκοκκο, το κατάλληλο δείγμα και η μέθοδος εξαρτώνται από το τεστ. Στις γυναίκες, ένα κολπικό επίχρισμα για NAAT είναι συχνά εξαιρετικά κατάλληλο, ενώ σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί τραχηλικό δείγμα ή ούρα πρώτης ροής. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το ανατομικό σημείο, αλλά ο συνδυασμός σωστού δείγματος και σωστής μεθόδου.
Για αναλυτική σύγκριση δείτε την ενότητα καλλιέργεια κολπικού ή τραχηλικού επιχρίσματος. Για τα χλαμύδια υπάρχει ξεχωριστός οδηγός: Χλαμύδια – συμπτώματα, μετάδοση και εξετάσεις.
Η σωστή ανατομική θέση αλλάζει την απάντηση
Ένα κολπικό δείγμα μπορεί να είναι εξαιρετικό για την αξιολόγηση κολπικής χλωρίδας και για ειδικές εξετάσεις, αλλά δεν αντικαθιστά πάντοτε την εξέταση του τραχήλου. Αν υπάρχει βλεννοπυώδες τραχηλικό έκκριμα, ευαισθησία, αιμορραγία μετά από επαφή ή υποψία πυελικής φλεγμονής, η γυναικολογική εξέταση καθορίζει ποιο επιπλέον δείγμα χρειάζεται.
Η αυτοληψία κολπικού επιχρίσματος μπορεί να είναι κατάλληλη για ορισμένες ειδικές εξετάσεις όταν παρέχονται σαφείς οδηγίες και κατάλληλο kit. Δεν ισχύει όμως για κάθε καλλιέργεια ή για κάθε κλινική κατάσταση. Σε έντονα συμπτώματα, κύηση, αιμορραγία ή υποψία τραχηλικής νόσου προτιμάται λήψη από επαγγελματία υγείας ώστε να αξιολογηθεί ταυτόχρονα η περιοχή.
9Καλλιέργεια και μικροσκόπηση: πότε χρειάζεται ειδικό τεστ;
Η καλλιέργεια και η μικροσκόπηση παραμένουν οι βασικές εργαστηριακές προσεγγίσεις όταν το ερώτημα αφορά Candida, τη μορφολογία της κολπικής χλωρίδας, φλεγμονώδη κύτταρα ή μικροοργανισμούς που μπορούν να αναπτυχθούν σε κατάλληλα θρεπτικά υλικά. Η καλλιέργεια μπορεί να επιτρέψει ταυτοποίηση και, όπου ενδείκνυται, έλεγχο ευαισθησίας. Η μικροσκόπηση προσφέρει άμεση εικόνα για ζυμομύκητες, ψευδοϋφές, clue cells, γαλακτοβακίλλους και βαθμό φλεγμονής.
Ειδικός μοριακός έλεγχος ζητείται κυρίως όταν υπάρχει σαφής υποψία για παθογόνα που δεν αξιολογούνται αξιόπιστα με μια συνηθισμένη καλλιέργεια, όπως τα χλαμύδια ή ο γονόκοκκος, και σε επιλεγμένες περιπτώσεις τριχομονάδας. Δεν χρειάζεται να γίνεται εκτεταμένο μοριακό panel σε κάθε κνησμό ή έκκριση. Η εξέταση πρέπει να επιλέγεται με βάση το ιστορικό, τα συμπτώματα και το είδος του δείγματος.
10Προετοιμασία πριν από την εξέταση
Οι ακριβείς οδηγίες μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με το είδος της εξέτασης και το εργαστήριο. Γενικά, είναι προτιμότερο να μην έχουν χρησιμοποιηθεί κολπικές κρέμες, υπόθετα, αντισηπτικά, πλύσεις ή λιπαντικά πριν από τη λήψη, επειδή μπορούν να μεταβάλουν τη χλωρίδα ή να μειώσουν την ανίχνευση του παθογόνου.
Συχνά συστήνεται αποχή από σεξουαλική επαφή για περίπου 24 ώρες και αποφυγή τοπικών σκευασμάτων για 48 ώρες, εκτός αν ο γιατρός ή το εργαστήριο έχει δώσει διαφορετική οδηγία. Η εξέταση συνήθως προγραμματίζεται εκτός έντονης εμμήνου ρύσεως, αλλά σε επείγουσα κλινική ανάγκη δεν πρέπει να καθυστερεί χωρίς ιατρική συμβουλή.
Πρέπει να αναφέρονται πρόσφατα αντιβιοτικά, αντιμυκητιασικά ή κολπικές θεραπείες. Δεν διακόπτεται συνταγογραφημένη αγωγή χωρίς οδηγία. Αν έχει ήδη αρχίσει θεραπεία, το εργαστήριο και ο θεράπων γιατρός πρέπει να το γνωρίζουν, επειδή ένα αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι δυσκολότερο να ερμηνευτεί.
Ποια χρονική στιγμή είναι καλύτερη;
Ιδανικά, η λήψη γίνεται όσο τα συμπτώματα είναι ενεργά και πριν από νέα τοπική ή συστηματική θεραπεία, εφόσον αυτό είναι ιατρικά ασφαλές. Η πολύ μεγάλη καθυστέρηση μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα μπορεί να μειώσει τη διαγνωστική απόδοση. Αντίθετα, η λήψη αμέσως μετά από υπόθετο, κρέμα ή αντισηπτικό μπορεί να δώσει παραπλανητική εικόνα.
Η φάση του κύκλου δεν καθορίζει από μόνη της την ποιότητα, αλλά η έντονη αιμορραγία μπορεί να δυσκολέψει τη μικροσκόπηση και την αξιολόγηση του pH. Ελαφρά κηλίδωση δεν ακυρώνει πάντοτε την εξέταση. Το εργαστήριο πρέπει να ενημερώνεται, ώστε να αποφασίζεται αν η λήψη θα γίνει ή θα μετατεθεί.
Η εξωτερική καθαριότητα γίνεται φυσιολογικά με νερό και ήπιο προϊόν, χωρίς εσωτερικές πλύσεις. Δεν χρειάζεται υπερβολικό πλύσιμο πριν από τη λήψη, γιατί μπορεί να ερεθίσει την περιοχή και να αλλάξει προσωρινά το περιβάλλον.
11Πώς γίνεται η λήψη του δείγματος;
Η λήψη γίνεται με αποστειρωμένο στυλεό από το κατάλληλο σημείο του κόλπου. Αν χρειάζεται γυναικολογική εξέταση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί κολποδιαστολέας ώστε να υπάρχει σωστή ορατότητα και να ληφθεί δείγμα χωρίς επιμόλυνση. Όταν το ερώτημα αφορά τραχηλίτιδα ή συγκεκριμένο τραχηλικό παθογόνο, η λήψη γίνεται από τον τράχηλο ή χρησιμοποιείται άλλο κατάλληλο δείγμα.
Ο στυλεός τοποθετείται αμέσως στο σωστό μέσο μεταφοράς. Διαφορετικές εξετάσεις μπορεί να απαιτούν διαφορετικούς στυλεούς ή δοχεία. Για τον λόγο αυτό δεν είναι ασφαλές να θεωρείται ότι ένα μόνο δείγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκ των υστέρων για κάθε πιθανή εξέταση.
Η ποιότητα της λήψης επηρεάζει άμεσα την αξιοπιστία. Το δείγμα πρέπει να προέρχεται από το σωστό σημείο, να έχει ληφθεί πριν από παρεμβάσεις που αλλοιώνουν τη χλωρίδα και να μεταφερθεί με τις κατάλληλες συνθήκες. Η σωστή σήμανση και το σαφές κλινικό ερώτημα βοηθούν επίσης το εργαστήριο να εφαρμόσει τη σωστή διαδικασία.
Λήψη, μεταφορά και ποιότητα δείγματος
Η λήψη δεν είναι απλώς επαφή του στυλεού με τις εκκρίσεις. Ο επαγγελματίας υγείας επιλέγει το σημείο με βάση την εικόνα, αποφεύγει επαφή με δέρμα ή υλικά που μπορεί να επιμολύνουν το δείγμα και χρησιμοποιεί τον σωστό στυλεό. Αν χρειάζονται περισσότερες μέθοδοι, μπορεί να απαιτούνται διαφορετικά δείγματα και συγκεκριμένη σειρά λήψης.
Μετά τη λήψη, ο χρόνος και οι συνθήκες μεταφοράς επηρεάζουν ιδιαίτερα την άμεση μικροσκόπηση και ορισμένους ευαίσθητους μικροοργανισμούς. Το δείγμα πρέπει να φτάνει στο εργαστήριο στο προβλεπόμενο μέσο και να επεξεργάζεται σύμφωνα με το πρωτόκολλο. Η ακατάλληλη φύλαξη μπορεί να μειώσει την επιβίωση παθογόνων ή να επιτρέψει υπερανάπτυξη μη σημαντικής χλωρίδας.
12Πονάει η εξέταση;
Η λήψη κολπικού επιχρίσματος συνήθως δεν προκαλεί πόνο. Οι περισσότερες γυναίκες αισθάνονται μικρή πίεση ή παροδική ενόχληση που διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα. Αν υπάρχει έντονη φλεγμονή, ξηρότητα, ατροφία, κολεόσπασμος ή σημαντικό άγχος, η διαδικασία μπορεί να είναι πιο δυσάρεστη.
Είναι χρήσιμο να ενημερωθεί ο επαγγελματίας υγείας για προηγούμενη επώδυνη εμπειρία, έντονη ευαισθησία ή φόβο. Η ήρεμη επικοινωνία, η προσεκτική τεχνική και η χρήση κατάλληλου μεγέθους κολποδιαστολέα όπου απαιτείται μπορούν να μειώσουν σημαντικά την ενόχληση.
Η εξέταση δεν χρειάζεται αναισθησία και δεν απαιτεί χρόνο ανάρρωσης. Μια μικρή παροδική ενόχληση ή ελάχιστη σταγονοειδής αιμόρροια μπορεί να εμφανιστεί μετά από τραχηλική λήψη, αλλά επίμονη αιμορραγία ή έντονος πόνος χρειάζονται επικοινωνία με γιατρό.
13Πότε βγαίνουν τα αποτελέσματα;
Ο χρόνος εξαρτάται από τη μέθοδο. Η άμεση μικροσκόπηση μπορεί να δώσει πληροφορίες την ίδια ημέρα. Η συνήθης βακτηριακή καλλιέργεια χρειάζεται συχνά 24–72 ώρες, ενώ η ταυτοποίηση και το αντιβιόγραμμα μπορεί να παρατείνουν τον χρόνο. Η καλλιέργεια μυκήτων μπορεί να χρειάζεται περισσότερες ημέρες, ανάλογα με το είδος και το πρωτόκολλο.
Οι μοριακές εξετάσεις μπορεί να ολοκληρώνονται γρήγορα, αλλά ο χρόνος εξαρτάται από το αν εκτελούνται καθημερινά, σε παρτίδες ή σε συνεργαζόμενο εργαστήριο. Το εργαστήριο πρέπει να ενημερώνει αν πρόκειται για προκαταρκτικό ή τελικό αποτέλεσμα.
Η αναμονή δεν πρέπει να οδηγεί σε αυθαίρετη έναρξη ή αλλαγή θεραπείας, εκτός αν το έχει συστήσει ο γιατρός. Σε έντονα συμπτώματα ή υψηλή κλινική υποψία μπορεί να αποφασιστεί εμπειρική αντιμετώπιση μετά τη λήψη, αλλά αυτή είναι ιατρική απόφαση και όχι γενικός κανόνας.
Γιατί ο χρόνος δεν είναι ίδιος για όλα τα ευρήματα;
Ορισμένα βακτήρια αναπτύσσονται γρήγορα, ενώ οι μύκητες μπορεί να χρειάζονται περισσότερη επώαση. Αν απομονωθεί κλινικά σημαντικός μικροοργανισμός, ακολουθεί ταυτοποίηση και ενδεχομένως έλεγχος ευαισθησίας, ο οποίος παρατείνει την ολοκλήρωση της απάντησης. Έτσι, μια αρχική ενημέρωση «υπάρχει ανάπτυξη» δεν είναι πάντοτε το τελικό αποτέλεσμα.
Η ποιότητα είναι σημαντικότερη από την ταχύτητα. Μια βιαστική απάντηση χωρίς επαρκή επώαση μπορεί να χάσει αργά αναπτυσσόμενο εύρημα, ενώ η άσκοπη παράταση δεν προσθέτει αξία όταν το πρωτόκολλο έχει ολοκληρωθεί. Ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει πότε αναμένεται τελικό αποτέλεσμα και αν θα υπάρξει συμπληρωματική ενημέρωση.
14Τι σημαίνει αρνητικό αποτέλεσμα;
Αρνητικό αποτέλεσμα σημαίνει ότι δεν ανιχνεύθηκε ή δεν αναπτύχθηκε ο μικροοργανισμός που αναζητήθηκε με τη συγκεκριμένη μέθοδο στο συγκεκριμένο δείγμα. Δεν σημαίνει ότι αποκλείστηκε κάθε πιθανή αιτία κολπικών συμπτωμάτων.
Ένα αποτέλεσμα μπορεί να είναι αρνητικό επειδή το αίτιο είναι μη λοιμώδες, επειδή αναζητήθηκε λάθος παθογόνο ή χρησιμοποιήθηκε μέθοδος που δεν είναι η καταλληλότερη. Πρόσφατη θεραπεία, μικρή ποσότητα παθογόνου, ακατάλληλη λήψη ή καθυστέρηση μεταφοράς μπορούν επίσης να επηρεάσουν την απόδοση.
Σε επίμονα συμπτώματα χρειάζεται επανεκτίμηση. Ο γιατρός μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο ατροφικής κολπίτιδας, δερματίτιδας, αλλεργικού ή χημικού ερεθισμού, αιδοιοδυνίας, τραχηλίτιδας, λοίμωξης του ουροποιητικού ή άλλης γυναικολογικής κατάστασης. Η επανάληψη της ίδιας εξέτασης χωρίς νέο κλινικό ερώτημα δεν είναι πάντα η καλύτερη επιλογή.
Πιθανές αιτίες ψευδώς αρνητικής ή μη διαγνωστικής απάντησης
Πρόσφατη θεραπεία, λήψη από λάθος σημείο, πολύ μικρή ποσότητα δείγματος, καθυστέρηση στη μεταφορά ή αναζήτηση παθογόνου με ακατάλληλη μέθοδο μπορούν να μειώσουν την απόδοση. Επίσης, τα συμπτώματα μπορεί να είναι διαλείποντα και το μικροβιακό φορτίο χαμηλότερο τη στιγμή της λήψης.
Υπάρχουν και αποτελέσματα που δεν είναι αυστηρά «αρνητικά», αλλά μη ειδικά: μικτή χλωρίδα, ανεπαρκές υλικό ή ανάπτυξη που θεωρείται πιθανή επιμόλυνση. Αυτά δεν πρέπει να μετατρέπονται ούτε σε βεβαιότητα λοίμωξης ούτε σε απόλυτο αποκλεισμό. Η επανάληψη έχει νόημα όταν διορθώνεται ένας συγκεκριμένος λόγος αποτυχίας και όχι μηχανικά.
15Τι σημαίνει θετικό αποτέλεσμα;
Θετικό αποτέλεσμα σημαίνει ότι ανιχνεύθηκε συγκεκριμένο εργαστηριακό εύρημα. Η κλινική σημασία του εξαρτάται από το είδος του μικροοργανισμού, την ποσότητα ή τον τρόπο ανίχνευσης, τα συμπτώματα, την κύηση, την προηγούμενη αγωγή και τη συνολική εικόνα.
Η Candida μπορεί να αποτελεί ενεργή αιτία συμπτωμάτων ή απλό αποικισμό. Η Gardnerella μπορεί να συνδέεται με βακτηριακή κολπίτιδα, αλλά δεν επιβεβαιώνει μόνη της τη διάγνωση. Η ανίχνευση χλαμυδίων, γονόκοκκου ή τριχομονάδας έχει διαφορετική σημασία και απαιτεί ειδική διαχείριση, συχνά με αξιολόγηση συντρόφων και έλεγχο για άλλα ΣΜΝ.
Το αντιβιόγραμμα, όταν υπάρχει και είναι κλινικά κατάλληλο, βοηθά στην επιλογή αντιμικροβιακής θεραπείας. Δεν πρέπει όμως να οδηγεί μηχανικά σε θεραπεία κάθε μικροοργανισμού που αναπτύχθηκε. Η τελική απόφαση λαμβάνει υπόψη αν το εύρημα εξηγεί πραγματικά την κλινική εικόνα.
Αποικισμός, επιμόλυνση ή πραγματική λοίμωξη;
Η ερμηνεία θετικού αποτελέσματος βασίζεται σε τρία ερωτήματα: μπορεί ο μικροοργανισμός να αποτελεί φυσιολογικό ή παροδικό αποικιστή; ταιριάζει με τα συμπτώματα και τη μικροσκοπική εικόνα; και έχει ληφθεί το δείγμα με τρόπο που περιορίζει την επιμόλυνση; Η απάντηση δεν είναι ίδια για Candida, Gardnerella, εντερικά βακτήρια ή ένα σαφές σεξουαλικώς μεταδιδόμενο παθογόνο.
Η ένδειξη «πολλή ανάπτυξη» μπορεί να ενισχύει την κλινική σημασία, αλλά δεν αντικαθιστά το ιστορικό. Αντίστροφα, μικρή ανάπτυξη μπορεί να είναι σημαντική σε ειδικές συνθήκες ή να μην έχει καμία θεραπευτική συνέπεια. Ο γιατρός αξιολογεί επίσης αν υπάρχει μικτή λοίμωξη, επειδή η θεραπεία ενός μόνο ευρήματος μπορεί να μην εξηγήσει την επιμονή των συμπτωμάτων.
16Υποτροπιάζουσες κολπίτιδες
Όταν τα επεισόδια επανέρχονται, το πρώτο βήμα είναι να επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται πράγματι για επαναλαμβανόμενη λοίμωξη και όχι για διαφορετικές καταστάσεις με παρόμοια συμπτώματα. Πολλές γυναίκες λαμβάνουν επανειλημμένα αντιμυκητιασικά επειδή κάθε κνησμός θεωρείται Candida, ενώ μπορεί να υπάρχει βακτηριακή κολπίτιδα, δερματίτιδα, ατροφία ή άλλο πρόβλημα.
Στην υποτροπιάζουσα Candida μπορεί να χρειάζεται καλλιέργεια και ταυτοποίηση είδους. Σε επαναλαμβανόμενη βακτηριακή κολπίτιδα πρέπει να επανεκτιμάται η διάγνωση, η συμμόρφωση, οι εκλυτικοί παράγοντες και το ενδεχόμενο άλλης ή μικτής λοίμωξης. Σε τριχομονάδα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η επαναλοίμωξη από μη θεραπευμένο σύντροφο.
Παράγοντες όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η συχνή χρήση αντιβιοτικών, η ανοσοκαταστολή, η κύηση, οι ορμονικές μεταβολές και η υπερβολική χρήση τοπικών προϊόντων μπορεί να συμβάλλουν. Η διερεύνηση πρέπει να είναι στοχευμένη και όχι να μετατρέπεται σε αδιάκριτο panel χωρίς συγκεκριμένο ερώτημα.
Χρήσιμο είναι να καταγράφονται η ημερομηνία κάθε επεισοδίου, η σχέση με τον κύκλο, η προηγούμενη αντιβίωση, το είδος της θεραπείας και η διάρκεια της βελτίωσης. Αυτές οι πληροφορίες βοηθούν να διακριθεί μια πραγματική υποτροπή από μια νέα, διαφορετική αιτία. Αν τα συμπτώματα εμφανίζονται σχεδόν αμέσως μετά το τέλος της αγωγής, πρέπει να εξετάζεται αν η αρχική διάγνωση ήταν σωστή, αν υπήρξε ανεπαρκής ανταπόκριση ή αν συνυπάρχει μη λοιμώδης ερεθισμός.
Η χρήση προβιοτικών, ειδικών καθαριστικών ή συμπληρωμάτων δεν πρέπει να αντικαθιστά την τεκμηριωμένη διάγνωση. Ορισμένες γυναίκες μπορεί να αναφέρουν υποκειμενική βελτίωση, αλλά η αποτελεσματικότητα διαφέρει ανά προϊόν και κλινική κατάσταση. Επίσης, οι συνεχείς κολπικές πλύσεις μπορεί να διαταράξουν περισσότερο το μικροβίωμα. Η βασική στρατηγική παραμένει η επιβεβαίωση της αιτίας, η στοχευμένη θεραπεία και η επανεκτίμηση όταν τα συμπτώματα επιμένουν.
Οργανωμένη προσέγγιση στις υποτροπές
Χρήσιμο είναι να καταγράφονται ημερομηνίες, συμπτώματα, αποτελέσματα εξετάσεων και αγωγές. Έτσι φαίνεται αν πρόκειται για πραγματικά επαναλαμβανόμενα επεισόδια του ίδιου τύπου ή για διαφορετικά προβλήματα. Η σχέση με περίοδο, σεξουαλική επαφή, αντιβίωση, πισίνα, υγρασία ή νέα προϊόντα υγιεινής μπορεί να προσφέρει ενδείξεις, αλλά δεν αποδεικνύει αιτιότητα.
Η επανεκτίμηση μπορεί να περιλαμβάνει γυναικολογική εξέταση, μικροσκόπηση, καλλιέργεια μυκήτων με ταυτοποίηση, αξιολόγηση βακτηριακής κολπίτιδας, έλεγχο σακχάρου όταν υπάρχει ένδειξη και διερεύνηση δερματολογικών παθήσεων του αιδοίου. Δεν χρειάζεται να ζητούνται όλα σε κάθε γυναίκα. Η προσέγγιση προσαρμόζεται στην εικόνα και στα προηγούμενα τεκμηριωμένα επεισόδια.
Η πλήρης υποχώρηση των συμπτωμάτων μετά από θεραπεία είναι επίσης πληροφορία. Αν ο κνησμός επιμένει ενώ η μικροβιολογική εικόνα έχει αποκατασταθεί, πρέπει να εξεταστεί ερεθισμός από τοπικά φάρμακα, δερματίτιδα ή άλλη μη λοιμώδης αιτία αντί να επαναλαμβάνεται αμέσως η ίδια αγωγή.
17Καλλιέργεια κολπικού στην εγκυμοσύνη
Στην εγκυμοσύνη οι εκκρίσεις συχνά αυξάνονται φυσιολογικά. Όταν όμως συνοδεύονται από κνησμό, κάψιμο, οσμή, πόνο, αιμορραγία ή έντονη αλλαγή χρώματος, χρειάζεται αξιολόγηση. Η σωστή διάγνωση είναι σημαντική ώστε να αποφεύγονται τόσο η αδικαιολόγητη θεραπεία όσο και η παράβλεψη μιας λοίμωξης.
Η λήψη κολπικού επιχρίσματος μπορεί να γίνει στην κύηση όταν υπάρχει ένδειξη. Η επιλογή μεθόδου εξαρτάται από το πιθανό αίτιο. Δεν είναι κάθε κολπική ενόχληση Candida και δεν είναι κάθε θετικό εύρημα λόγος για την ίδια αγωγή. Η θεραπεία καθορίζεται από τον μαιευτήρα ή τον θεράποντα ιατρό με βάση την εβδομάδα κύησης και το παθογόνο.
Ο προληπτικός έλεγχος για GBS στο τέλος της κύησης είναι διαφορετική διαδικασία από τον έλεγχο συμπτωματικής κολπίτιδας. Για το συνολικό πρόγραμμα εξετάσεων δείτε τη σελίδα προγεννητικός έλεγχος στη Λαμία.
Τι αλλάζει στην κύηση;
Οι ορμονικές μεταβολές αυξάνουν συχνά τις φυσιολογικές λευκωπές εκκρίσεις και μπορούν να ευνοήσουν την Candida. Παράλληλα, η επιλογή φαρμάκου είναι πιο περιορισμένη και εξαρτάται από την εβδομάδα κύησης. Για αυτό η αυτοθεραπεία με παλαιό σκεύασμα ή αγωγή που είχε χρησιμοποιηθεί πριν από την εγκυμοσύνη δεν είναι ασφαλής πρακτική.
Συμπτώματα όπως υδαρείς εκκρίσεις, αιμορραγία, συσπάσεις, πυρετός ή πόνος χρειάζονται άμεση μαιευτική αξιολόγηση και δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα σε κολπίτιδα. Ιδίως οι συνεχείς υδαρείς απώλειες μπορεί να χρειάζονται αποκλεισμό ρήξης υμένων.
Η εργαστηριακή απάντηση πρέπει να αναφέρει ότι η γυναίκα είναι έγκυος, επειδή η κλινική σημασία ορισμένων ευρημάτων και η θεραπευτική επιλογή διαφέρουν. Η τελική απόφαση λαμβάνεται από τον μαιευτήρα σε συνδυασμό με την εβδομάδα κύησης και τα συμπτώματα.
18Στρεπτόκοκκος ομάδας Β – GBS
Ο στρεπτόκοκκος ομάδας Β, Streptococcus agalactiae, μπορεί να αποικίζει το γαστρεντερικό και το γεννητικό σύστημα χωρίς να προκαλεί συμπτώματα. Στην κύηση η ανίχνευσή του έχει ειδική σημασία, επειδή καθοδηγεί την ενδοτοκική αντιβιοτική προφύλαξη για τη μείωση του κινδύνου πρώιμης νεογνικής νόσου.
Ο καθολικός έλεγχος προγραμματίζεται συνήθως μεταξύ 36+0 και 37+6 εβδομάδων κύησης, εκτός αν υπάρχει διαφορετική μαιευτική οδηγία ή ειδικός λόγος που αλλάζει τη διαχείριση. Η σωστή λήψη είναι κολποορθική και δεν ταυτίζεται με μια τυπική καλλιέργεια κολπικού για συμπτώματα κολπίτιδας.
Ένα θετικό GBS δεν σημαίνει ότι η έγκυος έχει απαραίτητα ενεργή κολπίτιδα ούτε ότι χρειάζεται πάντοτε θεραπεία εκείνη τη στιγμή. Η βασική σημασία του είναι ο σχεδιασμός της προφύλαξης κατά τον τοκετό, σύμφωνα με τις οδηγίες του μαιευτήρα.
Αναλυτικά: GBS – καλλιέργεια, έλεγχος στην εγκυμοσύνη και ερμηνεία.
Σωστή λήψη για τον έλεγχο GBS
Το δείγμα λαμβάνεται από τον κατώτερο κόλπο και στη συνέχεια από το ορθό με τον ίδιο ή τους προβλεπόμενους στυλεούς, χωρίς να απαιτείται κολποδιαστολέας. Η κολποορθική λήψη αυξάνει την ευαισθησία σε σχέση με ένα δείγμα μόνο από τον κόλπο. Το παραπεμπτικό πρέπει να αναφέρει καθαρά ότι πρόκειται για προγεννητικό έλεγχο GBS.
Αν έχει ήδη ανιχνευθεί GBS στα ούρα κατά την κύηση ή υπάρχει προηγούμενο νεογνό με πρώιμη νόσο από GBS, η μαιευτική διαχείριση μπορεί να είναι διαφορετική και ο συνήθης έλεγχος στο τέλος της κύησης να μην αλλάζει την ένδειξη προφύλαξης. Αυτές οι αποφάσεις ανήκουν στον μαιευτήρα και δεν βασίζονται μόνο σε μια νέα κολπική καλλιέργεια.
19Συχνά λάθη που αλλοιώνουν το αποτέλεσμα
Το συχνότερο λάθος είναι η έναρξη αντιμυκητιασικού ή αντιβιοτικού πριν από τη λήψη χωρίς να ενημερωθεί το εργαστήριο. Η θεραπεία μπορεί να μειώσει προσωρινά το μικροβιακό φορτίο και να οδηγήσει σε αρνητικό ή δυσκολότερα ερμηνεύσιμο αποτέλεσμα.
Άλλα λάθη είναι οι κολπικές πλύσεις, τα αντισηπτικά, τα αρωματικά προϊόντα, τα υπόθετα και οι κρέμες λίγο πριν από την εξέταση. Επίσης, η φράση «κάντε μια καλλιέργεια για όλα» δημιουργεί λανθασμένη προσδοκία. Χλαμύδια, γονόκοκκος, τριχομονάδα, Candida και βακτηριακή κολπίτιδα δεν ελέγχονται απαραίτητα με την ίδια μέθοδο ή τον ίδιο στυλεό.
Μετά την έκδοση του αποτελέσματος, συχνό λάθος είναι η αυτόματη θεραπεία κάθε μικροοργανισμού ή η απόρριψη των συμπτωμάτων επειδή η καλλιέργεια ήταν αρνητική. Η σωστή πορεία είναι: κλινική εκτίμηση, κατάλληλη λήψη, σωστή μέθοδος και ερμηνεία με βάση το σύνολο των δεδομένων.
Λάθη στην ανάγνωση της απάντησης
Ένα αντιβιόγραμμα δεν σημαίνει ότι κάθε αναγραφόμενο αντιβιοτικό είναι κατάλληλο για την ασθενή. Η επιλογή εξαρτάται από το σημείο λοίμωξης, την κύηση, αλλεργίες, αλληλεπιδράσεις και το αν ο μικροοργανισμός είναι πραγματικά υπεύθυνος. Αντίστοιχα, η απουσία αντιβιογράμματος δεν σημαίνει ότι το εργαστήριο παρέλειψε κάτι· μπορεί να μην ενδείκνυται για το συγκεκριμένο εύρημα.
Ένα ακόμη λάθος είναι η σύγκριση αποτελεσμάτων από διαφορετικά εργαστήρια χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές μέθοδοι. Η καλλιέργεια, η μικροσκόπηση και οι ειδικές δοκιμασίες δεν έχουν την ίδια ευαισθησία και δεν περιγράφουν το ίδιο βιολογικό φαινόμενο. Η σωστή σύγκριση γίνεται από γιατρό που γνωρίζει τι ακριβώς εκτελέστηκε.
20Μετά τη λήψη και πότε χρειάζεται άμεσα γιατρός
Μετά τη λήψη μπορείτε συνήθως να επιστρέψετε άμεσα στις δραστηριότητές σας. Δεν απαιτείται ειδική ξεκούραση. Ακολουθήστε τις οδηγίες του γιατρού σχετικά με σεξουαλική επαφή ή θεραπεία, ειδικά όταν υπάρχει υποψία σεξουαλικώς μεταδιδόμενης λοίμωξης.
Μέχρι να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, αποφύγετε αυθαίρετη επανάληψη φαρμάκων και επιθετικές κολπικές πλύσεις. Αν τα συμπτώματα επιδεινώνονται, επικοινωνήστε με τον γιατρό αντί να περιμένετε απλώς το αποτέλεσμα.
Άμεση ιατρική αξιολόγηση χρειάζεται όταν υπάρχει πυρετός, έντονος ή αυξανόμενος πόνος χαμηλά στην κοιλιά, λιποθυμική τάση, σημαντική αιμορραγία, εγκυμοσύνη με πόνο ή αιμορραγία, δύσοσμες εκκρίσεις μετά από γυναικολογική επέμβαση ή τοκετό, ή γενική επιδείνωση. Αυτές οι καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο με μια καλλιέργεια κολπικού.
Πρακτικές οδηγίες μέχρι την ιατρική εκτίμηση
Προτιμήστε ήπια εξωτερική υγιεινή, βαμβακερά εσώρουχα και αποφυγή αρωματικών προϊόντων ή επαναλαμβανόμενων πλύσεων. Τα μέτρα αυτά δεν θεραπεύουν λοίμωξη, αλλά μειώνουν τον πρόσθετο ερεθισμό. Μην χρησιμοποιείτε υπόλοιπα φαρμάκων από προηγούμενο επεισόδιο και μην μοιράζεστε αγωγή με άλλο άτομο.
Όταν υπάρχει πιθανότητα ΣΜΝ, είναι ασφαλέστερο να αποφεύγεται η σεξουαλική επαφή ή να χρησιμοποιείται προφυλακτικό μέχρι να υπάρξει σαφής διάγνωση και οδηγία. Σε θετικό αποτέλεσμα μπορεί να χρειάζεται ενημέρωση και θεραπεία συντρόφου. Αυτό δεν ισχύει με τον ίδιο τρόπο για Candida ή βακτηριακή κολπίτιδα, γι’ αυτό αποφεύγονται οι γενικεύσεις.
21Συχνές ερωτήσεις
Η καλλιέργεια κολπικού βρίσκει χλαμύδια;
Όχι με τη συνήθη έννοια της κοινής βακτηριακής καλλιέργειας. Για τα χλαμύδια προτιμάται ειδικός μοριακός έλεγχος NAAT/PCR από κατάλληλο δείγμα.
Η Gardnerella σημαίνει πάντοτε βακτηριακή κολπίτιδα;
Όχι. Η παρουσία της αξιολογείται μαζί με συμπτώματα, pH, μικροσκοπική εικόνα και άλλα κριτήρια. Η βακτηριακή κολπίτιδα είναι πολυμικροβιακή δυσβίωση.
Μπορεί να γίνει η εξέταση κατά την περίοδο;
Συνήθως προτιμάται εκτός έντονης αιμορραγίας, επειδή το αίμα μπορεί να επηρεάσει την αξιολόγηση. Σε επείγουσα ανάγκη ή ειδική ένδειξη ακολουθείται η οδηγία του γιατρού.
Πρέπει να σταματήσω αντιβιοτικό πριν από τη λήψη;
Δεν διακόπτετε συνταγογραφημένη θεραπεία χωρίς ιατρική οδηγία. Ενημερώστε το εργαστήριο και τον γιατρό, επειδή η αγωγή μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα.
Αν η καλλιέργεια είναι αρνητική αλλά έχω συμπτώματα;
Χρειάζεται επανεκτίμηση. Μπορεί να απαιτείται άλλη μέθοδος, διαφορετικό δείγμα ή έλεγχος μη λοιμώδους αιτίας.
Χρειάζεται καλλιέργεια μετά από κάθε θεραπεία;
Όχι. Ο επανέλεγχος εξαρτάται από το παθογόνο, την κύηση, την επιμονή των συμπτωμάτων και τις οδηγίες του γιατρού.
Η τριχομονάδα φαίνεται στην απλή καλλιέργεια;
Χρειάζεται ειδική εξέταση. Οι μοριακές μέθοδοι είναι συνήθως πιο ευαίσθητες, ενώ η ειδική καλλιέργεια τριχομονάδας δεν είναι ίδια με τη συνήθη βακτηριακή καλλιέργεια.
Πότε γίνεται ο έλεγχος GBS στην εγκυμοσύνη;
Συνήθως μεταξύ 36+0 και 37+6 εβδομάδων κύησης, εκτός αν ο μαιευτήρας έχει δώσει διαφορετική οδηγία.
Τι σημαίνει «μικτή χλωρίδα» στο αποτέλεσμα;
Σημαίνει ότι αναπτύχθηκαν ή παρατηρήθηκαν διαφορετικοί μικροοργανισμοί χωρίς ένα ξεκάθαρο κυρίαρχο παθογόνο. Μπορεί να αντανακλά φυσιολογική χλωρίδα, δυσβίωση ή επιμόλυνση και χρειάζεται ερμηνεία μαζί με τη μικροσκόπηση και τα συμπτώματα.
Χρειάζεται αντιβιόγραμμα σε κάθε θετική καλλιέργεια;
Όχι. Γίνεται όταν έχει απομονωθεί βακτήριο για το οποίο ο έλεγχος ευαισθησίας είναι τεχνικά και κλινικά χρήσιμος. Δεν ενδείκνυται για κάθε μικτή χλωρίδα, για απλό αποικισμό ή για καταστάσεις που δεν διαγιγνώσκονται με κοινή βακτηριακή καλλιέργεια.
22Κλείστε Ραντεβού και Επιστημονικές Πηγές
Η καλλιέργεια κολπικού επιχρίσματος είναι χρήσιμη όταν απαντά σε συγκεκριμένο ερώτημα. Δεν αντικαθιστά την κλινική εξέταση και δεν αποτελεί ενιαίο τεστ για όλες τις αιτίες κολπικών εκκρίσεων. Η σωστή διάγνωση μπορεί να χρειάζεται συνδυασμό καλλιέργειας, μικροσκόπησης, pH και μοριακού ελέγχου.
Μικροβιολογικός έλεγχος στη Λαμία
Έσλιν 19, 2ος όροφος • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30 • Τηλέφωνο 22310 66841
Σχετικοί οδηγοί
Επιστημονικές πηγές
https://www.cdc.gov/std/treatment-guidelines/vaginal-discharge.htm
https://www.cdc.gov/std/treatment-guidelines/chlamydia.htm
https://www.cdc.gov/std/treatment-guidelines/trichomoniasis.htm
https://www.acog.org/clinical/clinical-guidance/committee-opinion/articles/2020/02/prevention-of-group-b-streptococcal-early-onset-disease-in-newborns
https://mikrobiologikolamia.gr/mikrobiologikes-exetaseis-kalliergeies/

