APC Resistance: Εξέταση Αίματος, Factor V Leiden, Θρομβοφιλία & Εγκυμοσύνη
Σύντομη περίληψη:
Η αντίσταση στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C, γνωστή και ως APC Resistance, είναι μία από τις σημαντικότερες εργαστηριακές ενδείξεις κληρονομικής θρομβοφιλίας και συνδέεται συχνότερα με τη μετάλλαξη Factor V Leiden.
Η εξέταση δεν δείχνει ότι υπάρχει οπωσδήποτε ενεργή θρόμβωση. Δείχνει κυρίως αν ο μηχανισμός φυσικής αντιπηκτικής προστασίας λειτουργεί σωστά και αν υπάρχει αυξημένη προδιάθεση για φλεβικές θρομβώσεις, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν παράγοντες όπως εγκυμοσύνη, αντισυλληπτικά, χειρουργείο, ακινησία ή οικογενειακό ιστορικό.
Η σωστή ερμηνεία γίνεται μαζί με το ιστορικό, τις υπόλοιπες εξετάσεις θρομβοφιλίας και την κλινική εικόνα. Δεν πρέπει να οδηγεί αυτόματα σε μόνιμη αντιπηκτική αγωγή χωρίς αξιολόγηση από θεράποντα ιατρό ή αιματολόγο.
1Τι είναι η APC Resistance
Η APC Resistance είναι η μειωμένη ανταπόκριση του αίματος στη δράση της ενεργοποιημένης πρωτεΐνης C. Με πιο απλά λόγια, η ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C λειτουργεί φυσιολογικά σαν ένα από τα «φρένα» της πήξης. Όταν αυτό το φρένο δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, η πήξη μπορεί να παραμένει πιο ενεργή από όσο χρειάζεται και να αυξάνεται η προδιάθεση για σχηματισμό θρόμβων.
Η APC Resistance δεν είναι ίδια έννοια με την ενεργή θρόμβωση. Ένα άτομο μπορεί να έχει παθολογικό αποτέλεσμα στην εξέταση και να μην έχει πάθει ποτέ θρόμβωση. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για να αποφευχθεί η υπερδιάγνωση και ο περιττός φόβος. Η εξέταση δείχνει προδιάθεση, όχι απαραίτητα νόσο σε εξέλιξη.
Στην καθημερινή ιατρική πράξη, η αντίσταση στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C συνδέεται κυρίως με τη μετάλλαξη Factor V Leiden. Η μετάλλαξη αυτή αλλάζει τη δομή του παράγοντα V, ώστε να μην αδρανοποιείται εύκολα από την ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο μηχανισμός της πήξης δεν περιορίζεται όσο γρήγορα θα έπρεπε.
Η κατάσταση αφορά κυρίως τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης, όπως εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση στα κάτω άκρα ή πνευμονική εμβολή. Δεν σημαίνει τυπικά ότι κάποιος έχει αυξημένο κίνδυνο για κάθε είδους θρόμβωση με τον ίδιο τρόπο. Για παράδειγμα, η σχέση με αρτηριακά επεισόδια, όπως έμφραγμα ή αγγειακό εγκεφαλικό, είναι πολύ πιο σύνθετη και δεν ερμηνεύεται όπως η φλεβική θρομβοεμβολική νόσος.
Τι να θυμάστε:
Η APC Resistance είναι εργαστηριακό εύρημα που δείχνει μειωμένη φυσική αντιπηκτική απάντηση. Δεν σημαίνει από μόνη της ότι υπάρχει θρόμβος, ούτε σημαίνει αυτόματα ότι χρειάζεται μόνιμη αγωγή.
Για τον ασθενή, το πρακτικό ερώτημα δεν είναι μόνο «έχω APC Resistance;». Το σημαντικότερο είναι: έχει αυτό σημασία για το δικό μου ιστορικό; Η απάντηση εξαρτάται από το αν υπάρχει προηγούμενη θρόμβωση, οικογενειακό ιστορικό, εγκυμοσύνη, χρήση οιστρογόνων, προγραμματισμένο χειρουργείο ή άλλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο.
Για μια ολοκληρωμένη εικόνα της προδιάθεσης για θρόμβωση, η APC Resistance συχνά αξιολογείται μαζί με τον συνολικό έλεγχο θρομβοφιλίας και όχι απομονωμένα. Αυτό βοηθά να διακριθεί αν υπάρχει μόνο ένας ή περισσότεροι παράγοντες που επηρεάζουν την πήξη.
2Πώς λειτουργεί η Πρωτεΐνη C στην πήξη
Η πήξη του αίματος είναι ένας προστατευτικός μηχανισμός. Όταν τραυματιστεί ένα αγγείο, ο οργανισμός πρέπει να σταματήσει την αιμορραγία. Για να το πετύχει, ενεργοποιεί μια αλυσίδα πρωτεϊνών που ονομάζονται παράγοντες πήξης. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ο σχηματισμός ινώδους, που σταθεροποιεί τον θρόμβο.
Όμως η πήξη πρέπει να ενεργοποιείται μόνο όσο χρειάζεται. Αν συνεχιστεί ανεξέλεγκτα, μπορεί να σχηματιστεί θρόμβος μέσα σε φλέβα ή αγγείο χωρίς να υπάρχει τραυματισμός. Για αυτό ο οργανισμός διαθέτει φυσικά αντιπηκτικά συστήματα. Ένα από τα σημαντικότερα είναι το σύστημα Πρωτεΐνη C – Πρωτεΐνη S.
Η Πρωτεΐνη C παράγεται κυρίως στο ήπαρ και κυκλοφορεί στο αίμα σε ανενεργή μορφή. Όταν ενεργοποιηθεί, συνεργάζεται με την Πρωτεΐνη S και αδρανοποιεί κυρίως τους παράγοντες Va και VIIIa. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζει την παραγωγή θρομβίνης και μειώνει την υπερβολική πήξη.
Στην APC Resistance, το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα ότι η Πρωτεΐνη C είναι χαμηλή. Το πρόβλημα είναι ότι ο παράγοντας V αντιστέκεται στη δράση της. Δηλαδή η Πρωτεΐνη C μπορεί να υπάρχει, αλλά το σύστημα δεν ανταποκρίνεται φυσιολογικά. Αυτός είναι ο λόγος που η APC Resistance είναι διαφορετική από την ανεπάρκεια Πρωτεΐνης C.
Κλινικό σημείο:
Χαμηλή Πρωτεΐνη C και APC Resistance δεν είναι το ίδιο εύρημα. Η πρώτη αφορά μειωμένη ποσότητα ή λειτουργικότητα της Πρωτεΐνης C, ενώ η δεύτερη αφορά μειωμένη ανταπόκριση του παράγοντα V στην ενεργοποιημένη Πρωτεΐνη C.
Αυτό έχει σημασία στην επιλογή των εξετάσεων. Ένας ασθενής με θρόμβωση σε νεαρή ηλικία μπορεί να χρειαστεί έλεγχο για APC Resistance, Πρωτεΐνη C, Πρωτεΐνη S, Αντιθρομβίνη, προθρομβίνη G20210A και αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα, ανάλογα με την κλινική ένδειξη. Αν ελεγχθεί μόνο μία παράμετρος, μπορεί να χαθεί η πλήρης εικόνα.
Η ερμηνεία χρειάζεται επίσης προσοχή επειδή ορισμένες εξετάσεις φυσικών αντιπηκτικών επηρεάζονται από οξεία θρόμβωση, κύηση, ηπατική νόσο, φλεγμονή και αντιπηκτικά φάρμακα. Για αυτό πολλές φορές ο γιατρός επιλέγει τον κατάλληλο χρόνο ελέγχου, ώστε το αποτέλεσμα να είναι αξιόπιστο και χρήσιμο.
3Factor V Leiden και κληρονομική θρομβοφιλία
Ο Factor V Leiden είναι η πιο γνωστή γενετική αιτία APC Resistance. Πρόκειται για μετάλλαξη στο γονίδιο του παράγοντα V της πήξης. Η κλασική μετάλλαξη περιγράφεται ως G1691A και οδηγεί στην αντικατάσταση ενός αμινοξέος στη θέση 506 του παράγοντα V. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο παράγοντας V γίνεται πιο ανθεκτικός στην αδρανοποίηση από την ενεργοποιημένη Πρωτεΐνη C.
Ο παράγοντας V είναι φυσιολογικά απαραίτητος για την παραγωγή θρομβίνης και τον σχηματισμό θρόμβου. Η μετάλλαξη Leiden δεν σημαίνει ότι ο παράγοντας V λείπει. Αντίθετα, σημαίνει ότι παραμένει ενεργός περισσότερο από όσο θα έπρεπε. Έτσι, σε καταστάσεις όπου η πήξη ήδη ενεργοποιείται, ο κίνδυνος φλεβικής θρόμβωσης μπορεί να αυξηθεί.
Υπάρχουν δύο βασικές καταστάσεις φορείας: ετεροζυγωτία και ομοζυγωτία. Στην ετεροζυγωτία, το άτομο έχει ένα φυσιολογικό και ένα μεταλλαγμένο αντίγραφο του γονιδίου. Στην ομοζυγωτία, έχει δύο μεταλλαγμένα αντίγραφα. Η ομοζυγωτία είναι πιο σπάνια αλλά συνδέεται με υψηλότερο θρομβωτικό κίνδυνο.
Πολλοί ετεροζυγώτες φορείς δεν εμφανίζουν ποτέ θρόμβωση σε όλη τους τη ζωή. Αυτό είναι ένα κρίσιμο μήνυμα για τους ασθενείς. Το θετικό αποτέλεσμα δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως διάγνωση βέβαιης μελλοντικής θρόμβωσης. Πρέπει να τοποθετείται μέσα στο συνολικό προφίλ κινδύνου.


