Αντιβιόγραμμα – Εξέταση Ευαισθησίας Αντιβιοτικών σε Καλλιέργειες

Συντάκτης & Ιατρική επιμέλεια: — Ιατρός Βιοπαθολόγος

Δημοσίευση:  •  Τελευταία ενημέρωση:

Σύντομη περίληψη:
Το αντιβιόγραμμα, ή έλεγχος αντιμικροβιακής ευαισθησίας
(Antimicrobial Susceptibility Testing – AST), είναι εργαστηριακή εξέταση που
αξιολογεί σε ποια αντιβιοτικά ένα βακτήριο που απομονώθηκε σε καλλιέργεια αναμένεται
να είναι ευαίσθητο ή ανθεκτικό. Το αποτέλεσμα μπορεί να περιλαμβάνει τις κατηγορίες
S, I και R και, ανάλογα με τη μέθοδο, την
ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC).
Η τελική επιλογή θεραπείας δεν βασίζεται μόνο στο γράμμα S ή στην αριθμητική τιμή MIC,
αλλά συνδυάζει το αντιβιόγραμμα με την εστία της λοίμωξης, το απαιτούμενο δοσολογικό
σχήμα και τα χαρακτηριστικά του ασθενούς.
Σημαντικό:
Στην ορολογία της EUCAST, το I δεν σημαίνει πλέον απλώς «ενδιάμεσο».
Σημαίνει Susceptible, increased exposure – Ευαίσθητο με αυξημένη έκθεση.
Δηλαδή το μικρόβιο μπορεί να αντιμετωπιστεί με το συγκεκριμένο αντιβιοτικό όταν
επιτευχθεί κατάλληλα αυξημένη έκθεση στο φάρμακο.[1]

Περιεχόμενα
  1. Τι είναι το αντιβιόγραμμα
  2. Τι δείχνει – και τι δεν δείχνει
  3. Πότε χρειάζεται
  4. Σε ποια δείγματα γίνεται
  5. Τι επηρεάζει το αποτέλεσμα πριν από την εξέταση
  6. Πώς γίνεται το αντιβιόγραμμα
  7. Kirby–Bauer και διάχυση δίσκων
  8. Πόσο χρόνο χρειάζεται
  9. Τι σημαίνουν S, I και R
  10. MIC: τι είναι και πώς ερμηνεύεται
  11. Breakpoints, ECOFF και τεχνική αβεβαιότητα
  12. Τι ισχύει για τους μύκητες – αντιμυκητόγραμμα
  13. Πώς επιλέγεται το κατάλληλο αντιβιοτικό
  14. Θετική καλλιέργεια δεν σημαίνει πάντα λοίμωξη
  15. Γιατί δεν εμφανίζονται όλα τα αντιβιοτικά
  16. Πολυανθεκτικά μικρόβια και μηχανισμοί αντοχής
  17. Γιατί μπορεί να διαφέρουν εργαστήριο και κλινική εικόνα
  18. Ειδικές ομάδες ασθενών
  19. Πώς διαβάζουμε πρακτικά ένα αντιβιόγραμμα
  20. Πότε δεν περιμένουμε το αντιβιόγραμμα
  21. Συχνές Ερωτήσεις
  22. Σχετικοί Οδηγοί & Εξετάσεις
  23. Βιβλιογραφία

1
Τι είναι το αντιβιόγραμμα

Το αντιβιόγραμμα είναι ο εργαστηριακός έλεγχος με τον οποίο αξιολογείται
η ευαισθησία ενός βακτηριακού στελέχους σε συγκεκριμένους αντιμικροβιακούς παράγοντες.
Ο διεθνής όρος είναι Antimicrobial Susceptibility Testing (AST),
δηλαδή έλεγχος αντιμικροβιακής ευαισθησίας.

Στην καθημερινή μικροβιολογική πράξη προηγείται συνήθως η
καλλιέργεια του κατάλληλου βιολογικού δείγματος.
Όταν αναπτυχθεί μικροοργανισμός που θεωρείται κλινικά σημαντικός, γίνεται ταυτοποίηση
και, όταν ενδείκνυται, έλεγχος της ευαισθησίας του σε επιλεγμένα αντιβιοτικά.

Το εργαστήριο δεν εξετάζει απλώς αν «ένα αντιβιοτικό σκοτώνει το μικρόβιο».
Με τυποποιημένες μεθόδους προσδιορίζει πόσο ευαίσθητο είναι το συγκεκριμένο στέλεχος
και ερμηνεύει το αποτέλεσμα σύμφωνα με προκαθορισμένα
κλινικά όρια – clinical breakpoints.[2, 3]

Με αυτόν τον τρόπο το αντιβιόγραμμα βοηθά τον θεράποντα ιατρό να προσαρμόσει την
αντιμικροβιακή αγωγή όταν χρειάζεται, αποφεύγοντας τόσο τη χορήγηση ενός φαρμάκου
στο οποίο το μικρόβιο είναι ανθεκτικό όσο και την αδικαιολόγητη χρήση αντιβιοτικών
ευρύτερου φάσματος.

Με απλά λόγια:
η καλλιέργεια απαντά κυρίως στο
«ποιο μικρόβιο αναπτύχθηκε;»,
ενώ το αντιβιόγραμμα βοηθά να απαντηθεί το
«σε ποια αντιβιοτικά είναι ευαίσθητο ή ανθεκτικό;».

2
Τι δείχνει – και τι δεν δείχνει

Το αντιβιόγραμμα αφορά το συγκεκριμένο στέλεχος που απομονώθηκε.
Δύο ασθενείς μπορεί να έχουν, για παράδειγμα, ουρολοίμωξη από
Escherichia coli, αλλά τα δύο στελέχη να παρουσιάζουν εντελώς διαφορετικό
πρότυπο ευαισθησίας και αντοχής.

Γι’ αυτό δεν είναι σωστό να θεωρούμε ότι ένα συγκεκριμένο αντιβιοτικό
«πιάνει πάντα» ένα συγκεκριμένο μικρόβιο. Η ευαισθησία μπορεί να αλλάζει από στέλεχος
σε στέλεχος, να επηρεάζεται από προηγούμενη έκθεση σε αντιβιοτικά και να διαφέρει
ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή, τον πληθυσμό και το περιβάλλον στο οποίο
αποκτήθηκε η λοίμωξη.

Το αντιβιόγραμμα μπορεί να πληροφορήσει αν το εξεταζόμενο στέλεχος κατατάσσεται
ως S, I ή R έναντι συγκεκριμένων αντιβιοτικών. Ανάλογα με τη μέθοδο μπορεί επίσης
να αναφέρει αριθμητική τιμή MIC.

Δεν μπορεί όμως από μόνο του να αποδείξει ότι το μικρόβιο που απομονώθηκε
είναι πράγματι η αιτία των συμπτωμάτων. Δεν υποκαθιστά την κλινική εικόνα,
τη σωστή αξιολόγηση του δείγματος, τη γενική εξέταση του ασθενούς ή άλλες
εργαστηριακές πληροφορίες.

Επίσης, ένα αντιβιοτικό με αποτέλεσμα S δεν αποτελεί εγγύηση ότι η θεραπεία
θα πετύχει σε κάθε περίπτωση. Το αποτέλεσμα περιγράφει την πιθανότητα θεραπευτικής
επιτυχίας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις έκθεσης στο φάρμακο. Η πραγματική ανταπόκριση
επηρεάζεται και από το σημείο της λοίμωξης, τη δόση, τη διάρκεια, την αιμάτωση,
την παρουσία αποστήματος ή ξένου σώματος και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.

3
Πότε χρειάζεται αντιβιόγραμμα

Δεν χρειάζεται κάθε λοίμωξη αντιβιόγραμμα. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες
η εμπειρική θεραπεία είναι αποδεκτή, ιδιαίτερα όταν η πιθανότητα συγκεκριμένων
παθογόνων είναι μεγάλη και ο κίνδυνος αντοχής χαμηλός.

Η αξία του αντιβιογράμματος αυξάνεται όταν η εμπειρική επιλογή είναι περισσότερο
αβέβαιη ή όταν μια λανθασμένη επιλογή μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες.

  • Υποτροπιάζουσες λοιμώξεις.
  • Επιμονή συμπτωμάτων παρά τη θεραπεία.
  • Αποτυχία προηγούμενης εμπειρικής αγωγής.
  • Πρόσφατη ή επαναλαμβανόμενη χρήση αντιβιοτικών.
  • Πιθανότητα λοίμωξης από ανθεκτικό μικροοργανισμό.
  • Πρόσφατη νοσηλεία ή έκθεση σε υγειονομικό περιβάλλον.
  • Λοίμωξη που σχετίζεται με καθετήρα, stent, πρόθεση ή άλλο ξένο σώμα.
  • Σοβαρή ή συστηματική λοίμωξη.
  • Ανοσοκαταστολή ή άλλοι σημαντικοί παράγοντες κινδύνου.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η υποτροπιάζουσα ουρολοίμωξη.
Η επαναλαμβανόμενη αλλαγή αντιβιοτικών χωρίς μικροβιολογική τεκμηρίωση μπορεί να
οδηγήσει σε θεραπεία που δεν καλύπτει το συγκεκριμένο στέλεχος.
Η καλλιέργεια ούρων
με σωστά συλλεγμένο δείγμα και, όταν ενδείκνυται, αντιβιόγραμμα μπορεί να δώσει
πολύ πιο συγκεκριμένη πληροφορία.

Πρακτική αρχή:
όταν η λοίμωξη επανέρχεται ή η αρχική θεραπεία αποτυγχάνει,
η απλή διαδοχική αλλαγή αντιβιοτικών χωρίς νέα μικροβιολογικά δεδομένα
δεν είναι πάντα η καλύτερη προσέγγιση.

4
Σε ποια δείγματα γίνεται

Το αντιβιόγραμμα δεν αποτελεί από μόνο του «αιματολογική εξέταση».
Συνδέεται με την καλλιέργεια ενός κατάλληλου βιολογικού υλικού και πραγματοποιείται
όταν απομονωθεί μικροοργανισμός για τον οποίο ο έλεγχος ευαισθησίας είναι
κλινικά χρήσιμος.

Ανάλογα με την πιθανή εστία λοίμωξης μπορεί να πραγματοποιηθεί μετά από
καλλιέργεια:

  • ούρων,
  • αίματος μέσω αιμοκαλλιεργειών,
  • πύου ή υλικού από απόστημα,
  • τραύματος,
  • αναπνευστικών δειγμάτων όταν υπάρχει κατάλληλη ένδειξη,
  • βιολογικών υγρών από φυσιολογικά στείρες περιοχές,
  • ουρογεννητικών ή γεννητικών δειγμάτων,
  • άλλων κλινικών δειγμάτων ανάλογα με την πιθανή εστία λοίμωξης.

Δεν πραγματοποιείται όμως αυτόματα πλήρες αντιβιόγραμμα σε κάθε μικροοργανισμό που
αναπτύσσεται. Το εργαστήριο πρέπει πρώτα να αξιολογήσει το είδος του μικροοργανισμού,
την ποιότητα και προέλευση του δείγματος και τη δυνητική κλινική σημασία του ευρήματος.

Σε δείγματα από περιοχές όπου υπάρχει φυσιολογική μικροβιακή χλωρίδα,
η ανάπτυξη ενός μικροοργανισμού μπορεί να αντιπροσωπεύει αποικισμό ή επιμόλυνση και
όχι απαραίτητα λοίμωξη. Αντίθετα, η απομόνωση παθογόνου από φυσιολογικά στείρο υλικό
μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη κλινική σημασία.

5
Τι επηρεάζει το αποτέλεσμα πριν από την εξέταση

Η αξιοπιστία της καλλιέργειας και του αντιβιογράμματος αρχίζει πριν φτάσει το
δείγμα στο εργαστήριο. Η σωστή λήψη, η μεταφορά, οι συνθήκες διατήρησης και η χρονική
σχέση με προηγούμενη αντιβιοτική θεραπεία μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το αποτέλεσμα.

Η λήψη αντιβιοτικού πριν από τη συλλογή του δείγματος μπορεί να περιορίσει την
ανάπτυξη του υπεύθυνου βακτηρίου και σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσει σε
αρνητική καλλιέργεια παρά την ύπαρξη λοίμωξης.

Όταν είναι κλινικά ασφαλές και δεν έχει δοθεί διαφορετική ιατρική οδηγία,
η λήψη του κατάλληλου δείγματος πριν από την έναρξη αντιβιοτικής θεραπείας μπορεί
να αυξήσει τη διαγνωστική απόδοση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να καθυστερεί η θεραπεία σε ασθενή με σοβαρή λοίμωξη.
Σε τέτοιες καταστάσεις προέχει η έγκαιρη αντιμετώπιση. Ιδανικά, οι κατάλληλες
καλλιέργειες λαμβάνονται πριν από την πρώτη δόση χωρίς να προκαλείται επικίνδυνη
καθυστέρηση της θεραπείας.

Η ποιότητα του δείγματος είναι επίσης κρίσιμη. Στα ούρα, για παράδειγμα,
η επιμόλυνση με μικροοργανισμούς του δέρματος ή της περιγεννητικής περιοχής μπορεί
να δημιουργήσει μικτή ανάπτυξη που δυσκολεύει την ερμηνεία.

Σημαντικό:
ένα τεχνικά άψογο αντιβιόγραμμα δεν μπορεί να διορθώσει ένα
ακατάλληλο ή επιμολυσμένο αρχικό δείγμα.

6
Πώς γίνεται το αντιβιόγραμμα στο εργαστήριο

Αφού αναπτυχθεί και ταυτοποιηθεί κατάλληλα ένα βακτήριο, το εργαστήριο εφαρμόζει
τυποποιημένη μέθοδο ελέγχου ευαισθησίας. Οι συνθήκες της εξέτασης δεν είναι τυχαίες:
το μικροβιακό εναιώρημα, το θρεπτικό υλικό, ο χρόνος και η θερμοκρασία επώασης,
η περιεκτικότητα των δίσκων ή των αραιώσεων και ο τρόπος ανάγνωσης πρέπει να
ακολουθούν συγκεκριμένες προδιαγραφές.[3, 4]

Οι βασικές εργαστηριακές προσεγγίσεις περιλαμβάνουν:

  • διάχυση δίσκων σε άγαρ,
  • μέτρηση MIC με μεθόδους αραίωσης,
  • βαθμονομημένα αυτοματοποιημένα συστήματα,
  • ειδικές δοκιμές για συγκεκριμένους μηχανισμούς αντοχής όπου απαιτείται.

Για πολλά μη απαιτητικά βακτήρια χρησιμοποιείται Mueller–Hinton agar ή broth.
Για απαιτητικότερους μικροοργανισμούς χρειάζονται κατάλληλα εμπλουτισμένα υλικά
και διαφορετικές συνθήκες σύμφωνα με τα πρότυπα της μεθόδου.

Σημαντικό μέρος της διαδικασίας αποτελεί ο ποιοτικός έλεγχος.
Χρησιμοποιούνται πρότυπα στελέχη ελέγχου ώστε το εργαστήριο να επιβεβαιώνει ότι
τα αντιβιοτικά, το θρεπτικό υλικό, ο εξοπλισμός και η διαδικασία δίνουν αποτελέσματα
μέσα στα αναμενόμενα όρια.

7
Kirby–Bauer και διάχυση δίσκων

Μία από τις κλασικότερες μεθόδους αντιβιογράμματος είναι η
μέθοδος διάχυσης δίσκων (disk diffusion), ιστορικά ευρέως γνωστή
ως μέθοδος Kirby–Bauer.[5]

Στη βασική της αρχή, παρασκευάζεται τυποποιημένο εναιώρημα του εξεταζόμενου βακτηρίου
και ενοφθαλμίζεται ομοιόμορφα στην επιφάνεια κατάλληλου άγαρ. Πάνω στο υλικό
τοποθετούνται μικροί χάρτινοι δίσκοι που περιέχουν καθορισμένη ποσότητα
συγκεκριμένων αντιβιοτικών.

Καθώς το βακτήριο αναπτύσσεται, το αντιβιοτικό διαχέεται γύρω από τον δίσκο.
Εάν η ανάπτυξη αναστέλλεται δημιουργείται μια
ζώνη αναστολής. Μετά την κατάλληλη επώαση μετράται η διάμετρος
της ζώνης σε χιλιοστά.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι μια μεγαλύτερη ζώνη δεν μεταφράζεται αυθαίρετα σε
«καλύτερο αντιβιοτικό». Η διάμετρος συγκρίνεται με τα
ειδικά zone diameter breakpoints για το συγκεκριμένο ζεύγος
μικροοργανισμού–αντιβιοτικού.

Η ιστορική ονομασία Kirby–Bauer παραμένει πολύ γνωστή, αλλά στη σύγχρονη κλινική
μικροβιολογία τα εργαστήρια ακολουθούν τις τυποποιημένες διαδικασίες και τα
breakpoints του συστήματος που χρησιμοποιούν, όπως
EUCAST ή CLSI. Η EUCAST διαθέτει δική της τυποποιημένη μέθοδο
disk diffusion, η οποία είναι βαθμονομημένη σε σχέση με τις αντίστοιχες MIC
και τα EUCAST breakpoints.[3]

Άρα:
ο όρος Kirby–Bauer είναι σωστός για την κλασική μέθοδο διάχυσης δίσκων,
αλλά η σημερινή εργαστηριακή εφαρμογή πρέπει να ακολουθεί τα σύγχρονα,
τυποποιημένα πρωτόκολλα και breakpoints.

8
Πόσο χρόνο χρειάζεται

Δεν υπάρχει ένας ενιαίος χρόνος που ισχύει για κάθε καλλιέργεια και κάθε μικρόβιο.
Ο απαιτούμενος χρόνος εξαρτάται από το είδος του δείγματος, τον μικροοργανισμό,
την ταχύτητα ανάπτυξής του, τη μέθοδο ταυτοποίησης και τη μέθοδο του αντιβιογράμματος.

Σε πολλές συνήθεις βακτηριακές καλλιέργειες μπορεί να υπάρχει αρχική εικόνα
στο πρώτο 24ωρο, ενώ η ολοκλήρωση της ταυτοποίησης και του αντιβιογράμματος
απαιτεί επιπλέον χρόνο. Στην καθημερινή πράξη πολλά αποτελέσματα ολοκληρώνονται
μέσα σε περίπου 24–72 ώρες, χωρίς αυτό να αποτελεί απόλυτο κανόνα.

Ορισμένοι μικροοργανισμοί αναπτύσσονται πιο αργά ή χρειάζονται ειδικές συνθήκες.
Σε άλλα περιστατικά μπορεί να χρειάζονται επαναληπτικές ή επιβεβαιωτικές δοκιμές,
ιδιαίτερα όταν παρατηρείται ασυνήθιστο πρότυπο ευαισθησίας.

Παράλληλα υπάρχουν τεχνικές ταχύτερου AST. Η EUCAST έχει αναπτύξει
Rapid Antimicrobial Susceptibility Testing – RAST απευθείας από θετικές
φιάλες αιμοκαλλιέργειας για συγκεκριμένους μικροοργανισμούς. Η μέθοδος μπορεί να
διαβαστεί σε προκαθορισμένα χρονικά σημεία ακόμη και από τις πρώτες ώρες μετά τη
θετικοποίηση της αιμοκαλλιέργειας.[6]

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αντιβιόγραμμα μπορεί να ολοκληρωθεί τόσο γρήγορα.
Οι rapid μέθοδοι έχουν συγκεκριμένες ενδείξεις, διαδικασίες και δικά τους
ερμηνευτικά όρια.

9
Τι σημαίνουν S, I και R

Οι κατηγορίες S, I και R αποτελούν το πιο αναγνωρίσιμο τμήμα ενός
αντιβιογράμματος. Η σωστή τους ερμηνεία όμως είναι σημαντική, ιδιαίτερα επειδή
η σημασία του I στην EUCAST έχει αλλάξει σε σχέση με την παλαιότερη ορολογία.

ΚατηγορίαEUCASTΠρακτική σημασία
SSusceptible, standard dosing regimenΥψηλή πιθανότητα θεραπευτικής επιτυχίας με το κατάλληλο συνήθες δοσολογικό σχήμα.
ISusceptible, increased exposureΥψηλή πιθανότητα επιτυχίας όταν επιτευχθεί αυξημένη έκθεση στο αντιβιοτικό.
RResistantΥψηλή πιθανότητα θεραπευτικής αποτυχίας ακόμη και με αυξημένη έκθεση.

Η έκθεση στο αντιβιοτικό δεν εξαρτάται μόνο από το αν η δόση είναι
«μεγαλύτερη». Μπορεί να επηρεάζεται από τη δόση, το διάστημα μεταξύ των δόσεων,
τον τρόπο και τη διάρκεια χορήγησης και από τη συγκέντρωση του φαρμάκου στην εστία
της λοίμωξης.[1]

Ιδιαίτερη προσοχή στο I:
στο σύστημα EUCAST τόσο το S όσο και το I είναι κατηγορίες ευαισθησίας.
Το I δεν πρέπει να συνενώνεται μηχανικά με το R ως «ανθεκτικό».

Εάν χρησιμοποιείται CLSI ή άλλο σύστημα, η ερμηνεία πρέπει να ακολουθεί τα αντίστοιχα
πρότυπα. Δεν πρέπει να συγκρίνουμε αυθαίρετα ένα αποτέλεσμα που ερμηνεύθηκε με EUCAST
με αποτέλεσμα άλλου συστήματος χωρίς να γνωρίζουμε τα breakpoints που εφαρμόστηκαν.

10
MIC: τι είναι και πώς ερμηνεύεται

Η MIC – Minimum Inhibitory Concentration, στα ελληνικά
ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση, είναι η χαμηλότερη συγκέντρωση
ενός αντιμικροβιακού παράγοντα που αναστέλλει την ορατή ανάπτυξη του εξεταζόμενου
μικροοργανισμού υπό καθορισμένες εργαστηριακές συνθήκες.

Η τιμή MIC είναι ποσοτικό αποτέλεσμα και συνήθως εκφράζεται σε mg/L.
Μπορεί, για παράδειγμα, να είναι 0,25 mg/L, 1 mg/L, 4 mg/L ή άλλη τιμή.

Η αριθμητική τιμή όμως δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνη της.
Για να αποκτήσει κλινική σημασία συγκρίνεται με το breakpoint που ισχύει για
τον συγκεκριμένο συνδυασμό μικροοργανισμού και αντιβιοτικού.

Ένα συχνό λάθος είναι να συγκρίνουμε MIC διαφορετικών αντιβιοτικών και να θεωρούμε
ότι το χαμηλότερο MIC αντιστοιχεί στο «ισχυρότερο» ή «καλύτερο» φάρμακο.
Για παράδειγμα, MIC 0,25 mg/L για ένα αντιβιοτικό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυτό
είναι τέσσερις φορές καλύτερο από ένα διαφορετικό φάρμακο με MIC 1 mg/L.

Τα δύο φάρμακα μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες,
διαφορετικές επιτεύξιμες συγκεντρώσεις, διαφορετικά δοσολογικά σχήματα και
διαφορετικά breakpoints.

Κεντρική ιδέα:
δεν ρωτάμε απλώς «πόσο χαμηλό είναι το MIC;».
Ρωτάμε αν το συγκεκριμένο MIC βρίσκεται στη σωστή σχέση με το
breakpoint του συγκεκριμένου μικροβίου και αντιβιοτικού.

11
Breakpoints, ECOFF και τεχνική αβεβαιότητα

Τα clinical breakpoints είναι τα όρια με τα οποία μετατρέπεται
ένα εργαστηριακό αποτέλεσμα, όπως MIC ή διάμετρος ζώνης αναστολής, σε κατηγορία
κλινικής ευαισθησίας.

Τα breakpoints δεν είναι απλοί αυθαίρετοι αριθμοί. Κατά τον καθορισμό τους
συνεκτιμώνται η κατανομή των MIC, οι γνωστοί μηχανισμοί αντοχής,
η φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική του αντιβιοτικού, τα δοσολογικά σχήματα και,
όπου υπάρχουν, κλινικά δεδομένα αποτελεσματικότητας.

Η EUCAST επικαιροποιεί τους πίνακες καθώς προκύπτουν νέα δεδομένα.
Τον Σεπτέμβριο του 2026 η τρέχουσα έκδοση των bacterial clinical breakpoint tables
είναι η v16.1, η οποία δημοσιεύθηκε στις 24 Ιουνίου 2026.
[2]

Τι είναι το ECOFF;

Το ECOFF – Epidemiological Cut-Off Value είναι διαφορετική έννοια.
Χρησιμοποιείται για να διαχωρίσει τον φαινοτυπικά άγριο πληθυσμό
(wild type) από στελέχη που εμφανίζουν μετατόπιση της ευαισθησίας συμβατή
με επίκτητο μηχανισμό αντοχής.

Το ECOFF δεν είναι συνώνυμο του clinical breakpoint και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
από τον ασθενή ως άμεσος οδηγός θεραπευτικής επιλογής.

Area of Technical Uncertainty – ATU

Σε ορισμένους συνδυασμούς μεθόδου, μικροβίου και αντιβιοτικού υπάρχει περιοχή
στην οποία η τεχνική διακύμανση της εξέτασης μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία
της κατηγοριοποίησης. Η EUCAST χρησιμοποιεί τον όρο
Area of Technical Uncertainty – ATU.

Η ATU είναι κυρίως εργαστηριακή προειδοποίηση. Μπορεί να οδηγήσει σε επανάληψη
ή επιβεβαίωση της εξέτασης, χρήση διαφορετικής μεθόδου ή ειδικό σχόλιο,
ανάλογα με τον συγκεκριμένο συνδυασμό και τις ισχύουσες οδηγίες.

12
Τι ισχύει για τους μύκητες – αντιμυκητόγραμμα

Ο όρος αντιβιόγραμμα χρησιμοποιείται στην καθημερινή κλινική πράξη
κυρίως για τον έλεγχο της ευαισθησίας βακτηρίων στα αντιβιοτικά.
Όταν ο απομονωμένος μικροοργανισμός είναι μύκητας, χρησιμοποιείται ειδικός
έλεγχος αντιμυκητιακής ευαισθησίας
(Antifungal Susceptibility Testing – AFST), που συχνά αναφέρεται
και ως αντιμυκητόγραμμα.

Η βασική λογική είναι παρόμοια: αξιολογείται η in vitro ευαισθησία του μύκητα
σε συγκεκριμένα αντιμυκητιακά φάρμακα. Ωστόσο οι μέθοδοι, τα θρεπτικά υλικά,
οι συνθήκες επώασης, οι MIC και τα breakpoints δεν είναι τα ίδια με εκείνα
των βακτηρίων.

Η EUCAST διαθέτει ξεχωριστό υποσύστημα
AFST – Antifungal Susceptibility Testing και ξεχωριστούς πίνακες
κλινικών breakpoints για ζυμομύκητες, μούχλες και άλλους μύκητες.
Η έκδοση των fungal breakpoints που ισχύει από τον Απρίλιο του 2026 είναι η
v12.1.[7]

Ιδιαίτερη κλινική σημασία μπορεί να έχει ο έλεγχος ευαισθησίας σε ορισμένα στελέχη
Candida, σε Candida auris και σε άλλες καταστάσεις όπου υπάρχει
πιθανότητα ή τεκμηρίωση αντιμυκητιακής αντοχής.

Συνοπτικά:
βακτήριο → αντιβιόγραμμα / AST
μύκητας → αντιμυκητόγραμμα / AFST.
Οι δύο εξετάσεις έχουν κοινή βασική φιλοσοφία αλλά διαφορετική εργαστηριακή
μεθοδολογία και διαφορετικά breakpoints.

13
Πώς επιλέγεται το κατάλληλο αντιβιοτικό

Το «σωστό» αντιβιοτικό δεν είναι απλώς το πρώτο φάρμακο που εμφανίζεται ως
S στο αποτέλεσμα. Η τελική επιλογή είναι κλινική απόφαση που συνδυάζει
το εργαστηριακό αποτέλεσμα με τα χαρακτηριστικά της λοίμωξης και του ασθενούς.

Ο θεράπων ιατρός λαμβάνει υπόψη:

  • το σημείο της λοίμωξης,
  • τη βαρύτητα της κλινικής εικόνας,
  • τη δυνατότητα του αντιβιοτικού να φτάσει στην εστία,
  • τη νεφρική λειτουργία,
  • την ηπατική λειτουργία όταν είναι σχετική,
  • γνωστές αλλεργίες,
  • κύηση ή θηλασμό,
  • ηλικία και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν τη δοσολογία,
  • πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα,
  • τη δυνατότητα από του στόματος θεραπείας όπου είναι κατάλληλη,
  • το θεραπευτικό φάσμα του φαρμάκου.

Ένα αντιβιοτικό μπορεί να είναι μικροβιολογικά δραστικό αλλά να μην είναι η
καταλληλότερη επιλογή για συγκεκριμένη εστία επειδή δεν επιτυγχάνει επαρκείς
συγκεντρώσεις εκεί. Αντίθετα, σε άλλες λοιμώξεις η υψηλή συγκέντρωση ενός φαρμάκου
στο σημείο της λοίμωξης μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία.

Όταν υπάρχουν περισσότερες από μία κατάλληλες επιλογές, επιδιώκεται συχνά,
όπου είναι εφικτό, η αποτελεσματική θεραπεία με το αναγκαίο και όχι αδικαιολόγητα
ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα. Αυτή είναι βασική αρχή του
antimicrobial stewardship και συμβάλλει στον περιορισμό της επιλογής
ανθεκτικών στελεχών.[8]

14
Θετική καλλιέργεια δεν σημαίνει πάντα λοίμωξη

Η απομόνωση ενός μικροοργανισμού και ακόμη και η ύπαρξη πλήρους αντιβιογράμματος
δεν σημαίνουν αυτόματα ότι ο ασθενής χρειάζεται αντιβιοτική θεραπεία.

Πρώτα πρέπει να απαντηθεί ένα βασικό ερώτημα:
ο συγκεκριμένος μικροοργανισμός προκαλεί πραγματική λοίμωξη;

Ανάλογα με το είδος του δείγματος μπορεί να υπάρχει:

  • πραγματική λοίμωξη,
  • αποικισμός,
  • φυσιολογική χλωρίδα,
  • παροδική παρουσία μικροοργανισμού,
  • επιμόλυνση του δείγματος.

Η διάκριση είναι πολύ σημαντική στα ούρα. Μια θετική ουροκαλλιέργεια χωρίς συμπτώματα
δεν σημαίνει ότι υπάρχει πάντοτε συμπτωματική ουρολοίμωξη ούτε ότι απαιτείται πάντα
θεραπεία.

Η ασυμπτωματική βακτηριουρία συνήθως δεν θεραπεύεται σε πολλές
κατηγορίες ασθενών, με συγκεκριμένες σημαντικές εξαιρέσεις, όπως η εγκυμοσύνη
και ορισμένες ουρολογικές επεμβάσεις στις οποίες παραβιάζεται ο βλεννογόνος.
[9]

Βασική αρχή:
πρώτα αξιολογείται αν υπάρχει λοίμωξη που χρειάζεται θεραπεία και στη συνέχεια
το αντιβιόγραμμα χρησιμοποιείται για να βοηθήσει στην επιλογή της κατάλληλης αγωγής.

15
Γιατί δεν εμφανίζονται όλα τα αντιβιοτικά στο αντιβιόγραμμα

Ένα συχνό ερώτημα είναι γιατί το αποτέλεσμα δεν περιλαμβάνει «όλα τα διαθέσιμα
αντιβιοτικά». Στην πραγματικότητα, ένα σωστό αντιβιόγραμμα δεν χρειάζεται ούτε
είναι χρήσιμο να εμφανίζει κάθε αντιβιοτικό που υπάρχει στην αγορά.

Η επιλογή του πάνελ εξαρτάται από:

  • το είδος του βακτηρίου,
  • την πιθανή εστία της λοίμωξης,
  • τα διαθέσιμα κλινικά breakpoints,
  • γνωστά πρότυπα φυσικής ή αναμενόμενης αντοχής,
  • τη σχέση μεταξύ αντιβιοτικών της ίδιας κατηγορίας,
  • την κλινική χρησιμότητα του αποτελέσματος.

Για ορισμένους συνδυασμούς μικροοργανισμού και αντιβιοτικού το αποτέλεσμα μπορεί
να είναι προβλέψιμο από το γνωστό expected phenotype.
Σε αυτές τις περιπτώσεις η EUCAST αναφέρει ότι μπορεί να μην χρειάζεται καν
άμεση δοκιμή συγκεκριμένου παράγοντα, ενώ ένα αποτέλεσμα που αντιφάσκει με το
αναμενόμενο πρότυπο πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή.

Επιπλέον, πολλά εργαστήρια εφαρμόζουν
selective ή cascade reporting: ορισμένα αντιβιοτικά μπορεί να
ελέγχονται αλλά να μην εμφανίζονται αρχικά στο απλό αποτέλεσμα, ώστε να αποφεύγεται
η αδικαιολόγητη χρήση ευρύτερου φάσματος θεραπείας όταν υπάρχουν καταλληλότερες
επιλογές.

Άρα, ένα «μικρότερο» αντιβιόγραμμα δεν είναι απαραίτητα λιγότερο ολοκληρωμένο.
Το ουσιαστικό είναι να περιλαμβάνει τις κατάλληλες και ερμηνεύσιμες επιλογές για
τον συγκεκριμένο μικροοργανισμό και το κλινικό πλαίσιο.

16
Πολυανθεκτικά μικρόβια και μηχανισμοί αντοχής

Η μικροβιακή αντοχή δεν είναι μία ενιαία ιδιότητα. Τα βακτήρια μπορούν να
αποκτήσουν ή να διαθέτουν διαφορετικούς μηχανισμούς που μειώνουν ή καταργούν
τη δράση συγκεκριμένων αντιβιοτικών.

Οι μηχανισμοί περιλαμβάνουν:

  • ένζυμα που αδρανοποιούν το αντιβιοτικό,
  • μεταβολή του μοριακού στόχου του φαρμάκου,
  • μειωμένη διαπερατότητα της βακτηριακής μεμβράνης,
  • αντλίες ενεργού απομάκρυνσης του φαρμάκου,
  • συνδυασμό πολλών μηχανισμών.

Στην κλινική πράξη συναντώνται συχνά όροι όπως:

  • ESBL – β-λακταμάσες εκτεταμένου φάσματος,
  • CRE – Enterobacterales ανθεκτικά στις καρβαπενέμες,
  • MRSA – methicillin-resistant Staphylococcus aureus,
  • VRE – εντερόκοκκοι ανθεκτικοί στη βανκομυκίνη,
  • δύσκολα θεραπεύσιμη αντοχή σε Pseudomonas aeruginosa,
  • carbapenem-resistant Acinetobacter baumannii.

Οι σύγχρονες οδηγίες για ανθεκτικά Gram-αρνητικά βακτήρια διακρίνουν ειδικά
ESBL-producing Enterobacterales, AmpC-producing Enterobacterales, CRE,
DTR Pseudomonas aeruginosa, carbapenem-resistant
Acinetobacter baumannii και Stenotrophomonas maltophilia.
[10]

Σε ορισμένες περιπτώσεις το ίδιο το πρότυπο του αντιβιογράμματος υποδηλώνει
πιθανό μηχανισμό αντοχής. Αν χρειάζεται, ακολουθούν ειδικές φαινοτυπικές ή
μοριακές δοκιμές για περαιτέρω χαρακτηρισμό.

Η μικροβιακή αντοχή αποτελεί σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι η ακατάλληλη και υπερβολική χρήση
αντιμικροβιακών αποτελεί βασικό παράγοντα επιλογής και διασποράς ανθεκτικών
παθογόνων.[8]

17
Γιατί μπορεί να διαφέρουν εργαστήριο και κλινική εικόνα

Το αντιβιόγραμμα πραγματοποιείται σε ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες.
Ο ανθρώπινος οργανισμός όμως είναι πολύ πιο σύνθετο περιβάλλον, επομένως η
in vitro ευαισθησία δεν ταυτίζεται πάντοτε απόλυτα με την κλινική ανταπόκριση.

Ένα σημαντικό παράδειγμα είναι το βιοφίλμ.
Μικροοργανισμοί που αναπτύσσονται πάνω σε καθετήρες, stents, προσθετικά υλικά
και άλλες επιφάνειες μπορούν να δημιουργήσουν οργανωμένες κοινότητες μέσα σε
προστατευτική μήτρα. Οι συνθήκες αυτές διαφέρουν σημαντικά από τις συνθήκες
ενός συμβατικού αντιβιογράμματος.

Άλλοι παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν σε αποτυχία θεραπείας παρά ένα
φαινομενικά ευνοϊκό αποτέλεσμα είναι:

  • απόστημα που χρειάζεται παροχέτευση,
  • νεκρωμένος ιστός,
  • ανεπαρκής αιμάτωση,
  • μολυσμένο ξένο σώμα που παραμένει,
  • ανεπαρκής διείσδυση του φαρμάκου στην εστία,
  • ακατάλληλη δόση ή διάρκεια,
  • μη σωστή λήψη της θεραπείας,
  • σοβαρή ανοσοκαταστολή.

Επομένως, όταν ο ασθενής δεν βελτιώνεται, δεν συμπεραίνουμε αυτόματα ότι
«το αντιβιόγραμμα ήταν λάθος». Μπορεί να απαιτείται νέα αξιολόγηση της εστίας,
της διάγνωσης, της θεραπείας και της ανάγκης για νέα καλλιέργεια ή άλλη παρέμβαση.

18
Ειδικές ομάδες ασθενών

Σε ορισμένες ομάδες η ερμηνεία του αντιβιογράμματος απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη
προσοχή, επειδή η αποτελεσματικότητα πρέπει να συνδυαστεί με ειδικούς περιορισμούς
ασφάλειας ή δοσολογίας.

Εγκυμοσύνη

Η επιλογή αντιβιοτικού πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο την ευαισθησία του
μικροοργανισμού όσο και την ασφάλεια του φαρμάκου για την κύηση. Στην εγκυμοσύνη
η σημασία της ουροκαλλιέργειας και της ασυμπτωματικής βακτηριουρίας διαφέρει από
τον γενικό ενήλικο πληθυσμό.

Νεφρική δυσλειτουργία

Πολλά αντιβιοτικά αποβάλλονται κυρίως από τους νεφρούς. Ένα φάρμακο μπορεί να
είναι κατάλληλο μικροβιολογικά αλλά να χρειάζεται προσαρμογή δόσης ή διαστήματος
χορήγησης σύμφωνα με τη νεφρική λειτουργία.

Ανοσοκαταστολή

Σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς η κλινική σημασία ορισμένων απομονώσεων μπορεί
να είναι διαφορετική και η ανάγκη έγκαιρης αποτελεσματικής θεραπείας μεγαλύτερη.

Καθετήρες και εμφυτεύματα

Η πιθανότητα βιοφίλμ και η ανάγκη αντιμετώπισης του ίδιου του ξένου σώματος
μπορεί να είναι εξίσου σημαντικές με την επιλογή του αντιβιοτικού.

Ηλικιωμένοι και πολυφαρμακία

Η νεφρική λειτουργία, οι αλληλεπιδράσεις και ο αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων
ενεργειών μπορεί να κάνουν μία θεωρητικά δραστική επιλογή λιγότερο κατάλληλη από
κάποια άλλη.

19
Πώς διαβάζουμε πρακτικά ένα αντιβιόγραμμα

Όταν βλέπουμε ένα αποτέλεσμα, είναι προτιμότερο να το διαβάζουμε με συγκεκριμένη
σειρά και όχι να αναζητούμε απλώς το πρώτο αντιβιοτικό που αναγράφεται ως S.

  1. Ποιο δείγμα εξετάστηκε;
  2. Ποιος μικροοργανισμός απομονώθηκε;
  3. Είναι το εύρημα συμβατό με πραγματική λοίμωξη ή υπάρχει πιθανότητα επιμόλυνσης ή αποικισμού;
  4. Ποια αντιβιοτικά αναφέρονται;
  5. Ποια είναι η κατηγορία S, I ή R για κάθε φάρμακο;
  6. Αναφέρεται MIC; Αν ναι, πώς κατατάσσεται σε σχέση με το breakpoint;
  7. Υπάρχουν εργαστηριακά σχόλια ή ειδικές παρατηρήσεις;
  8. Υπάρχει πιθανός μηχανισμός αντοχής;
  9. Είναι το συγκεκριμένο φάρμακο κατάλληλο για την εστία και τον συγκεκριμένο ασθενή;

Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα δεν βρίσκεται ολόκληρη πάνω στο χαρτί του
αντιβιογράμματος. Απαιτεί συνδυασμό εργαστηριακής και κλινικής πληροφορίας.

Για οργανωμένη εικόνα των καλλιεργειών που χρησιμοποιούνται στη μικροβιολογική
διάγνωση μπορείτε επίσης να δείτε τις
Μικροβιολογικές Εξετάσεις – Καλλιέργειες & Αντιβιόγραμμα.

Μην επιλέγετε ή αλλάζετε μόνοι σας αντιβίωση με βάση το αντιβιόγραμμα.
Το αποτέλεσμα είναι βασικό εργαλείο για τον θεράποντα ιατρό, αλλά δεν περιλαμβάνει
όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την ασφαλή επιλογή φαρμάκου,
δόσης και διάρκειας θεραπείας.

20
Πότε δεν περιμένουμε το αντιβιόγραμμα

Σε σοβαρή λοίμωξη η ανάγκη για μικροβιολογική τεκμηρίωση δεν πρέπει να οδηγεί
σε επικίνδυνη καθυστέρηση της θεραπείας.

Ο ιατρός μπορεί να συλλέξει τις κατάλληλες καλλιέργειες και να ξεκινήσει
εμπειρική αντιμικροβιακή αγωγή με βάση την πιθανή εστία,
τη βαρύτητα της κατάστασης, το ιστορικό και τον κίνδυνο ανθεκτικών μικροοργανισμών.

Όταν γίνουν διαθέσιμα η ταυτοποίηση και το αντιβιόγραμμα, η θεραπεία επανεκτιμάται.
Μπορεί να χρειαστεί αλλαγή, συνέχιση ή στένωση του αντιμικροβιακού φάσματος.

Άμεση ιατρική αξιολόγηση απαιτείται όταν υπάρχουν ενδείξεις σοβαρής λοίμωξης,
όπως:

  • έντονη επιδείνωση της γενικής κατάστασης,
  • υψηλός πυρετός με έντονο ρίγος και κακουχία,
  • σύγχυση ή διαταραχή του επιπέδου συνείδησης,
  • υπόταση ή λιποθυμική τάση,
  • δύσπνοια ή ταχεία αναπνοή,
  • υποψία βακτηριαιμίας ή σήψης.
Σε επείγουσα κλινική εικόνα:
δεν περιμένουμε την τελική καλλιέργεια ή το αντιβιόγραμμα για να αναζητήσουμε
ιατρική βοήθεια.

21
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται πάντα αντιβιόγραμμα όταν υπάρχει λοίμωξη;

Όχι. Σε ορισμένες απλές λοιμώξεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί εμπειρική αγωγή. Το αντιβιόγραμμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε υποτροπές, αποτυχία θεραπείας, σοβαρές λοιμώξεις ή αυξημένο κίνδυνο ανθεκτικού μικροβίου.

Σε πόσο χρόνο βγαίνει το αντιβιόγραμμα;

Δεν υπάρχει ένας σταθερός χρόνος. Πολλές συνήθεις καλλιέργειες με αντιβιόγραμμα ολοκληρώνονται περίπου μέσα σε 24–72 ώρες, αλλά ο χρόνος εξαρτάται από το δείγμα, τον μικροοργανισμό και τις πρόσθετες δοκιμές που μπορεί να χρειαστούν.

Τι σημαίνει S;

Στην EUCAST σημαίνει Susceptible, standard dosing regimen: υπάρχει υψηλή πιθανότητα θεραπευτικής επιτυχίας με το κατάλληλο συνήθες δοσολογικό σχήμα.

Τι σημαίνει I;

Στην EUCAST σημαίνει Susceptible, increased exposure – ευαίσθητο με αυξημένη έκθεση. Δεν σημαίνει απλώς «ενδιάμεσο» και δεν είναι το ίδιο με το R.

Τι σημαίνει R;

R σημαίνει Resistant – ανθεκτικό. Υπάρχει υψηλή πιθανότητα θεραπευτικής αποτυχίας ακόμη και όταν αυξηθεί η έκθεση στο συγκεκριμένο αντιβιοτικό.

Όσο μικρότερο είναι το MIC τόσο καλύτερο είναι το αντιβιοτικό;

Όχι. Δεν συγκρίνουμε απευθείας τα MIC διαφορετικών αντιβιοτικών. Κάθε MIC πρέπει να ερμηνεύεται σε σχέση με το breakpoint του συγκεκριμένου μικροβίου και αντιβιοτικού.

Αν δύο αντιβιοτικά είναι S, ποιο είναι καλύτερο;

Δεν υπάρχει αυτόματη απάντηση. Συνεκτιμώνται η εστία, η διείσδυση του φαρμάκου, η νεφρική και ηπατική λειτουργία, οι αλλεργίες, οι αλληλεπιδράσεις, το θεραπευτικό φάσμα και άλλοι παράγοντες του ασθενούς.

Μπορεί το αντιβιόγραμμα να αλλάξει την αντιβίωση που ήδη παίρνω;

Ναι. Όταν γίνουν διαθέσιμα τα αποτελέσματα, ο θεράπων ιατρός μπορεί να συνεχίσει, να αλλάξει ή να περιορίσει την αρχική εμπειρική αγωγή σύμφωνα με το μικρόβιο, το αντιβιόγραμμα και την κλινική ανταπόκριση.

Μπορεί η αντιβίωση που ήδη παίρνω να επηρεάσει την καλλιέργεια;

Ναι. Προηγούμενη αντιβιοτική αγωγή μπορεί να μειώσει την ανάπτυξη βακτηρίων και τη διαγνωστική απόδοση της καλλιέργειας. Δεν διακόπτουμε όμως θεραπεία χωρίς ιατρική οδηγία.

Θετική καλλιέργεια σημαίνει πάντα ότι χρειάζομαι αντιβίωση;

Όχι. Πρέπει να διαχωριστεί η πραγματική λοίμωξη από τον αποικισμό, την επιμόλυνση ή την ασυμπτωματική παρουσία μικροοργανισμού.

Τι είναι η μέθοδος Kirby–Bauer;

Είναι η κλασική μέθοδος διάχυσης δίσκων για έλεγχο αντιμικροβιακής ευαισθησίας. Δίσκοι με αντιβιοτικό τοποθετούνται σε άγαρ ενοφθαλμισμένο με το βακτήριο και μετρώνται οι ζώνες αναστολής. Σήμερα χρησιμοποιούνται τυποποιημένες σύγχρονες μέθοδοι και breakpoints, όπως εκείνα της EUCAST ή του CLSI.

Γιατί δεν αναφέρονται όλα τα αντιβιοτικά στο αποτέλεσμα;

Το κατάλληλο πάνελ εξαρτάται από το μικρόβιο, την εστία, τα διαθέσιμα breakpoints και την κλινική χρησιμότητα. Ορισμένα αποτελέσματα μπορεί επίσης να αναφέρονται επιλεκτικά ώστε να προωθείται η ορθολογική χρήση αντιβιοτικών.

Γίνεται αντιβιόγραμμα στους μύκητες;

Στους μύκητες γίνεται ειδικός έλεγχος αντιμυκητιακής ευαισθησίας, που συχνά αναφέρεται ως αντιμυκητόγραμμα. Χρησιμοποιεί διαφορετικές μεθόδους και διαφορετικά breakpoints από το βακτηριακό αντιβιόγραμμα.

Γίνεται αντιβιόγραμμα στους ιούς;

Όχι με την έννοια του βακτηριακού αντιβιογράμματος. Τα αντιβιοτικά δεν δρουν στους ιούς. Όταν χρειάζεται διερεύνηση αντιιικής αντοχής χρησιμοποιούνται διαφορετικές εξειδικευμένες μέθοδοι.

Μπορεί το αντιβιόγραμμα να είναι σωστό αλλά η θεραπεία να αποτύχει;

Ναι. Η κλινική έκβαση επηρεάζεται επίσης από την εστία, τη διείσδυση του φαρμάκου, τη δόση, τη διάρκεια, την παρουσία αποστήματος ή βιοφίλμ, ξένου σώματος και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.

Χρειάζεται πάντα επανάληψη της καλλιέργειας μετά τη θεραπεία;

Όχι. Η ανάγκη επανελέγχου εξαρτάται από το είδος της λοίμωξης, τα συμπτώματα, τον μικροοργανισμό, τους παράγοντες κινδύνου και τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.

22
Σχετικοί Οδηγοί & Εξετάσεις

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για εργαστηριακές εξετάσεις, καλλιέργειες,
προετοιμασία δειγμάτων και ερμηνεία αποτελεσμάτων στους οργανωμένους οδηγούς
του εργαστηρίου.

23
Βιβλιογραφία

Εμφάνιση βιβλιογραφίας και επίσημων πηγών
1. European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST).
Definition of S, I and R.
EUCAST.
2. European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST).
Clinical Breakpoint Tables for bacteria, Version 16.1.
Published 24 June 2026.
EUCAST.
3. European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST).
Disk Diffusion and Quality Control.
EUCAST disk diffusion methodology and Quality Control tables, 2026.
EUCAST.
4. Clinical and Laboratory Standards Institute.
CLSI M100: Performance Standards for Antimicrobial Susceptibility Testing.
36th Edition. Published 26 January 2026.
CLSI.
5. American Society for Microbiology.
Kirby-Bauer Disk Diffusion Susceptibility Test Protocol.
ASM.
6. European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST).
Rapid Antimicrobial Susceptibility Testing (RAST) directly from positive blood culture bottles.
Methodology Version 7.0, January 2026.
EUCAST.
7. European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing, Subcommittee on Antifungal Susceptibility Testing.
Clinical breakpoints for fungi, Version 12.1.
Valid from 10 April 2026.
EUCAST AFST.
8. World Health Organization.
Antimicrobial resistance.
Updated 16 July 2026.
WHO.
9. European Association of Urology.
EAU Guidelines on Urological Infections.
2026 Edition.
EAU.
10. Tamma PD, Bonomo RA, et al.
IDSA 2026 Guidance on the Treatment of Antimicrobial Resistant Gram-Negative Infections.
Infectious Diseases Society of America, 2026.
IDSA.
Μικροβιολογικό Λαμία
Επισκόπηση απορρήτου

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για τη σωστή λειτουργία της και, εφόσον δώσετε συγκατάθεση, για την ανάλυση επισκεψιμότητας. Μπορείτε να αλλάξετε τις επιλογές σας οποιαδήποτε στιγμή από τις ρυθμίσεις cookies.