επαναλαμβανόμενες-αποβολές-1200x800.jpg

1) Τι είναι η καθ’ έξιν αποβολή – επαναλαμβανόμενες αποβολές

Η καθ’ έξιν αποβολή (Recurrent Pregnancy Loss – RPL) ορίζεται ως η απώλεια δύο ή περισσότερων κλινικά τεκμηριωμένων κυήσεων πριν από την 20ή–24η εβδομάδα κύησης. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που αφορά περίπου 1–2% των ζευγαριών και προκαλεί σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αντιμετωπίσιμο μετά από σωστή διερεύνηση.

📊 Βασικά σημεία:

  • Αφορά κυήσεις που έχουν ήδη επιβεβαιωθεί με υπερηχογράφημα ή θετική χοριακή (hCG).
  • Η πιθανότητα υποτροπής αυξάνει με τον αριθμό προηγούμενων απωλειών.
  • Συνήθως πρόκειται για πολυπαραγοντική κατάσταση (γενετικοί, ανοσολογικοί, ενδοκρινικοί, θρομβωτικοί παράγοντες).
  • Η αναγνώριση του αιτίου επιτρέπει εξατομικευμένη θεραπευτική παρέμβαση και βελτιώνει την πρόγνωση επόμενης κύησης.
⚠️ Ορισμοί διεθνών εταιρειών:
• Η ESHRE (2023) θεωρεί ≥2 διαδοχικές αποβολές κλινικά επαρκές κριτήριο για έναρξη ελέγχου.
• Η ASRM (American Society for Reproductive Medicine) επίσης ορίζει RPL μετά από ≥2 απώλειες επιβεβαιωμένων κυήσεων.
• Ο παλαιότερος ορισμός ≥3 αποβολών έχει εγκαταλειφθεί για να επιτραπεί έγκαιρη διερεύνηση.

💡 Γιατί έχει σημασία η διάγνωση:

  • Επιτρέπει εντοπισμό αιτίας (π.χ. θρομβοφιλία, APS, ενδοκρινική δυσλειτουργία, χρωμοσωμική ανωμαλία).
  • Καθοδηγεί θεραπευτική στρατηγική (LMWH, ασπιρίνη, ρύθμιση θυρεοειδούς, ορμονική υποστήριξη).
  • Αυξάνει την πιθανότητα επιτυχούς κύησης σε επόμενη προσπάθεια.

Η διερεύνηση πρέπει να γίνεται σε εξειδικευμένο εργαστήριο και σε συνεργασία με γυναικολόγο ή αιματολόγο, ώστε να αποφευχθούν άσκοπες ή λανθασμένες εξετάσεις. Το Μικροβιολογικό Λαμία διαθέτει πλήρες αιματολογικό, ορμονικό και θρομβοφιλικό panel για εξατομικευμένη διερεύνηση καθ’ έξιν αποβολών.

2) Πότε ξεκινά ο έλεγχος για επαναλαμβανόμενες αποβολές

Η διερεύνηση πρέπει να ξεκινά μετά από δύο ή περισσότερες συνεχόμενες αποβολές, ανεξάρτητα από την ηλικία κύησης. Όσο πιο νωρίς αρχίσει η αναζήτηση της αιτίας, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες επιτυχούς κύησης στο μέλλον.

📋 Πότε είναι ενδεδειγμένο να γίνει έλεγχος:

  • Μετά από 2 συνεχόμενες αποβολές (ανεξαρτήτως ηλικίας κύησης).
  • Μετά από μία αποβολή στο 2ο τρίμηνο ή ενδομήτριο θάνατο χωρίς άλλη αιτία.
  • Όταν υπάρχει ιστορικό θρόμβωσης ή θρομβοφιλίας στο ζευγάρι.
  • Σε γυναίκες με προηγούμενη κύηση με προεκλαμψία ή πλακουντιακή ανεπάρκεια.
  • Όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καθ’ έξιν αποβολών.

⚠️ Πότε να καθυστερήσει ο έλεγχος:

  • Σε αποβολές με επιβεβαιωμένη χρωμοσωμική ανωμαλία του εμβρύου (π.χ. τρισωμία).
  • Αν υπάρχει σαφής μηχανική ή ορμονική αιτία, π.χ. πολύποδας, ανεπαρκής προγεστερόνη, ή λοίμωξη.
  • Κατά τη διάρκεια κύησης ή λοχείας — ο έλεγχος θρομβοφιλίας και αντιφωσφολιπιδικών γίνεται ιδανικά εκτός κύησης.

💡 Χρήσιμες πρακτικές συμβουλές:

  • Ξεκινήστε τον εργαστηριακό έλεγχο τουλάχιστον 4–6 εβδομάδες μετά την τελευταία αποβολή.
  • Συλλέξτε όλα τα ιατρικά δεδομένα από προηγούμενες κυήσεις, αποξέσεις και υπερηχογραφήματα.
  • Συνδυάστε αιματολογικό, ενδοκρινολογικό και γενετικό έλεγχο για ολοκληρωμένη εικόνα.

Η καθ’ έξιν αποβολή σπάνια οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Για το λόγο αυτό, η προσέγγιση πρέπει να είναι πολυπαραγοντική και εξατομικευμένη, σε συνεργασία με εξειδικευμένο εργαστήριο και ιατρική ομάδα.

3) Κύριες αιτίες καθ’ έξιν αποβολών

Οι καθ’ έξιν αποβολές αποτελούν πολυπαραγοντική κατάσταση. Σε αρκετές περιπτώσεις το αίτιο εντοπίζεται και μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς, ενώ σε ένα μικρό ποσοστό (10–20%) παραμένει ιδιοπαθές. Παρακάτω παρουσιάζονται οι βασικές κατηγορίες αιτιών:

🧬 1. Γενετικές αιτίες

  • Χρωμοσωμικές ανωμαλίες εμβρύου (π.χ. τρισωμίες, μονοσωμίες) αποτελούν την πιο συχνή αιτία.
  • Ισορροπημένες μεταθέσεις ή αντιστροφές σε έναν από τους γονείς αυξάνουν τον κίνδυνο επαναλαμβανόμενων αποβολών.
  • Συνιστάται καρυότυπος ζεύγους και, εφόσον χρειάζεται, PGT (Προεμφυτευτικός Γενετικός Έλεγχος) σε εξωσωματική γονιμοποίηση.

🏥 2. Ανατομικές αιτίες

  • Ανωμαλίες της μήτρας (π.χ. δίκερη, διαφραγματική, μονόκερη).
  • Ενδομητρικές συμφύσεις (σύνδρομο Asherman) μετά από αποξέσεις ή λοιμώξεις.
  • Μυώματα ή πολύποδες που παραμορφώνουν τη μητρική κοιλότητα.
  • Αντιμετωπίζονται χειρουργικά με υστεροσκόπηση ή λαπαροσκόπηση ανάλογα με την περίπτωση.

🧫 3. Ενδοκρινικές και μεταβολικές αιτίες

  • Υποθυρεοειδισμός ή θυρεοειδίτιδα Hashimoto (TSH >2.5 mIU/L) – συχνή και συχνά υποδιαγνωσμένη αιτία.
  • Σακχαρώδης διαβήτης ή διαταραχή γλυκόζης νηστείας.
  • Υπερπρολακτιναιμία ή ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης.
  • Παχυσαρκία ή ανεπάρκεια βιταμίνης D σχετίζονται με κακή ποιότητα ενδομητρίου.

🩸 4. Θρομβοφιλία και αιματολογικοί παράγοντες

  • Κληρονομική θρομβοφιλία: μεταλλάξεις FVL, G20210A, ανεπάρκεια πρωτεϊνών C/S ή αντιθρομβίνης.
  • Επίκτητη θρομβοφιλία (APS): παρουσία αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων (LA, aCL, anti-β2GPI).
  • Προκαλούν μικροθρομβώσεις στον πλακούντα και ισχαιμικές αλλοιώσεις του ενδομητρίου.

🧠 5. Ανοσολογικές και λοιμώδεις αιτίες

  • Αντισώματα κατά των κυττάρων του τροφoβλάστη ή αυξημένη ΝΚ κυτταρική δραστηριότητα (σε ερευνητικό στάδιο).
  • Χρόνια ενδομητρίτιδα ή λανθάνουσες λοιμώξεις, όπως Chlamydia trachomatis ή Ureaplasma urealyticum.
  • Η διερεύνηση λοιμώξεων γίνεται μόνο εφόσον υπάρχουν κλινικά ευρήματα ή υποτροπιάζουσες φλεγμονές.

🔍 6. Ιδιοπαθής (χωρίς εμφανές αίτιο)Σε περίπου 15–20% των περιπτώσεων δεν εντοπίζεται σαφής αιτία. Παρ’ όλα αυτά, οι πιθανότητες φυσιολογικής κύησης σε επόμενη προσπάθεια παραμένουν υψηλές (>60%) με σωστή υποστήριξη και παρακολούθηση.

Η ανίχνευση της πραγματικής αιτίας καθ’ έξιν αποβολών απαιτεί συνδυασμό αιματολογικού, ορμονικού και γενετικού ελέγχου, σε συνεργασία με το θεράποντα γυναικολόγο. Το Μικροβιολογικό Λαμία προσφέρει πλήρες panel για θρομβοφιλία, APS, ορμονικές και αυτοάνοσες διαταραχές που σχετίζονται με RPL.

4) Αιματολογικός έλεγχος σε επαναλαμβανόμενες αποβολές

Ο αιματολογικός και ανοσολογικός έλεγχος είναι θεμελιώδης για τη διερεύνηση καθ’ έξιν αποβολών, καθώς αποκαλύπτει θρομβωτικούς ή αυτοάνοσους μηχανισμούς που μπορεί να εμποδίζουν την εμφύτευση ή την ανάπτυξη του εμβρύου. Ο πλήρης έλεγχος περιλαμβάνει τέσσερις κατηγορίες εξετάσεων:

1️⃣ Αντιφωσφολιπιδικό Σύνδρομο (APS) – Επίκτητη Θρομβοφιλία

  • Lupus Anticoagulant (LA): μέσω dRVVT & LA-sensitive aPTT, με έλεγχο screening–mixing–confirm.
  • Αντικαρδιολιπινικά αντισώματα (aCL IgG/IgM): σημαντικά σε μεσαίους–υψηλούς τίτλους >40 GPL/MPL ή >99η εκατοστιαία.
  • Αντι-β2-γλυκοπρωτεΐνη I (anti-β2GPI IgG/IgM): ειδικότερο δείκτη APS.

Η επιμονή της θετικότητας ≥12 εβδομάδες μετά είναι προϋπόθεση διάγνωσης APS σύμφωνα με τα κριτήρια Sydney.

2️⃣ Κληρονομική Θρομβοφιλία

  • Γονιδιακές μεταλλάξεις:
    • Factor V Leiden (F5 c.1691G>A)
    • Prothrombin G20210A
    • MTHFR C677T / A1298C (μόνο εάν συνυπάρχει υπερομοκυστεϊναιμία)
  • Δραστικότητα αντιπηκτικών πρωτεϊνών: Protein C, Protein S, Antithrombin III.
  • Ομοκυστεΐνη: Αυξημένες τιμές υποδεικνύουν διαταραχή μεθυλίωσης ή έλλειψη φυλλικού/B12.

Η παρουσία κληρονομικής θρομβοφιλίας μπορεί να οδηγήσει σε προληπτική αγωγή με LMWH ή ασπιρίνη σε επόμενη κύηση.

3️⃣ Βασικός έλεγχος πήξης & αιματολογίας

  • Γενική αίματος, αιμοπετάλια, δείκτες φλεγμονής (CRP, ESR).
  • Πήξη: PT, INR, aPTT, Fibrinogen, D-Dimers.
  • Αντιθρομβίνη (AT) και Fibrinogen βοηθούν στη διαφοροδιάγνωση διαταραχών αιμόστασης.

4️⃣ Αυτοάνοσες – Ανοσολογικές εξετάσεις

  • ΑΝΑ (Antinuclear Antibodies): με reflex σε ENA προφίλ εφόσον θετικά.
  • Anti-TPO & Anti-Tg: για θυρεοειδίτιδα Hashimoto που σχετίζεται με RPL.
  • Αντιθυρεοειδικά αντισώματα ή παρουσία αυτοάνοσου νοσήματος μπορεί να επηρεάζουν την κύηση.

⚠️ Τι να προσέξετε:

  • Οι πρωτεΐνες C, S και AT επηρεάζονται από την κύηση και τα αντιπηκτικά – καλύτερα να εξετάζονται εκτός κύησης.
  • Το APS panel απαιτεί επανάληψη μετά ≥12 εβδομάδες για επιβεβαίωση.
  • Η σωστή ώρα λήψης δείγματος και η χρήση σωλήνα κιτρικού νατρίου είναι καθοριστικές για την αξιοπιστία.

Ο πλήρης αιματολογικός έλεγχος αποτελεί το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα για τον εντοπισμό αιτιών που προκαλούν αποβολές και πρέπει να συνδυάζεται με ορμονικό, θυρεοειδικό και γενετικό έλεγχο για ολιστική εκτίμηση.

5) Θρομβοφιλία και Αντιφωσφολιπιδικό Σύνδρομο (APS) στην καθ’ έξιν αποβολή

Η θρομβοφιλία και το Αντιφωσφολιπιδικό Σύνδρομο (APS) αποτελούν από τις πιο σημαντικές και θεραπεύσιμες αιτίες καθ’ έξιν αποβολών. Προκαλούν μικροθρομβώσεις στον πλακούντα και διαταραχή της αιμάτωσης του εμβρύου, οδηγώντας σε αποβολή, ενδομήτριο θάνατο ή προεκλαμψία.

📋 Κριτήρια διάγνωσης APS (Sydney 2006)Απαιτείται τουλάχιστον ένα κλινικό και ένα εργαστηριακό κριτήριο:

  • Κλινικά: ≥3 διαδοχικές αποβολές <10ης εβδομάδας, ≥1 εμβρυϊκός θάνατος ≥10ης εβδομάδας ή πρόωρος τοκετός <34ης εβδομάδας λόγω προεκλαμψίας/ανεπάρκειας πλακούντα.
  • Εργαστηριακά: Θετικά αντιφωσφολιπιδικά (LA, aCL, anti-β2GPI) σε μεσαίους/υψηλούς τίτλους, σε δύο μετρήσεις με διαφορά ≥12 εβδομάδες.

🧬 Κληρονομική θρομβοφιλία και RPL

  • Factor V Leiden (F5 c.1691G>A): αυξάνει 5–10x τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και RPL.
  • Prothrombin G20210A: αυξάνει τον κίνδυνο μικροθρομβώσεων πλακούντα.
  • Protein S/C deficiency ή Antithrombin deficiency: οδηγούν σε ανεπαρκή φυσική αντιπηκτική δραστικότητα.
  • Η παρουσία δύο ή περισσότερων θρομβοφιλικών παραγόντων αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο RPL και προεκλαμψίας.

🔬 ΠαθογένειαΗ θρομβοφιλία οδηγεί σε θρομβώσεις των σπειροειδών αρτηριών του ενδομητρίου και σε πλακουντιακή ισχαιμία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μειωμένη οξυγόνωση του εμβρύου και αποβολή ή ενδομήτριο θάνατο.

💊 Θεραπευτική προσέγγιση

  • Σε θετικό APS ή επιβεβαιωμένη θρομβοφιλία, συνιστάται συνδυασμός LMWH + χαμηλή δόση ασπιρίνης (75–100 mg/ημ.) από τη σύλληψη.
  • Η δόση της LMWH προσαρμόζεται βάσει σωματικού βάρους και Anti-Xa monitoring.
  • Σε ιστορικό αποβολών 2ου/3ου τριμήνου, απαιτείται συστηματική παρακολούθηση και υπερηχογραφικός έλεγχος ροής πλακούντα (Doppler).
  • Μετά τον τοκετό, συνεχίζεται προφυλακτική LMWH για 6 εβδομάδες.

📈 Παρακολούθηση Anti-Xa

  • Αιμοληψία 4 ώρες μετά τη δόση LMWH (peak).
  • Στόχος Anti-Xa: 0.2–0.5 IU/mL (προφυλακτικά) ή 0.5–1.0 IU/mL (θεραπευτικά).
  • Έλεγχος κάθε 4–6 εβδομάδες ή συχνότερα στο 3ο τρίμηνο.

💡 Συνοψίζοντας:

  • Το APS είναι η πιο συχνή επίκτητη αιτία καθ’ έξιν αποβολών.
  • Η κληρονομική θρομβοφιλία έχει μικρότερη, αλλά υπαρκτή συνεισφορά.
  • Η LMWH και η ασπιρίνη βελτιώνουν την πρόγνωση στις περισσότερες περιπτώσεις.
  • Η συνεργασία αιματολόγου–γυναικολόγου είναι καθοριστική για τη σωστή αγωγή.

Η αξιολόγηση θρομβοφιλίας και APS είναι απαραίτητη σε κάθε γυναίκα με επαναλαμβανόμενες αποβολές. Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει προληπτική θεραπεία και επιτυχή κύηση με στενή παρακολούθηση και εξατομικευμένο πρωτόκολλο.

6) Ενδοκρινικός & Μεταβολικός Έλεγχος

Οι ορμονικές και μεταβολικές διαταραχές επηρεάζουν την εμφύτευση, την αγγείωση του ενδομητρίου και την πλακουντογένεση. Ο στοχευμένος αιματολογικός έλεγχος βελτιώνει την πρόγνωση επόμενης κύησης.

🔎 Πότε ελέγχουμε: μετά από ≥2 αποβολές, ιδανικά εκτός κύησης και πριν από νέα προσπάθεια σύλληψης.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες

ΕξέτασηΓιατί ζητείταιΣτόχος/ΕρμηνείαTiming αιμοληψίας
TSH, FT4Υποθυρεοειδισμός ↑ κίνδυνο RPLTSH <2.5 mIU/L πριν/στην αρχή κύησηςΠρωινή, εκτός οξείας νόσου
Anti-TPO, Anti-TgΘυρεοειδίτιδα Hashimoto, αυτοανοσίαΘετικότητα → στενή ρύθμιση TSHΟποτεδήποτε
PRL (Προλακτίνη)Υπερπρολακτιναιμία, ανωορρηξίαΦυσιολογική για κύκλο· αυξημένη → διερεύνησηΠρωινή, νηστεία, χωρίς στρες/σεξ 24h
Progesterone (7 ημέρες μετά ωορρηξία)Ωχρινική φάση/επαρκής υποστήριξηΕνδείξεις ανεπάρκειας → υποστήριξηΜέση-όψιμη ωχρινική φάση
Glucose νηστείας, HbA1cΔΜΣ↑/ΣΔ/IR αυξάνουν RPLHbA1c <6.5% πριν σύλληψηΝηστεία 8–12h
Vitamin D (25–OH)Συσχετίζεται με ενδομήτριο/ανοσίαΣτόχος 30–50 ng/mLΟποτεδήποτε
AMH (ωοθηκικό απόθεμα)Συνεισφορά στη στρατηγική σύλληψης/IVFΧρήσιμη πληροφορία, όχι διάγνωση RPLΟποτεδήποτε

⚠️ Τι διορθώνουμε πριν από νέα κύηση

  • Ρύθμιση θυρεοειδούς (TSH στόχος <2.5 mIU/L) ± λεβοθυροξίνη.
  • Υπερπρολακτιναιμία → αντιμετώπιση (dopamine agonists).
  • Διαβήτης/IR → ρύθμιση γλυκαιμίας, απώλεια βάρους, διαιτολογική υποστήριξη.
  • Έλλειψη βιταμίνης D → συμπλήρωση έως στόχο.
  • Ωχρινική υποστήριξη με προγεστερόνη όπου ενδείκνυται.

💡 Πρακτικά:
• Επαναλάβετε TSH/FT4 κάθε 6–8 εβδομάδες μέχρι σταθεροποίηση.
• Σε αυτοανοσία θυρεοειδούς, προγραμματίστε στενότερη παρακολούθηση στο α΄ τρίμηνο.
• Συνδυάστε τα ορμονικά ευρήματα με APS/θρομβοφιλία για ολοκληρωμένη εικόνα.

Η προληπτική διόρθωση ενδοκρινικών/μεταβολικών παραγόντων πριν από νέα σύλληψη μειώνει τον κίνδυνο αποβολής και βελτιώνει την ποιότητα εμφύτευσης και πλακούντα.

7) Γενετικός και Ανοσολογικός Έλεγχος

Ο γενετικός και ανοσολογικός έλεγχος συμπληρώνει τη διερεύνηση καθ’ έξιν αποβολών, ειδικά όταν ο αιματολογικός και ορμονικός έλεγχος είναι φυσιολογικοί. Στόχος είναι να εντοπιστούν χρωμοσωμικές ή ανοσολογικές δυσλειτουργίες που εμποδίζουν τη φυσιολογική ανάπτυξη του εμβρύου.

🧬 1️⃣ Γενετικός έλεγχος

  • Καρυότυπος ζεύγους (Peripheral Blood Karyotype): ανιχνεύει ισορροπημένες μεταθέσεις, αντιστροφές ή αριθμητικές ανωμαλίες. Ενδείκνυται μετά από ≥2 αποβολές ή ιστορικό συγγενών ανωμαλιών.
  • PGT – Προεμφυτευτικός Γενετικός Έλεγχος: εφαρμόζεται σε ζευγάρια με IVF.
    • PGT-A: για αριθμητικές ανωμαλίες (ανευπλοειδίες).
    • PGT-M: για γνωστές μονογονιδιακές παθήσεις (π.χ. β-θαλασσαιμία, κυστική ίνωση).
    • PGT-SR: για μεταθέσεις ή αναστροφές.
  • Ανάλυση προϊόντων αποβολής (POC testing): προσδιορίζει εάν η αιτία της απώλειας είναι χρωμοσωμική, ώστε να αποφεύγονται άσκοπες εξετάσεις.
🔹 Αν βρεθεί ισορροπημένη μετάθεση σε έναν γονέα, το ποσοστό αποβολών μπορεί να φτάσει 50%, αλλά με IVF + PGT η πρόγνωση βελτιώνεται σημαντικά.

🧠 2️⃣ Ανοσολογικός έλεγχος

  • ΑΝΑ (Antinuclear Antibodies): θετικά σε ΣΕΛ ή αυτοάνοσες καταστάσεις που επηρεάζουν την κύηση.
  • Αντισώματα κατά θυρεοειδούς (TPOAb, TgAb): συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο RPL και προεκλαμψίας.
  • NK cells & κυτταρική ανοσία: η αυξημένη δραστηριότητα μπορεί να επηρεάσει την εμφύτευση (ερευνητικό στάδιο, όχι ρουτίνα).
  • Αντισώματα κατά τροφoβλάστης ή HLA συμβατότητα: δεν αποτελούν τεκμηριωμένες εξετάσεις ρουτίνας.

💡 Πότε ενδείκνυται ο γενετικός/ανοσολογικός έλεγχος

  • Σε ≥2 ανεξήγητες αποβολές με φυσιολογικό αιματολογικό/ορμονικό έλεγχο.
  • Σε αποβολή 2ου τριμήνου με φυσιολογικό πλακούντα.
  • Όταν υπάρχει ιστορικό γενετικής πάθησης ή ανωμαλίας σε προηγούμενο έμβρυο.
  • Όταν υπάρχει υποψία αυτοάνοσης διεργασίας (ANA+, Hashimoto, ΣΕΛ).

🚫 Εξετάσεις που δεν συνιστώνται ρουτίνα

  • TORCH panel χωρίς συγκεκριμένες ενδείξεις.
  • Αντισώματα “blocking”, KIR/HLA-C ή κυτταροτοξικά τεστ.
  • Ανοσοθεραπεία με λεμφοκύτταρα συζύγου (μη τεκμηριωμένη).

Ο γενετικός και ανοσολογικός έλεγχος πρέπει να καθοδηγείται από ειδικό ιατρό αναπαραγωγής ή αιματολόγο, καθώς η ερμηνεία των ευρημάτων είναι πολύπλοκη και απαιτεί εμπειρία.

8) Προ-αναλυτικά & Timing αιμοληψιών

Η σωστή προετοιμασία για αιμοληψία και η επιλογή του κατάλληλου χρόνου είναι κρίσιμη για την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων, ειδικά σε θρομβοφιλία και ορμονικό έλεγχο. Τα παρακάτω σημεία συνοψίζουν τις κύριες οδηγίες.

📋 Προ-αναλυτικοί παράγοντες

  • Αιμοληψία πρωινές ώρες (07:00–10:00), νηστεία 8–12 ωρών.
  • Αποφυγή λήψης αντιπηκτικών ή αντιαιμοπεταλιακών πριν την αιμοληψία (εκτός εάν ζητείται ειδικά).
  • Για θρομβοφιλία, αποχή από LMWH/ηπαρίνη ≥24 ώρες και από αντιπηκτικά βιταμίνης Κ ≥2 εβδομάδες.
  • Αποφυγή αιμοληψίας κατά την οξεία φάση νόσου, εμπύρετο ή φλεγμονή (αλλοιώνει APS, CRP, πρωτεΐνες).

🧪 Timing για APS Panel

  • Αντιφωσφολιπιδικά (LA, aCL, anti-β2GPI) πρέπει να επαναλαμβάνονται μετά από τουλάχιστον 12 εβδομάδες.
  • Η πρώτη μέτρηση να γίνεται εκτός κύησης ή 6 εβδομάδες μετά αποβολή για αποφυγή ψευδώς θετικών.
  • Σε κύηση: η παρουσία θετικού αποτελέσματος απαιτεί επιβεβαίωση μετά τον τοκετό.

🩸 Timing για έλεγχο Θρομβοφιλίας

  • Ο γενετικός έλεγχος (Factor V, Prothrombin, MTHFR) μπορεί να γίνει οποτεδήποτε.
  • Οι λειτουργικές πρωτεΐνες (C, S, AT) απαιτούν σταθερή αιμόσταση και όχι ενεργό φαρμακευτική αγωγή.
  • Προτιμάται 3 μήνες μετά τον τοκετό ή αποβολή και 1 μήνα μετά τη διακοπή LMWH.

📈 Παρακολούθηση Anti-Xa σε γυναίκες με LMWH

  • Αιμοληψία 4 ώρες μετά τη δόση (peak concentration).
  • Στόχος 0.2–0.5 IU/mL για προφυλακτικά σχήματα, 0.5–1.0 IU/mL για θεραπευτικά.
  • Περιοδικός έλεγχος κάθε 4–6 εβδομάδες ή μετά από αλλαγή δόσης.
  • Επαναλαμβάνεται σε κύηση, 2ο–3ο τρίμηνο, λόγω αύξησης όγκου πλάσματος.

🧬 Χρονισμός ορμονικών εξετάσεων

  • TSH/FT4: οποιαδήποτε ημέρα, πρωινή ώρα.
  • Προγεστερόνη: 7 ημέρες μετά τεκμηριωμένη ωορρηξία.
  • Προλακτίνη: πρωινή ώρα, χωρίς στρες ή σεξ 24 ώρες πριν.
  • AMH: οποιαδήποτε ημέρα κύκλου (σταθερή τιμή).

💡 Πρακτικές οδηγίες

  • Χρησιμοποιήστε πάντα σωλήνα κιτρικού νατρίου για μετρήσεις πήξης.
  • Το δείγμα πρέπει να φυγοκεντρηθεί και να εξεταστεί άμεσα (<4 ώρες).
  • Αποθήκευση πλάσματος για APS επιτρέπεται στους −20°C έως επανέλεγχο.

Η σωστή προετοιμασία, η νηστεία, και η τήρηση του κατάλληλου χρονισμού αιμοληψίας διασφαλίζουν αξιόπιστα αποτελέσματα και ακριβή ερμηνεία για τη διαχείριση των καθ’ έξιν αποβολών.

9) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Ποιες είναι οι πιο σημαντικές εξετάσεις για καθ’ έξιν αποβολές;
Το βασικό πακέτο περιλαμβάνει APS panel (LA, aCL, anti-β2GPI),
TSH/FT4, θυρεοειδικά αντισώματα,
καρυότυπο ζεύγους, και κληρονομική θρομβοφιλία (Factor V, Prothrombin, Protein C/S, Antithrombin).
Επηρεάζει η ηλικία της μητέρας τις αποβολές;
Ναι. Μετά τα 35 έτη, αυξάνονται σημαντικά οι ανευπλοειδίες (π.χ. τρισωμίες) λόγω γήρανσης ωαρίων.
Στις περιπτώσεις αυτές βοηθά η PGT-A μέσω IVF.
Μπορεί να γίνει κύηση μετά από 3 ή περισσότερες αποβολές;
Ναι. Με σωστή διερεύνηση και θεραπεία, πάνω από 60–70% των γυναικών επιτυγχάνουν φυσιολογική κύηση.
Η επιτυχία εξαρτάται από το αίτιο (π.χ. APS → LMWH + ASA, θυρεοειδής → ρύθμιση, γενετικό → PGT).
Χρειάζεται έλεγχος για λοιμώξεις (TORCH, CMV, Toxo κ.λπ.);
Όχι ως ρουτίνα. Αυτές οι λοιμώξεις σπάνια ευθύνονται για επαναλαμβανόμενες αποβολές.
Ελέγχονται μόνο αν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις ή υπερηχογραφικά ευρήματα.
Τι σημαίνει αν έχω θετικά αντιφωσφολιπιδικά;
Εφόσον η θετικότητα παραμένει μετά από 12 εβδομάδες και συνυπάρχουν μαιευτικά κριτήρια, τίθεται διάγνωση APS.
Αντιμετωπίζεται με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH) και χαμηλή δόση ασπιρίνης στην επόμενη κύηση.
Πότε μπορώ να ξεκινήσω πάλι προσπάθεια για εγκυμοσύνη;
Συνιστάται να περιμένετε 2–3 φυσιολογικούς κύκλους μετά την αποβολή ή τον τοκετό,
ώστε να ολοκληρωθεί ο έλεγχος και να ρυθμιστούν πιθανοί ορμονικοί ή αιματολογικοί παράγοντες.
Τι ρόλο έχει η διατροφή ή τα συμπληρώματα;
Ισορροπημένη διατροφή πλούσια σε φυλλικό οξύ, Β12, σίδηρο και βιταμίνη D συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου αποβολής.
Η χορήγηση προγεστερόνης ή αντιπηκτικής αγωγής πρέπει πάντα να γίνεται κατόπιν ιατρικής ένδειξης.
Τι είναι το PGT και πότε χρειάζεται;
Το PGT (Preimplantation Genetic Testing) είναι προεμφυτευτικός έλεγχος εμβρύων σε IVF,
για ανίχνευση χρωμοσωμικών ή γονιδιακών ανωμαλιών.
Ενδείκνυται σε ζευγάρια με ισορροπημένες μεταθέσεις, μονογονιδιακές παθήσεις ή πολλαπλές αποβολές ανεξήγητες.
Πότε ελέγχονται οι πρωτεΐνες C, S και η Αντιθρομβίνη;
Σε περίοδο χωρίς κύηση, τουλάχιστον 4–6 εβδομάδες μετά διακοπή LMWH ή άλλων αντιπηκτικών,
για να αποφευχθούν ψευδώς χαμηλές τιμές.
Ποιος συντονίζει τη διερεύνηση;
Συνήθως αιματολόγος και γυναικολόγος αναπαραγωγής σε συνεργασία,
με ανάλυση όλων των αποτελεσμάτων στο πλαίσιο της συνολικής κλινικής εικόνας.

Οι αποβολές μπορεί να οφείλονται σε περισσότερους του ενός παράγοντες. Η σωστή καθοδήγηση και ο πλήρης αιματολογικός έλεγχος αυξάνουν ουσιαστικά τις πιθανότητες επιτυχούς κύησης.

10) ⏱️ Σε 30’’ – Τι να θυμάστε

  • Η καθ’ έξιν αποβολή αφορά ≥2 συνεχόμενες απώλειες κύησης· απαιτεί διερεύνηση.
  • Ξεκινήστε με APS panel, TSH/FT4, θυρεοειδικά αντισώματα και καρυότυπο ζεύγους.
  • APS = επίμονη θετικότητα αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων σε 2 μετρήσεις ≥12 εβδομάδες χώρια.
  • Η θρομβοφιλία αντιμετωπίζεται συνήθως με LMWH + χαμηλή δόση ασπιρίνης.
  • Ο θυρεοειδής και η προλακτίνη πρέπει να ελέγχονται και να ρυθμίζονται πριν νέα προσπάθεια.
  • Ο PGT σε εξωσωματική βοηθά σε γενετικά αίτια και ανευπλοειδίες.
  • Η σωστή προετοιμασία αιμοληψίας και ο κατάλληλος χρόνος λήψης είναι κρίσιμοι για αξιόπιστα αποτελέσματα.
  • Πάνω από 60–70% των γυναικών με καθ’ έξιν αποβολές επιτυγχάνουν φυσιολογική κύηση μετά τη θεραπευτική παρέμβαση.
💡 Μικρή υπενθύμιση:
Η επιτυχία μιας επόμενης κύησης εξαρτάται από τον συνδυασμό σωστής διάγνωσης,
εξατομικευμένης αγωγής και στενής συνεργασίας γυναικολόγου–αιματολόγου–εργαστηρίου.

Η έγκαιρη και τεκμηριωμένη διερεύνηση των καθ’ έξιν αποβολών προσφέρει πραγματικές λύσεις και υψηλά ποσοστά επιτυχίας για γυναίκες που προσπαθούν να αποκτήσουν παιδί.

Θέλετε να προγραμματίσετε αιματολογικό έλεγχο καθ’ έξιν αποβολών ή να δείτε όλες τις διαθέσιμες εξετάσεις;
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

12) Βιβλιογραφία & Πηγές

🔗 Όλες οι παραπάνω πηγές είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες και βασίζονται σε διεθνείς οδηγίες (ESHRE, ASRM, RCOG) και ελληνικά ιατρικά άρθρα ενημέρωσης για τον αιματολογικό και ενδοκρινικό έλεγχο καθ’ έξιν αποβολών.</


Ομοκυστεΐνη-1200x800.jpg

1) Τι είναι η ομοκυστεΐνη

Η ομοκυστεΐνη είναι ένα αμινοξύ που παράγεται φυσιολογικά κατά τον μεταβολισμό της μεθειονίνης, ενός συστατικού των πρωτεϊνών της διατροφής. Κανονικά, μετατρέπεται σε μη τοξικές μορφές με τη βοήθεια των βιταμινών B12, B6 και φυλλικού οξέος (B9).

🔬 Βιοχημικά:
Η ομοκυστεΐνη ανήκει στα θειούχα αμινοξέα. Η περίσσεια της είναι τοξική για τα ενδοθηλιακά κύτταρα και αυξάνει την οξείδωση της LDL χοληστερόλης.

Όταν υπάρχει έλλειψη αυτών των βιταμινών, γενετικοί πολυμορφισμοί όπως MTHFR C677T, ή νοσήματα (π.χ. νεφρική ανεπάρκεια, υποθυρεοειδισμός), η ομοκυστεΐνη συσσωρεύεται στο αίμα. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται υπερομοκυστεϊναιμία και συνδέεται με:

  • Αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης
  • Επιπλοκές κύησης (αποβολές, προεκλαμψία)
  • Νευρολογικές διαταραχές σε ανεπάρκεια Β12
  • Αυξημένο κίνδυνο θρόμβωσης

📈 Κλινική σημασία:
Η αύξηση της ομοκυστεΐνης θεωρείται ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για καρδιοαγγειακά νοσήματα και εγκεφαλικά επεισόδια.

Η εξέταση ομοκυστεΐνης αίματος χρησιμοποιείται ως εργαλείο πρόληψης και διαγνωστικής διερεύνησης για έλλειψη βιταμινών Β, καρδιαγγειακό κίνδυνο και πιθανή θρομβοφιλία.

💡 Σύντομη σύνοψη:
• Παράγεται από τη μεθειονίνη
• Αυξάνεται με έλλειψη B6, B12, φυλλικού
• Συνδέεται με φλεγμονή και αγγειακή βλάβη
• Μετριέται στο αίμα για πρόληψη κινδύνων

2) Πότε ζητείται η εξέταση Ομοκυστεΐνης

Η μέτρηση της ομοκυστεΐνης αίματος ζητείται όταν υπάρχει υποψία μεταβολικών ή καρδιαγγειακών διαταραχών, καθώς και για την εκτίμηση της κατάστασης των βιταμινών B12, B6 και φυλλικού οξέος.

🧪 Εργαστηριακά:
Η ομοκυστεΐνη μπορεί να μετρηθεί σε ολικό αίμα ή πλάσμα, συνήθως σε δείγμα νηστείας. Το δείγμα πρέπει να ψυχθεί γρήγορα γιατί η ομοκυστεΐνη αυξάνεται τεχνητά αν μείνει σε θερμοκρασία δωματίου.

Συχνότερες ενδείξεις για έλεγχο ομοκυστεΐνης:

  • Διερεύνηση μακροκυτταρικής αναιμίας ή χαμηλής B12/φυλλικού.
  • Έλεγχος θρομβοφιλίας ή θρομβώσεων σε νεαρή ηλικία.
  • Εκτίμηση καρδιαγγειακού κινδύνου σε ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό.
  • Παρακολούθηση γυναικών με αποβολές ή προεκλαμψία.
  • Έλεγχος ηλικιωμένων με γνωστική έκπτωση ή νευρολογικά συμπτώματα.
  • Αξιολόγηση μετά από θεραπεία με φολικό/B12 για έλεγχο ανταπόκρισης.

⚠️ Προσοχή:
Η ομοκυστεΐνη μπορεί να επηρεαστεί από φάρμακα όπως μετφορμίνη, μεθοτρεξάτη, φαινυτοΐνη ή από νεφρική δυσλειτουργία. Η ερμηνεία πρέπει να γίνεται πάντα σε συνδυασμό με κλινικά δεδομένα και άλλες εξετάσεις.

Η εξέταση εντάσσεται συχνά σε προληπτικούς ελέγχους για καρδιαγγειακή υγεία, ιδίως όταν συνυπάρχουν αυξημένη LDL, υπέρταση ή διαβήτης.

💡 Χρήσιμη υπενθύμιση:
• Ιδανικά, η εξέταση γίνεται σε νηστεία 8–12 ωρών.
• Το δείγμα μεταφέρεται άμεσα στο εργαστήριο.
• Ο επανέλεγχος συνιστάται μετά από 6–12 εβδομάδες θεραπείας ή αλλαγών στη διατροφή.

3) Φυσιολογικές τιμές Ομοκυστεΐνης

Οι φυσιολογικές τιμές ομοκυστεΐνης στο αίμα εξαρτώνται από το φύλο, την ηλικία και τη μεθοδολογία του εργαστηρίου. Συνήθως εκφράζονται σε μmol/L.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα

ΚατηγορίαΤιμή (μmol/L)Ερμηνεία
Φυσιολογική5 – 15Εντός φυσιολογικού εύρους
Ήπια αύξηση15 – 30Διατροφική ανεπάρκεια ή ήπια νεφρική δυσλειτουργία
Μέτρια αύξηση30 – 100Πιθανή ανεπάρκεια B12/φολικού ή MTHFR πολυμορφισμός
Σοβαρή αύξηση> 100Σπάνια γενετικά σύνδρομα μεταβολισμού μεθειονίνης

📊 Ερμηνεία:
Οι χαμηλές τιμές (<5 μmol/L) δεν έχουν παθολογική σημασία. Οι αυξημένες απαιτούν διερεύνηση για βιταμίνες B12, B6 και φυλλικό.

Οι τιμές μπορεί να είναι ελαφρώς υψηλότερες στους άνδρες και να αυξάνονται με την ηλικία. Επίσης, η νηστεία, η κατανάλωση καφέ ή η φλεγμονή μπορεί να επηρεάσουν προσωρινά τη μέτρηση.

⚠️ Κλινική παρατήρηση:
Σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, ακόμα και επίπεδα 10–12 μmol/L μπορεί να θεωρηθούν αυξημένα και να χρειάζονται παρέμβαση.

💡 Θυμηθείτε:
• Οι φυσιολογικές τιμές ποικίλλουν ανά εργαστήριο.
• Ελέγχετε ταυτόχρονα B12 και φυλλικό.
• Επανέλεγχος μετά από θεραπεία ή διατροφική βελτίωση προτείνεται.

4) Υψηλή Ομοκυστεΐνη – Συχνές Αιτίες

Η αυξημένη συγκέντρωση ομοκυστεΐνης στο αίμα (υπερομοκυστεϊναιμία) αποτελεί αποτέλεσμα ανεπάρκειας βιταμινών, μεταβολικών διαταραχών ή φαρμακευτικών επιδράσεων. Εμφανίζεται σε περίπου 5–10% του γενικού πληθυσμού.

🔬 Ορισμός:
Υπερομοκυστεϊναιμία θεωρείται συνήθως επίπεδο >15 μmol/L σε ενήλικες νηστείας. Τα αίτια διακρίνονται σε διατροφικά, γενετικά και δευτεροπαθή.

Διατροφικά αίτια

  • Ανεπάρκεια φυλλικού οξέος
  • Ανεπάρκεια βιταμίνης B12
  • Ανεπάρκεια βιταμίνης B6
  • Χορτοφαγική ή αυστηρά vegan διατροφή χωρίς εμπλουτισμένες τροφές

⚠️ Κίνδυνος:
Η παρατεταμένη ανεπάρκεια Β12 μπορεί να προκαλέσει νευρολογικές βλάβες και μακροκυτταρική αναιμία ακόμη και αν η ομοκυστεΐνη είναι μόνο ήπια αυξημένη.

Γενετικοί παράγοντες

  • MTHFR πολυμορφισμοί (π.χ. C677T, A1298C) μειώνουν τη μετατροπή φολικού στην ενεργή μορφή του.
  • Σπάνιες κληρονομικές διαταραχές του ενζύμου cystathionine β-synthase προκαλούν πολύ υψηλά επίπεδα (>100 μmol/L).

Δευτεροπαθή αίτια

  • Νεφρική ανεπάρκεια (μειωμένος καθαρισμός ομοκυστεΐνης)
  • Υποθυρεοειδισμός
  • Σακχαρώδης διαβήτης
  • Φάρμακα: μεθοτρεξάτη, φαινυτοΐνη, μετφορμίνη, καρβαμαζεπίνη, τοπιραμάτη
  • Υπερβολική κατανάλωση καφέ ή αλκοόλ
  • Κάπνισμα και καθιστική ζωή

💡 Κλινική Σημείωση:
• Στους περισσότερους ασθενείς η αιτία είναι ανεπάρκεια φολικού ή Β12.
• Η διόρθωση της ανεπάρκειας μειώνει τα επίπεδα μέσα σε 4–8 εβδομάδες.
• Η πολύ υψηλή ομοκυστεΐνη (>50 μmol/L) χρειάζεται πλήρη μεταβολικό έλεγχο.

Η διάγνωση βασίζεται στη συσχέτιση των εργαστηριακών ευρημάτων με το ιστορικό, τις διατροφικές συνήθειες και άλλες αιματολογικές παραμέτρους, όπως B12, φυλλικό, TSH, κρεατινίνη.

5) Ομοκυστεΐνη και Βιταμίνες B12 & Φολικό Οξύ

Η ομοκυστεΐνη μετατρέπεται σε μεθειονίνη μέσω μιας διαδικασίας που απαιτεί τις βιταμίνες B12 και φολικό οξύ (B9) ως συμπαράγοντες. Παράλληλα, η βιταμίνη B6 είναι απαραίτητη για την εναλλακτική οδό μετατροπής της σε κυσταθειονίνη. Η έλλειψη έστω μίας από αυτές τις βιταμίνες προκαλεί αύξηση της ομοκυστεΐνης στο αίμα.

🔬 Μεταβολικές Οδοί:

  • Ομοκυστεΐνη → Μεθειονίνη (με τη βοήθεια B12 & φολικού)
  • Ομοκυστεΐνη → Κυσταθειονίνη (με τη βοήθεια B6)

Η σωστή λειτουργία και των δύο οδών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων ομοκυστεΐνης.

Φολικό Οξύ (Βιταμίνη B9)

Το φολικό οξύ συμμετέχει στη μεθυλίωση DNA και στον σχηματισμό ερυθρών αιμοσφαιρίων. Έλλειψή του οδηγεί σε μακροκυτταρική αναιμία και αύξηση ομοκυστεΐνης. Εντοπίζεται σε πράσινα φυλλώδη λαχανικά, όσπρια και εμπλουτισμένα δημητριακά.

💚 Συμβουλή:
Η επαρκής πρόσληψη φολικού (≥400 mcg/ημέρα) πριν και κατά την εγκυμοσύνη προλαμβάνει δυσπλασίες του νευρικού σωλήνα και μειώνει τον κίνδυνο υπερομοκυστεϊναιμίας.

Βιταμίνη B12 (Κοβαλαμίνη)

Η B12 βρίσκεται κυρίως σε ζωικές τροφές (κρέας, ψάρι, γαλακτοκομικά). Ανεπάρκεια εμφανίζεται σε αυστηρούς χορτοφάγους, ηλικιωμένους ή ασθενείς με δυσαπορρόφηση (π.χ. γαστρίτιδα, νόσος Crohn, χρήση μετφορμίνης).

⚠️ Σημαντικό:
Η λήψη μόνο φολικού μπορεί να «κρύψει» την ανεπάρκεια B12. Η ομοκυστεΐνη ίσως μειωθεί, αλλά η νευρολογική βλάβη από έλλειψη B12 συνεχίζει να εξελίσσεται.

Βιταμίνη B6 (Πυριδοξίνη)

Η Β6 εμπλέκεται στην απομάκρυνση της ομοκυστεΐνης μέσω του ενζύμου cystathionine β-synthase. Η ανεπάρκειά της επιδεινώνει την αύξηση ομοκυστεΐνης, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει χαμηλό φολικό ή B12.

📘 Εργαστηριακός έλεγχος:
Κατά τη διερεύνηση υψηλής ομοκυστεΐνης, συνιστάται ο παράλληλος έλεγχος:

  • Ολικής Β12 (ή μεθυλμαλονικού οξέος για μεγαλύτερη ακρίβεια)
  • Φολικού οξέος στον ορό
  • Βιταμίνης B6 σε ειδικές περιπτώσεις

Η έγκαιρη αναπλήρωση των βιταμινών οδηγεί σε σημαντική μείωση της ομοκυστεΐνης μέσα σε λίγες εβδομάδες, ενώ η επίδραση είναι μεγαλύτερη όταν συνδυάζονται όλα τα απαραίτητα συστατικά.

6) Ομοκυστεΐνη και Καρδιαγγειακός Κίνδυνος

Η αυξημένη ομοκυστεΐνη έχει αναγνωριστεί ως ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για αθηροσκλήρωση, έμφραγμα μυοκαρδίου και εγκεφαλικό επεισόδιο. Προκαλεί οξειδωτικό στρες και δυσλειτουργία του ενδοθηλίου, οδηγώντας σε αγγειακή φλεγμονή και σχηματισμό πλακών.

🔬 Παθοφυσιολογία:
Η ομοκυστεΐνη προάγει:

  • Οξείδωση LDL χοληστερόλης
  • Μείωση παραγωγής μονοξειδίου του αζώτου (NO)
  • Αύξηση θρομβογόνων παραγόντων
  • Πάχυνση και αστάθεια των αθηρωματικών πλακών

Μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι κάθε αύξηση ομοκυστεΐνης κατά 5 μmol/L σχετίζεται με περίπου 20% υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακού επεισοδίου. Ωστόσο, η μείωση μέσω συμπληρωμάτων φολικού και Β12 δεν έχει πάντα αποδείξει αντίστοιχη μείωση συμβάντων.

⚠️ Κλινική Επισήμανση:
Η ομοκυστεΐνη αποτελεί δείκτη κινδύνου και όχι πάντα αιτία. Η θεραπευτική παρέμβαση επικεντρώνεται κυρίως στη διόρθωση των ανεπάρκειων βιταμινών, χωρίς να αντικαθιστά τα μέτρα πρόληψης (δίαιτα, άσκηση, διακοπή καπνίσματος).

Σχέση με άλλους βιοδείκτες

Η ομοκυστεΐνη συνδυάζεται με άλλους δείκτες φλεγμονής ή αγγειακού κινδύνου, όπως:

  • CRP (C-αντιδρώσα πρωτεΐνη) – δείκτης φλεγμονής
  • LDL χοληστερόλη – κύριος λιπιδαιμικός στόχος
  • Lp(a) – γενετικός δείκτης κινδύνου για στεφανιαία νόσο
  • Αρτηριακή πίεση και γλυκόζη νηστείας

💡 Κλινική Πρακτική:
• Η ομοκυστεΐνη χρησιμοποιείται ως συμπληρωματικός δείκτης κινδύνου.
• Δεν αντικαθιστά τους κλασικούς δείκτες (χοληστερόλη, πίεση).
• Η μείωσή της με βιταμίνες μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση σε ασθενείς με χαμηλά επίπεδα φολικού ή Β12.
• Ο συνδυασμός υγιεινής διατροφής, άσκησης και ελέγχου λιπιδίων είναι το πιο αποτελεσματικό μέτρο.

Συνεπώς, η ομοκυστεΐνη αποτελεί χρήσιμο εργαστηριακό δείκτη για την εκτίμηση συνολικού αγγειακού κινδύνου, ειδικά όταν εξετάζεται στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης πρόληψης.

7) Ομοκυστεΐνη και Εγκυμοσύνη

Κατά την εγκυμοσύνη, τα επίπεδα ομοκυστεΐνης μειώνονται φυσιολογικά λόγω ορμονικών αλλαγών και αυξημένων αναγκών σε βιταμίνες του συμπλέγματος Β. Παρόλα αυτά, σε ορισμένες περιπτώσεις η ομοκυστεΐνη μπορεί να παραμένει αυξημένη και να συνδέεται με επιπλοκές κύησης.

🔬 Φυσιολογικά επίπεδα στην κύηση:

  • 1ο τρίμηνο: 3–8 μmol/L
  • 2ο τρίμηνο: 2–6 μmol/L
  • 3ο τρίμηνο: 3–7 μmol/L

Οι τιμές επανέρχονται στα προ της εγκυμοσύνης επίπεδα περίπου 2–3 μήνες μετά τον τοκετό.

Η αυξημένη ομοκυστεΐνη στην εγκυμοσύνη έχει συσχετιστεί με:

  • Αυτόματες αποβολές
  • Προεκλαμψία και υπέρταση κύησης
  • Αποκόλληση πλακούντα
  • Καθυστέρηση ενδομήτριας ανάπτυξης (IUGR)
  • Θρομβοφιλία κύησης

⚠️ Προειδοποίηση:
Οι υψηλές τιμές ομοκυστεΐνης (>10 μmol/L) σε εγκύους πρέπει να διερευνώνται. Συχνά συνυπάρχει ανεπάρκεια φυλλικού ή B12 και χρειάζεται έγκαιρη αναπλήρωση υπό ιατρική καθοδήγηση.

Ρόλος φολικού και βιταμινών στην κύηση

Η επάρκεια φολικού πριν τη σύλληψη και κατά το πρώτο τρίμηνο είναι κρίσιμη για την πρόληψη ανωμαλιών νευρικού σωλήνα στο έμβρυο. Η συνιστώμενη πρόσληψη είναι τουλάχιστον 400 mcg ημερησίως, ενώ σε γυναίκες με ιστορικό αποβολών ή προεκλαμψίας μπορεί να απαιτούνται υψηλότερες δόσεις.

💡 Κλινική Συμβουλή:
• Ο προληπτικός έλεγχος ομοκυστεΐνης είναι χρήσιμος σε γυναίκες με επαναλαμβανόμενες αποβολές ή ιστορικό προεκλαμψίας.
• Η αναπλήρωση με φολικό και B12 συνήθως ομαλοποιεί τα επίπεδα.
• Η αποφυγή καπνίσματος και υπερβολικής καφεΐνης είναι σημαντική για τη ρύθμιση των επιπέδων.

Η παρακολούθηση της ομοκυστεΐνης αποτελεί μέρος της συνολικής φροντίδας στην κύηση, ειδικά σε περιπτώσεις αυξημένου κινδύνου θρομβοφιλίας ή ανεξήγητων αποβολών.

8) Πώς Μειώνεται η Ομοκυστεΐνη

Η μείωση της ομοκυστεΐνης επιτυγχάνεται με στοχευμένες αλλαγές στη διατροφή, τη χορήγηση βιταμινών και τη βελτίωση συνηθειών που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των αμινοξέων. Στόχος είναι η ομαλοποίηση των επιπέδων κάτω από 12–15 μmol/L.

🔬 Κύριες παρεμβάσεις:

  • Επαρκής πρόσληψη φυλλικού οξέος (B9)
  • Αναπλήρωση βιταμίνης B12 (ενδομυϊκά ή από το στόμα)
  • Χορήγηση βιταμίνης B6 όπου απαιτείται
  • Διόρθωση θυρεοειδικής ή νεφρικής δυσλειτουργίας

1️⃣ Διατροφή πλούσια σε φολικό & βιταμίνες Β

Η υιοθέτηση μιας ισορροπημένης διατροφής με φυσικές πηγές φολικού και βιταμινών Β είναι το πρώτο βήμα για τη μείωση της ομοκυστεΐνης:

  • Πράσινα φυλλώδη λαχανικά (σπανάκι, μπρόκολο, μαρούλι)
  • Όσπρια (φακές, ρεβίθια, φασόλια)
  • Εσπεριδοειδή, αβοκάντο, μπανάνες
  • Συκώτι, αυγά, ψάρι, άπαχο κρέας (πηγές Β12)
  • Ξηροί καρποί και δημητριακά ολικής άλεσης (πηγές Β6)

💚 Διατροφική Συμβουλή:
Ο συνδυασμός φολικού και B12 έχει συνεργική δράση στη μείωση της ομοκυστεΐνης. Η έλλειψη έστω μιας από τις δύο περιορίζει την αποτελεσματικότητα της άλλης.

2️⃣ Συμπληρώματα βιταμινών

Σε περιπτώσεις που η διατροφή δεν επαρκεί, συνιστάται φαρμακευτική συμπλήρωση:

  • Φολικό οξύ: 400–800 mcg/ημέρα
  • Βιταμίνη B12: 250–1000 mcg/ημέρα (ή ενέσιμα ανάλογα με την απορρόφηση)
  • Βιταμίνη B6: 10–25 mg/ημέρα

Η διάρκεια θεραπείας εξαρτάται από την αιτία. Συνήθως παρατηρείται βελτίωση σε 4–8 εβδομάδες και επανέλεγχος σε 2–3 μήνες.

⚠️ Προσοχή:
Η αλόγιστη χρήση συμπληρωμάτων χωρίς έλεγχο μπορεί να οδηγήσει σε υπερβιταμίνωση ή να «καλύψει» σοβαρές παθολογικές αιτίες (π.χ. κακοήθεια, δυσαπορρόφηση).

3️⃣ Τρόπος ζωής

  • Διακοπή καπνίσματος
  • Περιορισμός καφεΐνης και αλκοόλ
  • Τακτική άσκηση (30΄ ημερησίως)
  • Διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους
  • Αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης επεξεργασμένων τροφών

📘 Παρακολούθηση:
• Επανέλεγχος ομοκυστεΐνης μετά από 8–12 εβδομάδες.
• Αν επιμένει η αύξηση, απαιτείται διερεύνηση MTHFR, TSH και νεφρικής λειτουργίας.
• Η συντήρηση επιτυγχάνεται με ισορροπημένη διατροφή και περιοδικό έλεγχο.

Η συνδυαστική προσέγγιση με διατροφή, βιταμίνες και αλλαγή τρόπου ζωής προσφέρει μακροχρόνια σταθεροποίηση των τιμών και βελτίωση του αγγειακού προφίλ.

9) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

❓ Τι σημαίνει υψηλή ομοκυστεΐνη; Είναι επικίνδυνη;
Η αυξημένη ομοκυστεΐνη (>15 μmol/L) σχετίζεται με αυξημένο καρδιαγγειακό και θρομβωτικό κίνδυνο. Δεν αποτελεί νόσο από μόνη της, αλλά ένδειξη ότι υπάρχουν ελλείψεις βιταμινών ή μεταβολική δυσλειτουργία που πρέπει να διερευνηθεί.
🧪 Πρέπει να είμαι νηστικός πριν την εξέταση;
Ναι. Η ομοκυστεΐνη συνήθως μετριέται μετά από 8–12 ώρες νηστείας για να διασφαλιστεί ακρίβεια. Το δείγμα πρέπει να αποσταλεί άμεσα στο εργαστήριο για αποφυγή τεχνητής αύξησης.
💊 Μπορώ να πάρω φολικό χωρίς έλεγχο;
Όχι χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Αν και το φολικό είναι ασφαλές, μπορεί να καλύψει ανεπάρκεια Β12 προκαλώντας νευρολογικές βλάβες χωρίς να εμφανίζεται αναιμία. Χρειάζεται πρώτα εργαστηριακή μέτρηση.
🧬 Τι σημαίνει “MTHFR μετάλλαξη”;
Είναι γενετική παραλλαγή που μειώνει τη δραστηριότητα του ενζύμου μεθυλενοτετραϋδροφολική ρεδουκτάση. Μπορεί να αυξήσει ήπια την ομοκυστεΐνη. Δεν απαιτεί πάντα θεραπεία, αλλά επαρκής πρόσληψη φολικού είναι σημαντική.
🩺 Μπορεί να προληφθεί η αύξηση της ομοκυστεΐνης;
Ναι. Με ισορροπημένη διατροφή, επαρκείς βιταμίνες του συμπλέγματος Β, διακοπή καπνίσματος και τακτική φυσική δραστηριότητα. Ο περιοδικός έλεγχος στο πλαίσιο προληπτικών εξετάσεων βοηθά στην έγκαιρη παρέμβαση.
📉 Πόσο γρήγορα πέφτει η ομοκυστεΐνη μετά τη θεραπεία;
Συνήθως μειώνεται μέσα σε 4–8 εβδομάδες μετά την έναρξη φολικού και βιταμινών Β12/B6. Επανέλεγχος προτείνεται στους 2–3 μήνες.
👩‍🍼 Έχει σημασία στην εγκυμοσύνη;
Ναι. Αυξημένη ομοκυστεΐνη μπορεί να προκαλέσει προεκλαμψία, αποβολές ή καθυστέρηση ανάπτυξης εμβρύου. Ο έλεγχος και η επάρκεια φολικού οξέος είναι βασικά προληπτικά μέτρα.
🧠 Υπάρχει σχέση με τη μνήμη ή τη διάθεση;
Ναι, έμμεσα. Αυξημένα επίπεδα σχετίζονται με γνωστική έκπτωση και κατάθλιψη, λόγω επιδράσεων στον μεταβολισμό του φολικού και της Β12 που συμμετέχουν στη σύνθεση νευροδιαβιβαστών.
📆 Κάθε πότε πρέπει να ελέγχω την ομοκυστεΐνη;
Συνήθως μία φορά ετησίως στο πλαίσιο προληπτικού ελέγχου ή κάθε 6–12 μήνες αν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου (π.χ. ανεπάρκεια Β12, οικογενειακό ιστορικό θρόμβωσης).

💡 Συνοπτικά:
• Η ομοκυστεΐνη είναι δείκτης μεταβολισμού των βιταμινών Β.
• Αυξάνεται σε ελλείψεις ή φλεγμονές.
• Ελέγχεται απλά με αιμοληψία.
• Ρυθμίζεται εύκολα με σωστή διατροφή και συμπληρώματα.

10) ⏱️ Σε 30’’ – Τι να Θυμάστε

  • Η ομοκυστεΐνη είναι δείκτης μεταβολισμού της μεθειονίνης και εξαρτάται από τις βιταμίνες B6, B12 και φολικό οξύ.
  • Η υψηλή ομοκυστεΐνη αυξάνει τον κίνδυνο αθηροσκλήρωσης, θρόμβωσης και επιπλοκών κύησης.
  • Η συχνότερη αιτία είναι η ανεπάρκεια βιταμινών Β και διορθώνεται με διατροφή ή συμπληρώματα.
  • Η μείωση των τιμών επιτυγχάνεται σε 4–8 εβδομάδες με σωστή καθοδήγηση.
  • Η εξέταση είναι απλή αιμοληψία και ενδείκνυται σε καρδιαγγειακό κίνδυνο ή υπογονιμότητα/κύηση.

📊 Εργαστηριακή υπενθύμιση:

  • Φυσιολογικές τιμές: 5–15 μmol/L
  • Ιδανικά επίπεδα για πρόληψη: <12 μmol/L
  • Επανέλεγχος μετά τη θεραπεία: σε 2–3 μήνες

💡 Συμβουλή για τον ασθενή:
Τρώτε πράσινα λαχανικά και όσπρια καθημερινά, αποφύγετε το κάπνισμα, και συζητήστε με τον ιατρό σας αν χρειάζεστε συμπλήρωμα φολικού ή Β12.

⚠️ Να θυμάστε:
Η ομοκυστεΐνη δεν είναι νόσος, αλλά σήμα προειδοποίησης για την αγγειακή και μεταβολική υγεία. Η έγκαιρη παρέμβαση προλαμβάνει μακροχρόνιες επιπλοκές.

Κλείστε εύκολα εξέταση Ομοκυστεΐνη ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

  11) 📚 Βιβλιογραφία & Πηγές

  • Refsum H, et al. Clinical implications of hyperhomocysteinemia. N Engl J Med. 1998;338:119–126. Πηγή
  • Homocysteine Studies Collaboration. Homocysteine and risk of ischemic heart disease and stroke. JAMA. 2002;288(16):2015–2022. Πηγή
  • Smith AD, Refsum H. Homocysteine, B Vitamins, and Cognitive Impairment. Annu Rev Nutr. 2016;36:211–239. PubMed
  • World Health Organization (WHO). Vitamin and mineral requirements in human nutrition. 2nd Edition. Geneva: WHO/FAO; 2004. Πηγή
  • Clarke R et al. Homocysteine and vascular disease: review of published results of the homocysteine-lowering trials. J Inherit Metab Dis. 2011;34(1):83–91. PubMed
  • van Guldener C, Stehouwer CD. Homocysteine metabolism in renal disease. Clin Chem Lab Med. 2003;41(11):1412–1417.
  • Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία (ΕΚΕ). Υλικό ενημέρωσης ασθενών – Πρόληψη καρδιαγγειακού κινδύνου. www.hcs.gr
  • Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης. Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη Δυσλιπιδαιμία 2023. www.atherosclerosis.gr
  • Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ). Διατροφικές συστάσεις και μικροθρεπτικά συστατικά. www.eody.gov.gr

Αντιθρομβίνη-ΙΙΙ-.jpg

1) Τι είναι η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ (ATIII);

Key Takeaway: Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ είναι μία φυσική «αντιπηκτική» πρωτεΐνη του αίματος που αναστέλλει τη δράση της θρομβίνης και άλλων παραγόντων πήξης. Χαμηλά επίπεδα αυξάνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης.

Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ (ATIII) είναι μία πρωτεΐνη που παράγεται κυρίως στο ήπαρ και κυκλοφορεί στο πλάσμα.
Ανήκει στους φυσικούς αναστολείς της πήξης και λειτουργεί σαν «φρένο» για την υπερβολική ενεργοποίηση του μηχανισμού πήξης.
Αναστέλλει τη θρομβίνη (παράγοντας IIa) και τους παράγοντες Xa, IXa, XIa και XIIa, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δημιουργία θρόμβου.

Η δράση της ενισχύεται σημαντικά από την ηπαρίνη· γι’ αυτό η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ έχει σημασία και για την παρακολούθηση της ηπαρινικής θεραπείας.
Ανεπάρκεια (κληρονομική ή επίκτητη) της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ οδηγεί σε αυξημένη προδιάθεση για θρομβώσεις.

Παράδειγμα: Νέος ενήλικας με ανεξήγητη φλεβική θρόμβωση υποβάλλεται σε έλεγχο θρομβοφιλίας. Η ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ διαπιστώνεται και οδηγεί σε εξατομικευμένη αντιπηκτική αγωγή.

Η γνώση των επιπέδων Αντιθρομβίνης ΙΙΙ είναι σημαντική για τη διάγνωση θρομβοφιλικών καταστάσεων, την παρακολούθηση αντιπηκτικής αγωγής και την πρόληψη επιπλοκών σε υψηλού κινδύνου άτομα.

2) Ρόλος & Λειτουργία στο Σύστημα Πήξης

Σημαντικό: Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ είναι ο βασικός φυσικός αναστολέας της θρομβίνης και των παραγόντων Xa, IXa, XIa και XIIa. Η δράση της ενισχύεται από την ηπαρίνη έως και 1000 φορές.

Το σύστημα πήξης του αίματος βασίζεται σε μία σειρά ενζυμικών αντιδράσεων που ενεργοποιούν διαδοχικά τους παράγοντες πήξης.
Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ δρα ως «φρένο» σε αυτόν τον καταρράκτη, προσκολλώμενη στους ενεργοποιημένους παράγοντες πήξης και αδρανοποιώντας τους.

Βασικοί μηχανισμοί δράσης

  • Αναστολή θρομβίνης (Factor IIa): Εμποδίζει τη μετατροπή ινωδογόνου σε ινώδες, περιορίζοντας τη δημιουργία θρόμβου.
  • Αναστολή Factor Xa: Σημαντικός κόμβος της πήξης – η ATIII μειώνει δραστικά τη δράση του.
  • Συνεργασία με την ηπαρίνη: Η ATIII αλλάζει διαμόρφωση με την ηπαρίνη και αυξάνει κατακόρυφα την ανασταλτική της ικανότητα.
  • Συνδυασμός με Πρωτεΐνη C & Πρωτεΐνη S: Μαζί αποτελούν το βασικό φυσικό αντιπηκτικό σύστημα του οργανισμού.

Συμβουλή: Η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ είναι χρήσιμη όχι μόνο στον έλεγχο θρομβοφιλίας, αλλά και όταν η ανταπόκριση στην ηπαρίνη είναι χαμηλή (heparin resistance).

Έτσι, η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ισορροπία μεταξύ πήξης και αντιπήξης.
Η ανεπάρκειά της, κληρονομική ή επίκτητη, οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο θρομβώσεων.

3) Χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ – Αίτια & Κίνδυνοι

Σημαντικό: Η ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη. Και στις δύο περιπτώσεις αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο φλεβικών θρομβώσεων.

Χαμηλά επίπεδα Αντιθρομβίνης ΙΙΙ σημαίνουν ότι το «φρένο» της πήξης δεν λειτουργεί σωστά.
Αυτό οδηγεί σε θρομβοφιλία – δηλαδή αυξημένη προδιάθεση για δημιουργία θρόμβων.

Αίτια Χαμηλής Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

Α. Κληρονομική Ανεπάρκεια (Hereditary ATIII deficiency)

  • Σπάνια αλλά σοβαρή. Μεταβιβάζεται με αυτοσωμικό επικρατούντα χαρακτήρα.
  • Μειωμένη παραγωγή ή μη λειτουργική μορφή της πρωτεΐνης.
  • Συνήθως εκδηλώνεται με θρόμβωση σε νεαρή ηλικία (<40 έτη).

Β. Επίκτητη Ανεπάρκεια

  • Ηπατική νόσος (μειωμένη σύνθεση).
  • Νεφρωσικό σύνδρομο (απώλεια πρωτεϊνών στα ούρα).
  • Κατανάλωση σε διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη (DIC).
  • Μεγάλη χειρουργική επέμβαση, τραύμα, σήψη.
  • Χρόνια θεραπεία με ηπαρίνη (heparin-induced ATIII depletion).

Κίνδυνοι από Χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ

  • Φλεβική θρομβοεμβολή: Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (DVT), πνευμονική εμβολή.
  • Θρομβώσεις σε ασυνήθιστες θέσεις: Ηπατικές φλέβες (σύνδρομο Budd–Chiari), εγκεφαλικές φλέβες.
  • Επιπλοκές στην εγκυμοσύνη: Αποβολές, προεκλαμψία, αποκόλληση πλακούντα.
  • Αντίσταση στην ηπαρίνη: Μειωμένη ανταπόκριση στη θεραπεία με ηπαρίνη.

Συμβουλή: Αν έχετε ιστορικό ανεξήγητης θρόμβωσης σε νεαρή ηλικία, ενημερώστε τον γιατρό σας για έλεγχο Αντιθρομβίνης ΙΙΙ και άλλων παραγόντων θρομβοφιλίας.

Η διάκριση μεταξύ κληρονομικής και επίκτητης ανεπάρκειας είναι κρίσιμη, γιατί επηρεάζει τη στρατηγική πρόληψης και θεραπείας.

4) Εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ (ATIII) στο Αίμα

Σημαντικό: Η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ είναι βασικό μέρος του ελέγχου θρομβοφιλίας. Δεν απαιτεί νηστεία, αλλά καλό είναι να ενημερώνετε για φάρμακα που λαμβάνετε.

Η εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ (ATIII) γίνεται με αιμοληψία και μέτρηση στο πλάσμα του αίματος.
Υπάρχουν δύο τύποι τεστ:

Τύποι Εξέτασης Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

  • Λειτουργική Δραστικότητα (Activity): Μετράει πόσο καλά λειτουργεί η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ στην αναστολή της θρομβίνης και του Factor Xa.
  • Συγκέντρωση (Antigen): Μετράει τα επίπεδα της πρωτεΐνης ανεξαρτήτως λειτουργικότητας.

Συνήθως πρώτα γίνεται η λειτουργική δοκιμή· αν είναι χαμηλή, ακολουθεί η μέτρηση συγκέντρωσης για να διακριθεί αν υπάρχει ποσοτική ή ποιοτική ανεπάρκεια.

ΕξέτασηΣκοπόςΔείγμαΑπαιτεί νηστεία
ATIII ActivityΛειτουργική ικανότητα Αντιθρομβίνης ΙΙΙΑίμα (κιτρικό πλάσμα)Όχι
ATIII AntigenΣυγκέντρωση Αντιθρομβίνης ΙΙΙΑίμα (κιτρικό πλάσμα)Όχι

Πότε συνιστάται

  • Ανεξήγητη θρόμβωση σε νεαρή ηλικία (<50 έτη).
  • Επαναλαμβανόμενες αποβολές ή επιπλοκές εγκυμοσύνης.
  • Αντίσταση στην ηπαρίνη (heparin resistance).
  • Οικογενειακό ιστορικό θρομβοφιλίας.

Συμβουλή: Αν πρόκειται να ξεκινήσετε αντιπηκτική αγωγή, καλό είναι να γίνει πρώτα ο έλεγχος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ώστε να γνωρίζει ο γιατρός σας το πλήρες προφίλ θρομβοφιλίας σας.

Η σωστή ερμηνεία της εξέτασης απαιτεί εξειδικευμένο ιατρό (αιματολόγο) για να εκτιμήσει τον κίνδυνο θρόμβωσης και να καθορίσει την κατάλληλη πρόληψη ή θεραπεία.

5) Θεραπευτική Αντιμετώπιση / Συμπλήρωμα Αντιθρομβίνης

Σημαντικό: Η ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ δεν απαιτεί πάντα μόνιμη αγωγή. Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται ανάλογα με το ιστορικό θρόμβωσης, το είδος της ανεπάρκειας και τις καταστάσεις υψηλού κινδύνου (χειρουργείο, εγκυμοσύνη).

Ο στόχος της θεραπείας είναι να μειωθεί ο κίνδυνος θρόμβωσης και να αντιμετωπιστούν οι οξείες καταστάσεις.
Η στρατηγική περιλαμβάνει:

Α. Γενικές Στρατηγικές

  • Προληπτικά μέτρα: Αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας, διατήρηση φυσιολογικού βάρους, διακοπή καπνίσματος.
  • Αποφυγή φαρμάκων που αυξάνουν τον κίνδυνο: Αντισυλληπτικά χάπια, ορμονική θεραπεία υποκατάστασης (μόνο με ιατρική έγκριση).

Β. Αντιπηκτική Αγωγή

  • Ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH): Συχνά χορηγείται σε περιόδους υψηλού κινδύνου (χειρουργείο, εγκυμοσύνη, μεγάλα ταξίδια).
  • Από του στόματος αντιπηκτικά (βαρφαρίνη, DOACs): Για δευτερογενή πρόληψη μετά από θρόμβωση. Παρακολούθηση INR/δοσολογίας από ιατρό.

Γ. Συμπλήρωμα / Συμπύκνωμα Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

  • Υπάρχει ειδικό ανθρώπινο συμπύκνωμα Αντιθρομβίνης ΙΙΙ που χορηγείται ενδοφλεβίως σε ειδικές περιπτώσεις.
  • Ενδείκνυται σε σοβαρή συγγενή ανεπάρκεια ή όταν χρειάζεται χειρουργείο, τοκετός, ή υπάρχει ανθεκτικότητα στην ηπαρίνη.
  • Η δόση εξατομικεύεται με βάση τα επίπεδα ATIII στο πλάσμα και τον τύπο επέμβασης.

Συμβουλή: Αν γνωρίζετε ότι έχετε χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, ενημερώστε έγκαιρα τον αιματολόγο σας πριν από χειρουργείο, εγκυμοσύνη ή μεγάλα ταξίδια. Μπορεί να σας προταθεί προσωρινή προφυλακτική αγωγή ή χορήγηση συμπυκνώματος.

Η έγκαιρη και σωστή αντιμετώπιση μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών και επιτρέπει ασφαλέστερη κύηση, χειρουργείο και καθημερινότητα.

6) Αντιθρομβίνη ΙΙΙ & Εγκυμοσύνη

Σημαντικό: Η εγκυμοσύνη είναι από μόνη της κατάσταση υπερπηκτικότητας. Οι γυναίκες με χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο θρομβώσεων και μαιευτικών επιπλοκών και χρειάζονται εξατομικευμένη παρακολούθηση.

Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ παίζει βασικό ρόλο στη διατήρηση της ισορροπίας πήξης κατά την κύηση.
Η ανεπάρκειά της μπορεί να οδηγήσει σε:

Πιθανές επιπλοκές

  • Αυξημένος κίνδυνος εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (DVT) κατά την κύηση ή στη λοχεία.
  • Επαναλαμβανόμενες αποβολές ή ενδομήτριος θάνατος εμβρύου.
  • Προεκλαμψία / υπέρταση κύησης.
  • Καθυστέρηση ανάπτυξης εμβρύου (IUGR).
  • Αποκόλληση πλακούντα σε σοβαρές περιπτώσεις.

Παρακολούθηση & Θεραπευτική Προσέγγιση

  • Συνεργασία αιματολόγου και γυναικολόγου για εξατομικευμένο πλάνο.
  • Συχνά συνιστάται προληπτική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH) καθ’ όλη τη διάρκεια της κύησης και για 6 εβδομάδες μετά τον τοκετό.
  • Σε σοβαρή συγγενή ανεπάρκεια μπορεί να χρειαστεί χορήγηση συμπυκνώματος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ σε κρίσιμες φάσεις (π.χ. τοκετός, χειρουργείο).
  • Αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας και χρήση ελαστικών καλτσών συμπίεσης.

Συμβουλή: Αν γνωρίζετε ότι έχετε χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, ενημερώστε έγκαιρα τον γυναικολόγο σας πριν τη σύλληψη ή στις πρώτες εβδομάδες κύησης. Έτσι μπορεί να σχεδιαστεί σωστή προφύλαξη και να μειωθεί ο κίνδυνος επιπλοκών.

Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή προληπτική αγωγή επιτρέπουν στις γυναίκες με ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ να έχουν μια ασφαλή κύηση και τοκετό.

7) Πρόληψη & Συμβουλές Τρόπου Ζωής

Σημαντικό: Η κληρονομική ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ δεν μπορεί να προληφθεί, αλλά μπορείτε να μειώσετε σημαντικά τον κίνδυνο θρόμβωσης με υγιεινές συνήθειες και σωστή ιατρική παρακολούθηση.

Η πρόληψη επικεντρώνεται στη μείωση των επιπρόσθετων παραγόντων κινδύνου που μπορούν να επιδεινώσουν την προδιάθεση για θρόμβωση.

Καθημερινές Συνήθειες

  • Κινηθείτε τακτικά: Αποφύγετε την παρατεταμένη ακινησία. Σηκωθείτε και περπατήστε σε μεγάλα ταξίδια ή δουλειά γραφείου.
  • Διατηρήστε υγιές βάρος: Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο θρομβώσεων.
  • Διακόψτε το κάπνισμα: Σε συνδυασμό με ανεπάρκεια ATIII αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο θρόμβωσης.
  • Ενυδατωθείτε επαρκώς: Ιδιαίτερα σε ταξίδια ή ζεστό καιρό.
  • Άσκηση μέτριας έντασης: Βελτιώνει την κυκλοφορία και μειώνει τον κίνδυνο φλεβικής στάσης.

Σε Καταστάσεις Υψηλού Κινδύνου

  • Ενημερώστε τον γιατρό σας πριν ξεκινήσετε αντισυλληπτικά ή ορμονική θεραπεία.
  • Χρησιμοποιήστε ελαστικές κάλτσες συμπίεσης σε μεγάλες πτήσεις ή μετά από χειρουργείο.
  • Συζητήστε για πιθανή προφυλακτική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH) σε εγκυμοσύνη, μείζον χειρουργείο ή παρατεταμένη ακινησία.

Συμβουλή: Αν έχετε διαγνωστεί με χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, να έχετε μαζί σας κάρτα ή σημείωση με αυτή την πληροφορία, ώστε σε επείγουσα κατάσταση οι γιατροί να γνωρίζουν τον κίνδυνό σας και να σας προφυλάξουν σωστά.

Με σωστή ενημέρωση, πρόληψη και συνεργασία με τον ιατρό σας, μπορείτε να μειώσετε σημαντικά τον κίνδυνο επιπλοκών από την ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ.

8) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ;

Όχι, η εξέταση δεν απαιτεί νηστεία. Ωστόσο είναι σημαντικό να ενημερώνετε το εργαστήριο για τυχόν φάρμακα (ιδίως αντιπηκτικά ή ηπαρίνη) που λαμβάνετε, καθώς μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.

Ποια είναι τα φυσιολογικά επίπεδα Αντιθρομβίνης ΙΙΙ;

Στους περισσότερους ενήλικες τα φυσιολογικά επίπεδα κυμαίνονται περίπου στο 80–120% της δραστικότητας (ανάλογα με τη μέθοδο του εργαστηρίου). Ο αιματολόγος ερμηνεύει τα αποτελέσματα σύμφωνα με την κλινική σας εικόνα.

Τι σημαίνει χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ;

Δείχνει μειωμένη ικανότητα του οργανισμού να αναστέλλει τη θρομβίνη. Μπορεί να είναι κληρονομική ανεπάρκεια ή επίκτητη (ηπατική νόσος, νεφρωσικό σύνδρομο, DIC, θεραπεία με ηπαρίνη). Συζητήστε με τον γιατρό σας για περαιτέρω έλεγχο.

Πότε συνιστάται έλεγχος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ;

Όταν υπάρχει ανεξήγητη θρόμβωση σε νεαρή ηλικία, οικογενειακό ιστορικό θρομβοφιλίας, επαναλαμβανόμενες αποβολές ή υποψία αντίστασης στην ηπαρίνη.

Μπορεί η εγκυμοσύνη να επηρεάσει τα επίπεδα Αντιθρομβίνης ΙΙΙ;

Ναι. Στην εγκυμοσύνη υπάρχει φυσιολογική υπερπηκτικότητα και τα επίπεδα ATIII μπορεί να μειωθούν ελαφρά. Σε γυναίκες με ανεπάρκεια, αυτό αυξάνει τον κίνδυνο θρόμβωσης και επιπλοκών.

Τι είναι η αντίσταση στην ηπαρίνη;

Η ηπαρίνη χρειάζεται την Αντιθρομβίνη ΙΙΙ για να δράσει. Όταν τα επίπεδα ATIII είναι χαμηλά, η ηπαρίνη έχει μικρότερη αποτελεσματικότητα και μπορεί να χρειαστεί συμπλήρωμα ATIII ή αλλαγή θεραπείας.

Πρέπει να παίρνω μόνιμα αντιπηκτικά αν έχω χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ;

Όχι πάντα. Η αντιπηκτική αγωγή συνιστάται μετά από επεισόδιο θρόμβωσης ή σε περιόδους υψηλού κινδύνου. Η απόφαση λαμβάνεται εξατομικευμένα από αιματολόγο.

Μπορώ να μειώσω τον κίνδυνο θρόμβωσης με αλλαγές στον τρόπο ζωής;

Ναι. Η διακοπή καπνίσματος, η τακτική άσκηση, η ενυδάτωση, η διατήρηση φυσιολογικού βάρους και η αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο. Σε περιόδους υψηλού κινδύνου μπορεί να χρειάζεται και προφυλακτική αγωγή.

🩸 Κάντε τώρα τον έλεγχο Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας πραγματοποιούμε αξιόπιστα τον έλεγχο Αντιθρομβίνης ΙΙΙ (ATIII) και πλήρη έλεγχο θρομβοφιλίας.


📅 Κλείστε Ραντεβού


🧪 Δείτε Όλες τις Εξετάσεις

☎️ Τηλέφωνο: +30 22310 66841
🕒 Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή 07:00–13:30


APC-Resistance-1200x800.jpg

1) Τι είναι η Αντίσταση στην Ενεργοποιημένη Πρωτεΐνη C (APC Resistance);

Key Takeaway: Η ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C (APC) είναι φυσικό «φρένο» στην πήξη του αίματος. Όταν υπάρχει αντίσταση, το αίμα έχει αυξημένη τάση να σχηματίζει θρόμβους.

Η αντίσταση στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C είναι η πιο συχνή κληρονομική μορφή θρομβοφιλίας.
Η APC είναι ένα φυσικό αντιπηκτικό ένζυμο που, σε συνεργασία με την πρωτεΐνη S, αδρανοποιεί τους παράγοντες Va και VIIIa του μηχανισμού πήξης.
Όταν υπάρχει «αντίσταση», ο παράγοντας V δεν αδρανοποιείται σωστά· έτσι η διαδικασία πήξης συνεχίζεται ανεξέλεγκτα και αυξάνεται ο κίνδυνος θρόμβωσης.

Το συχνότερο αίτιο είναι η μετάλλαξη Factor V Leiden,
μια αλλαγή σε ένα νουκλεοτίδιο του γονιδίου που οδηγεί σε αντικατάσταση αμινοξέος και καθιστά τον παράγοντα V λιγότερο ευαίσθητο στη δράση της APC.
Υπάρχουν επίσης σπάνιες περιπτώσεις επίκτητης αντίστασης (π.χ. σε εγκυμοσύνη, σε λήψη αντισυλληπτικών, σε αυτοάνοσα).

Παράδειγμα: Μια γυναίκα 32 ετών, χωρίς ιστορικό θρόμβωσης, ανακαλύπτει ότι είναι φορέας Factor V Leiden κατά τον έλεγχο θρομβοφιλίας πριν την εγκυμοσύνη.
Δεν χρειάζεται μόνιμη αγωγή, αλλά ο γιατρός της μπορεί να συστήσει προληπτική αγωγή με ηπαρίνη κατά τη διάρκεια της κύησης.

Η γνώση ότι κάποιος είναι φορέας APC resistance βοηθά στη λήψη μέτρων πρόληψης
(π.χ. αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας, έλεγχος σωματικού βάρους,
αποφυγή συγκεκριμένων φαρμάκων χωρίς ιατρική συμβουλή).

2) Αίτια & Παράγοντες Κινδύνου

Σημαντικό: Η κληρονομική μορφή (Factor V Leiden) είναι η πιο συχνή αιτία. Όμως ο κίνδυνος θρόμβωσης πολλαπλασιάζεται όταν συνυπάρχουν επίκτητοι παράγοντες όπως εγκυμοσύνη, αντισυλληπτικά, ακινησία.

Η αντίσταση στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη. Κάθε κατηγορία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά:

A. Κληρονομικές αιτίες

  • Μετάλλαξη Factor V Leiden: Ευθύνεται για πάνω από το 90 % των περιπτώσεων APC Resistance. Προκαλείται από μία σημειακή μετάλλαξη στο γονίδιο του παράγοντα V που μειώνει την ευαισθησία του στην APC.
  • Άλλες σπάνιες μεταλλάξεις: Μεταλλάξεις στον ίδιο παράγοντα V ή άλλες γενετικές παραλλαγές που μιμούνται το φαινόμενο.
  • Οικογενειακό ιστορικό: Αν υπάρχει συγγενής πρώτου βαθμού με θρόμβωση ή γνωστή μετάλλαξη, αυξάνεται η πιθανότητα να είστε φορέας.

B. Επίκτητοι / Προδιαθεσικοί Παράγοντες

  • Χρήση αντισυλληπτικών χαπιών ή ορμονικής θεραπείας υποκατάστασης.
  • Εγκυμοσύνη – φυσιολογική υπερπηκτικότητα και ορμονικές αλλαγές.
  • Παχυσαρκία και καθιστικός τρόπος ζωής.
  • Παρατεταμένη ακινησία (π.χ. μετά από χειρουργείο, μεγάλα ταξίδια).
  • Συνοδές παθολογικές καταστάσεις όπως καρκίνος, νεφρωσικό σύνδρομο, αυτοάνοσα.

Συμβουλή: Αν έχετε οικογενειακό ιστορικό θρόμβωσης ή γνωστή μετάλλαξη Factor V Leiden, ενημερώστε τον γιατρό σας πριν πάρετε αντισυλληπτικά ή πριν από εγκυμοσύνη. Ένας προληπτικός έλεγχος μπορεί να αποτρέψει επιπλοκές.

3) Συμπτώματα & Κλινική Εικόνα

Γρήγορη Πληροφορία: Οι περισσότεροι φορείς της μετάλλαξης Factor V Leiden δεν παρουσιάζουν καθημερινά συμπτώματα· ωστόσο έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν θρόμβωση σε καταστάσεις υψηλού κινδύνου.

Η αντίσταση στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C δεν προκαλεί από μόνη της εμφανή συμπτώματα.
Εκείνο που αυξάνεται είναι η προδιάθεση για θρόμβους.
Έτσι, η κλινική εικόνα σχετίζεται με τις εκδηλώσεις των θρομβώσεων, οι οποίες μπορεί να είναι:

  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (DVT): Πόνος, οίδημα, ερυθρότητα ή θερμότητα στο κάτω άκρο (συνήθως στο πόδι).
  • Πνευμονική εμβολή: Δύσπνοια, πόνος στο θώρακα, ταχυκαρδία, αιμόπτυση σε βαριές περιπτώσεις.
  • Θρομβώσεις σε ασυνήθιστες θέσεις: (π.χ. εγκεφαλικές φλέβες, ηπατικές φλέβες) ειδικά σε νέους ή χωρίς προφανή αιτία.
  • Επιπλοκές στην εγκυμοσύνη: Επαναλαμβανόμενες αποβολές, καθυστέρηση ανάπτυξης εμβρύου, προεκλαμψία.

Συμβουλή: Αν παρατηρήσετε πόνο, πρήξιμο ή αλλαγή χρώματος σε ένα πόδι, ειδικά μετά από ταξίδι, χειρουργείο ή εγκυμοσύνη, ζητήστε άμεσα ιατρική εκτίμηση. Μια έγκαιρη διάγνωση θρόμβωσης σώζει ζωές.

Η επίγνωση της κατάστασης και η έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας σε ύποπτα συμπτώματα είναι καθοριστική για την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών.

4) Διάγνωση & Εξετάσεις

Σημαντικό: Η διάγνωση της αντίστασης στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C γίνεται με εξειδικευμένες αιματολογικές εξετάσεις. Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας παρέχουμε αξιόπιστη μέτρηση APC Resistance και γενετικό έλεγχο Factor V Leiden.

Ο γιατρός σας μπορεί να ζητήσει έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω ελέγχους,
ανάλογα με το ιστορικό και τους παράγοντες κινδύνου σας:

A. Αιματολογικές Εξετάσεις

  • Λόγος APTT ± APC (Activated Partial Thromboplastin Time): Είναι το βασικό screening test για την αντίσταση στην APC.
    Μετρά τον χρόνο πήξης πριν και μετά την προσθήκη ενεργοποιημένης πρωτεΐνης C στο δείγμα.
  • Functional APC Resistance Assay: Εξειδικευμένο τεστ που δίνει πιο ακριβή εικόνα της ευαισθησίας του παράγοντα V στην APC.
  • Γενετικός έλεγχος για Factor V Leiden (DNA analysis): Επιβεβαιώνει την παρουσία της μετάλλαξης G1691A στο γονίδιο του παράγοντα V.
    Γίνεται από δείγμα αίματος και είναι οριστικό τεστ.
  • Πλήρης έλεγχος θρομβοφιλίας: Περιλαμβάνει πρωτεΐνη C, πρωτεΐνη S, αντιθρομβίνη III, προθρομβίνη G20210A, MTHFR κ.ά.

B. Συμπληρωματικές Εξετάσεις

  • D-Dimers: Αν υπάρχει υποψία οξείας θρόμβωσης, βοηθά στον αποκλεισμό ή στην επιβεβαίωση.
  • Υπερηχογράφημα φλεβών: Για διάγνωση εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης.
  • Απεικονιστικές εξετάσεις: CT/ΜRI αγγειογραφία για πνευμονική εμβολή ή θρόμβωση σε άλλες θέσεις.

ΕξέτασηΣκοπόςΔείγμα
APTT ± APC RatioScreening για APC ResistanceΑίμα (κιτρικό πλάσμα)
Factor V Leiden DNA TestΕπιβεβαίωση μετάλλαξηςΑίμα (EDTA)
Πλήρης Έλεγχος ΘρομβοφιλίαςΕντοπισμός άλλων προδιαθεσικών παραγόντωνΑίμα

Συμβουλή: Για την εξέταση APC Resistance δεν απαιτείται νηστεία, αλλά είναι σημαντικό να ενημερώνετε το εργαστήριο για τυχόν φάρμακα (π.χ. αντιπηκτικά) που λαμβάνετε, γιατί μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.

5) Θεραπευτική Αντιμετώπιση

Σημαντικό: Η ύπαρξη APC Resistance από μόνη της δεν σημαίνει ότι χρειάζεστε μόνιμη αγωγή. Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται ανάλογα με το ιστορικό και τους παράγοντες κινδύνου.

Στα περισσότερα άτομα που είναι ασυμπτωματικοί φορείς της μετάλλαξης Factor V Leiden δεν απαιτείται καμία μακροχρόνια θεραπεία.
Η βασική στρατηγική είναι η πρόληψη: αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας, έλεγχος σωματικού βάρους, προσεκτική χρήση ορμονικών σκευασμάτων.

Αν υπάρχει ιστορικό θρόμβωσης

  • Αντιπηκτική αγωγή (π.χ. βαρφαρίνη ή νεότερα αντιπηκτικά): Για την οξεία θεραπεία και για ορισμένο διάστημα μετά το επεισόδιο.
  • Προφυλακτική αντιπηκτική αγωγή: Σε περιόδους υψηλού κινδύνου (χειρουργείο, εγκυμοσύνη, μεγάλα ταξίδια).
  • Συνδυασμός με άλλες θεραπείες: Π.χ. χρήση ελαστικών καλτσών συμπίεσης για μείωση κινδύνου DVT.

Σε εγκυμοσύνη

  • Συχνά συνιστάται προληπτική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH) σε γυναίκες με APC Resistance και ιστορικό αποβολών ή θρόμβωσης.
  • Τα από του στόματος αντιπηκτικά (βαρφαρίνη, DOACs) γενικά αποφεύγονται στην κύηση.

Συμβουλή: Συζητήστε με τον αιματολόγο σας αν πρέπει να λάβετε προφυλακτική αγωγή πριν από χειρουργείο, μεγάλη πτήση ή εγκυμοσύνη. Ο γιατρός θα αξιολογήσει το ατομικό σας προφίλ κινδύνου και θα σας δώσει εξατομικευμένες οδηγίες.

Στόχος της θεραπευτικής αντιμετώπισης είναι να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος θρόμβωσης και οι επιπλοκές της, χωρίς να επιβαρυνθεί ο ασθενής με περιττή αγωγή.

6) APC Resistance & Εγκυμοσύνη

Σημαντικό: Η εγκυμοσύνη είναι φυσιολογικά κατάσταση υπερπηκτικότητας. Σε γυναίκες με APC Resistance αυτός ο κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος και απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση από αιματολόγο και γυναικολόγο.

Η εγκυμοσύνη από μόνη της αυξάνει τη θρομβογόνο δράση του αίματος.
Σε γυναίκες που είναι φορείς της μετάλλαξης Factor V Leiden ή έχουν αποδεδειγμένη αντίσταση στην APC,
ο κίνδυνος για φλεβοθρομβώσεις και ορισμένες μαιευτικές επιπλοκές είναι μεγαλύτερος.

Πιθανές επιπλοκές

  • Αυξημένος κίνδυνος εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης κατά την κύηση ή στη λοχεία.
  • Επαναλαμβανόμενες αυτόματες αποβολές.
  • Προεκλαμψία / υπέρταση κύησης.
  • Καθυστέρηση ανάπτυξης εμβρύου (IUGR).
  • Αποκόλληση πλακούντα σε σοβαρές περιπτώσεις.

Παρακολούθηση & Θεραπευτική Προσέγγιση

  • Στενή συνεργασία αιματολόγου–γυναικολόγου.
  • Συχνά συνιστάται προληπτική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH) καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και για κάποιες εβδομάδες μετά τον τοκετό, ειδικά αν υπάρχει ιστορικό θρόμβωσης ή αποβολών.
  • Τα από του στόματος αντιπηκτικά γενικά αποφεύγονται στην κύηση.
  • Χρήση ελαστικών καλτσών συμπίεσης κατά τη διάρκεια ταξιδιών ή παρατεταμένης ορθοστασίας.

Συμβουλή: Αν είστε έγκυος ή σχεδιάζετε εγκυμοσύνη και γνωρίζετε ότι έχετε APC Resistance, ενημερώστε εγκαίρως τον γιατρό σας. Ο έλεγχος και η προληπτική αγωγή μειώνουν δραστικά τον κίνδυνο επιπλοκών.

Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή προφύλαξη στις εγκύους με APC Resistance σώζουν ζωές και εξασφαλίζουν καλύτερη έκβαση για τη μητέρα και το έμβρυο.

7) Πρόληψη & Συμβουλές Τρόπου Ζωής

Σημαντικό: Αν και η γενετική προδιάθεση δεν αλλάζει, μπορείτε να μειώσετε σημαντικά τον κίνδυνο θρόμβωσης υιοθετώντας έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής και ακολουθώντας τις οδηγίες του γιατρού σας.

Η πρόληψη επικεντρώνεται στη μείωση των παραγόντων κινδύνου που μπορούν να επιδεινώσουν την προδιάθεση για θρόμβωση.

Καθημερινές συνήθειες

  • Κινηθείτε τακτικά: Αποφύγετε την παρατεταμένη ακινησία. Κάντε διαλείμματα για περπάτημα σε ταξίδια ή δουλειά γραφείου.
  • Διατηρήστε υγιές βάρος: Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο θρομβώσεων.
  • Αποφύγετε το κάπνισμα: Σε συνδυασμό με APC Resistance και αντισυλληπτικά αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο.
  • Ενυδατωθείτε επαρκώς: Ιδιαίτερα σε ταξίδια ή ζεστό καιρό.

Σε καταστάσεις υψηλού κινδύνου

  • Ενημερώστε τον γιατρό σας πριν πάρετε αντισυλληπτικά ή ορμονική θεραπεία.
  • Χρησιμοποιήστε ελαστικές κάλτσες συμπίεσης σε μεγάλες πτήσεις ή χειρουργεία.
  • Συζητήστε με τον αιματολόγο σας για το ενδεχόμενο προφυλακτικής αντιπηκτικής αγωγής σε ειδικές καταστάσεις (εγκυμοσύνη, μείζον χειρουργείο).

Συμβουλή: Ένας απλός τρόπος να μειώσετε τον κίνδυνο θρόμβωσης σε πολύωρη πτήση είναι να σηκώνεστε και να περπατάτε κάθε 1-2 ώρες, να πίνετε νερό και να αποφεύγετε το αλκοόλ.

Η ενημέρωση και η σωστή πρόληψη είναι το κλειδί για να παραμείνετε ασφαλείς εάν έχετε APC Resistance.

8) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση APC Resistance;

Όχι, η εξέταση δεν απαιτεί νηστεία. Ωστόσο, είναι σημαντικό να ενημερώνετε το εργαστήριο για τυχόν φάρμακα (ιδίως αντιπηκτικά) που λαμβάνετε, καθώς μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.

Πώς γίνεται ο γενετικός έλεγχος για Factor V Leiden;

Με απλή αιμοληψία και ανάλυση DNA στο εργαστήριο. Το αποτέλεσμα είναι οριστικό και δείχνει αν είστε φορέας της μετάλλαξης.

Αν είμαι φορέας APC Resistance, χρειάζομαι μόνιμη αντιπηκτική αγωγή;

Συνήθως όχι. Η αντιπηκτική αγωγή χορηγείται μόνο σε περιόδους υψηλού κινδύνου (π.χ. χειρουργείο, εγκυμοσύνη, μεγάλη πτήση) ή μετά από επεισόδιο θρόμβωσης.

Μπορώ να πάρω αντισυλληπτικά αν έχω APC Resistance;

Η λήψη αντισυλληπτικών αυξάνει τον κίνδυνο θρόμβωσης. Αν έχετε APC Resistance, ενημερώστε τον γυναικολόγο σας· μπορεί να προταθούν εναλλακτικές μέθοδοι αντισύλληψης.

Ποιες άλλες εξετάσεις μπορεί να χρειαστώ;

Ο αιματολόγος σας μπορεί να προτείνει πλήρη έλεγχο θρομβοφιλίας (πρωτεΐνη C, πρωτεΐνη S, αντιθρομβίνη III, προθρομβίνη G20210A, MTHFR, D-Dimers) για να διαπιστωθούν τυχόν άλλοι παράγοντες κινδύνου.

Τι να προσέχω σε ταξίδια ή παρατεταμένη ακινησία;

Κινηθείτε κάθε 1–2 ώρες, πίνετε νερό, φορέστε ελαστικές κάλτσες αν σας το προτείνει ο γιατρός σας, και ενημερωθείτε αν χρειάζεστε προφυλακτική αγωγή.

Τι γίνεται στην εγκυμοσύνη αν έχω APC Resistance;

Ο γιατρός σας μπορεί να προτείνει προληπτική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους καθ’ όλη την κύηση και για κάποιες εβδομάδες μετά τον τοκετό, ειδικά αν υπάρχει ιστορικό θρόμβωσης ή αποβολών.

Μπορώ να προλάβω τη θρόμβωση μόνο με αλλαγές στον τρόπο ζωής;

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής (κινητικότητα, απώλεια βάρους, διακοπή καπνίσματος) μειώνουν τον κίνδυνο, αλλά σε περιόδους υψηλού κινδύνου μπορεί να χρειάζεται και προληπτική αγωγή. Συζητήστε το με τον γιατρό σας.

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας εκτελούμε αξιόπιστα την εξέταση APC Resistance και γενετικό έλεγχο Factor V Leiden.

📅 Κλείστε Ραντεβού
📄 Δείτε τον Κατάλογο Εξετάσεων

📞 +30-22310-66841 | 🕐 Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

9) Βιβλιογραφία

Σημαντικό: Οι παρακάτω πηγές είναι αξιόπιστες επιστημονικές και ιατρικές αναφορές για το APC Resistance και το Factor V Leiden. Απευθύνονται σε επαγγελματίες υγείας και σε ασθενείς που θέλουν να ενημερωθούν σε βάθος.

  • American Society of Hematology. Venous Thromboembolism & Thrombophilia.
  • Ridker PM, et al. Factor V Leiden and activated protein C resistance. New England Journal of Medicine (NEJM). doi:10.1056/NEJM199406163302401.
  • Rosendaal FR, et al. Venous thrombosis: a multicausal disease. J Thromb Haemost.
  • Σύλλογος Αιματολόγων Ελλάδος – Θρομβοφιλία. EHAweb.org (ενότητα για θρομβοφιλία).
  • Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία. Οδηγίες για τον έλεγχο θρομβοφιλίας και τις προληπτικές στρατηγικές. eae.gr.
  • Coppens M, et al. Management of carriers of factor V Leiden or prothrombin G20210A mutations. Br J Haematol.
  • Greer IA. Thrombophilia: implications for pregnancy outcome. Thromb Res.

Συμβουλή: Για περισσότερες πληροφορίες και πρόσβαση σε ελληνικές οδηγίες μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της Μικροβιολογικού Εργαστηρίου Λαμίας.


Πρωτεινη-C.jpg

1) Τι είναι η Πρωτεΐνη C;

Η Πρωτεΐνη C είναι μια βιταμίνης Κ–εξαρτώμενη γλυκοπρωτεΐνη που παράγεται στο ήπαρ και κυκλοφορεί στο αίμα σε ανενεργή μορφή.
Ενεργοποιείται από το σύμπλεγμα θρομβίνης–θρομβομοντουλίνης και μετατρέπεται σε Ενεργοποιημένη Πρωτεΐνη C (APC),
η οποία αναστέλλει τους παράγοντες Vα και VIIIα της πήξης, προστατεύοντας έτσι τον οργανισμό από υπερβολικό σχηματισμό θρόμβων.

Αποτελεί βασικό «φυσικό αντιπηκτικό» μαζί με την Πρωτεΐνη S και την Αντιθρομβίνη ΙΙΙ.
Η εξέταση της Πρωτεΐνης C χρησιμοποιείται για τη διερεύνηση θρομβοφιλίας, ανεξήγητων θρομβώσεων
ή οικογενειακού ιστορικού σχετικών διαταραχών. Υπάρχουν δύο τύποι μέτρησης:

  • Δραστικότητα (Functional Protein C): ελέγχει αν η Πρωτεΐνη C λειτουργεί σωστά.
  • Συγκέντρωση (Antigenic Protein C): μετράει πόση Πρωτεΐνη C υπάρχει στο πλάσμα.

📊 Φυσιολογικές Τιμές Πρωτεΐνης C

Ηλικία / ΚατάστασηΔραστικότητα (%)Σχόλιο
Νεογνά20–50%Φυσιολογικά χαμηλότερα επίπεδα
Παιδιά & Ενήλικες70–140%Τυπικό εύρος αναφοράς
ΕγκυμοσύνηΣυχνά λίγο χαμηλότερες τιμέςΑξιολόγηση με προσοχή από γιατρό

ℹ️ Οι φυσιολογικές τιμές μπορεί να διαφέρουν ανά εργαστήριο. Συμβουλευθείτε τον γιατρό σας για ερμηνεία.

Η γνώση των επιπέδων της Πρωτεΐνης C είναι ιδιαίτερα σημαντική για προληπτικό έλεγχο,
ειδικά σε ασθενείς με ιστορικό θρομβώσεων, γυναίκες που πρόκειται να λάβουν ορμονικά αντισυλληπτικά,
αλλά και σε οικογένειες με κληρονομικές διαταραχές πήξης.

2) Ρόλος στον οργανισμό & σημασία

Η Πρωτεΐνη C αποτελεί κεντρικό φυσικό αντιπηκτικό του ανθρώπινου οργανισμού.
Ενεργοποιείται από το σύμπλεγμα θρομβίνης–θρομβομοντουλίνης και, μαζί με την Πρωτεΐνη S, αδρανοποιεί τους παράγοντες Vα και VIIIα,
περιορίζοντας έτσι την υπερβολική δημιουργία θρόμβων. Με τον τρόπο αυτόν διατηρείται η ισορροπία ανάμεσα στην πήξη και την αντιπήξη,
ώστε να σταματούν οι αιμορραγίες χωρίς να σχηματίζονται επικίνδυνοι θρόμβοι.

Ο ρόλος της είναι ζωτικός όχι μόνο για την αποφυγή εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης (DVT) και πνευμονικής εμβολής,
αλλά και για την πρόληψη μικροθρομβώσεων σε όργανα (νεφρά, εγκέφαλος, πλακούντας). Σε σοβαρή ανεπάρκεια, όπως στο νεογνικό
purpura fulminans
, οι θρόμβοι εμφανίζονται εκτεταμένα αμέσως μετά τη γέννηση.

Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι ανεπάρκειας Πρωτεΐνης C:

  • Τύπος Ι (ποσοτική ανεπάρκεια): Χαμηλή συγκέντρωση και δραστικότητα της Πρωτεΐνης C.
  • Τύπος ΙΙ (ποιοτική ανεπάρκεια): Φυσιολογική συγκέντρωση αλλά μειωμένη δραστικότητα λόγω δυσλειτουργικού μορίου.

Συχνότερες κληρονομικές μεταλλάξεις στο γονίδιο PROC ευθύνονται για οικογενειακές μορφές ανεπάρκειας Πρωτεΐνης C.
Ο έλεγχος συνιστάται όταν υπάρχει:

  • Ιστορικό επαναλαμβανόμενων φλεβικών θρομβώσεων σε νεαρή ηλικία.
  • Οικογενειακό ιστορικό ανεπάρκειας Πρωτεΐνης C ή Πρωτεΐνης S.
  • Υποτροπιάζουσες αποβολές στην κύηση ή επιπλοκές όπως προεκλαμψία/ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης.
  • Προγραμματισμένη λήψη ορμονικής αντισύλληψης ή θεραπείας υποκατάστασης.

Επιπλέον, η Πρωτεΐνη C έχει αντιφλεγμονώδεις και κυτταροπροστατευτικές ιδιότητες,
οι οποίες διερευνώνται σε καταστάσεις όπως η σήψη και το σύνδρομο πολυοργανικής ανεπάρκειας.

Η σωστή αξιολόγηση της Πρωτεΐνης C μαζί με άλλους δείκτες πήξης επιτρέπει εξατομικευμένη πρόληψη και θεραπεία,
μειώνοντας τον κίνδυνο θρομβωτικών επεισοδίων και βελτιώνοντας την υγεία του ασθενούς.

3) Γιατί ζητείται η εξέταση Πρωτεΐνης C;

Η μέτρηση της Πρωτεΐνης C είναι βασικό εργαλείο στη διερεύνηση θρομβοφιλίας και άλλων
διαταραχών πήξης. Δεν πρόκειται για τεστ ρουτίνας, αλλά γίνεται στοχευμένα όταν υπάρχει κλινική υποψία ή ιδιαίτερος κίνδυνος.

Σύμφωνα με διεθνείς και ελληνικές κατευθυντήριες οδηγίες, ο έλεγχος Πρωτεΐνης C συνιστάται στις εξής περιπτώσεις:

  • Ανεξήγητη ή πρώιμη φλεβική θρόμβωση (π.χ. εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση – DVT, πνευμονική εμβολή) σε άτομα κάτω των 50 ετών.
  • Επαναλαμβανόμενα επεισόδια θρόμβωσης σε οποιαδήποτε ηλικία.
  • Οικογενειακό ιστορικό ανεπάρκειας Πρωτεΐνης C, Πρωτεΐνης S ή Αντιθρομβίνης ΙΙΙ.
  • Υποτροπιάζουσες αποβολές ή επιπλοκές κύησης (π.χ. προεκλαμψία, ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης) που συνδέονται με θρομβοφιλία.
  • Προγραμματισμένη ορμονική αντισύλληψη ή θεραπεία υποκατάστασης ορμονών, ειδικά σε γυναίκες με ιστορικό θρόμβωσης.
  • Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας σε χρόνιες ηπατοπάθειες, καθώς το ήπαρ παράγει την Πρωτεΐνη C.
  • Σήψη ή σοβαρές λοιμώξεις, όπου η κατανάλωση Πρωτεΐνης C μπορεί να οδηγήσει σε συνδυασμένη πήξη–αιμορραγία.

Η εξέταση συνήθως γίνεται με αιμοληψία από φλέβα. Η μέτρηση μπορεί να είναι ποσοτική (δραστικότητα/συγκέντρωση)
ή να συνδυάζεται με άλλους δείκτες όπως Πρωτεΐνη S, Αντιθρομβίνη ΙΙΙ και D-Dimers για πλήρη εκτίμηση του κινδύνου.

Ο σωστός χρόνος δειγματοληψίας είναι σημαντικός: οι τιμές αλλοιώνονται κατά την οξεία φάση θρόμβωσης ή υπό αγωγή με
αντιπηκτικά. Γι’ αυτό ο γιατρός συχνά προγραμματίζει το τεστ με συγκεκριμένα κριτήρια, π.χ. 2–3 εβδομάδες
μετά το τέλος της θεραπείας ή όταν ο ασθενής είναι κλινικά σταθερός.

4) Προετοιμασία πριν την εξέταση

Η εξέταση Πρωτεΐνης C είναι απλή αιμοληψία, αλλά η σωστή προετοιμασία αυξάνει την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων.
Δεν απαιτείται πάντα νηστεία, όμως υπάρχουν συγκεκριμένες συστάσεις που καλό είναι να ακολουθήσετε.

  • Φάρμακα: Ενημερώστε τον μικροβιολόγο για όλα τα φάρμακα που παίρνετε. Αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη/κουμαρινικά,
    ορμονικά αντισυλληπτικά, κορτικοστεροειδή και αντιβιοτικά μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα. Συχνά η εξέταση προγραμματίζεται
    μετά τη διακοπή ή αλλαγή της αγωγής κατόπιν ιατρικής οδηγίας.
  • Χρονισμός: Αποφύγετε να κάνετε το τεστ σε οξεία φάση θρόμβωσης, σήψης ή άμεσα μετά από χειρουργείο.
    Οι τιμές μπορεί να είναι ψευδώς χαμηλές. Ιδανικά γίνεται 2–3 εβδομάδες μετά την αποδρομή του συμβάματος ή την διακοπή αντιπηκτικών.
  • Διατροφή: Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία, αλλά είναι καλό να αποφύγετε βαριά γεύματα, αλκοόλ και υπερβολική βιταμίνη Κ
    την προηγούμενη μέρα για σταθερότερες τιμές.
  • Άσκηση & στρες: Μην κάνετε έντονη γυμναστική και προσπαθήστε να είστε ήρεμοι πριν την αιμοληψία,
    καθώς το έντονο στρες μπορεί να επηρεάσει δείκτες πήξης.
  • Ειδικές καταστάσεις: Ενημερώστε το εργαστήριο εάν είστε έγκυος, σε λοχεία ή έχετε χρόνια ηπατική νόσο,
    ώστε να γίνει σωστή εκτίμηση και αν χρειαστεί αναβολή ή ειδική μέτρηση.

Η τήρηση αυτών των οδηγιών βοηθά στη μείωση ψευδώς παθολογικών αποτελεσμάτων και διευκολύνει την
σωστή ερμηνεία από τον γιατρό σας.

5) Ερμηνεία αποτελεσμάτων

Η ερμηνεία της εξέτασης Πρωτεΐνης C γίνεται πάντα από γιατρό, σε συνδυασμό με το ιστορικό σας,
τα φάρμακα που λαμβάνετε και άλλες εξετάσεις πήξης (π.χ. Πρωτεΐνη S, Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, D-Dimers).

Τα αποτελέσματα δίνονται συνήθως σε % δραστικότητας ή μονάδες/ml, ανάλογα με τη μέθοδο του εργαστηρίου.
Τα φυσιολογικά επίπεδα στους ενήλικες κυμαίνονται συνήθως από 70–140% δραστικότητας.

ΕύρημαΠιθανή ΕρμηνείαΠαραδείγματα/Σχόλια
Φυσιολογικά επίπεδαΚανονική αντιπηκτική λειτουργίαΔεν υπάρχει ένδειξη για συγγενή ή επίκτητη ανεπάρκεια
Χαμηλά επίπεδαΑνεπάρκεια Πρωτεΐνης C (κληρονομική ή επίκτητη)– Κληρονομικές μεταλλάξεις (PROC gene)
– Ηπατική νόσος, σήψη, κατανάλωση κατά DIC
– Λήψη κουμαρινικών αντιπηκτικών
– Νεογνικό purpura fulminans (σε σοβαρή ανεπάρκεια)
Υψηλά επίπεδαΣπάνιο εύρημα – συνήθως δεν έχει κλινική σημασία– Οξεία φάση ή εργαστηριακές διακυμάνσεις
– Αυξημένη λήψη βιταμίνης Κ
– Σε ορισμένες φλεγμονώδεις καταστάσεις

Αν βρεθεί ανεπάρκεια Πρωτεΐνης C, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει επιβεβαιωτική μέτρηση σε σταθερή κατάσταση,
γενετικό έλεγχο (PROC gene) ή συνδυασμό με άλλες εξετάσεις θρομβοφιλίας. Η διάγνωση είναι σημαντική για την επιλογή
της κατάλληλης προληπτικής ή θεραπευτικής αγωγής.

6) Παράγοντες που επηρεάζουν τα επίπεδα

Τα επίπεδα της Πρωτεΐνης C μπορούν να μεταβληθούν από διάφορους παράγοντες υγείας,
φάρμακα και φυσιολογικές καταστάσεις. Η γνώση αυτών των παραγόντων είναι απαραίτητη για την ορθή ερμηνεία του αποτελέσματος.

  • Φαρμακευτική αγωγή: Αντιπηκτικά κουμαρινικού τύπου (βαρφαρίνη), ορμονικά αντισυλληπτικά,
    κορτικοστεροειδή και ορισμένα αντιβιοτικά μειώνουν τη δραστικότητα της Πρωτεΐνης C.
  • Ηπατική νόσος: Το ήπαρ παράγει την Πρωτεΐνη C. Σε κίρρωση, ηπατίτιδα ή άλλη ηπατική ανεπάρκεια τα επίπεδα πέφτουν.
  • Οξεία φάση/Σήψη: Σε σοβαρές λοιμώξεις ή σηπτικό σοκ η Πρωτεΐνη C καταναλώνεται, οδηγώντας σε χαμηλές τιμές (π.χ. DIC).
  • Εγκυμοσύνη: Φυσιολογικά παρατηρούνται ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα. Απαιτείται προσεκτική εκτίμηση από γιατρό.
  • Ηλικία: Στα νεογνά οι τιμές είναι φυσιολογικά χαμηλότερες (20–50%) και αυξάνονται προοδευτικά ως την ενήλικη ζωή.
  • Μεγάλη απώλεια αίματος ή χειρουργείο: Μπορεί να μειώσει προσωρινά τα επίπεδα λόγω κατανάλωσης και αραίωσης.
  • Αυξημένη ή μειωμένη πρόσληψη βιταμίνης Κ: Η Πρωτεΐνη C είναι βιταμίνης Κ–εξαρτώμενη.
    Πολύ πλούσιες ή πολύ φτωχές δίαιτες σε βιταμίνη Κ μπορούν να μεταβάλουν τις τιμές.
  • Φλεγμονώδεις καταστάσεις / ορμονικές θεραπείες: Μπορεί να προκαλέσουν εργαστηριακές διακυμάνσεις.

Ενημερώνετε πάντα τον μικροβιολόγο για την κατάστασή σας και τα φάρμακα που λαμβάνετε, ώστε να προγραμματίζεται η εξέταση
σε κατάλληλη χρονική στιγμή και να αποφεύγονται ψευδώς παθολογικές τιμές.

7) Σχέση με άλλες εξετάσεις (π.χ. Πρωτεΐνη S, D-Dimers)

Η Πρωτεΐνη C δεν αξιολογείται μεμονωμένα. Ο συνδυασμένος έλεγχος με Πρωτεΐνη S,
Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, D-Dimers και έλεγχο για παράγοντα V Leiden ή
μετάλλαξη προθρομβίνης G20210A δίνει ολοκληρωμένη εικόνα της θρομβοφιλίας.
Ειδικά σε ασθενείς με ιστορικό θρόμβωσης ή οικογενειακή προδιάθεση, ο έλεγχος πρέπει να είναι πλήρης ώστε να καθοδηγεί την πρόληψη.

Πρωτεΐνη S: Συν-παράγοντας της Πρωτεΐνης C. Η έλλειψή της επιδεινώνει τον κίνδυνο θρόμβωσης.
Αντιθρομβίνη ΙΙΙ: Αναστέλλει τη θρομβίνη και άλλους παράγοντες πήξης. Η έλλειψη αυξάνει τον κίνδυνο DVT/PE.
D-Dimers: Προϊόν αποδόμησης ινώδους. Αύξηση σημαίνει ενεργή ινωδόλυση/θρόμβωση.
Γενετικός έλεγχος: Παράγοντας V Leiden, μετάλλαξη προθρομβίνης, MTHFR κ.ά. για πλήρη χαρτογράφηση θρομβοφιλίας.

ΕξέτασηΡόλοςΠαθολογικά Ευρήματα – Τι δείχνουνΠότε ζητείται μαζί με Πρωτεΐνη C
Πρωτεΐνη CΑδρανοποίηση παραγόντων Vα και VIIIα – φυσικό αντιπηκτικόΧαμηλή → αυξημένος κίνδυνος φλεβικής θρόμβωσηςΠρώιμη ή ανεξήγητη θρόμβωση, οικογενειακό ιστορικό
Πρωτεΐνη SΣυν-παράγοντας Πρωτεΐνης CΈλλειψη → επιτείνει τον κίνδυνο θρόμβωσηςΤαυτόχρονη διερεύνηση κληρονομικής θρομβοφιλίας
Αντιθρομβίνη ΙΙΙΑναστέλλει τη θρομβίνη & παράγοντες IXa, XaΈλλειψη → υψηλός κίνδυνος DVT/PEΣοβαρή ή επαναλαμβανόμενη θρόμβωση σε νεαρή ηλικία
D-DimersΔείκτης ενεργής ινωδόλυσηςΑύξηση → ενεργός/πρόσφατη θρόμβωση ή DICΥποψία οξείας θρόμβωσης, παρακολούθηση θεραπείας
Γενετικός έλεγχος (Factor V Leiden, Prothrombin G20210A)Εντοπισμός κληρονομικών μεταλλάξεων που αυξάνουν τον κίνδυνο πήξηςΦορέας → αυξημένος κίνδυνος φλεβικής θρόμβωσηςΣυνολικός έλεγχος θρομβοφιλίας, ειδικά πριν από εγκυμοσύνη ή αντισύλληψη

Ο συνδυασμός αυτών των εξετάσεων επιτρέπει στον γιατρό να διακρίνει αν πρόκειται για κληρονομική ή επίκτητη θρομβοφιλία,
να καθορίσει την ανάγκη για προφυλακτική αγωγή και να σχεδιάσει εξατομικευμένη παρακολούθηση, ειδικά σε ευπαθείς ομάδες όπως
έγκυες γυναίκες ή ασθενείς με χρόνιες νόσους.

8) FAQ – Συχνές Ερωτήσεις

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση Πρωτεΐνης C;

Όχι απαραίτητα. Η Πρωτεΐνη C δεν απαιτεί αυστηρή νηστεία. Ωστόσο, καλό είναι να έχετε αποφύγει βαριά γεύματα και αλκοόλ
τις προηγούμενες ώρες, ώστε να εξασφαλιστεί σταθερή κατάσταση του οργανισμού.

Μπορεί η εγκυμοσύνη να επηρεάσει τα επίπεδα;

Ναι. Στην εγκυμοσύνη παρατηρούνται φυσιολογικά χαμηλότερα επίπεδα Πρωτεΐνης C. Η εκτίμηση γίνεται με προσοχή
και συχνά συνδυάζεται με άλλες εξετάσεις θρομβοφιλίας για προληπτικούς λόγους.

Ποιες καταστάσεις μπορούν να μειώσουν την Πρωτεΐνη C;

Ηπατική ανεπάρκεια, οξεία σήψη, χρήση κουμαρινικών αντιπηκτικών, συγγενής ανεπάρκεια, μεγάλα χειρουργεία ή απώλεια αίματος
μπορούν να προκαλέσουν χαμηλές τιμές.

Τι σημαίνει αν έχω χαμηλή Πρωτεΐνη C;

Αυξημένος κίνδυνος για θρομβώσεις. Ο γιατρός θα εκτιμήσει αν πρόκειται για συγγενή ή επίκτητη ανεπάρκεια και
πιθανόν να ζητήσει πρόσθετες εξετάσεις ή προληπτική αγωγή.

Επηρεάζουν τα φάρμακα τα αποτελέσματα;

Ναι. Αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη), κορτικοστεροειδή, ορμονικά αντισυλληπτικά και ορισμένα αντιβιοτικά
μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα. Ενημερώστε πάντα τον μικροβιολόγο σας.

Πόσο διαρκεί η εξέταση και πότε παίρνω αποτελέσματα;

Η αιμοληψία διαρκεί λίγα λεπτά. Τα αποτελέσματα είναι συνήθως διαθέσιμα την ίδια ή την επόμενη εργάσιμη ημέρα,
ανάλογα με το εργαστήριο.

Χρειάζεται να επαναλάβω την εξέταση;

Συχνά ναι. Ειδικά αν η αρχική μέτρηση έγινε σε οξεία νόσο, εγκυμοσύνη ή υπό αγωγή με αντιπηκτικά,
συνιστάται επανάληψη σε σταθερότερη κατάσταση για ακριβέστερη εκτίμηση.

Μπορεί η διατροφή να επηρεάσει τα επίπεδα Πρωτεΐνης C;

Έμμεσα, ναι. Η Πρωτεΐνη C είναι βιταμινο-Κ εξαρτώμενη. Δίαιτες πολύ φτωχές ή πολύ πλούσιες σε βιταμίνη Κ
μπορεί να επηρεάσουν ελαφρά τα επίπεδα. Συζητήστε το με τον γιατρό σας πριν κάνετε μεγάλες αλλαγές.

9) Βιβλιογραφία / Πηγές

Οι παραπάνω πηγές επιλέχθηκαν ώστε να παρέχουν έγκυρη και ενημερωμένη πληροφόρηση τόσο για επαγγελματίες υγείας όσο και για ασθενείς.

🧪 Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας πραγματοποιούμε αξιόπιστα την εξέταση Πρωτεΐνης C
και όλες τις σχετικές εξετάσεις πήξης ✔️

☎️ Τηλέφωνο: +30 22310 66841
🕒 Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή 07:00–13:30


Το Εργαστήριό μας

Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.

Social Networks

Facebook
Twitter

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

22310 66841
6972 860905
Έσλιν 19, Λαμία 35100
©2025 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

©2023 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

Μικροβιολογικό Λαμία
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.