ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ • ΜΥΚΗΤΕΣ

Αντιμυκητόγραμμα: MIC, Ευαισθησία S–I–R & Ερμηνεία

Συντάκτης & Ιατρική επιμέλεια: — Ιατρός Βιοπαθολόγος

Το αντιμυκητόγραμμα ή Antifungal Susceptibility Testing – AFST είναι η εργαστηριακή δοκιμή με την οποία αξιολογείται η ευαισθησία ενός απομονωμένου μύκητα σε συγκεκριμένα αντιμυκητιασικά φάρμακα. Η εξέταση μπορεί να δώσει ποσοτικό αποτέλεσμα, όπως την MIC, και όπου υπάρχουν κατάλληλα κλινικά όρια να επιτρέψει ταξινόμηση του στελέχους ως S, I ή R.

Δημοσίευση: • Τελευταία ενημέρωση:

Σύντομη απάντηση

Το αντιμυκητόγραμμα δεν γίνεται συνήθως απευθείας στο αρχικό δείγμα. Προηγείται καλλιέργεια, απομόνωση και ταυτοποίηση του μύκητα και στη συνέχεια το συγκεκριμένο στέλεχος εξετάζεται έναντι επιλεγμένων αντιμυκητιασικών. Το αποτέλεσμα δεν δείχνει ποιο φάρμακο «σκοτώνει περισσότερο» τον μύκητα· δείχνει την εργαστηριακή συμπεριφορά του στελέχους υπό τυποποιημένες συνθήκες και πρέπει να συνδυάζεται με το είδος του μύκητα, το σημείο της λοίμωξης, τη φαρμακοκινητική και την κλινική εικόνα.[1, 2]

Περιεχόμενα άρθρου
  1. Τι είναι το αντιμυκητόγραμμα;
  2. Γιατί προηγείται η ταυτοποίηση του μύκητα;
  3. Πότε χρειάζεται αντιμυκητόγραμμα;
  4. Δείγμα, καλλιέργεια και προαναλυτικό στάδιο
  5. Πώς γίνεται εργαστηριακά;
  6. EUCAST και CLSI: ποια η διαφορά;
  7. MIC και MEC: τι μετρούν;
  8. Τι σημαίνουν S, I και R;
  9. Breakpoints και ECOFF
  10. Ποια αντιμυκητιασικά εξετάζονται;
  11. Candida και αντιμυκητόγραμμα
  12. Candida auris
  13. Σπάνιοι ζυμομύκητες και Cryptococcus
  14. Aspergillus και άλλοι υφομύκητες
  15. Δερματόφυτα και αντοχή στην terbinafine
  16. Μηχανισμοί αντιμυκητιασικής αντοχής
  17. Quality control και εμπορικά συστήματα
  18. Πώς διαβάζεται μια εργαστηριακή αναφορά;
  19. Αντιμυκητόγραμμα και αντιβιόγραμμα
  20. Πόσο χρόνο χρειάζεται;
  21. Περιορισμοί της εξέτασης
  22. Συχνές ερωτήσεις

1Τι είναι το αντιμυκητόγραμμα;

Το αντιμυκητόγραμμα είναι η φαινοτυπική εργαστηριακή εξέταση της ευαισθησίας ενός μύκητα στα αντιμυκητιασικά. Ο διεθνής όρος είναι antifungal susceptibility testing (AFST). Η βασική αρχή είναι παρόμοια με εκείνη του αντιβιογράμματος στα βακτήρια, αλλά οι μύκητες αποτελούν διαφορετικούς οργανισμούς, τα αντιμυκητιασικά έχουν διαφορετικούς στόχους και οι τεχνικές προϋποθέσεις της δοκιμής είναι διαφορετικές.

Στη δοκιμή ένα καθαρό μυκητιακό στέλεχος εκτίθεται σε προκαθορισμένες συγκεντρώσεις αντιμυκητιασικών. Μετράται η συγκέντρωση στην οποία η ανάπτυξη του μικροοργανισμού αναστέλλεται σύμφωνα με συγκεκριμένο εργαστηριακό endpoint. Το αποτέλεσμα εκφράζεται συνήθως ως MIC – Minimum Inhibitory Concentration. Στους υφομύκητες και ειδικά για ορισμένες κατηγορίες φαρμάκων μπορεί να χρησιμοποιείται και η MEC – Minimum Effective Concentration.[2, 3]

Η μέτρηση από μόνη της δεν αποτελεί θεραπευτική συνταγή. Η εργαστηριακή ευαισθησία είναι ένας από τους παράγοντες που χρησιμοποιούνται για την επιλογή θεραπείας. Η επιτυχία ενός φαρμάκου εξαρτάται επίσης από το σημείο της λοίμωξης, τη συγκέντρωση που μπορεί να επιτευχθεί στον συγκεκριμένο ιστό, τη δόση, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τη βαρύτητα της λοίμωξης και την ανοσολογική κατάσταση του ασθενούς.

2Γιατί προηγείται η ταυτοποίηση του μύκητα;

Η σωστή ταυτοποίηση σε επίπεδο είδους είναι θεμελιώδης. Δύο διαφορετικά είδη Candida, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν διαφορετική φυσική ευαισθησία, διαφορετική πιθανότητα ανάπτυξης επίκτητης αντοχής και διαφορετικά κλινικά breakpoints. Επομένως μια MIC χωρίς αξιόπιστη ταυτοποίηση μπορεί να είναι δύσκολο ή ακόμη και λανθασμένο να ερμηνευτεί.

Η ταυτοποίηση μπορεί να βασίζεται σε μορφολογικές και βιοχημικές τεχνικές, σε σύγχρονα αυτοματοποιημένα συστήματα ή σε MALDI-TOF mass spectrometry. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να απαιτούνται μοριακές μέθοδοι. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε είδη όπως η Candida auris, η οποία ιστορικά μπορούσε να ταυτοποιηθεί λανθασμένα από ορισμένα παλαιότερα συστήματα.

Εργαστηριακή αρχή
Πρώτα απαντάμε στο ερώτημα «ποιος μύκητας απομονώθηκε;» και μετά στο ερώτημα «σε ποια αντιμυκητιασικά εμφανίζει ευαισθησία ή αντοχή;».

3Πότε χρειάζεται αντιμυκητόγραμμα;

Δεν απαιτείται αντιμυκητόγραμμα σε κάθε θετική μυκητιακή καλλιέργεια. Η χρησιμότητά του είναι μεγαλύτερη όταν η πιθανή αντοχή μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την αντιμετώπιση ή όταν η λοίμωξη είναι σοβαρή. Στην επεμβατική καντιντίαση, για παράδειγμα, η IDSA έχει συστήσει έλεγχο ευαισθησίας στις αζόλες για κλινικά σημαντικά στελέχη Candida και επιλεκτικό έλεγχο εχινοκανδινών σε συγκεκριμένες καταστάσεις.[10]

Το AFST μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όταν υπάρχει καντινταιμία ή άλλη επεμβατική μυκητίαση, υποτροπιάζουσα λοίμωξη, ανεπαρκής κλινική ανταπόκριση, προηγούμενη ή παρατεταμένη έκθεση σε αντιμυκητιασικό, σοβαρή ανοσοκαταστολή ή απομόνωση είδους που συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα αντοχής.

Αντίθετα, η απλή παρουσία Candida σε μια θέση όπου μπορεί να υπάρχει αποικισμός δεν σημαίνει αυτομάτως ότι απαιτείται θεραπεία ή αντιμυκητόγραμμα. Η καλλιέργεια και το AFST πρέπει πάντα να ερμηνεύονται σε σχέση με το κλινικό δείγμα.

  • Σοβαρή ή επεμβατική μυκητιασική λοίμωξη.
  • Αποτυχία ή ανεπαρκής ανταπόκριση σε θεραπεία.
  • Υποτροπή μετά από προηγούμενη αντιμυκητιασική αγωγή.
  • Παρατεταμένη έκθεση σε αζόλες ή εχινοκανδίνες.
  • Απομόνωση C. auris ή άλλου είδους με ιδιαίτερο προφίλ αντοχής.
  • Ύποπτη αντοχή Aspergillus στις αζόλες.
  • Επίμονη δερματοφυτία που δεν ανταποκρίνεται στην κατάλληλη θεραπεία.

4Δείγμα, καλλιέργεια και προαναλυτικό στάδιο

Το αντιμυκητόγραμμα δεν διορθώνει ένα ακατάλληλο ή μη αντιπροσωπευτικό δείγμα. Η αξιοπιστία αρχίζει από το προαναλυτικό στάδιο: σωστή θέση λήψης, κατάλληλο δοχείο, σωστή μεταφορά, επαρκής ποσότητα και περιορισμός της επιμόλυνσης.

Ανάλογα με το κλινικό ερώτημα μπορεί να εξετάζονται αίμα, ούρα, πτύελα, βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα, κολπικό ή τραχηλικό δείγμα, υλικό από δέρμα ή νύχια, στείρα βιολογικά υγρά ή ιστός. Το αν η απομόνωση έχει πραγματική κλινική σημασία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το συγκεκριμένο δείγμα.

Η προηγούμενη λήψη αντιμυκητιασικού μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επηρεάσει την πιθανότητα ανάπτυξης στην καλλιέργεια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ασθενής πρέπει να διακόψει μόνος του θεραπεία. Η απόφαση λαμβάνεται από τον θεράποντα ιατρό.

5Πώς γίνεται εργαστηριακά;

Η διαδικασία περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια. Αρχικά το δείγμα καλλιεργείται σε κατάλληλα θρεπτικά υλικά. Αν αναπτυχθεί μύκητας, επιλέγεται αποικία για ταυτοποίηση και δημιουργείται καθαρό απομονωμένο στέλεχος. Στη συνέχεια προετοιμάζεται τυποποιημένο inoculum και πραγματοποιείται η δοκιμή ευαισθησίας.

1. ΚαλλιέργειαΑνάπτυξη του μικροοργανισμού από το κλινικό δείγμα.
2. ΤαυτοποίησηΚαθορισμός γένους και είδους του απομονωμένου μύκητα.
3. AFSTΈκθεση σε σειρά συγκεντρώσεων επιλεγμένων αντιμυκητιασικών.
4. ΕρμηνείαMIC/MEC και εφαρμογή breakpoint ή ECOFF όπου αυτό είναι επιστημονικά επιτρεπτό.

Η broth microdilution αποτελεί βασική μέθοδο αναφοράς. Η EUCAST χρησιμοποιεί το E.Def 7.4 για ζυμομύκητες και το E.Def 9.4 για κονιδιοφόρους υφομύκητες. Για μικροκονιδιοφόρα δερματόφυτα έχει αναπτυχθεί η E.Def 11.0.[2, 3, 4]

6EUCAST και CLSI: ποια είναι η διαφορά;

Τα δύο σημαντικότερα διεθνή συστήματα τυποποίησης είναι η EUCAST στην Ευρώπη και η CLSI στις ΗΠΑ και διεθνώς. Και τα δύο έχουν αναπτύξει reference methods, quality-control διαδικασίες και πίνακες ερμηνείας, όμως οι τεχνικές λεπτομέρειες δεν είναι απολύτως ίδιες.

Για τους ζυμομύκητες η CLSI χρησιμοποιεί το πρότυπο M27, ενώ τον Μάρτιο του 2026 δημοσιεύθηκε η τέταρτη έκδοση του συμπληρώματος M27M44S με ενημερωμένους πίνακες MIC, ζωνών αναστολής και quality control. Για τους νηματοειδείς μύκητες χρησιμοποιείται το M38 και το 2026 δημοσιεύθηκε επίσης νέα έκδοση του M38M51S.[8, 9]

Δεν αναμειγνύουμε συστήματα ερμηνείας
Η MIC πρέπει να ερμηνεύεται με τα breakpoints του συστήματος και της μεθόδου με την οποία προσδιορίστηκε. Δεν είναι σωστό να μετράται με μία μη επικυρωμένη τεχνική και να εφαρμόζεται αυθαίρετα breakpoint άλλης μεθοδολογίας.

7MIC και MEC: τι ακριβώς μετρούν;

Η MIC – Minimum Inhibitory Concentration είναι η χαμηλότερη συγκέντρωση ενός αντιμυκητιασικού στην οποία παρατηρείται το προκαθορισμένο επίπεδο αναστολής της ανάπτυξης του συγκεκριμένου στελέχους υπό τυποποιημένες συνθήκες. Δεν αποτελεί άμεση μέτρηση της συγκέντρωσης του φαρμάκου μέσα στον ασθενή ούτε απόδειξη ότι το φάρμακο θα θεραπεύσει τη λοίμωξη.

Στους υφομύκητες, ειδικά κατά τον έλεγχο εχινοκανδινών, μπορεί να χρησιμοποιείται η MEC – Minimum Effective Concentration. Αντί για πλήρη αναστολή της ανάπτυξης, αξιολογούνται χαρακτηριστικές μορφολογικές μεταβολές των υφών. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα του γιατί η ερμηνεία του AFST δεν μπορεί να περιοριστεί στην απλή ανάγνωση ενός αριθμού.

Μικρότερη MIC ≠ καλύτερο φάρμακο.
Δεν συγκρίνουμε αριθμητικά την MIC της fluconazole με την MIC της amphotericin B ή μιας εχινοκανδίνης. Τα φάρμακα έχουν διαφορετικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες, διαφορετικά όρια και διαφορετική σχέση συγκέντρωσης–αποτελεσματικότητας.

8Τι σημαίνουν S, I και R;

Στο σύστημα EUCAST οι κατηγορίες S, I και R έχουν συγκεκριμένη έννοια. Το I δεν πρέπει να μεταφράζεται πλέον απλώς ως «ενδιάμεσο». Από το 2019 η EUCAST το ορίζει ως Susceptible, increased exposure.[5]

ΚατηγορίαΟρισμόςΠρακτική σημασία
SSusceptible, standard dosing regimenΥψηλή πιθανότητα θεραπευτικής επιτυχίας με το κατάλληλο συνήθες δοσολογικό σχήμα.
ISusceptible, increased exposureΥψηλή πιθανότητα επιτυχίας όταν επιτυγχάνεται αυξημένη έκθεση στο φάρμακο.
RResistantΥψηλή πιθανότητα θεραπευτικής αποτυχίας ακόμη και όταν αυξάνεται η έκθεση.

Η «αυξημένη έκθεση» μπορεί να σχετίζεται με δόση, διάστημα χορήγησης, τρόπο χορήγησης ή με υψηλή συγκέντρωση του φαρμάκου στο σημείο της λοίμωξης. Συνεπώς το I εξακολουθεί να αποτελεί κατηγορία ευαισθησίας και δεν πρέπει να ομαδοποιείται με το R.

9Clinical breakpoints και ECOFF: δεν είναι το ίδιο

Ένα clinical breakpoint είναι όριο που χρησιμοποιείται για να συνδέσει την εργαστηριακή μέτρηση με την πιθανότητα θεραπευτικής επιτυχίας. Για τον καθορισμό του δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο η κατανομή των MIC, αλλά και φαρμακοκινητικά/φαρμακοδυναμικά δεδομένα, διαθέσιμες κλινικές πληροφορίες, δοσολογικά σχήματα και χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου συνδυασμού είδους και φαρμάκου.

Το ECOFF – Epidemiological Cut-Off Value έχει διαφορετικό σκοπό. Χρησιμοποιείται για να διαχωρίσει τον φυσικό, wild-type πληθυσμό ενός είδους από στελέχη με φαινοτυπικά ανιχνεύσιμη επίκτητη ή εξελιγμένη αντοχή. Το ECOFF είναι εξαιρετικά χρήσιμο για επιδημιολογία και ανίχνευση μηχανισμών αντοχής, αλλά δεν ισοδυναμεί με κλινικό breakpoint.[1, 6]

Αυτό έχει μεγάλη σημασία στους σπάνιους ζυμομύκητες. Για αρκετούς συνδυασμούς είδους–φαρμάκου δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ώστε να δοθεί κατηγορία S/I/R. Σε αυτή την περίπτωση η εργαστηριακή αναφορά μπορεί να περιλαμβάνει MIC, ECOFF ή ειδικό σχόλιο, χωρίς αυθαίρετη μετατροπή σε «ευαίσθητο» ή «ανθεκτικό».

10Ποια αντιμυκητιασικά εξετάζονται;

Το panel δεν είναι ίδιο για όλους τους μύκητες. Επιλέγεται ανάλογα με το απομονωμένο είδος, τη θέση της λοίμωξης, τις διαθέσιμες κατευθυντήριες οδηγίες και τη μέθοδο. Η παρουσία ενός φαρμάκου σε ένα εμπορικό panel δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει έγκυρο breakpoint για κάθε είδος.

ΚατηγορίαΠαραδείγματαΚύριος στόχος
ΑζόλεςFluconazole, voriconazole, itraconazole, posaconazole, isavuconazoleΒιοσύνθεση εργοστερόλης
ΕχινοκανδίνεςAnidulafungin, micafungin, caspofunginΣύνθεση β-1,3-D-γλυκάνης του κυτταρικού τοιχώματος
ΠολυένιαAmphotericin BΑλληλεπίδραση με στερόλες της κυτταρικής μεμβράνης
ΑντιμεταβολίτεςFlucytosineΜεταβολισμός νουκλεϊκών οξέων
ΑλλυλαμίνεςTerbinafineSqualene epoxidase / σύνθεση εργοστερόλης

11Candida και αντιμυκητόγραμμα

Οι ζυμομύκητες του γένους Candida αποτελούν την πιο συνηθισμένη ομάδα στην οποία εφαρμόζεται AFST. Η γνώση του είδους έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η πιθανότητα αντοχής δεν είναι ίδια σε C. albicans, C. glabrata, C. parapsilosis, C. tropicalis ή C. krusei.

Ορισμένα είδη έχουν χαρακτηριστικά πρότυπα φυσικής ή συχνότερης επίκτητης μειωμένης ευαισθησίας. Για παράδειγμα, η C. krusei είναι γνωστή για φυσική αντοχή στη fluconazole, ενώ η C. glabrata παρουσιάζει συχνότερα μειωμένη ευαισθησία στις αζόλες. Η C. parapsilosis μπορεί να εμφανίζει υψηλότερες MIC στις εχινοκανδίνες σε σχέση με άλλα συχνά είδη Candida. Αυτό δεν σημαίνει ότι η θεραπεία καθορίζεται αποκλειστικά από το είδος, αλλά δείχνει γιατί η ταυτοποίηση προηγείται της ερμηνείας.

Σε καντινταιμία και άλλες επεμβατικές λοιμώξεις το αντιμυκητόγραμμα έχει πολύ μεγαλύτερη κλινική βαρύτητα από ό,τι σε μια απομόνωση Candida από μη στείρα θέση όπου μπορεί να υπάρχει αποικισμός. Η κλινική σημασία μιας θετικής καλλιέργειας πρέπει συνεπώς να αποφασίζεται πριν από την ερμηνεία του AFST.

Σχετικός οδηγός: Candida spp. →

12Candida auris: γιατί απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή;

Η Candida auris, που στη νεότερη ταξινομική ονοματολογία αναφέρεται και ως Candidozyma auris, αποτελεί σημαντικό αναδυόμενο παθογόνο επειδή μπορεί να προκαλεί σοβαρές λοιμώξεις, να μεταδίδεται σε δομές υγείας και να εμφανίζει αντοχή σε περισσότερες από μία κατηγορίες αντιμυκητιασικών.

Το 2026 η EUCAST ενσωμάτωσε ειδικά breakpoints για C. auris και δημοσίευσε επιπλέον καθοδήγηση για την ερμηνεία amphotericin B, εχινοκανδινών και flucytosine. Παράλληλα έχει εκδώσει ειδική προειδοποίηση επειδή ορισμένα εμπορικά συστήματα μπορεί να υπερεκτιμήσουν την αντοχή στην amphotericin B.[1, 11]

Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του γιατί δεν αρκεί να γνωρίζουμε μόνο την αριθμητική MIC. Πρέπει να γνωρίζουμε με ποια μέθοδο προσδιορίστηκε, ποιο σύστημα ερμηνείας χρησιμοποιείται και αν υπάρχουν ειδικές τεχνικές προειδοποιήσεις.

EUCAST και CDC δεν χρησιμοποιούν απαραίτητα τα ίδια όρια
Η EUCAST διαθέτει πλέον ειδικά breakpoints για ορισμένους συνδυασμούς C. auris–αντιμυκητιασικού. Στις ΗΠΑ, το CDC εξακολουθεί να δημοσιεύει προσωρινά interpretive values στο πλαίσιο CLSI, επειδή δεν υπάρχουν αντίστοιχα πλήρη CLSI C. auris-specific breakpoints. Οι δύο προσεγγίσεις δεν πρέπει να αναμειγνύονται.[12]

13Cryptococcus και σπάνιοι ζυμομύκητες

Δεν περιορίζεται όλη η μυκητολογία στα είδη Candida. Το CLSI M27 περιλαμβάνει reference methodology και για ζυμομύκητες όπως ο Cryptococcus neoformans.[8]

Στους σπάνιους ζυμομύκητες το βασικό πρόβλημα είναι συχνά ότι υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα και δεν έχουν καθοριστεί breakpoints για όλους τους συνδυασμούς είδους και φαρμάκου. Η EUCAST έχει ξεχωριστή καθοδήγηση για την ερμηνεία MIC σε σπάνια είδη χωρίς breakpoint.[6]

Σε τέτοιες περιπτώσεις η MIC μπορεί να προσφέρει πολύτιμη πληροφορία σε συνδυασμό με την κατανομή του είδους, ECOFF, βιβλιογραφία και γνώμη ειδικού κλινικού μικροβιολόγου, αλλά η απουσία breakpoint πρέπει να αναφέρεται καθαρά ώστε να μη δημιουργείται ψευδής βεβαιότητα.

14Aspergillus και άλλοι υφομύκητες

Οι νηματοειδείς μύκητες απαιτούν διαφορετική προσέγγιση από τους ζυμομύκητες. Η EUCAST E.Def 9.4 περιγράφει reference broth dilution μέθοδο για κονιδιοφόρους υφομύκητες, ενώ η CLSI M38 αποτελεί το αντίστοιχο βασικό reference standard της CLSI.[3, 9]

Στον Aspergillus fumigatus ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντοχή στις αζόλες. Μπορεί να σχετίζεται με προηγούμενη αντιμυκητιασική έκθεση, αλλά έχουν επίσης περιγραφεί περιβαλλοντικά επιλεγμένοι μηχανισμοί αντοχής. Σε σοβαρή ασπεργίλλωση, αποτυχία κατάλληλης θεραπείας ή περιοχές με σημαντική αντοχή, το AFST μπορεί να προσφέρει κρίσιμη πληροφορία.

Για screening αντοχής του Aspergillus η EUCAST έχει επίσης αναπτύξει agar-based μεθόδους. Το E.Def 10.3, που δημοσιεύθηκε το 2025, αφορά screening αντοχής στις αζόλες και στις εχινοκανδίνες σε Aspergillus, με παράδειγμα το A. fumigatus.[3]

15Δερματόφυτα και αντοχή στην terbinafine

Η δερματοφυτία συνήθως αντιμετωπίζεται χωρίς να απαιτείται συστηματικά αντιμυκητόγραμμα. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια η εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών Trichophyton έχει αυξήσει τη σημασία της εργαστηριακής διερεύνησης σε επίμονες ή θεραπευτικά αποτυχημένες λοιμώξεις.

Η EUCAST E.Def 11.0 έχει τυποποιήσει AFST για μικροκονιδιοφόρα δερματόφυτα. Επιπλέον, την 1η Σεπτεμβρίου 2026 δημοσιεύθηκε νέα screening method για την ανίχνευση αντοχής σε terbinafine και itraconazole σε Trichophyton με agar plates που περιέχουν αντιμυκητιασικό.[4]

Ένας σημαντικός μηχανισμός αντοχής στην terbinafine αφορά μεταβολές στη squalene epoxidase, το ένζυμο-στόχο του φαρμάκου. Η παρουσία όμως αντοχής δεν τεκμηριώνεται από τα συμπτώματα ή την αποτυχία θεραπείας μόνη της· χρειάζεται εργαστηριακή αξιολόγηση του απομονωμένου στελέχους.

16Πώς αναπτύσσεται αντοχή στα αντιμυκητιασικά;

Η αντιμυκητιασική αντοχή δεν αποτελεί έναν ενιαίο μηχανισμό. Εξαρτάται από τον μύκητα και την κατηγορία φαρμάκου. Μπορεί να υπάρχει φυσικά στο είδος ή να αποκτηθεί μετά από γενετικές μεταβολές και επιλογή ανθεκτικών υποπληθυσμών.

Στις αζόλες, η αντοχή μπορεί να σχετίζεται με μεταβολές του ενζύμου-στόχου της σύνθεσης εργοστερόλης, υπερέκφραση του στόχου ή αυξημένη λειτουργία αντλιών εκροής που μειώνουν την ενδοκυττάρια συγκέντρωση του φαρμάκου. Στις Candida συχνά εξετάζεται ο ρόλος γονιδίων όπως το ERG11, ενώ στον Aspergillus ιδιαίτερη σημασία έχει το cyp51A.

Στις εχινοκανδίνες, μεταβολές στις περιοχές hotspot των γονιδίων FKS μπορούν να μειώσουν την ευαισθησία. Η εργαστηριακή αύξηση της MIC μπορεί να λειτουργήσει ως φαινοτυπική ένδειξη αυτής της αλλαγής, αν και η μοριακή διερεύνηση αποτελεί διαφορετική εξέταση.

Για την amphotericin B, η αντοχή είναι πιο σύνθετη και μπορεί να σχετίζεται με μεταβολές στη σύνθεση ή στη διαθεσιμότητα των στερολών της κυτταρικής μεμβράνης. Στα δερματόφυτα, μεταλλάξεις του γονιδίου της squalene epoxidase συνδέονται με αντοχή στην terbinafine.

Φαινότυπος και γονότυπος δεν είναι το ίδιο.
Το αντιμυκητόγραμμα μετρά τον φαινότυπο ευαισθησίας. Η μοριακή ανίχνευση ενός γονιδίου ή μιας μετάλλαξης είναι γονοτυπική εξέταση. Οι δύο προσεγγίσεις είναι συμπληρωματικές αλλά δεν πρέπει να συγχέονται.

17Quality control και εμπορικά συστήματα

Για να είναι αξιόπιστο ένα αντιμυκητόγραμμα, δεν αρκεί να τοποθετηθεί ο μύκητας απέναντι σε ένα φάρμακο. Απαιτείται έλεγχος ποιότητας της μεθόδου, κατάλληλα control strains, σωστές συγκεντρώσεις, τυποποιημένο inoculum, χρόνος και θερμοκρασία επώασης και σωστή ανάγνωση των endpoints.

Η EUCAST δημοσιεύει ειδικούς πίνακες Quality Control. Η έκδοση 8.0 ισχύει από 1 Ιανουαρίου 2026 και καλύπτει routine και extended internal QC για MIC και agar dilution σε ζυμομύκητες, υφομύκητες και δερματόφυτα.[7]

Στην καθημερινή εργαστηριακή πράξη χρησιμοποιούνται συχνά και εμπορικά συστήματα. Αυτά μπορούν να είναι χρήσιμα, αλλά η απόδοσή τους πρέπει να έχει αξιολογηθεί για το συγκεκριμένο organism–drug combination. Το 2026 η EUCAST δημοσίευσε ειδική καθοδήγηση για το πώς ένα εργαστήριο πρέπει να αξιολογεί in-house την απόδοση εμπορικών AFST tests πριν εφαρμόσει EUCAST breakpoints.[13]

Η προειδοποίηση της EUCAST για amphotericin B έναντι C. auris δείχνει χαρακτηριστικά ότι ακόμη και ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο εμπορικό σύστημα μπορεί να δώσει MIC με διαφορετική συμπεριφορά από τη reference method. Συνεπώς η τεχνική εγκυρότητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κλινικής ερμηνείας.

18Πώς διαβάζεται μια εργαστηριακή αναφορά αντιμυκητογράμματος;

Μια πλήρης αναφορά πρέπει πρώτα να αναφέρει ποιος μύκητας απομονώθηκε. Ακολουθούν τα αντιμυκητιασικά που εξετάστηκαν, η MIC ή άλλη κατάλληλη μέτρηση και, όπου υπάρχει έγκυρο breakpoint, η κατηγορία ερμηνείας.

Υποθετικό παράδειγμα μορφής αναφοράς

Απομονωθέν είδος: Candida species
Fluconazole: MIC … mg/L — S/I/R, εφόσον υπάρχει ισχύον breakpoint
Voriconazole: MIC … mg/L — κατηγορία όπου επιτρέπεται
Anidulafungin: MIC … mg/L — κατηγορία όπου επιτρέπεται
Amphotericin B: MIC … mg/L — ερμηνεία σύμφωνα με είδος και μέθοδο

Το παράδειγμα είναι σκόπιμα χωρίς αριθμητικές τιμές, επειδή δεν υπάρχει ένα ενιαίο όριο για κάθε φάρμακο. Τα breakpoints εξαρτώνται από το είδος και ενημερώνονται περιοδικά.

Ένα αποτέλεσμα «S» δεν σημαίνει βεβαιότητα θεραπείας. Αντίστοιχα, ένα υψηλό MIC δεν πρέπει να διαβάζεται απομονωμένα χωρίς να εξεταστεί αν υπάρχει breakpoint, αν πρόκειται για wild-type ή non-wild-type πληθυσμό και ποια θεραπευτική έκθεση είναι εφικτή στον ασθενή.

19Αντιμυκητόγραμμα ή αντιβιόγραμμα: είναι το ίδιο;

Η γενική λογική είναι παρόμοια: και οι δύο εξετάσεις αξιολογούν την ευαισθησία ενός απομονωμένου μικροοργανισμού σε αντιμικροβιακά. Όμως δεν είναι η ίδια εξέταση.

ΑντιβιόγραμμαΑντιμυκητόγραμμα
ΜικροοργανισμόςΒακτήριαΜύκητες
ΦάρμακαΑντιβιοτικάΑντιμυκητιασικά
Reference μέθοδοιΒακτηριακό ASTΕιδικές AFST μέθοδοι για ζύμες, moulds και dermatophytes
ΑποτέλεσμαMIC/ζώνη και S/I/RMIC ή MEC και S/I/R όπου υπάρχουν fungal breakpoints

Δείτε επίσης: Αντιβιόγραμμα – MIC, S/I/R και ερμηνεία →

20Πόσο χρόνο χρειάζεται το αντιμυκητόγραμμα;

Ο συνολικός χρόνος δεν είναι μόνο ο χρόνος της τελικής δοκιμής ευαισθησίας. Πρέπει πρώτα να αναπτυχθεί ο μύκητας, να απομονωθεί σε καθαρή καλλιέργεια και να ταυτοποιηθεί.

Οι ζυμομύκητες όπως Candida αναπτύσσονται συνήθως ταχύτερα από τα δερματόφυτα. Μετά την απομόνωση, οι reference susceptibility methods για ζυμομύκητες μπορούν να δώσουν MIC σε σχετικά σύντομο εργαστηριακό χρόνο. Οι υφομύκητες μπορεί να απαιτούν περισσότερο, ενώ οι δερματοφυτικές καλλιέργειες είναι δυνατό να χρειάζονται σημαντικά μεγαλύτερη αναμονή.

Για τον ασθενή είναι συνεπώς σημαντικό να διακρίνει δύο χρόνους: χρόνος ανάπτυξης/ταυτοποίησης του μύκητα και χρόνος AFST μετά την απομόνωση. Το εργαστήριο μπορεί να δώσει πιο συγκεκριμένη εκτίμηση ανάλογα με το είδος του δείγματος και του απομονωμένου μύκητα.

21Ποιοι είναι οι περιορισμοί της εξέτασης;

Το αντιμυκητόγραμμα είναι ισχυρό εργαστηριακό εργαλείο, αλλά δεν αποτελεί τέλειο μοντέλο του ανθρώπινου οργανισμού. Η δοκιμή πραγματοποιείται in vitro υπό ελεγχόμενες συνθήκες. Στον ασθενή η λοίμωξη βρίσκεται σε ιστούς με διαφορετική αιμάτωση, pH, φλεγμονώδες περιβάλλον, ανοσολογική απόκριση και φαρμακευτική διείσδυση.

Η σχέση MIC και κλινικής έκβασης είναι ισχυρότερη για ορισμένους καλά μελετημένους συνδυασμούς και πιο αβέβαιη για σπάνιους μύκητες. Γι’ αυτό τα breakpoints δεν υπάρχουν για κάθε πιθανό organism–drug pair.

Επιπλέον, η λοίμωξη μπορεί να σχετίζεται με biofilm πάνω σε καθετήρα ή άλλη προσθετική επιφάνεια, με ανατομικό απόστημα που απαιτεί παροχέτευση ή με ιστό όπου η συγκέντρωση του φαρμάκου διαφέρει σημαντικά από αυτή του αίματος. Σε αυτές τις καταστάσεις η εργαστηριακή κατηγορία ευαισθησίας δεν αρκεί από μόνη της.

Τέλος, μια θετική καλλιέργεια από μη στείρα θέση μπορεί να αντιπροσωπεύει αποικισμό και όχι λοίμωξη. Το καλύτερο αντιμυκητόγραμμα δεν μπορεί να απαντήσει το ερώτημα αν ο συγκεκριμένος μικροοργανισμός είναι πράγματι η αιτία των συμπτωμάτων. Αυτό αποτελεί κλινικομικροβιολογική αξιολόγηση.

Τι να θυμάστε

  • Το αντιμυκητόγραμμα γίνεται σε απομονωμένο και ταυτοποιημένο μυκητιακό στέλεχος.
  • Η MIC είναι εργαστηριακή μέτρηση αναστολής και όχι άμεση πρόβλεψη του αποτελέσματος της θεραπείας.
  • Στους υφομύκητες μπορεί, ανάλογα με το φάρμακο και τη μέθοδο, να χρησιμοποιείται και MEC.
  • Το I της EUCAST σημαίνει Susceptible, increased exposure και είναι κατηγορία ευαισθησίας.
  • Τα clinical breakpoints και τα ECOFF εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς.
  • Δεν υπάρχουν breakpoints για κάθε είδος μύκητα και κάθε αντιμυκητιασικό.
  • Δεν συγκρίνουμε απευθείας MIC διαφορετικών φαρμάκων.
  • Η μέθοδος μέτρησης έχει σημασία, ιδιαίτερα σε απαιτητικούς συνδυασμούς όπως amphotericin B και C. auris.
  • Το αποτέλεσμα ερμηνεύεται πάντα μαζί με το δείγμα, το σημείο λοίμωξης, το ιστορικό και την κλινική εικόνα.

FAQ

Συχνές ερωτήσεις για το αντιμυκητόγραμμα

Το αντιμυκητόγραμμα γίνεται χωρίς καλλιέργεια;
Στην κλασική φαινοτυπική προσέγγιση απαιτείται πρώτα απομόνωση του μύκητα σε καλλιέργεια και ταυτοποίηση. Υπάρχουν μοριακές τεχνικές που μπορούν να ανιχνεύσουν συγκεκριμένους μηχανισμούς αντοχής, αλλά αυτό είναι διαφορετικό από το κλασικό AFST.
Κάθε Candida χρειάζεται αντιμυκητόγραμμα;
Όχι. Η ανάγκη εξαρτάται από το είδος, το σημείο απομόνωσης, τη βαρύτητα και την κλινική σημασία της λοίμωξης, προηγούμενη αντιμυκητιασική έκθεση και πιθανότητα αντοχής.
Τι σημαίνει υψηλή MIC;
Δεν υπάρχει μία ενιαία «υψηλή MIC» για όλα τα αντιμυκητιασικά. Η τιμή πρέπει να αξιολογηθεί σε σχέση με το συγκεκριμένο είδος, το φάρμακο, τη μέθοδο και τα ισχύοντα breakpoints ή ECOFF.
Το S σημαίνει ότι το φάρμακο θα θεραπεύσει σίγουρα τη λοίμωξη;
Όχι. Το S δηλώνει υψηλή πιθανότητα θεραπευτικής επιτυχίας στο πλαίσιο του αντίστοιχου breakpoint και δοσολογικού σχήματος. Η πραγματική έκβαση επηρεάζεται από πολλούς κλινικούς παράγοντες.
Το I σημαίνει «ενδιάμεσο»;
Στην EUCAST όχι. Σημαίνει Susceptible, increased exposure. Δηλαδή ο μικροοργανισμός ανήκει στην ευαίσθητη κατηγορία όταν επιτυγχάνεται η κατάλληλη αυξημένη έκθεση στο φάρμακο.
Αν δεν υπάρχει S/I/R, είναι ελλιπές το αποτέλεσμα;
Όχι απαραίτητα. Για ορισμένα σπάνια είδη δεν υπάρχει κλινικό breakpoint. Η αναφορά μπορεί να περιλαμβάνει MIC, ECOFF ή ειδικό σχόλιο χωρίς αυθαίρετη κατηγοριοποίηση.
Μπορώ να επιλέξω το αντιμυκητιασικό με τη μικρότερη MIC;
Όχι. Οι MIC διαφορετικών φαρμάκων δεν συγκρίνονται αριθμητικά μεταξύ τους. Κάθε αντιμυκητιασικό έχει διαφορετικά breakpoints, PK/PD χαρακτηριστικά και δυνατότητα διείσδυσης στους ιστούς.
Γιατί μπορεί να χρειάζεται επανάληψη ή επιβεβαίωση;
Ασυνήθιστο phenotype, απροσδόκητη αντοχή, ειδικό είδος ή γνωστό τεχνικό πρόβλημα μιας μεθόδου μπορεί να απαιτήσει επιβεβαίωση με reference ή άλλη επικυρωμένη μέθοδο.

Σχετικοί Οδηγοί & Εξετάσεις

Βιβλιογραφία & επιστημονικές πηγές
  1. EUCAST AFST. Clinical breakpoints for fungi, version 12.1. Valid from 10 April 2026.
  2. EUCAST. E.Def 7.4. Method for the determination of broth dilution minimum inhibitory concentrations of antifungal agents for yeasts. October 2023.
  3. EUCAST. E.Def 9.4. Method for determination of broth dilution MICs of antifungal agents for conidia-forming moulds. March 2022. Περιλαμβάνεται επίσης η νεότερη E.Def 10.3 screening method για Aspergillus.
  4. EUCAST. E.Def 11.0. Antifungal susceptibility testing of microconidia-forming dermatophytes. Νέα screening method για terbinafine και itraconazole resistance σε Trichophyton, 1 September 2026.
  5. EUCAST. Definitions of S, I and R: Susceptible standard dosing regimen, Susceptible increased exposure και Resistant.
  6. EUCAST AFST. Guidance on interpretation of MICs for rare yeasts without clinical breakpoints.
  7. EUCAST AFST. Routine and extended internal quality control for MIC determination and agar dilution for yeasts, moulds and dermatophytes. Version 8.0, valid from 1 January 2026.
  8. Clinical and Laboratory Standards Institute. CLSI M27: Reference Method for Broth Dilution Antifungal Susceptibility Testing of Yeasts. CLSI M27M44S, 4th edition, March 2026.
  9. Clinical and Laboratory Standards Institute. CLSI M38: Reference Method for Broth Dilution Antifungal Susceptibility Testing of Filamentous Fungi. CLSI M38M51S, 4th edition, March 2026.
  10. Pappas PG, et al. Clinical Practice Guideline for the Management of Candidiasis: 2016 Update by the Infectious Diseases Society of America. Clinical Infectious Diseases. 2016;62:e1–e50.
  11. EUCAST AFST. Guidance and warning on antifungal susceptibility testing of amphotericin B against Candida auris; updated April 2026. Περιλαμβάνει guidance για τα νέα EUCAST C. auris breakpoints.
  12. Centers for Disease Control and Prevention. Antifungal Susceptibility Testing for Candida auris. Laboratory guidance.
  13. EUCAST AFST. Guidance on how to qualify in-house performance of commercial tests for antifungal susceptibility testing before adoption of EUCAST breakpoints. April 2026.
Μικροβιολογικό Λαμία
Επισκόπηση απορρήτου

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για τη σωστή λειτουργία της και, εφόσον δώσετε συγκατάθεση, για την ανάλυση επισκεψιμότητας. Μπορείτε να αλλάξετε τις επιλογές σας οποιαδήποτε στιγμή από τις ρυθμίσεις cookies.