Αναβολικά και Εξετάσεις Αίματος: Τι Μπορεί να Αλλάξει σε Ήπαρ, Χοληστερίνη, Αιματοκρίτη και Ορμόνες;
Τελευταία ενημέρωση:
Σύντομη απάντηση
Τα αναβολικά-ανδρογόνα στεροειδή (ΑΑΣ) μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές μεταβολές στις εξετάσεις αίματος ακόμη και σε άτομα που αισθάνονται απολύτως καλά. Μεταξύ των συχνότερων εργαστηριακών ευρημάτων είναι η αύξηση της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη, η πτώση της HDL («καλής» χοληστερίνης), η αύξηση της LDL, μεταβολές στις AST και ALT, αύξηση της CK μετά από έντονη προπόνηση και σημαντική καταστολή της φυσιολογικής παραγωγής τεστοστερόνης μέσω χαμηλών LH και FSH. Η κρεατινίνη μπορεί επίσης να είναι αυξημένη, αλλά σε άτομα με μεγάλη μυϊκή μάζα η ερμηνεία της απαιτεί προσοχή.
Ένα «φυσιολογικό» αποτέλεσμα σε μία εξέταση δεν αποδεικνύει ότι η χρήση ΑΑΣ είναι ασφαλής. Η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη γενική αίματος, λιπίδια, ηπατικές και νεφρικές παραμέτρους, CK, ορμονικό προφίλ, αρτηριακή πίεση, συμπτώματα και το χρονικό σημείο σε σχέση με τη χρήση. Οι επίσημες οδηγίες harm-reduction περιλαμβάνουν ακριβώς αυτούς τους εργαστηριακούς άξονες.
Περιεχόμενα
1. Τι είναι τα αναβολικά-ανδρογόνα στεροειδή (ΑΑΣ);
2. Γιατί αλλάζουν τις εξετάσεις αίματος;
3. Ποιες εξετάσεις έχουν τη μεγαλύτερη αξία;
4. Γενική αίματος, αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτης
5. Γιατί μπορεί να αυξηθεί ο αιματοκρίτης;
6. AST και ALT: σημαίνουν πάντα βλάβη του ήπατος;
8. Χοληστερίνη, HDL, LDL και τριγλυκερίδια
9. ApoB και καρδιαγγειακός κίνδυνος
12. CK/CPK και έντονη προπόνηση
13. Τεστοστερόνη: γιατί μια υψηλή τιμή δεν λέει όλη την αλήθεια
14. LH και FSH: βασικοί δείκτες καταστολής
16. Γονιμότητα και σπερμοδιάγραμμα
17. Σάκχαρο, HbA1c και μεταβολικός έλεγχος
18. Εξετάσεις σε γυναίκες που χρησιμοποιούν ΑΑΣ
19. Ενέσιμα σκευάσματα και έλεγχος λοιμώξεων
20. Πότε χρειάζεται επανάληψη των εξετάσεων;
1Τι είναι τα αναβολικά-ανδρογόνα στεροειδή (ΑΑΣ);
Τα αναβολικά-ανδρογόνα στεροειδή, που στο παρόν άρθρο θα αναφέρονται με την ελληνική συντομογραφία ΑΑΣ, είναι ουσίες με δράσεις παρόμοιες με εκείνες της τεστοστερόνης. Ο όρος «αναβολικό» αναφέρεται κυρίως στην επίδραση στην πρωτεϊνοσύνθεση και στη μυϊκή μάζα, ενώ ο όρος «ανδρογόνο» αφορά τις δράσεις που σχετίζονται με τα ανδρικά χαρακτηριστικά.
Δεν πρέπει να συγχέονται με τα κορτικοστεροειδή, όπως η κορτιζόνη, τα οποία αποτελούν διαφορετική κατηγορία φαρμάκων με διαφορετικές ενδείξεις και παρενέργειες. Τα ΑΑΣ χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένες ιατρικές καταστάσεις υπό ιατρική παρακολούθηση, αλλά η μη ιατρική χρήση σε πολύ υψηλότερα επίπεδα έκθεσης για αύξηση μυϊκής μάζας ή αθλητικής απόδοσης αποτελεί διαφορετικό ζήτημα.
Το άρθρο αυτό αφορά κυρίως την εργαστηριακή εικόνα: τι μπορεί να αλλάξει στη γενική αίματος, στα ηπατικά ένζυμα, στα λιπίδια, στη νεφρική λειτουργία και στις ορμόνες. Δεν αποτελεί οδηγό δοσολογίας, συνδυασμών ΑΑΣ ή «θεραπείας μετά τον κύκλο».
2Γιατί τα ΑΑΣ αλλάζουν τις εξετάσεις αίματος;
Τα ΑΑΣ δεν επηρεάζουν ένα μόνο όργανο. Η δράση των ανδρογόνων αφορά την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων, το ήπαρ, τον μεταβολισμό των λιπιδίων, το καρδιαγγειακό σύστημα και τον άξονα υποθάλαμος–υπόφυση–γονάδες. Έτσι, ένας χρήστης μπορεί ταυτόχρονα να εμφανίζει υψηλότερο αιματοκρίτη, χαμηλότερη HDL, υψηλότερη LDL και κατασταλμένες LH/FSH.
Η έκταση των μεταβολών δεν είναι ίδια σε όλους. Επηρεάζεται από το είδος της ουσίας, τη συνολική έκθεση, το αν πρόκειται για από του στόματος ή ενέσιμο σκεύασμα, άλλες ουσίες ή φάρμακα, την ένταση της άσκησης, τη μυϊκή μάζα, την ενυδάτωση και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου.
Στην προοπτική μελέτη HAARLEM, στην οποία παρακολουθήθηκαν 100 άνδρες πριν, κατά και μετά από μη ιατρική χρήση ανδρογόνων, καταγράφηκαν μεταβολές σε πολλαπλά συστήματα και όχι σε έναν μόνο εργαστηριακό δείκτη.
3Ποιες εξετάσεις έχουν τη μεγαλύτερη αξία;
Δεν υπάρχει μία μοναδική «εξέταση για αναβολικά». Για την αξιολόγηση των πιθανών επιδράσεων χρειάζεται συνδυασμός εξετάσεων. Η επίσημη καθοδήγηση της NSW Health για ασθενείς που χρησιμοποιούν ΑΑΣ περιλαμβάνει γενική αίματος, ηπατικό έλεγχο, ουρία/ηλεκτρολύτες/κρεατινίνη, λιπιδαιμικό προφίλ και ορμονικές εξετάσεις όπως LH, FSH, τεστοστερόνη, οιστραδιόλη και SHBG.
| Ομάδα | Ενδεικτικές εξετάσεις | Τι αξιολογούμε |
|---|---|---|
| Αιματολογικός | Γενική αίματος, Hb, Hct | Ερυθροκυττάρωση |
| Ήπαρ | AST, ALT, GGT, ALP, χολερυθρίνη | Ηπατοκυτταρική ή χολοστατική εικόνα |
| Λιπίδια | Ολική, HDL, LDL, TG ± ApoB | Αθηρογόνος μεταβολή |
| Νεφρά | Κρεατινίνη, eGFR, ουρία, ηλεκτρολύτες ± Cystatin C, ούρα | Νεφρική λειτουργία |
| Μύες | CK/CPK | Μυϊκή καταπόνηση/βλάβη |
| Ορμόνες | Τεστοστερόνη, LH, FSH, οιστραδιόλη, SHBG | Καταστολή του άξονα και ορμονική ισορροπία |
4Γενική αίματος, αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτης
Ένα από τα σημαντικότερα εργαστηριακά ευρήματα κατά τη χρήση ανδρογόνων είναι η αύξηση της αιμοσφαιρίνης (Hb) και του αιματοκρίτη (Hct). Τα ανδρογόνα μπορούν να διεγείρουν την ερυθροποίηση, δηλαδή την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων.
Για τον λόγο αυτό, στη γενική αίματος δεν κοιτάμε μόνο αν υπάρχει «πολυκυτταραιμία». Παρακολουθούμε την τάση: για παράδειγμα, ένας αιματοκρίτης που έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με προηγούμενη μέτρηση έχει κλινική αξία ακόμη και πριν φτάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Η προοπτική HAARLEM κατέγραψε ερυθροκυττάρωση ως μέρος των δυσμενών καρδιαγγειακών μεταβολών κατά τη χρήση ανδρογόνων.
Σε κατευθυντήριες οδηγίες για ιατρική θεραπεία με τεστοστερόνη, αιματοκρίτης πάνω από 54% θεωρείται επίπεδο που απαιτεί παρέμβαση. Αυτό το όριο προέρχεται από θεραπεία υπογοναδισμού και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «ασφαλές όριο» για μη ιατρική χρήση ΑΑΣ. Η μη φυσιολογική ή ταχεία άνοδος πρέπει να αξιολογείται νωρίτερα και στο κατάλληλο κλινικό πλαίσιο.
5Γιατί μπορεί να αυξηθεί ο αιματοκρίτης;
Η αύξηση του αιματοκρίτη σε άτομο που χρησιμοποιεί ΑΑΣ μπορεί να σχετίζεται με την ανδρογονική δράση, αλλά δεν πρέπει κάθε υψηλός αιματοκρίτης να αποδίδεται αυτόματα στα ΑΑΣ. Η αφυδάτωση μπορεί να προκαλέσει σχετική αιμοσυμπύκνωση. Το κάπνισμα, η υπνική άπνοια, η χρόνια υποξία και άλλες αιτίες δευτεροπαθούς ερυθροκυττάρωσης πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύγκριση με παλαιότερες γενικές αίματος. Ένας ασθενής που είχε σταθερά Hct 44–45% και εμφανίζει στη συνέχεια 51–52% δεν αξιολογείται με τον ίδιο τρόπο με κάποιον που βρίσκεται χρόνια στο ανώτερο όριο.
Συμπτώματα όπως έντονος πονοκέφαλος, δύσπνοια, θωρακικός πόνος, νευρολογικά συμπτώματα ή σημαντικά αυξημένη αρτηριακή πίεση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλώς με επανάληψη μιας γενικής αίματος.
6AST και ALT: σημαίνουν πάντα βλάβη του ήπατος;
Οι AST και ALT είναι από τις συχνότερες εξετάσεις που προκαλούν ανησυχία. Η χρήση ΑΑΣ, ιδιαίτερα συγκεκριμένων από του στόματος αλκυλιωμένων ανδρογόνων, έχει συσχετιστεί με ηπατικές επιπλοκές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε αυξημένη AST ή ALT σε έναν αθλητή προέρχεται αποκλειστικά από το ήπαρ.
Η AST υπάρχει σε σημαντικές ποσότητες και στους σκελετικούς μύες. Η ALT είναι περισσότερο ηπατοειδική, αλλά μπορεί επίσης να μεταβληθεί μετά από πολύ έντονη μυϊκή καταπόνηση. Έτσι, σε κάποιον που έκανε βαριά προπόνηση μία ή δύο ημέρες πριν από την αιμοληψία, η ερμηνεία πρέπει να γίνεται μαζί με την CK, την GGT, τη χολερυθρίνη και το ιστορικό.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για να αποφύγουμε δύο λάθη: ούτε να χαρακτηρίσουμε κάθε αύξηση AST ως «ηπατοτοξικότητα», ούτε όμως να θεωρήσουμε αυτόματα ότι μία αυξημένη ALT οφείλεται στο γυμναστήριο όταν υπάρχουν και άλλα παθολογικά ηπατικά ευρήματα.
Η επίσημη καθοδήγηση για ΑΑΣ συστήνει ηπατικό έλεγχο, επισημαίνοντας ότι οι διαταραχές είναι ιδιαίτερα σημαντικές σε σχέση με από του στόματος ΑΑΣ.
7GGT, ALP και χολερυθρίνη: γιατί συμπληρώνουν την εικόνα;
Η GGT, η αλκαλική φωσφατάση (ALP) και η χολερυθρίνη βοηθούν να διαχωριστεί καλύτερα μια απλή αύξηση των τρανσαμινασών από μια ευρύτερη ηπατική ή χολοστατική εικόνα.
Για παράδειγμα, υψηλή AST με πολύ υψηλή CK μετά από έντονη άσκηση και χωρίς αντίστοιχη αύξηση GGT ή χολερυθρίνης δημιουργεί διαφορετική εργαστηριακή εικόνα από αυξημένες ALT, ALP, GGT και χολερυθρίνη σε άτομο με κνησμό, σκουρόχρωμα ούρα ή ίκτερο.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν ίκτερος, έντονος κνησμός, πολύ σκούρα ούρα, ανοιχτόχρωμα κόπρανα, πόνος στο δεξιό άνω μέρος της κοιλιάς ή σημαντική αύξηση της χολερυθρίνης. Αυτά δεν αποτελούν ευρήματα που πρέπει να αποδοθούν απλώς στην προπόνηση.
8Χοληστερίνη, HDL, LDL και τριγλυκερίδια
Το λιπιδαιμικό προφίλ είναι από τα πιο σημαντικά σημεία παρακολούθησης. Τα ΑΑΣ μπορούν να προκαλέσουν πτώση της HDL και αύξηση της LDL, δημιουργώντας περισσότερο αθηρογόνο προφίλ ακόμη και σε νέο, γυμνασμένο άτομο χωρίς παχυσαρκία.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή ένας αθλητής μπορεί να έχει χαμηλό σωματικό λίπος, καλή φυσική κατάσταση και φυσιολογικό σάκχαρο, αλλά ταυτόχρονα HDL ιδιαίτερα χαμηλή και LDL σημαντικά υψηλότερη από τη συνήθη τιμή του.
Στην προοπτική HAARLEM παρατηρήθηκαν δυσμενείς μεταβολές της LDL και HDL μαζί με αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Η American College of Cardiology επισημαίνει επίσης ότι η χρήση ΑΑΣ σχετίζεται με υψηλότερη LDL, υψηλότερη ApoB και χαμηλότερη HDL.
Τα τριγλυκερίδια μπορούν επίσης να μεταβληθούν, αλλά η εικόνα δεν είναι ίδια σε όλους. Για τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο δεν αρκεί να κοιτάζουμε μόνο την ολική χοληστερίνη.
9ApoB και καρδιαγγειακός κίνδυνος: γιατί μπορεί να δώσει επιπλέον πληροφορία;
Η απολιποπρωτεΐνη Β (ApoB) αντιπροσωπεύει τον αριθμό των αθηρογόνων λιποπρωτεϊνικών σωματιδίων και μπορεί να προσφέρει πρόσθετη πληροφορία σε επιλεγμένα άτομα. Δεν είναι απαραίτητη σε κάθε απλό εργαστηριακό έλεγχο, αλλά είναι χρήσιμη όταν θέλουμε πληρέστερη εκτίμηση του αθηρογόνου φορτίου.
Η εργαστηριακή αξιολόγηση δεν πρέπει να αποσυνδέεται από την αρτηριακή πίεση. Στην HAARLEM, η μέση συστολική πίεση αυξήθηκε περίπου κατά 7 mmHg και η διαστολική κατά 3 mmHg κατά την έκθεση στα ΑΑΣ.
Επομένως, ο συνδυασμός πολύ χαμηλής HDL, αυξημένης LDL ή ApoB, υψηλού αιματοκρίτη και αυξημένης πίεσης είναι κλινικά πολύ διαφορετικός από μία μεμονωμένη οριακή τιμή χοληστερίνης.
10Κρεατινίνη και eGFR: η μεγάλη μυϊκή μάζα δυσκολεύει την ερμηνεία
Η κρεατινίνη είναι βασικός δείκτης που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του eGFR, αλλά επηρεάζεται από τη μυϊκή μάζα. Ένας πολύ μυώδης αθλητής μπορεί να έχει υψηλότερη κρεατινίνη από έναν λιγότερο μυώδη άνθρωπο με παρόμοια πραγματική νεφρική λειτουργία.
Επιπλέον, στην κρεατινίνη μπορούν να επιδράσουν η αφυδάτωση, πρόσφατη έντονη άσκηση και η διατροφή. Για τον λόγο αυτό, μια οριακά χαμηλότερη υπολογιζόμενη eGFR σε bodybuilder δεν πρέπει ούτε να αγνοείται ούτε να ερμηνεύεται μηχανικά ως χρόνια νεφρική νόσος.
Στην αξιολόγηση μπορεί να χρειαστούν επίσης γενική ούρων, λευκωματίνη/κρεατινίνη ούρων (ACR), ουρία και ηλεκτρολύτες, ανάλογα με το ιστορικό. Η επίσημη καθοδήγηση για ΑΑΣ περιλαμβάνει κρεατινίνη και ηλεκτρολύτες ακριβώς επειδή μπορεί να υπάρχει άμεση νεφρική επιβάρυνση ή επιβάρυνση σχετιζόμενη με σημαντική μυϊκή βλάβη.
11Πότε μπορεί να βοηθήσει η Cystatin C;
Όταν η μεγάλη μυϊκή μάζα κάνει δύσκολη την ερμηνεία της κρεατινίνης, η Cystatin C μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προσφέρει πρόσθετη πληροφορία για την εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας, επειδή επηρεάζεται λιγότερο άμεσα από τη μυϊκή μάζα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Cystatin C είναι «τέλεια» ή ότι πρέπει να γίνεται σε κάθε αθλητή. Η αξία της είναι μεγαλύτερη όταν υπάρχει ασυμφωνία ανάμεσα στην κρεατινίνη/eGFR και στην κλινική εικόνα ή όταν χρειάζεται ακριβέστερη εκτίμηση.
Εάν υπάρχει παράλληλα αλβουμινουρία ή πρωτεϊνουρία, επίμονη πτώση της eGFR, υπέρταση ή παθολογικό ίζημα ούρων, η αξιολόγηση πρέπει να προχωρά πέρα από την απλή εξήγηση «έχω πολλούς μυς».
12CK/CPK και έντονη προπόνηση
Η κρεατινική κινάση (CK ή CPK) είναι ένζυμο που αυξάνεται όταν υπάρχει μυϊκή καταπόνηση ή βλάβη. Μετά από βαριά προπόνηση με αντιστάσεις μπορεί να αυξηθεί πολύ περισσότερο από τα συνήθη όρια αναφοράς, ιδιαίτερα μετά από ασυνήθιστα έντονη άσκηση ή μεγάλη έκκεντρη μυϊκή επιβάρυνση.
Αυτό έχει δύο συνέπειες. Πρώτον, μια αυξημένη CK δεν αποδεικνύει από μόνη της τοξικότητα από ΑΑΣ. Δεύτερον, πολύ υψηλή CK μπορεί να εξηγήσει μέρος μιας παράλληλης αύξησης της AST και σε μικρότερο βαθμό της ALT.
Η αξιολόγηση όμως αλλάζει όταν η πολύ υψηλή CK συνοδεύεται από έντονο μυϊκό πόνο ή αδυναμία, σημαντικό οίδημα, σκουρόχρωμα ούρα, μείωση της ποσότητας ούρων ή επιδείνωση της κρεατινίνης. Τότε πρέπει να αποκλειστεί σημαντική μυϊκή βλάβη/ραβδομυόλυση και πιθανή νεφρική επιπλοκή.
13Τεστοστερόνη: γιατί μια υψηλή τιμή δεν λέει όλη την αλήθεια
Η μέτρηση της τεστοστερόνης σε άτομο που χρησιμοποιεί εξωγενή ανδρογόνα μπορεί να είναι δύσκολη στην ερμηνεία. Ανάλογα με την ουσία, το χρονικό σημείο και τη μέθοδο μέτρησης, η τεστοστερόνη μπορεί να είναι πολύ υψηλή, φυσιολογική ή ακόμη και χαμηλή χωρίς αυτό να αποτυπώνει πλήρως το συνολικό ανδρογονικό φορτίο.
Για παράδειγμα, μια πολύ υψηλή τεστοστερόνη με κατασταλμένες LH και FSH δημιουργεί ισχυρή εικόνα εξωγενούς ανδρογονικής επίδρασης. Αντίθετα, μετά τη διακοπή, μπορεί να εμφανιστεί χαμηλή τεστοστερόνη μαζί με χαμηλές ή «ακατάλληλα φυσιολογικές» γοναδοτροπίνες λόγω παρατεταμένης καταστολής του άξονα.
Η American College of Cardiology περιλαμβάνει την ολική και ελεύθερη τεστοστερόνη μαζί με LH και FSH στην εργαστηριακή αξιολόγηση αθλητών που χρησιμοποιούν ΑΑΣ.
14LH και FSH: βασικοί δείκτες καταστολής του ορμονικού άξονα
Η LH (ωχρινοτρόπος ορμόνη) και η FSH (θυλακιοτρόπος ορμόνη) παράγονται από την υπόφυση. Η LH διεγείρει φυσιολογικά τους όρχεις να παράγουν τεστοστερόνη, ενώ η FSH συμμετέχει καθοριστικά στη σπερματογένεση.
Όταν ο οργανισμός εκτίθεται σε υψηλά επίπεδα εξωγενών ανδρογόνων, ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει επαρκής ή υπερβολική ανδρογονική δράση και μειώνει τα σήματα προς τους όρχεις. Έτσι, η LH και η FSH μπορεί να γίνουν πολύ χαμηλές ή μη ανιχνεύσιμες.
Αυτή η καταστολή μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ενδογενούς τεστοστερόνης, μειωμένο όγκο όρχεων και σημαντική ελάττωση της παραγωγής σπερματοζωαρίων. Η αποκατάσταση μετά τη διακοπή είναι μεταβλητή. Σε αρκετούς άνδρες που είχαν μικρότερη διάρκεια έκθεσης ο άξονας ανακάμπτει μέσα σε μήνες, αλλά μετά από μακροχρόνια ή υψηλή έκθεση η υπογοναδική εικόνα μπορεί να επιμείνει πολύ περισσότερο.
Γι’ αυτό δεν είναι σωστό να χαρακτηρίζεται κάποιος «ορμονικά φυσιολογικός» μόνο επειδή μια τυχαία μέτρηση τεστοστερόνης βρίσκεται μέσα στα όρια αναφοράς.
15Οιστραδιόλη και SHBG: δύο εξετάσεις που συχνά χρειάζονται σωστή ερμηνεία
Μέρος της τεστοστερόνης μπορεί να μετατραπεί μέσω του ενζύμου αρωματάση σε οιστραδιόλη. Έτσι, ανάλογα με το χρησιμοποιούμενο ανδρογόνο και το συνολικό ορμονικό περιβάλλον, η οιστραδιόλη μπορεί να αυξηθεί. Αυτό μπορεί να σχετίζεται μεταξύ άλλων με γυναικομαστία ή κατακράτηση υγρών, χωρίς όμως να σημαίνει ότι κάθε σύμπτωμα αποδίδεται αποκλειστικά σε μία τιμή οιστραδιόλης.
Η SHBG, η σφαιρίνη που δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου, μπορεί επίσης να μειωθεί σημαντικά. Η μεταβολή της SHBG επηρεάζει τη σχέση ανάμεσα στην ολική και στην ελεύθερη τεστοστερόνη και είναι ένας λόγος για τον οποίο η ορμονική εικόνα δεν πρέπει να ερμηνεύεται με μία μόνο μέτρηση.
Η επίσημη guidance για ΑΑΣ συμπεριλαμβάνει τεστοστερόνη, οιστραδιόλη και SHBG μαζί με LH και FSH, ακριβώς επειδή οι εξετάσεις αυτές λειτουργούν ως ορμονικό σύνολο και όχι ως ανεξάρτητοι αριθμοί.
16ΑΑΣ, γονιμότητα και σπερμοδιάγραμμα
Η φυσιολογική ή ακόμη και πολύ υψηλή τεστοστερόνη στο αίμα δεν σημαίνει φυσιολογική παραγωγή σπερματοζωαρίων. Η σπερματογένεση εξαρτάται από την ενδοορχική τεστοστερόνη και από τη φυσιολογική διέγερση μέσω LH και FSH.
Η εξωγενής τεστοστερόνη και άλλα ΑΑΣ καταστέλλουν αυτόν τον άξονα. Έτσι μπορεί να παρατηρηθούν ολιγοσπερμία ή ακόμη και αζωοσπερμία παράλληλα με φυσιολογική μυϊκή ανάπτυξη και χωρίς εμφανή συμπτώματα.
Σε άνδρα που επιθυμεί τεκνοποίηση και έχει ιστορικό ΑΑΣ, η εξέταση δεν περιορίζεται σε τεστοστερόνη, LH και FSH. Το σπερμοδιάγραμμα αποτελεί άμεση εξέταση της συγκέντρωσης, κινητικότητας και μορφολογίας των σπερματοζωαρίων. Η ενδοκρινολογική βιβλιογραφία τονίζει ότι η αποκατάσταση των γοναδοτροπινών και της τεστοστερόνης μπορεί να προηγηθεί χρονικά της πλήρους αποκατάστασης της σπερματογένεσης.
Η χρήση εξωγενούς τεστοστερόνης δεν αποτελεί θεραπεία υπογονιμότητας· αντίθετα, μπορεί να διατηρεί κατασταλμένο τον άξονα.
17Σάκχαρο, HbA1c και μεταβολικός έλεγχος
Το σάκχαρο νηστείας και η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) μπορούν να συμπεριληφθούν σε έναν ευρύτερο μεταβολικό έλεγχο, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν αυξημένο σωματικό βάρος, οικογενειακό ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, υπέρταση ή άλλοι μεταβολικοί παράγοντες κινδύνου.
Ωστόσο, το κύριο καρδιομεταβολικό εργαστηριακό πρόβλημα που βλέπουμε σε σχέση με ΑΑΣ δεν είναι απαραίτητα η υπεργλυκαιμία. Σε αρκετούς νέους αθλητές μπορεί το σάκχαρο να είναι απολύτως φυσιολογικό την ίδια στιγμή που η HDL έχει μειωθεί σημαντικά, η LDL έχει αυξηθεί και η πίεση έχει επιδεινωθεί.
Η απουσία διαβήτη λοιπόν δεν σημαίνει απουσία καρδιαγγειακού κινδύνου.
18Τι αλλάζει στις γυναίκες που χρησιμοποιούν ΑΑΣ;
Στις γυναίκες η εξωγενής ανδρογονική έκθεση απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς ορισμένες εκδηλώσεις αρρενοποίησης μπορεί να μην είναι πλήρως αναστρέψιμες. Μεταξύ των κλινικών επιδράσεων περιλαμβάνονται διαταραχές περιόδου ή αμηνόρροια, υπερτρίχωση, ακμή, απώλεια μαλλιών ανδρικού τύπου και βάθυνση της φωνής.
Οι αιματολογικές, ηπατικές και λιπιδαιμικές μεταβολές εξακολουθούν επίσης να έχουν σημασία. Η αξιολόγηση των ορμονών πρέπει να λαμβάνει υπόψη το φύλο, τον εμμηνορρυσιακό κύκλο και το συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα.
Σε γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας πρέπει επίσης να αποκλείεται κύηση όταν υπάρχει πιθανότητα εγκυμοσύνης, δεδομένου ότι η εξωγενής ανδρογονική έκθεση μπορεί να είναι επικίνδυνη για το έμβρυο. Η NSW Health περιλαμβάνει το τεστ κύησης στις ενδεικτικές εξετάσεις όταν είναι σχετικό.
19Ενέσιμα σκευάσματα και έλεγχος λοιμώξεων
Η χρήση ενέσιμων ουσιών προσθέτει έναν διαφορετικό άξονα κινδύνου. Η κοινή χρήση βελονών ή άλλου εξοπλισμού ένεσης μπορεί να μεταδώσει λοιμώξεις όπως ηπατίτιδα Β, ηπατίτιδα C και HIV. Παράλληλα, μη άσηπτες ενέσεις μπορούν να προκαλέσουν τοπικές λοιμώξεις ή αποστήματα.
Όταν υπάρχει σχετικό ιστορικό έκθεσης, ο εργαστηριακός έλεγχος μπορεί επομένως να περιλαμβάνει ειδικές εξετάσεις για HBV, HCV και HIV, ανάλογα με τον χρόνο από την έκθεση, το ιστορικό εμβολιασμού και την εκτίμηση του θεράποντος ιατρού.
Ο συγκεκριμένος έλεγχος δεν αντικαθίσταται από τις AST/ALT. Κάποιος μπορεί να έχει φυσιολογικές τρανσαμινάσες και παρ’ όλα αυτά να χρειάζεται ειδικό έλεγχο για αιματογενώς μεταδιδόμενη λοίμωξη.
20Πότε χρειάζεται επανάληψη των εξετάσεων;
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο χρονικό πρόγραμμα που να είναι κατάλληλο για όλους. Η συχνότητα εξαρτάται από το αποτέλεσμα, τα συμπτώματα, την προηγούμενη τιμή, τους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου και το αν η χρήση συνεχίζεται ή έχει διακοπεί.
Η επίσημη προσέγγιση harm-reduction προτείνει παρακολούθηση κατά τη διάρκεια και μετά από περίοδο χρήσης, ώστε να εντοπίζονται νέες παθολογικές μεταβολές.
Για την ερμηνεία είναι πολύτιμη μια πραγματική τιμή αναφοράς πριν από την έκθεση. Χωρίς προηγούμενο αποτέλεσμα, ένας αιματοκρίτης 50% ή μια LDL 150 mg/dL δείχνουν μόνο την τρέχουσα κατάσταση. Με προηγούμενη τιμή μπορούμε να δούμε αν ο Hct ήταν 43% και η LDL 95 mg/dL, δηλαδή αν έχει υπάρξει ουσιαστική μεταβολή.
Η επανάληψη πρέπει επίσης να γίνεται υπό όσο το δυνατόν συγκρίσιμες συνθήκες. Η αφυδάτωση μπορεί να επηρεάσει τον αιματοκρίτη και την κρεατινίνη, ενώ η πολύ έντονη άσκηση μπορεί να επηρεάσει σημαντικά CK, AST και ενίοτε ALT. Γι’ αυτό το ιστορικό της προηγούμενης προπόνησης είναι απαραίτητο για τη σωστή εργαστηριακή ερμηνεία.
Εάν όμως υπάρχει σημαντική παθολογική τιμή ή συμπτώματα, δεν καθυστερούμε την ιατρική αξιολόγηση απλώς για να επαναλάβουμε την εξέταση σε «ιδανικότερες» συνθήκες.
21Ποια ευρήματα χρειάζονται άμεση ιατρική αξιολόγηση;
Οι εξετάσεις αίματος αποτελούν εργαλείο έγκαιρης ανίχνευσης, όχι υποκατάστατο της κλινικής εξέτασης. Επείγουσα ή άμεση αξιολόγηση χρειάζεται όταν υπάρχουν συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν σοβαρή καρδιαγγειακή, ηπατική, νεφρική ή μυϊκή επιπλοκή.
Ιδιαίτερη προσοχή σε:
Θωρακικό πόνο, ξαφνική δύσπνοια, λιποθυμία, νέα νευρολογικά συμπτώματα, πολύ υψηλή αρτηριακή πίεση με συμπτώματα, ίκτερο, έντονο ή επίμονο κοιλιακό πόνο, σημαντική μείωση ούρων, πολύ σκούρα ούρα με έντονο μυϊκό πόνο ή αδυναμία, καθώς και σοβαρή επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης.
Η μη ιατρική χρήση ΑΑΣ έχει συσχετιστεί με σοβαρές καρδιαγγειακές, ηπατικές, νεφρικές, αναπαραγωγικές και ψυχιατρικές επιπλοκές. Η απουσία συμπτωμάτων δεν αποκλείει πρώιμες μεταβολές, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν δυσμενή λιπίδια, αύξηση αιματοκρίτη ή υπέρταση.
22Τι πρέπει να κρατήσετε από τις εξετάσεις αίματος και τα ΑΑΣ;
Το σημαντικότερο μήνυμα είναι ότι τα ΑΑΣ μπορούν να αλλάξουν πολλές εργαστηριακές παραμέτρους ταυτόχρονα. Η γενική αίματος μπορεί να δείξει αυξημένη αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτη. Το λιπιδαιμικό προφίλ μπορεί να γίνει περισσότερο αθηρογόνο με χαμηλή HDL και αυξημένη LDL. Οι AST και ALT μπορεί να αυξηθούν, αλλά πρέπει να ερμηνεύονται μαζί με CK, GGT, χολερυθρίνη και το ιστορικό άσκησης. Η κρεατινίνη απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή σε άτομα με μεγάλη μυϊκή μάζα.
Στον ορμονικό έλεγχο, η LH και η FSH είναι εξαιρετικά σημαντικές, επειδή βοηθούν να καταλάβουμε αν ο φυσιολογικός άξονας παραγωγής τεστοστερόνης έχει κατασταλεί. Η τεστοστερόνη από μόνη της μπορεί να είναι παραπλανητική. Η οιστραδιόλη και η SHBG προσθέτουν πληροφορία, ενώ σε άνδρες που ενδιαφέρονται για γονιμότητα το σπερμοδιάγραμμα μπορεί να είναι πολύ πιο ουσιαστικό από μία απλή ορμονική μέτρηση.
Τέλος, οι αιματολογικές εξετάσεις δεν μπορούν να απαντήσουν στο ερώτημα «είναι ασφαλής η χρήση επειδή οι εξετάσεις μου είναι φυσιολογικές;». Μερικές καρδιαγγειακές ή άλλες επιπλοκές μπορεί να μην προκαλούν έγκαιρα χαρακτηριστική μεταβολή στο αίμα. Η εργαστηριακή εικόνα είναι ένα σημαντικό μέρος της αξιολόγησης, αλλά πρέπει να συνδυάζεται με ιστορικό, αρτηριακή πίεση, κλινική εξέταση και, όπου χρειάζεται, περαιτέρω καρδιολογικό, ενδοκρινολογικό ή άλλο έλεγχο.
Συχνές Ερωτήσεις
Μπορούν τα αναβολικά να αυξήσουν τον αιματοκρίτη;
Ναι. Τα ανδρογόνα μπορούν να διεγείρουν την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων και να αυξήσουν αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτη. Η μεταβολή πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με προηγούμενες τιμές, την ενυδάτωση και άλλες πιθανές αιτίες ερυθροκυττάρωσης. Σε ιατρική θεραπεία τεστοστερόνης, Hct πάνω από 54% αποτελεί καθιερωμένο όριο παρέμβασης, αλλά αυτό δεν αποτελεί «ασφαλές όριο» για μη ιατρική χρήση ΑΑΣ.
Υψηλή AST και ALT σημαίνουν ότι τα αναβολικά έχουν κάνει βλάβη στο ήπαρ;
Όχι απαραίτητα. Η έντονη μυϊκή άσκηση μπορεί να αυξήσει κυρίως AST και CK και ενίοτε ALT. Η ερμηνεία χρειάζεται CK, GGT, ALP, χολερυθρίνη, συμπτώματα και ιστορικό. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένα ΑΑΣ, ιδιαίτερα συγκεκριμένα από του στόματος σκευάσματα, μπορούν πράγματι να προκαλέσουν ηπατική βλάβη, επομένως μια παθολογική εικόνα δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στην προπόνηση.
Γιατί πέφτουν η LH και η FSH με τα αναβολικά;
Τα εξωγενή ανδρογόνα ασκούν αρνητική ανατροφοδότηση στον υποθάλαμο και την υπόφυση. Έτσι μειώνεται η έκκριση LH και FSH και επομένως καταστέλλεται η φυσιολογική παραγωγή τεστοστερόνης και σπερματοζωαρίων από τους όρχεις. Μετά τη διακοπή η αποκατάσταση μπορεί να χρειαστεί μήνες και σε μακροχρόνια χρήση μπορεί να είναι πιο παρατεταμένη.
Μπορεί η τεστοστερόνη να είναι φυσιολογική και παρ’ όλα αυτά να υπάρχει ορμονική καταστολή;
Ναι. Η τεστοστερόνη πρέπει να ερμηνεύεται μαζί με LH, FSH, SHBG και το χρονικό σημείο της εξέτασης. Ιδιαίτερα κατά ή μετά από χρήση εξωγενών ανδρογόνων, μια μεμονωμένη τιμή τεστοστερόνης δεν αρκεί για να δείξει αν ο φυσιολογικός άξονας λειτουργεί κανονικά.
Γιατί μπορεί να είναι αυξημένη η κρεατινίνη σε κάποιον που κάνει bodybuilding;
Η μεγάλη μυϊκή μάζα μπορεί να αυξήσει τη βασική παραγωγή κρεατινίνης, ενώ η αφυδάτωση και η πρόσφατη έντονη άσκηση μπορούν επίσης να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση είναι αθώα. Εξετάζεται η τάση, η eGFR, τα ούρα, η αρτηριακή πίεση και σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να βοηθήσει η Cystatin C.
Αν όλες οι εξετάσεις είναι φυσιολογικές, σημαίνει ότι τα ΑΑΣ δεν έχουν προκαλέσει βλάβη;
Όχι. Οι εξετάσεις αίματος μπορούν να εντοπίσουν πολλές σημαντικές μεταβολές αλλά δεν αποκλείουν όλες τις πιθανές επιπλοκές. Για παράδειγμα, καρδιακή αναδιαμόρφωση ή πρώιμη αγγειακή βλάβη δεν αποκλείονται μόνο επειδή AST, κρεατινίνη και γενική αίματος είναι φυσιολογικές.
Χρήσιμες επιλογές
Βιβλιογραφία και επιστημονικές πηγές
1. NSW Health. GP quick reference guide to harm minimisation: Anabolic-androgenic steroids and other performance and image enhancing drugs. Προβολή πηγής.
2. Smit DL, Grefhorst A, Buijs MM, et al. Prospective study on blood pressure, lipid metabolism and erythrocytosis during and after androgen abuse. Andrologia. 2022;54:e14372. PubMed.
3. Smit DL, Buijs MM, de Hon O, den Heijer M, de Ronde W. Positive and negative side effects of androgen abuse. The HAARLEM study: A one-year prospective cohort study in 100 men. Scand J Med Sci Sports. 2021;31:427–438. PubMed.
4. Anawalt BD. Diagnosis and Management of Anabolic Androgenic Steroid Use. J Clin Endocrinol Metab. 2019;104(7):2490–2500. Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism.
5. Bhasin S, Brito JP, Cunningham GR, et al. Testosterone Therapy in Men With Hypogonadism: An Endocrine Society Clinical Practice Guideline. J Clin Endocrinol Metab. 2018;103(5):1715–1744. Endocrine Society.
6. American College of Cardiology. The Expert’s Approach to Managing Cardiovascular Risk Among Athletes Using Anabolic-Androgenic Steroids. 2024. American College of Cardiology.
7. NHS. Anabolic steroid misuse. NHS.
8. Bond P, Smit DL, de Ronde W. Anabolic–androgenic steroids: How do they work and what are the risks? Front Endocrinol. 2022;13:1059473. Frontiers in Endocrinology.

