Νόσος Parkinson: Επιστημονικός Οδηγός Αναφοράς
Επιστημονικό άρθρο αναφοράς • Για επαγγελματίες υγείας & κλινικούς ιατρούς
Τελευταία ενημέρωση:
Η νόσος Parkinson είναι προοδευτική νευροεκφυλιστική νόσος που χαρακτηρίζεται από
βραδυκινησία (υποχρεωτικό κριτήριο), συχνά με τρόμο ηρεμίας και/ή δυσκαμψία,
αλλά και από σημαντικά μη-κινητικά συμπτώματα (ύπνος, αυτόνομο, διάθεση, γνωσιακή λειτουργία).
Η διάγνωση είναι κυρίως κλινική, ενώ η θεραπεία στοχεύει σε λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής
με εξατομίκευση (φαρμακευτική, αποκατάσταση, και σε επιλεγμένους ασθενείς επεμβατικές επιλογές).
3) Η θεραπεία είναι σταδιακή και εξατομικευμένη με σαφή στόχο «καλές ώρες» λειτουργικότητας και ελαχιστοποίηση επιπλοκών.
1
Τι είναι η νόσος Parkinson
Η νόσος Parkinson (Parkinson’s disease, PD) είναι
χρόνια, προοδευτική νευροεκφυλιστική νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος,
η οποία ανήκει στο φάσμα των συνδρόμων παρκινσονισμού.
Κεντρικό και απαραίτητο διαγνωστικό χαρακτηριστικό της είναι η
βραδυκινησία — δηλαδή η βραδύτητα και η ελάττωση του εύρους των εκούσιων κινήσεων —
σε συνδυασμό με τρόμο ηρεμίας και/ή μυϊκή δυσκαμψία.
Στην κλινική πράξη, ο όρος «νόσος Parkinson» αναφέρεται κατά κανόνα στην
ιδιοπαθή μορφή, η οποία διαφέρει ουσιαστικά από τα
άτυπα παρκινσονικά σύνδρομα (όπως PSP, MSA, CBD)
και από τον δευτεροπαθή παρκινσονισμό (π.χ. φαρμακευτικό ή αγγειακό),
τόσο ως προς την παθοφυσιολογία όσο και ως προς την πρόγνωση και την ανταπόκριση στη θεραπεία.
Η νόσος Parkinson δεν περιορίζεται στον τρόμο.
Για πολλούς ασθενείς, μεγαλύτερη επιβάρυνση προκαλούν η
ακαμψία, η βραδυκινησία,
οι διαταραχές ύπνου,
η δυσκοιλιότητα,
οι διαταραχές διάθεσης (άγχος, κατάθλιψη)
και η επίμονη κόπωση.
Η νόσος έχει μακρά πορεία και εξελίσσεται σε βάθος ετών.
Με έγκαιρη διάγνωση, σωστή φαρμακευτική ρύθμιση,
διεπιστημονική αποκατάσταση και τακτική παρακολούθηση,
πολλοί άνθρωποι με Parkinson διατηρούν
καλή λειτουργικότητα,
αυτονομία και
ενεργό καθημερινή ζωή για μεγάλο χρονικό διάστημα.
2
Παθοφυσιολογία – Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο
Στην ιδιοπαθή νόσο Parkinson παρατηρείται
προοδευτική εκφύλιση των ντοπαμινεργικών νευρώνων,
κυρίως στη μέλαινα ουσία (substantia nigra pars compacta).
Η απώλεια αυτή οδηγεί σε μείωση της ντοπαμίνης
στα βασικά γάγγλια, με άμεση διαταραχή των νευρωνικών κυκλωμάτων
που ρυθμίζουν την έναρξη, τη ροή
και την αυτοματοποίηση της εκούσιας κίνησης.
Παράλληλα, κεντρικό ρόλο παίζει η παθολογική αναδίπλωση και συσσώρευση της α-συνουκλεΐνης,
με σχηματισμό σωματίων Lewy και εκτεταμένη
Lewy pathology.
Η παθολογία αυτή δεν περιορίζεται στα κινητικά κυκλώματα,
αλλά επεκτείνεται σε πολλαπλές εγκεφαλικές και αυτόνομες δομές,
γεγονός που εξηγεί το ευρύ φάσμα μη-κινητικών συμπτωμάτων.
δυσλειτουργεί:
εμφανίζονται βραδυκινησία,
μικρογραφία,
μειωμένη έκφραση προσώπου (υπομιμία),
μειωμένη αιώρηση άνω άκρων κατά τη βάδιση
και μυϊκή ακαμψία.
Η ευρύτερη νευροεκφύλιση και η συμμετοχή μη-ντοπαμινεργικών συστημάτων
εξηγούν την εμφάνιση
διαταραχής ύπνου REM με ονειρική κινητικότητα,
δυσκοιλιότητας,
ορθοστατικής υπότασης
και διαταραχών διάθεσης.
Σημαντικό είναι ότι η νόσος Parkinson
δεν αποτελεί αποκλειστικά ντοπαμινεργική διαταραχή.
Η συμμετοχή χολινεργικών, σεροτονινεργικών και νοραδρενεργικών οδών
συμβάλλει τόσο στη κλινική ετερογένεια
όσο και στους περιορισμούς της καθαρά ντοπαμινεργικής θεραπείας.
3
Πέρα από τη ντοπαμίνη – Γιατί δεν «απαντούν» όλα στη λεβοντόπα
Η κλασική εικόνα της νόσου Parkinson συνδέεται με την έλλειψη ντοπαμίνης,
γι’ αυτό και η λεβοντόπα παραμένει η πιο αποτελεσματική θεραπεία για κινητικά συμπτώματα.
Ωστόσο, η νόσος επηρεάζει και μη-ντοπαμινεργικά συστήματα,
όπως το χολινεργικό, το σεροτονινεργικό και το νοραδρενεργικό,
καθώς και κυκλώματα που αφορούν τη γνωσιακή λειτουργία και την αυτόνομη ρύθμιση.
γνωσιακή έκπτωση) μπορεί να μην βελτιώνονται επαρκώς με ντοπαμινεργική αγωγή
και να απαιτούν στοχευμένη, πολυπαραγοντική αντιμετώπιση.
Αυτός είναι και ο λόγος που η βέλτιστη φροντίδα στη νόσο Parkinson
είναι συχνά διεπιστημονική:
νευρολόγος, φυσικοθεραπευτής, λογοθεραπευτής, εργοθεραπευτής,
και όπου χρειάζεται ειδικός ύπνου ή ψυχικής υγείας,
ώστε να καλύπτεται ολόκληρο το φάσμα της νόσου.
4
Επιδημιολογία – Πόσο συχνή είναι
Η νόσος Parkinson συγκαταλέγεται μεταξύ των
συχνότερων νευροεκφυλιστικών παθήσεων παγκοσμίως.
Η επίπτωσή της αυξάνει προοδευτικά με την ηλικία,
με σαφή άνοδο μετά τα 60–65 έτη,
γεγονός που αντανακλά τόσο τη βιολογία της νόσου
όσο και τη γήρανση του πληθυσμού.
Σε μικρότερο ποσοστό, η νόσος εμφανίζεται ως
πρώιμης έναρξης Parkinson,
συχνά πριν την ηλικία των 50 ετών.
Σε αυτές τις περιπτώσεις,
γενετικοί παράγοντες,
διαφορετικό προφίλ συμπτωμάτων
και ιδιαίτερη ανταπόκριση στη θεραπεία
μπορεί να διαδραματίζουν σημαντικότερο ρόλο.
Η αργή και ύπουλη έναρξη οδηγεί πολλούς ασθενείς
να αποδίδουν τα πρώτα συμπτώματα σε
«φυσιολογική ηλικία», «άγχος» ή «αυχενικό».
Η έγκαιρη νευρολογική εκτίμηση
είναι κρίσιμη για σωστή διάγνωση
και έγκαιρο θεραπευτικό σχεδιασμό.
Στις επόμενες ενότητες ακολουθεί αναλυτική παρουσίαση
των κινητικών και μη-κινητικών συμπτωμάτων,
των διαγνωστικών κριτηρίων,
της διαφορικής διάγνωσης
και των βασικών θεραπευτικών στρατηγικών.
5
Παράγοντες κινδύνου – Γενετικοί & περιβαλλοντικοί
Η νόσος Parkinson θεωρείται πολυπαραγοντική:
συνδυάζει γενετική προδιάθεση και περιβαλλοντικές επιδράσεις,
με τελικό αποτέλεσμα την ευαλωτότητα συγκεκριμένων νευρωνικών δικτύων.
Στους περισσότερους ασθενείς δεν εντοπίζεται μία μοναδική «αιτία»,
αλλά ένα μίγμα παραγόντων που αλληλεπιδρούν σε βάθος χρόνου.
συγκεκριμένες παραλλαγές (π.χ. LRRK2, GBA και άλλες)
μπορεί να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο ή ιδιαίτερο φαινότυπο.
Η γενετική δεν σημαίνει βεβαιότητα νόσου, αλλά μεταβολή πιθανότητας.
Έχει συζητηθεί η συσχέτιση με επαγγελματικές/περιβαλλοντικές εκθέσεις
(π.χ. ορισμένα φυτοφάρμακα ή διαλύτες) σε επιδημιολογικές μελέτες.
Οι συσχετίσεις αυτές δεν ισοδυναμούν με «μία αιτία για όλους»
και η αξιολόγηση γίνεται πάντα εξατομικευμένα.
Σε κλινικό επίπεδο, το ουσιαστικό είναι ότι η Parkinson
δεν είναι «επιλογή» ή «κακός τρόπος ζωής»,
αλλά νόσος με βιολογικό υπόστρωμα.
Η αποσαφήνιση αυτού του σημείου βοηθά στον σωστό χειρισμό του άγχους
και στη ρεαλιστική θεραπευτική προσέγγιση.
6
Προκλινική φάση & πρόδρομα συμπτώματα – Πριν εμφανιστεί ο τρόμος
Η νόσος Parkinson συχνά διαθέτει μια προκλινική/πρόδρομη φάση,
κατά την οποία η νευροεκφυλιστική διεργασία εξελίσσεται
πολύ πριν την εμφάνιση των κλασικών κινητικών συμπτωμάτων.
Σε αυτό το διάστημα μπορεί να εμφανιστούν μη-κινητικές εκδηλώσεις
(«σήματα» του νευρικού συστήματος) που,
αν και δεν είναι ειδικές από μόνες τους,
αποκτούν κλινική σημασία όταν συνυπάρχουν,
επιμένουν ή ακολουθούν χαρακτηριστικό πρότυπο.
κόπωση • κατάθλιψη/άγχος • ορθοστατική υπόταση •
πόνος ή διάχυτη δυσφορία • διαταραχές ούρησης.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της πρόδρομης φάσης είναι ότι εξηγεί γιατί ο ασθενής
μπορεί να «ταλαιπωρείται» για χρόνια από συμπτώματα που δεν παραπέμπουν
άμεσα σε Parkinson, ενώ τα κινητικά σημεία εμφανίζονται αργότερα,
όταν ήδη έχει χαθεί σημαντικό μέρος της ντοπαμινεργικής λειτουργίας.
Τα πρόδρομα συμπτώματα δεν αρκούν για διάγνωση.
Όμως η αναγνώρισή τους μπορεί να οδηγήσει σε έγκαιρη νευρολογική εκτίμηση,
ειδικά όταν συνυπάρχουν με λεπτές κινητικές αλλαγές (π.χ. μικρογραφία, υπομιμία, μειωμένη αιώρηση άνω άκρων).
7
Κινητικά συμπτώματα – Πώς εκδηλώνεται
Τα κινητικά συμπτώματα αποτελούν τον
κλασικό πυρήνα της νόσου Parkinson
και τη βάση της κλινικής διάγνωσης.
Για να τεθεί διάγνωση παρκινσονισμού,
η παρουσία βραδυκινησίας είναι
απαραίτητη,
σε συνδυασμό με
τρόμο ηρεμίας και/ή μυϊκή δυσκαμψία.
κόπωση με την επανάληψη, δυσκολία στην έναρξη.
Τρόμος ηρεμίας: συνήθως μονόπλευρος στην αρχή,
μειώνεται κατά την εκούσια κίνηση.
Δυσκαμψία: αυξημένος μυϊκός τόνος,
αίσθηση «οδοντωτού τροχού» στην παθητική κίνηση.
Διαταραχή βάδισης: μικρά βήματα,
μειωμένη αιώρηση άνω άκρων,
στροφή «en bloc».
Με την εξέλιξη της νόσου,
μπορεί να εμφανιστούν
αστάθεια στάσης,
επεισόδια freezing (πάγωμα βάδισης)
και αυξημένος κίνδυνος πτώσεων,
ιδίως στα προχωρημένα στάδια,
με σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργικότητα
και στην ασφάλεια του ασθενούς.
8
Μη-κινητικά συμπτώματα – Η «άλλη» πλευρά της νόσου
Τα μη-κινητικά συμπτώματα αποτελούν
αναπόσπαστο μέρος της νόσου Parkinson
και σε αρκετές περιπτώσεις
προηγούνται των κινητικών εκδηλώσεων
κατά μήνες ή και χρόνια.
Συχνά επηρεάζουν σε μεγαλύτερο βαθμό
την ποιότητα ζωής
σε σύγκριση με τα καθαρά κινητικά συμπτώματα.
διαταραχές ύπνου (ιδίως REM sleep behavior disorder),
δυσκοιλιότητα,
ορθοστατική υπόταση,
διαταραχές ούρησης,
άγχος,
κατάθλιψη,
απάθεια,
γνωσιακή έκπτωση,
διαταραχές όσφρησης.
Η αναγνώριση και η στοχευμένη αντιμετώπιση
των μη-κινητικών συμπτωμάτων είναι κρίσιμη,
καθώς πολλά από αυτά
δεν βελτιώνονται επαρκώς
με καθαρά ντοπαμινεργική αγωγή
και απαιτούν
εξειδικευμένες παρεμβάσεις
(φαρμακευτικές και μη).
9
Γνωσιακή έκπτωση & άνοια στη Parkinson – Τι σημαίνουν πρακτικά
Η νόσος Parkinson μπορεί να συνοδεύεται από
γνωσιακές αλλαγές σε διάφορα στάδια της πορείας της.
Η κλινική εικόνα κυμαίνεται από
ήπια έκπτωση (Parkinson’s disease mild cognitive impairment)
έως άνοια σε προχωρημένα στάδια σε μερίδα ασθενών.
Η αναγνώριση αυτών των αλλαγών είναι σημαντική,
διότι επηρεάζει την ασφάλεια, την αυτονομία και τις θεραπευτικές επιλογές.
δυσκολίες εκτελεστικών λειτουργιών (οργάνωση, προγραμματισμός) •
διακυμάνσεις από μέρα σε μέρα •
σε ορισμένους ασθενείς ψευδαισθήσεις ή ευαλωτότητα σε ψυχωσικά συμπτώματα,
ιδιαίτερα με συγκεκριμένες θεραπείες ή σε προχωρημένα στάδια.
Πρώιμη και βαριά γνωσιακή έκπτωση,
έντονες ψευδαισθήσεις από νωρίς,
ή ταχεία λειτουργική επιδείνωση
πρέπει να οδηγούν σε επανεκτίμηση
και διερεύνηση για άτυπα σύνδρομα ή συνοδά αίτια.
Η συστηματική παρακολούθηση της γνωσιακής λειτουργίας βοηθά
στον κατάλληλο σχεδιασμό υποστήριξης,
στην πρόληψη πτώσεων/λαθών φαρμακευτικής λήψης
και στη σωστή ενημέρωση της οικογένειας.
10
Διάγνωση – Κλινικά κριτήρια & αξιολόγηση
Η διάγνωση της νόσου Parkinson είναι
κατά κύριο λόγο κλινική.
Βασίζεται σε αναλυτικό
ιατρικό ιστορικό,
σε προσεκτική
νευρολογική εξέταση
και στην αξιολόγηση της
ανταπόκρισης στη λεβοντόπα,
η οποία παραμένει σημαντικό διαγνωστικό στοιχείο.
καλή αρχική ανταπόκριση στη λεβοντόπα •
απουσία πρώιμης άνοιας ή έντονης αστάθειας στάσης.
Απεικονιστικές εξετάσεις
(MRI εγκεφάλου, DAT-scan)
χρησιμοποιούνται
επικουρικά,
κυρίως για τον αποκλεισμό άλλων αιτίων παρκινσονισμού,
και δεν αποτελούν αυτόνομα διαγνωστικά τεστ
για τη νόσο Parkinson.
11
Διαφορική διάγνωση – Τι ΔΕΝ είναι Parkinson
Πολλά νοσήματα και καταστάσεις μπορούν να
μιμηθούν κλινικά τη νόσο Parkinson,
ιδίως στα πρώιμα στάδια.
Η σωστή διαφορική διάγνωση είναι κρίσιμη,
καθώς επηρεάζει άμεσα
την πρόγνωση,
τη θεραπευτική στρατηγική
και τις ρεαλιστικές προσδοκίες του ασθενούς.
άτυπα παρκινσονικά σύνδρομα
(MSA, PSP, CBD),
φαρμακευτικός παρκινσονισμός,
αγγειακός παρκινσονισμός,
φυσιολογική γήρανση.
Η παρουσία πρώιμης αστάθειας στάσης,
ταχείας εξέλιξης,
απουσίας ή φτωχής ανταπόκρισης στη λεβοντόπα
ή έντονης αυτόνομης δυσλειτουργίας
(ορθοστατική υπόταση, ακράτεια)
πρέπει να εγείρει ισχυρή υποψία
άτυπης παρκινσονικής διαταραχής
και να οδηγήσει σε επανεκτίμηση της διάγνωσης.
12
Στάδια νόσου – Hoehn & Yahr και πρακτική σημασία
Η κλίμακα Hoehn & Yahr
χρησιμοποιείται ευρέως για τη
σταδιοποίηση της νόσου Parkinson,
κυρίως ως
λειτουργικός οδηγός
στην παρακολούθηση και στην επικοινωνία
μεταξύ επαγγελματιών υγείας.
Δεν αποτελεί
απόλυτο προγνωστικό δείκτη
ούτε αντικαθιστά την εξατομικευμένη κλινική αξιολόγηση.
Στάδιο 2: αμφοτερόπλευρα συμπτώματα, χωρίς αστάθεια στάσης.
Στάδιο 3: ήπια–μέτρια αστάθεια, διατηρείται η αυτονομία.
Στάδιο 4: σοβαρή λειτουργική αναπηρία, ανάγκη καθημερινής βοήθειας.
Στάδιο 5: σοβαρή αναπηρία, κατάκλιση ή χρήση αναπηρικού αμαξιδίου.
Στην καθημερινή κλινική πράξη,
η σταδιοποίηση βοηθά στον
χρονισμό φαρμακευτικών και μη παρεμβάσεων,
στην αξιολόγηση αναγκών αποκατάστασης
και στη συζήτηση με τον ασθενή.
Ωστόσο, η κλινική εικόνα
και η λειτουργικότητα
παραμένουν καθοριστικές για τις αποφάσεις.
13
Θεραπεία – Γενικές αρχές & στόχοι
Η θεραπεία της νόσου Parkinson είναι
συμπτωματική,
μακροχρόνια
και κατ’ εξοχήν
εξατομικευμένη.
Βασικός στόχος δεν είναι η
«ομαλοποίηση» της νευρολογικής εξέτασης,
αλλά η
μέγιστη δυνατή λειτουργικότητα
στην καθημερινότητα,
με
αποδεκτό προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η θεραπευτική στρατηγική
προσαρμόζεται δυναμικά
καθώς η νόσος εξελίσσεται,
λαμβάνοντας υπόψη
την ηλικία,
τη βαρύτητα των συμπτωμάτων,
τις συννοσηρότητες,
καθώς και τις
επαγγελματικές, κοινωνικές και λειτουργικές απαιτήσεις
του ασθενούς.
σταδιακή έναρξη αγωγής •
τακτική επαναξιολόγηση και αναπροσαρμογή •
συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και αποκατάστασης •
έγκαιρη αναγνώριση κινητικών και μη-κινητικών επιπλοκών.
Η επιτυχία της θεραπείας
δεν κρίνεται μόνο από τη μείωση των συμπτωμάτων,
αλλά από τη
σταθερότητα της λειτουργικότητας
και την
ποιότητα ζωής
σε βάθος χρόνου.
14
Levodopa – Πότε, πώς, οφέλη & επιπλοκές
Η λεβοντόπα αποτελεί τον
αποτελεσματικότερο θεραπευτικό παράγοντα
για την αντιμετώπιση των
κινητικών συμπτωμάτων
της νόσου Parkinson.
Διέρχεται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό
και μετατρέπεται σε ντοπαμίνη στον εγκέφαλο.
Για τον λόγο αυτό χορηγείται σχεδόν πάντα
σε συνδυασμό με
αναστολέα αποκαρβοξυλάσης,
όπως το
Madopar,
ώστε να αυξάνεται η κεντρική διαθεσιμότητά της
και να μειώνονται οι περιφερικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
σαφές λειτουργικό όφελος στην καθημερινότητα •
προβλέψιμη και σταθερή δράση στα πρώιμα στάδια της νόσου.
Η μακροχρόνια χρήση λεβοντόπας
μπορεί να οδηγήσει σε
κινητικές διακυμάνσεις («on–off»)
και δυσκινησίες,
ιδιαίτερα σε νεότερους ασθενείς
και σε υψηλότερες δόσεις.
Ο σωστός χρονισμός έναρξης,
η εξατομικευμένη δοσολογία
και η έγκαιρη προσαρμογή του θεραπευτικού σχήματος
μπορούν να
ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο επιπλοκών
χωρίς να στερούν
το ουσιαστικό λειτουργικό όφελος της θεραπείας.
15
Αγωνιστές ντοπαμίνης, MAO-B, COMT – Ρόλος & επιλογές
Οι αγωνιστές ντοπαμίνης και οι
αναστολείς MAO-B ή COMT
αποτελούν βασικά εργαλεία
στη φαρμακευτική αντιμετώπιση της νόσου Parkinson.
Μπορούν να χρησιμοποιηθούν
ως μονοθεραπεία σε πρώιμα στάδια
ή συμπληρωματικά της λεβοντόπας,
με στόχο τη
σταθεροποίηση της ντοπαμινεργικής διέγερσης
και τη μείωση των «off» περιόδων.
Οι αγωνιστές ντοπαμίνης μιμούνται τη δράση της ντοπαμίνης στους υποδοχείς,
ενώ οι αναστολείς MAO-B και COMT
επιβραδύνουν τον μεταβολισμό της ντοπαμίνης και της λεβοντόπας αντίστοιχα,
παρατείνοντας τη διάρκειά τους στον εγκέφαλο.
Ιδιαίτερα χρήσιμα για τη
μείωση των «off» περιόδων
και την εξομάλυνση των διακυμάνσεων.
Απαιτείται όμως προσοχή σε
ανεπιθύμητες ενέργειες,
όπως υπνηλία,
διαταραχές ελέγχου παρορμήσεων
και ψυχιατρικά συμπτώματα,
ιδίως σε νεότερους ασθενείς.
Η εξατομίκευση της επιλογής
και η στενή παρακολούθηση
είναι κρίσιμες για την
ασφαλή και αποτελεσματική χρήση τους,
ιδίως σε μακροχρόνια θεραπεία.
16
Κινητικές διακυμάνσεις & δυσκινησίες – Αντιμετώπιση
Με την πάροδο του χρόνου
και τη μακροχρόνια ντοπαμινεργική θεραπεία,
πολλοί ασθενείς εμφανίζουν
κινητικές διακυμάνσεις
(«on–off») και
δυσκινησίες.
Οι επιπλοκές αυτές
δεν αποτελούν αποτυχία της θεραπείας,
αλλά αναμενόμενο στάδιο
στη φυσική πορεία της νόσου.
απρόβλεπτα «off» •
peak-dose δυσκινησίες •
διφασικές δυσκινησίες.
ανακατανομή και κλασματοποίηση δόσεων λεβοντόπας •
προσθήκη αναστολέων MAO-B ή COMT •
αλλαγή φαρμακοτεχνικής μορφής •
προσαρμογή του χρονισμού
με βάση τις ανάγκες της καθημερινότητας.
Η σωστή αντιμετώπιση των διακυμάνσεων
μπορεί να αυξήσει ουσιαστικά
τις λειτουργικές «καλές ώρες»,
χωρίς να συνοδεύεται από
μη αποδεκτές ανεπιθύμητες ενέργειες,
βελτιώνοντας συνολικά
την ποιότητα ζωής.
17
Αποκατάσταση, άσκηση & λογοθεραπεία – Τι βοηθά
Η συστηματική άσκηση και η
διεπιστημονική αποκατάσταση
αποτελούν βασικό και αναπόσπαστο πυλώνα φροντίδας
σε όλα τα στάδια της νόσου Parkinson,
συμπληρώνοντας τη φαρμακευτική αγωγή
και βελτιώνοντας τη λειτουργικότητα.
Τα οφέλη της άσκησης δεν περιορίζονται
στην κινητικότητα,
αλλά επεκτείνονται
στην ισορροπία,
στην αντοχή,
στην ομιλία και κατάποση,
καθώς και στη
διάθεση και γνωσιακή λειτουργία.
προπόνηση ισορροπίας •
ενδυνάμωση •
φυσικοθεραπεία βάδισης και στάσης •
λογοθεραπεία (φωνή και κατάποση).
βελτίωση κινητικότητας •
μείωση κινδύνου πτώσεων •
ενίσχυση αυτονομίας •
θετική επίδραση στη διάθεση
και στην κοινωνική συμμετοχή.
Η πρώιμη ένταξη προγραμμάτων άσκησης και αποκατάστασης
έχει μακροπρόθεσμα οφέλη
και δεν πρέπει να αναβάλλεται
έως τα προχωρημένα στάδια της νόσου.
18
Επεμβατικές θεραπείες (DBS κ.ά.) – Ποιοι ωφελούνται
Η εν τω βάθει εγκεφαλική διέγερση (Deep Brain Stimulation, DBS)
και άλλες επεμβατικές τεχνικές
αποτελούν θεραπευτική επιλογή
σε επιλεγμένους ασθενείς
με σοβαρές κινητικές διακυμάνσεις
ή δυσκινησίες,
παρά τη βέλτιστη φαρμακευτική αγωγή.
Η DBS μπορεί να
βελτιώσει σημαντικά
τη σταθερότητα των κινητικών συμπτωμάτων,
να μειώσει τις «off» περιόδους
και να επιτρέψει
μείωση της φαρμακευτικής επιβάρυνσης
σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς.
απουσία σοβαρής άνοιας ή μη ελεγχόμενων ψυχιατρικών διαταραχών •
αποδεκτός χειρουργικός κίνδυνος •
ρεαλιστικές προσδοκίες από τη θεραπεία.
Οι επεμβατικές θεραπείες
δεν θεραπεύουν τη νόσο Parkinson.
Μπορούν όμως να
βελτιώσουν ουσιαστικά
τη σταθερότητα,
τη λειτουργικότητα
και την ποιότητα ζωής
σε σωστά επιλεγμένους ασθενείς.
Η απόφαση για επεμβατική θεραπεία
λαμβάνεται μετά από
πολυπαραγοντική αξιολόγηση
σε εξειδικευμένα κέντρα,
με συμμετοχή νευρολόγου,
νευροχειρουργού
και διεπιστημονικής ομάδας.
19
Πρόγνωση & μακροχρόνια πορεία – Τι να περιμένετε ρεαλιστικά
Η πορεία της νόσου Parkinson είναι ετερογενής και
δεν ακολουθεί ενιαίο, προβλέψιμο μοτίβο.
Δεν υπάρχει «τυπικός» ασθενής:
η εξέλιξη επηρεάζεται από την ηλικία έναρξης,
την παρουσία μη-κινητικών συμπτωμάτων,
τη γνωσιακή λειτουργία,
τις συννοσηρότητες
και την ανταπόκριση στη θεραπεία.
Σε γενικές γραμμές, η Parkinson εξελίσσεται
βραδέως σε βάθος ετών.
Πολλοί ασθενείς διατηρούν καλή λειτουργικότητα
και ενεργό καθημερινότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα,
ιδίως όταν υπάρχει έγκαιρη διάγνωση
και σωστός θεραπευτικός σχεδιασμός.
Έντονα μη-κινητικά συμπτώματα: επηρεάζουν περισσότερο την ποιότητα ζωής από τα κινητικά.
Γνωσιακή έκπτωση: σχετίζεται με μεγαλύτερη λειτουργική επιβάρυνση.
Καλή ανταπόκριση στη λεβοντόπα: συνήθως καλύτερη λειτουργική πρόγνωση.
Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι
η εμφάνιση κινητικών διακυμάνσεων,
δυσκινησιών ή ανάγκης για σύνθετες θεραπείες
δεν σημαίνει αποτυχία,
αλλά αποτελεί αναμενόμενο στάδιο
της μακροχρόνιας πορείας της νόσου.
Η έγκαιρη διάγνωση, η σωστή φαρμακευτική ρύθμιση,
η συστηματική άσκηση και αποκατάσταση,
καθώς και η έγκαιρη αντιμετώπιση των μη-κινητικών συμπτωμάτων,
μπορούν να διατηρήσουν λειτουργικότητα
και ποιότητα ζωής για πολλά χρόνια.
Όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής,
στις σύγχρονες συνθήκες φροντίδας
πολλοί ασθενείς με Parkinson
έχουν προσδόκιμο κοντά στον γενικό πληθυσμό,
ιδίως όταν αποφεύγονται επιπλοκές
όπως πτώσεις, λοιμώξεις ή σοβαρή ακινησία.
Η μακροχρόνια παρακολούθηση με
σαφείς ρεαλιστικούς στόχους,
η προσαρμογή των θεραπευτικών επιλογών
στην πραγματική καθημερινότητα του ασθενούς
και η υποστήριξη της οικογένειας
αποτελούν τον πιο αποτελεσματικό τρόπο
ώστε μια χρόνια νευροεκφυλιστική νόσος
να μετατραπεί σε κατάσταση με
διαχειρίσιμη και προβλέψιμη πορεία.
20
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
Είναι η νόσος Parkinson κληρονομική;
Στις περισσότερες περιπτώσεις όχι.
Η νόσος Parkinson είναι συνήθως σποραδική.
Η κληρονομικότητα αφορά μικρό ποσοστό ασθενών,
κυρίως με πρώιμη έναρξη ή ισχυρό οικογενειακό ιστορικό,
και ακόμη τότε δεν σημαίνει βεβαιότητα εμφάνισης.
Η λεβοντόπα «χάνει» την αποτελεσματικότητά της με τον χρόνο;
Όχι.
Η λεβοντόπα παραμένει αποτελεσματική σε όλη τη διάρκεια της νόσου.
Με την πάροδο του χρόνου εμφανίζονται
κινητικές διακυμάνσεις,
οι οποίες απαιτούν προσαρμογή δοσολογίας ή συνδυασμό θεραπειών,
όχι διακοπή του φαρμάκου.
Όλοι οι ασθενείς με Parkinson εμφανίζουν τρόμο;
Όχι.
Ο τρόμος είναι συχνός, αλλά δεν είναι υποχρεωτικός.
Υπάρχουν μορφές Parkinson όπου κυριαρχούν
η βραδυκινησία και η δυσκαμψία,
ενώ ο τρόμος μπορεί να απουσιάζει πλήρως.
Πότε χρειάζεται χειρουργική αντιμετώπιση (DBS);
Όταν υπάρχουν σοβαρές κινητικές διακυμάνσεις ή δυσκινησίες
παρά τη βέλτιστη φαρμακευτική αγωγή,
και ο ασθενής πληροί συγκεκριμένα κριτήρια
(καλή ανταπόκριση στη λεβοντόπα,
απουσία σοβαρής άνοιας,
αποδεκτός χειρουργικός κίνδυνος).
Η άσκηση μπορεί να αλλάξει την πορεία της νόσου Parkinson;
Η άσκηση δεν θεραπεύει τη νόσο,
αλλά βελτιώνει σημαντικά
τη λειτουργικότητα,
την ισορροπία,
την αντοχή
και την ποιότητα ζωής,
και αποτελεί βασικό μέρος της φροντίδας σε όλα τα στάδια.
Μπορεί κάποιος με Parkinson να ζήσει φυσιολογικά;
Σε πολλές περιπτώσεις ναι.
Με έγκαιρη διάγνωση,
σωστή φαρμακευτική ρύθμιση,
συστηματική άσκηση και παρακολούθηση,
πολλοί ασθενείς διατηρούν
αυτονομία και ενεργή καθημερινή ζωή
για μεγάλο χρονικό διάστημα.
21
Κλείστε Ραντεβού
Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας
και υπεύθυνη ιατρική καθοδήγηση.
Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση
ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.
22
Βιβλιογραφία
1. Kalia LV, Lang AE. Parkinson’s disease. Lancet.
2. Poewe W et al. Parkinson disease. Nat Rev Dis Primers.
3. Armstrong MJ, Okun MS. Diagnosis and treatment of Parkinson disease. JAMA.
4. National Institute for Health and Care Excellence (NICE). Parkinson’s disease guideline.
5. Κλινικές εξετάσεις & εργαστηριακή υποστήριξη:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30





