Gravis-1200x800.jpg

1) Τι είναι η Μυασθένεια Gravis;

Η Μυασθένεια Gravis (MG) είναι μια χρόνια, αυτοάνοση νευρομυϊκή νόσος. Το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που επιτίθενται στους υποδοχείς της
ακετυλοχολίνης (AChR) ή σε άλλες πρωτεΐνες της νευρομυϊκής σύναψης (π.χ. MuSK). Αυτό έχει ως συνέπεια να διακόπτεται η φυσιολογική επικοινωνία μεταξύ
νεύρων και μυών, προκαλώντας προοδευτική αδυναμία η οποία συνήθως βελτιώνεται με την ανάπαυση αλλά επιδεινώνεται με την κόπωση.

Η MG δεν είναι μεταδοτική και δεν ανήκει στις κλασικές κληρονομικές νόσους. Μπορεί όμως να συνυπάρχει με άλλα αυτοάνοσα νοσήματα
(π.χ. θυρεοειδίτιδα Hashimoto, ρευματοειδή αρθρίτιδα). Η επίπτωση είναι περίπου 14–20 περιπτώσεις ανά 100.000 πληθυσμού.
Συχνότερα εμφανίζεται σε γυναίκες ηλικίας 20–40 ετών και σε άνδρες άνω των 50 ετών, αλλά μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε ηλικία.

ℹ️ Γρήγορα Στοιχεία για τη Μυασθένεια Gravis

  • Κατηγορία: Αυτοάνοσο νευρομυϊκό νόσημα.
  • Σύμπτωμα-κλειδί: Μυϊκή αδυναμία που βελτιώνεται με ξεκούραση.
  • Πιθανές επιπλοκές: Μυασθενική κρίση (σοβαρή αδυναμία αναπνευστικών μυών).
  • Διάγνωση: Κλινική εξέταση, αντισώματα AChR/MuSK, ηλεκτρομυογράφημα.
  • Θεραπεία: Αντιχολινεστερασικά, ανοσοκατασταλτικά, IVIG, θυμεκτομή.
  • Πρόγνωση: Με σωστή αγωγή, οι ασθενείς ζουν φυσιολογικά.

Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η επίσκεψη σε ειδικό νευρολόγο ή μικροβιολόγο για τις απαραίτητες εξετάσεις
μπορούν να κάνουν τη διαφορά στη διάγνωση και την πορεία της νόσου.
Κλείστε ραντεβού στο εργαστήριό μας
ή δείτε τον κατάλογο εξετάσεων για τις διαθέσιμες εξετάσεις αντισωμάτων (AChR, MuSK).

2) Αίτια & Παράγοντες Κινδύνου

Η Μυασθένεια Gravis είναι κυρίως αυτοάνοση πάθηση. Το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που μπλοκάρουν
ή καταστρέφουν τους υποδοχείς της ακετυλοχολίνης (AChR) στη νευρομυϊκή σύναψη, ή άλλες πρωτεΐνες όπως την MuSK.
Το αποτέλεσμα είναι να μην περνά σωστά το νευρικό ερέθισμα στους μύες και να εμφανίζεται μυϊκή αδυναμία.

Ο θύμος αδένας έχει κομβικό ρόλο: υπερπλασία ή θυμώματα παρατηρούνται σε μεγάλο ποσοστό ασθενών.
Επιπλέον, παράγοντες όπως η εγκυμοσύνη, οι ορμονικές αλλαγές, οι λοιμώξεις ή συγκεκριμένα φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της νόσου.

⚠️ Παράγοντες που σχετίζονται με τη Μυασθένεια Gravis

  • Αντισώματα κατά των υποδοχέων ακετυλοχολίνης (AChR): Η πιο συχνή αιτία.
  • Αντισώματα κατά MuSK ή LRP4: Λιγότερο συχνά, αλλά σημαντικά σε ορισμένους ασθενείς.
  • Διαταραχές του θύμου αδένα: Υπερπλασία ή θυμώματα.
  • Φύλο & ηλικία: Συχνότερη σε γυναίκες 20–40 ετών, σε άνδρες συχνότερα μετά τα 50.
  • Ορμονικές μεταβολές: Εγκυμοσύνη, εμμηνόπαυση.
  • Στρες, λοιμώξεις, συγκεκριμένα φάρμακα: Μπορούν να επιδεινώσουν τα συμπτώματα.
  • Συνύπαρξη άλλων αυτοάνοσων: π.χ. θυρεοειδίτιδα Hashimoto, ΣΕΛ.

Αν και δεν είναι κληρονομική νόσος, φαίνεται ότι υπάρχει γενετική προδιάθεση στην αυτοανοσία.
Η γνώση των παραγόντων κινδύνου βοηθά τον ασθενή και τον γιατρό να προσαρμόσουν έγκαιρα τον τρόπο ζωής και την αγωγή,
μειώνοντας τις εξάρσεις και βελτιώνοντας την καθημερινότητα.

Για εργαστηριακό έλεγχο αντισωμάτων ή αξιολόγηση του θύμου πριν από θεραπεία,
κλείστε ραντεβού στο εργαστήριό μας
ή δείτε τον κατάλογο εξετάσεων.

3) Συμπτώματα & Εκδηλώσεις

Η Μυασθένεια Gravis χαρακτηρίζεται από μυϊκή αδυναμία που επιδεινώνεται με την κόπωση και βελτιώνεται με την ανάπαυση.
Η βαρύτητα και η εντόπιση των συμπτωμάτων ποικίλλει από άτομο σε άτομο. Σε κάποιους περιορίζεται στους οφθαλμούς («οφθαλμική μυασθένεια»), ενώ σε άλλους επεκτείνεται σε περισσότερες μυϊκές ομάδες («γενικευμένη μυασθένεια»).

Τα συμπτώματα συνήθως ξεκινούν ύπουλα και μπορεί να χειροτερεύουν το απόγευμα ή μετά από σωματική/φωνητική καταπόνηση.
Η γνώση τους βοηθά στην έγκαιρη αναγνώριση και θεραπεία.

📝 Συχνότερα Συμπτώματα

  • Μάτια: Πτώση βλεφάρων (πτωτική βλεφαρόπτωση), διπλωπία, κόπωση ματιών.
  • Ομιλία & Κατάποση: Δυσκολία στην ομιλία, κόπωση στη φωνή, δυσκαταποσία, αλλαγή τόνου.
  • Πρόσωπο: Μειωμένη έκφραση, αδυναμία σύσπασης χαμόγελου.
  • Άκρα: Αδυναμία στα χέρια ή στα πόδια, δυσκολία στο ανέβασμα σκάλας ή στο κράτημα αντικειμένων.
  • Αναπνοή: Δύσπνοια σε προσπάθεια· σε σοβαρές περιπτώσεις κίνδυνος μυασθενικής κρίσης.
  • Γενικά: Συμπτώματα που βελτιώνονται με την ανάπαυση και επιδεινώνονται το βράδυ.

Εκτός από τα παραπάνω, μπορεί να υπάρχουν διακυμάνσεις στην ένταση της αδυναμίας από μέρα σε μέρα.
Ορισμένα φάρμακα, λοιμώξεις, άγχος και εγκυμοσύνη μπορούν να επιδεινώσουν τα συμπτώματα.

Αν παρουσιάζετε τέτοια συμπτώματα, συζητήστε το με τον γιατρό σας για να κάνετε τις κατάλληλες εξετάσεις (αντισώματα AChR, MuSK) και έλεγχο αναπνευστικής λειτουργίας.
Κλείστε ραντεβού στο εργαστήριό μας
ή δείτε τον κατάλογο εξετάσεων για λεπτομέρειες.

4) Διάγνωση

Η έγκαιρη και σωστή διάγνωση είναι καθοριστική για την επιτυχή αντιμετώπιση της Μυασθένειας Gravis.
Ο ιατρός συνδυάζει την κλινική εικόνα, τις ειδικές εξετάσεις αίματος και τις απεικονιστικές μεθόδους για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση,
να αξιολογήσει τη σοβαρότητα και να σχεδιάσει την κατάλληλη θεραπεία.

Στην καθημερινή πράξη χρησιμοποιείται ένας συνδυασμός εργαστηριακών και λειτουργικών εξετάσεων:

🔬 Εργαστηριακές & άλλες εξετάσεις

  • Αντισώματα στο αίμα:
    • Αντισώματα κατά AChR (ο πιο συχνός δείκτης).
    • Αντισώματα κατά MuSK (ιδιαίτερα σε ορισμένους ασθενείς).
    • Αντισώματα κατά LRP4 (νεότερη εξέταση).
  • Ηλεκτρομυογράφημα (EMG): Ελέγχει την ηλεκτρική δραστηριότητα των μυών και τη μετάδοση ερεθίσματος.
  • Ice Pack Test ή Tensilon Test: Δοκιμές για αξιολόγηση της νευρομυϊκής σύναψης (πιο παλιά χρησιμοποιούνταν η ενδοφλέβια δοκιμή εδροφωνίου).
  • Απεικόνιση θώρακα (CT/MRI): Έλεγχος του θύμου για υπερπλασία ή θυμώματα.
  • Έλεγχος αναπνευστικής λειτουργίας: Σπιρομέτρηση, FVC για αξιολόγηση αναπνευστικών μυών.
  • Γενικές εξετάσεις αίματος:
    • Γενική αίματος, βιοχημικός έλεγχος για συνοδά νοσήματα.
    • Έλεγχος θυρεοειδικών αντισωμάτων/TSH για συνυπάρχουσες αυτοάνοσες διαταραχές.
    • Έλεγχος ηπατικής/νεφρικής λειτουργίας πριν την έναρξη ανοσοκατασταλτικών.

Ο συνδυασμός αυτών των εξετάσεων επιτρέπει στον ιατρό να επιβεβαιώσει τη διάγνωση,
να διακρίνει μεταξύ οφθαλμικής και γενικευμένης μορφής, να αποκλείσει άλλες νευρολογικές παθήσεις
και να καθορίσει την κατάλληλη θεραπευτική στρατηγική.

Αν παρουσιάζετε συμπτώματα που μοιάζουν με μυασθένεια, συζητήστε το με τον γιατρό σας για να κάνετε τις κατάλληλες εξετάσεις.
Κλείστε ραντεβού στο εργαστήριό μας
ή δείτε τον κατάλογο εξετάσεων για τις διαθέσιμες εξετάσεις αντισωμάτων και προεγχειρητικό έλεγχο.

5) Θεραπευτικές Προσεγγίσεις

Η Μυασθένεια Gravis δεν έχει μέχρι σήμερα οριστική ίαση, αλλά υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές που μειώνουν τα συμπτώματα, παρατείνουν τις περιόδους ύφεσης και βελτιώνουν σημαντικά την ποιότητα ζωής.

💊 Κύριες θεραπευτικές επιλογές

  • Αντιχολινεστερασικά φάρμακα (π.χ. πυριδοστιγμίνη) – Ανακουφίζουν τα συμπτώματα αυξάνοντας τη διαθεσιμότητα ακετυλοχολίνης.
  • Κορτικοστεροειδή (π.χ. πρεδνιζολόνη) – Μειώνουν τη δράση του ανοσοποιητικού.
  • Ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (π.χ. αζαθειοπρίνη, μυκοφαινολάτη) – Χρησιμοποιούνται για μακροχρόνια έλεγχο.
  • Θεραπεία με IVIG ή πλασμαφαίρεση – Ταχεία βελτίωση σε κρίσεις ή πριν από χειρουργείο.
  • Θυμεκτομή (χειρουργική αφαίρεση του θύμου) – Ενδείκνυται σε θυμώματα ή υπερπλασία.
  • Νεότερες θεραπείες (π.χ. μονοκλωνικά αντισώματα όπως εκουλιζουμάμπη) – για ανθεκτικές περιπτώσεις.

Ο συνδυασμός των θεραπειών καθορίζεται εξατομικευμένα από τον ιατρό, ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου, την ηλικία, τις συνυπάρχουσες παθήσεις και τυχόν αντενδείξεις.

Η τακτική παρακολούθηση, η καλή επικοινωνία με τον νευρολόγο και η συμμόρφωση στην αγωγή είναι βασικά για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος.
Κλείστε ραντεβού στο εργαστήριό μας για σχετικές εξετάσεις και καθοδήγηση.

6) Φάρμακα & Ανοσοθεραπεία

Τα φάρμακα αποτελούν τη βάση για τον έλεγχο της Μυασθένειας Gravis. Χορηγούνται ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και την ανταπόκριση του κάθε ασθενούς.
Ο στόχος είναι να ελαττωθούν τα συμπτώματα και να μειωθεί η ανοσολογική δραστηριότητα που προκαλεί τη μυϊκή αδυναμία.

💉 Κύριες κατηγορίες φαρμάκων

  • Αντιχολινεστερασικά (π.χ. πυριδοστιγμίνη): τα πιο συχνά φάρμακα για γρήγορη βελτίωση των συμπτωμάτων.
  • Κορτικοστεροειδή (π.χ. πρεδνιζολόνη): καταστέλλουν το ανοσοποιητικό για καλύτερο έλεγχο της νόσου.
  • Ανοσοκατασταλτικά (π.χ. αζαθειοπρίνη, μυκοφαινολάτη, κυκλοσπορίνη): μειώνουν σταδιακά την παραγωγή παθολογικών αντισωμάτων.
  • Ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG) ή πλασμαφαίρεση: χρησιμοποιούνται σε κρίσεις ή πριν από χειρουργικές επεμβάσεις για ταχεία βελτίωση.
  • Μονοκλωνικά αντισώματα (π.χ. εκουλιζουμάμπη, ριτουξιμάμπη): νεότερες θεραπείες για ανθεκτικές περιπτώσεις.

Η επιλογή του φαρμάκου και η δοσολογία καθορίζεται από τον νευρολόγο, ενώ συχνά χρειάζεται συνδυασμός φαρμάκων για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
Σε περιόδους έξαρσης, μπορεί να απαιτηθούν εντατικότερες θεραπείες (π.χ. IVIG ή πλασμαφαίρεση).

Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνουν τον γιατρό για όλα τα φάρμακα που λαμβάνουν, καθώς ορισμένα (π.χ. κάποια αντιβιοτικά, αναισθητικά, β-αναστολείς) μπορούν να επιδεινώσουν τη μυασθένεια.
Για εξετάσεις αντισωμάτων (AChR, MuSK) ή για έλεγχο πριν την έναρξη νέας θεραπείας, μπορείτε να
κλείσετε ραντεβού στο εργαστήριό μας.

7) Χειρουργική Αντιμετώπιση (Θυμεκτομή)

Ο θύμος αδένας φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Μυασθένειας Gravis, ειδικά στις περιπτώσεις με αντισώματα κατά του AChR.
Για τον λόγο αυτό, η χειρουργική αφαίρεση του θύμου (θυμεκτομή) αποτελεί θεραπευτική επιλογή σε αρκετούς ασθενείς.

🔧 Πότε συστήνεται θυμεκτομή

  • Σε ασθενείς με θυμώματα (καλοήθη όγκοι του θύμου).
  • Σε νέους ασθενείς με αντισώματα κατά AChR ακόμη και χωρίς θυμώματα.
  • Όταν η φαρμακευτική αγωγή δεν επαρκεί για έλεγχο των συμπτωμάτων.
  • Όταν υπάρχει υπερπλασία θύμου που επηρεάζει την πορεία της νόσου.

Η θυμεκτομή γίνεται σε εξειδικευμένα κέντρα, με ανοιχτή ή ελάχιστα επεμβατική χειρουργική (βιντεοθωρακοσκοπική ή ρομποτική).
Οι μελέτες έχουν δείξει ότι μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερο έλεγχο της νόσου και μείωση των αναγκών για φάρμακα.

Η απόφαση για θυμεκτομή λαμβάνεται εξατομικευμένα από τον νευρολόγο και τον θωρακοχειρουργό, μετά από πλήρη έλεγχο.
Δείτε τον κατάλογο εξετάσεων του εργαστηρίου μας για τις προεγχειρητικές ή παρακολούθησης εξετάσεις που μπορεί να χρειαστείτε.

8) Ζωή με Μυασθένεια Gravis & Συμβουλές

Με τη σωστή θεραπεία και καθοδήγηση, οι περισσότεροι ασθενείς με Μυασθένεια Gravis μπορούν να έχουν ενεργή και ποιοτική ζωή.
Η καθημερινή διαχείριση και οι μικρές αλλαγές στον τρόπο ζωής βοηθούν στη μείωση των εξάρσεων και στη διατήρηση της λειτουργικότητας.

💡 Χρήσιμες συμβουλές για την καθημερινότητα

  • Ξεκούραση: Προγραμματίστε διαλείμματα και ξεκούραση μέσα στην ημέρα.
  • Διατροφή: Υιοθετήστε ισορροπημένη διατροφή· μικρά και συχνά γεύματα αν έχετε δυσκαταποσία.
  • Αποφυγή παραγόντων επιδείνωσης: Στρες, υπερβολική ζέστη, κάπνισμα.
  • Ενημέρωση ιατρών: Πείτε σε κάθε γιατρό ότι έχετε μυασθένεια πριν σας χορηγήσει νέο φάρμακο.
  • Άσκηση: Ήπια, τακτική άσκηση αν επιτρέπεται από τον γιατρό· αποφυγή υπερκόπωσης.
  • Εμβολιασμοί & λοιμώξεις: Συζητήστε με τον γιατρό σας για τα κατάλληλα εμβόλια και προφυλάξεις.

Είναι σημαντικό να μην διακόπτετε τη φαρμακευτική αγωγή χωρίς ιατρική καθοδήγηση και να ενημερώνετε τον γιατρό σας για κάθε αλλαγή στα συμπτώματα.

Για εξετάσεις αντισωμάτων, παρακολούθηση θεραπείας ή άλλες εργαστηριακές ανάγκες, μπορείτε να
κλείσετε ραντεβού στο εργαστήριό μας ή να
δείτε τον κατάλογο εξετάσεων.

9) Μυασθένεια Gravis & Εγκυμοσύνη

Οι περισσότερες γυναίκες με Μυασθένεια Gravis μπορούν να κυοφορήσουν και να γεννήσουν με ασφάλεια,
αρκεί να υπάρχει στενή συνεργασία ανάμεσα στον νευρολόγο, τον γυναικολόγο και την ομάδα μαιευτηρίου.
Η σωστή παρακολούθηση μειώνει τον κίνδυνο εξάρσεων και διασφαλίζει την καλύτερη δυνατή έκβαση για τη μητέρα και το μωρό.

🤰 Τι πρέπει να γνωρίζετε

  • Προγραμματισμός κύησης: Συζητήστε με τον γιατρό σας πριν μείνετε έγκυος για τυχόν αλλαγές στην αγωγή.
  • Φάρμακα: Ορισμένα ανοσοκατασταλτικά ή κορτικοστεροειδή χρειάζονται προσαρμογή ή αντικατάσταση κατά την εγκυμοσύνη.
  • Εξάρσεις: Η νόσος μπορεί να βελτιωθεί ή να χειροτερέψει· απαιτείται στενή παρακολούθηση.
  • Τοκετός: Οι περισσότερες γυναίκες γεννούν φυσιολογικά, αλλά η αναισθησία και τα φάρμακα πρέπει να επιλεγούν προσεκτικά.
  • Νεογνό: Μικρό ποσοστό βρεφών μπορεί να παρουσιάσει παροδική νεογνική μυασθένεια, που συνήθως υποχωρεί.
  • Θηλασμός: Συζητήστε με τον γιατρό σας ποια φάρμακα είναι ασφαλή στον θηλασμό.

Με σωστή προετοιμασία, παρακολούθηση και επικοινωνία με την ιατρική σας ομάδα, η εγκυμοσύνη μπορεί να εξελιχθεί ομαλά και χωρίς σοβαρά προβλήματα.

Για εξετάσεις αντισωμάτων, παρακολούθηση κατά την κύηση ή προγεννητικό έλεγχο, μπορείτε να
κλείσετε ραντεβού στο εργαστήριό μας ή να
δείτε τον κατάλογο εξετάσεων.

10) FAQ – Συχνές Ερωτήσεις

❓ Είναι η Μυασθένεια Gravis κληρονομική;

Όχι. Η μυασθένεια είναι αυτοάνοση πάθηση και δεν μεταδίδεται γενετικά όπως άλλες κληρονομικές ασθένειες.
Ωστόσο, υπάρχει μια μικρή προδιάθεση σε οικογένειες με άλλα αυτοάνοσα νοσήματα.

❓ Μπορώ να ζήσω φυσιολογικά με Μυασθένεια Gravis;

Ναι. Με σωστή θεραπεία και παρακολούθηση, οι περισσότεροι ασθενείς έχουν φυσιολογική καθημερινότητα, εργάζονται, ταξιδεύουν και έχουν οικογένεια.
Απαιτείται μόνο προσαρμογή στον τρόπο ζωής (ξεκούραση, αποφυγή στρες, προσοχή στα φάρμακα).

❓ Ποια φάρμακα πρέπει να αποφεύγω;

Ορισμένα φάρμακα μπορεί να επιδεινώσουν τα συμπτώματα, όπως:

  • Μερικά αντιβιοτικά (αμινογλυκοσίδες, φθοριοκινολόνες).
  • Β-αναστολείς και αντιαρρυθμικά.
  • Ορισμένα αναισθητικά.

Πάντα ενημερώνετε τον ιατρό σας πριν λάβετε νέο φάρμακο.

❓ Τι είναι η μυασθενική κρίση;

Η μυασθενική κρίση είναι επείγουσα κατάσταση με σοβαρή αδυναμία των αναπνευστικών μυών, που μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστική ανεπάρκεια.
Χρειάζεται άμεση νοσηλεία, υποστήριξη αναπνοής και εντατική θεραπεία (IVIG ή πλασμαφαίρεση).

❓ Επηρεάζει η εγκυμοσύνη την πορεία της νόσου;

Η εγκυμοσύνη μπορεί να προκαλέσει βελτίωση ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Οι περισσότερες γυναίκες έχουν ασφαλή κύηση με σωστή παρακολούθηση.
Ένα μικρό ποσοστό νεογνών εμφανίζει παροδική μυασθένεια, που συνήθως υποχωρεί μέσα σε λίγες εβδομάδες.

❓ Μπορώ να εμβολιαστώ αν έχω Μυασθένεια Gravis;

Οι περισσότεροι εμβολιασμοί μπορούν να γίνουν με ασφάλεια, αλλά πάντα σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό,
ειδικά εάν λαμβάνετε ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Ορισμένα εμβόλια ζώντων ιών μπορεί να αντενδείκνυνται.

❓ Υπάρχει ειδική διατροφή για τη Μυασθένεια Gravis;

Δεν υπάρχει «θεραπευτική» δίαιτα, αλλά μια ισορροπημένη διατροφή βοηθά στη γενική υγεία και την ενέργεια.
Συνιστώνται μικρά και συχνά γεύματα, ειδικά αν υπάρχει δυσκαταποσία. Αποφύγετε αλκοόλ και υπερβολική καφεΐνη.

❓ Είναι η Μυασθένεια Gravis θανατηφόρα;

Όχι στις περισσότερες περιπτώσεις. Με την πρόοδο της ιατρικής, οι ασθενείς έχουν φυσιολογικό προσδόκιμο ζωής.
Ο κίνδυνος αφορά κυρίως σοβαρές μυασθενικές κρίσεις που απαιτούν έγκαιρη ιατρική παρέμβαση.

11) Βιβλιογραφία

📞 Εξετάσεις για Μυασθένεια Gravis στο εργαστήριό μας

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας – Παντελής Αναγνωστόπουλος διενεργούμε αξιόπιστες εξετάσεις αντισωμάτων (AChR, MuSK) και άλλες σχετικές εξετάσεις για τη διάγνωση και παρακολούθηση της Μυασθένειας Gravis.

Τηλ.: +30-22310-66841  |  Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


Πρωτεινη-S.jpg

1) Τι είναι η Πρωτεΐνη S;

Η Πρωτεΐνη S είναι μια βιταμίνη Κ–εξαρτώμενη γλυκοπρωτεΐνη που συντίθεται κυρίως στο ήπαρ και δρα ως φυσικός αντιπηκτικός παράγοντας στο πλάσμα. Ανήκει στο σύστημα πρωτεΐνης C–πρωτεΐνης S, το οποίο ρυθμίζει την πήξη του αίματος.

Σε φυσιολογικές συνθήκες η Πρωτεΐνη S δρα ως συμπαράγοντας της ενεργοποιημένης Πρωτεΐνης C, ενισχύοντας την ικανότητά της να αδρανοποιεί τους παράγοντες πήξης Va και VIIIa. Με αυτό τον τρόπο εμποδίζει την υπερβολική δημιουργία θρόμβων και διατηρεί την ισορροπία πήξης–αντιπήξης.

  • Μορφές: Κυκλοφορεί ως ελεύθερη (ενεργή) και συγδεδεμένη με C4b-binding protein (ανενεργή). Μόνο η ελεύθερη μορφή είναι λειτουργικά ενεργή.
  • Παραγωγή: Ήπαρ, ενδοθήλιο. Εξαρτάται από την παρουσία βιταμίνης Κ για τη σύνθεση.
  • Λειτουργία: Συμπαράγοντας ενεργοποιημένης Πρωτεΐνης C· αναστολή παραγόντων Va και VIIIa· αντιθρομβωτική δράση.
  • Έλλειψη: Κληρονομική ή επίκτητη (ηπατική νόσος, ανεπάρκεια βιταμίνης Κ, αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη, εγκυμοσύνη) – αυξάνει τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης.

Η εξέταση Πρωτεΐνης S μετρά είτε τη συγκέντρωση είτε τη δραστικότητα της πρωτεΐνης στο αίμα και βοηθά στον εντοπισμό ανεπάρκειας, ιδίως σε άτομα με ανεξήγητες ή υποτροπιάζουσες φλεβικές θρομβώσεις ή οικογενειακό ιστορικό θρομβοφιλίας.

2) Γιατί ζητείται / Πότε χρειάζεται η εξέταση Πρωτεΐνης S;

Η μέτρηση της Πρωτεΐνης S αποτελεί βασικό εργαλείο για τη διάγνωση θρομβοφιλίας και την εκτίμηση του κινδύνου φλεβικής θρομβοεμβολής. Ζητείται στοχευμένα από τον/την ιατρό σε περιπτώσεις όπου υπάρχει υποψία ή επιβεβαίωση αυξημένης τάσης για θρόμβωση.

  • Ανεξήγητες θρομβώσεις: Σε ασθενείς που εμφανίζουν φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή ή θρόμβωση ασυνήθιστων φλεβικών θέσεων χωρίς προφανή αιτία, ιδιαίτερα σε νεαρή ηλικία.
  • Οικογενειακό ιστορικό: Όταν υπάρχει ιστορικό θρομβώσεων σε συγγενείς, η εξέταση βοηθά στον εντοπισμό κληρονομικής ανεπάρκειας Πρωτεΐνης S.
  • Υποτροπιάζουσες αποβολές/επιπλοκές κύησης: Χρησιμοποιείται για διερεύνηση θρομβοφιλίας σε γυναίκες με καθ’ έξιν αποβολές, προεκλαμψία, ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης ή αποκόλληση πλακούντα.
  • Πριν από αντισυλληπτική αγωγή ή ορμονική θεραπεία: Για εκτίμηση κινδύνου θρόμβωσης πριν τη χορήγηση αντισυλληπτικών ή ορμονών σε γυναίκες με ιστορικό θρομβώσεων.
  • Μετά από θρομβωτικό επεισόδιο: Για να τεκμηριωθεί η αιτία και να καθοδηγηθεί η διάρκεια/είδος της αντιπηκτικής αγωγής.
  • Σε συνδυασμό με Πρωτεΐνη C και Αντιθρομβίνη ΙΙΙ: Ως μέρος του πλήρους προφίλ θρομβοφιλίας για ολοκληρωμένη αξιολόγηση φυσικών αντιπηκτικών παραγόντων.
  • Κατάσταση οξείας νόσου ή εγκυμοσύνης: Η Πρωτεΐνη S μειώνεται φυσιολογικά στην κύηση ή σε φλεγμονώδεις καταστάσεις· ο γιατρός μπορεί να ζητήσει επανάληψη μετά την οξεία φάση για ακριβή διάγνωση.

Η έγκαιρη μέτρηση της Πρωτεΐνης S βοηθά στον εντοπισμό κληρονομικής ή επίκτητης ανεπάρκειας, στην πρόληψη θρομβωτικών επεισοδίων και στον καθορισμό της κατάλληλης αντιπηκτικής ή προληπτικής αγωγής.

3) Προετοιμασία πριν την εξέταση Πρωτεΐνης S

Η εξέταση Πρωτεΐνης S γίνεται σε δείγμα πλάσματος αίματος που λαμβάνεται από φλέβα. Η σωστή προετοιμασία είναι σημαντική ώστε τα αποτελέσματα να είναι αξιόπιστα και να αντανακλούν την πραγματική λειτουργία του συστήματος πήξης.

  • Νηστεία: Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία, αλλά συνιστάται να αποφύγετε βαριά γεύματα, καφεΐνη και αλκοόλ τις προηγούμενες 8–12 ώρες.
  • Φάρμακα: Η λήψη αντιπηκτικών (βαρφαρίνη, ηπαρίνη), αντισυλληπτικών, ορμονών, βιταμίνης Κ επηρεάζει τα επίπεδα. Συμβουλευτείτε τον/την γιατρό σας αν χρειάζεται διακοπή ή αλλαγή πριν την εξέταση. Ιδανικά η μέτρηση γίνεται 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή αντιπηκτικών (όπου είναι ασφαλές).
  • Οξεία φάση νόσου: Λοιμώξεις, φλεγμονές, χειρουργεία, εγκυμοσύνη μειώνουν παροδικά την ελεύθερη Πρωτεΐνη S. Αν είναι δυνατόν, προγραμματίστε την εξέταση όταν έχετε αναρρώσει.
  • Εγκυμοσύνη: Η Πρωτεΐνη S μειώνεται φυσιολογικά κατά την κύηση. Ενημερώστε το εργαστήριο για την κατάστασή σας· ο γιατρός θα ερμηνεύσει με βάση ειδικές τιμές αναφοράς.
  • Συνδυασμός εξετάσεων: Η μέτρηση Πρωτεΐνης S γίνεται συνήθως μαζί με Πρωτεΐνη C, Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα και γενετικούς δείκτες θρομβοφιλίας. Ζητήστε να ληφθούν τα δείγματα ταυτόχρονα για να αποφύγετε πολλαπλές αιμοληψίες.
  • Γενικές οδηγίες: Ξεκουραστείτε πριν την αιμοληψία, αποφύγετε έντονη σωματική άσκηση και στρες για πιο σταθερό δείγμα.

Με την κατάλληλη προετοιμασία η εξέταση Πρωτεΐνης S θα δώσει αξιόπιστο αποτέλεσμα, διευκολύνοντας τη διάγνωση και την πρόληψη θρομβωτικών επιπλοκών.

4) Ερμηνεία αποτελεσμάτων Πρωτεΐνης S

Η Πρωτεΐνη S μετράται είτε ως συγκέντρωση (ολική και ελεύθερη) είτε ως δραστικότητα στο πλάσμα. Η ερμηνεία γίνεται πάντα σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα, το ιστορικό και άλλες εξετάσεις θρομβοφιλίας.

Φυσιολογικά επίπεδα (ενδεικτικά):

  • Ελεύθερη Πρωτεΐνη S: 60–150% δραστικότητα (ανάλογα με το εργαστήριο).
  • Ολική Πρωτεΐνη S: 70–150% συγκέντρωση.
  • Σε εγκυμοσύνη και παιδιά οι φυσιολογικές τιμές διαφέρουν.

Χαμηλή Πρωτεΐνη S:

  • Κληρονομική ανεπάρκεια: Τύπος Ι (χαμηλή συγκέντρωση και δραστικότητα), Τύπος ΙΙ (φυσιολογική συγκέντρωση αλλά χαμηλή δραστικότητα), Τύπος ΙΙΙ (χαμηλή ελεύθερη αλλά φυσιολογική ολική).
  • Επίκτητες καταστάσεις: Ηπατική ανεπάρκεια, ανεπάρκεια βιταμίνης Κ, λήψη αντιπηκτικών (βαρφαρίνη), αντισυλληπτικά, εγκυμοσύνη, φλεγμονώδεις καταστάσεις, DIC.
  • Κίνδυνος: Αυξημένη πιθανότητα φλεβικής θρόμβωσης, πνευμονικής εμβολής, επιπλοκών κύησης.

Υψηλή Πρωτεΐνη S:

  • Συνήθως δεν έχει κλινική σημασία. Μπορεί να εμφανιστεί μετά από θεραπεία, σε αφυδάτωση ή σε ορισμένες οξείες καταστάσεις.

Τι σημαίνει για τον/την ασθενή:

  • Η χαμηλή Πρωτεΐνη S εξηγεί γιατί κάποιος έχει ανεξήγητη ή υποτροπιάζουσα θρόμβωση και βοηθά στον καθορισμό της διάρκειας ή της έντασης της αντιπηκτικής αγωγής.
  • Η ερμηνεία γίνεται πάντα μαζί με την Πρωτεΐνη C, την Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα και τον γενετικό έλεγχο για ολοκληρωμένη εκτίμηση.
  • Η έγκαιρη διάγνωση βοηθά στην πρόληψη σοβαρών επιπλοκών όπως πνευμονική εμβολή και επιπλοκές εγκυμοσύνης.

Η σωστή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της Πρωτεΐνης S από εξειδικευμένο ιατρό είναι απαραίτητη για τη διάγνωση και την εξατομικευμένη πρόληψη και θεραπεία της θρομβοφιλίας.

5) Σχετικές Εξετάσεις Πρωτεΐνης S

Η μέτρηση της Πρωτεΐνης S είναι μέρος ενός εκτενούς ελέγχου θρομβοφιλίας. Σπάνια ζητείται μόνη της· συνήθως συνδυάζεται με άλλες εξετάσεις για ολοκληρωμένη αξιολόγηση του κινδύνου θρόμβωσης και για ακριβή διάγνωση.

  • Πρωτεΐνη C: Συμπαράγοντας με την Πρωτεΐνη S στο σύστημα φυσικών αντιπηκτικών. Η ταυτόχρονη μέτρηση δείχνει αν υπάρχει διπλή ανεπάρκεια.
  • Αντιθρομβίνη ΙΙΙ: Μαζί με τις πρωτεΐνες C και S αποτελεί το «τρίο» των φυσικών αντιπηκτικών παραγόντων. Η μέτρησή της βοηθά στον εντοπισμό πολλαπλών διαταραχών.
  • Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα: Lupus anticoagulant, αντικαρδιολιπινικά, αντι-β2 γλυκοπρωτεΐνης Ι. Χρήσιμα σε γυναίκες με καθ’ έξιν αποβολές και σε άτομα με ανεξήγητες θρομβώσεις.
  • Γενετικοί δείκτες θρομβοφιλίας: Παράγοντας V Leiden (FV G1691A) και μεταλλάξεις προθρομβίνης (G20210A). Ο συνδυασμός τους με ανεπάρκεια Πρωτεΐνης S αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο θρόμβωσης.
  • Δείκτες πήξης: D-Dimer, PT/INR, aPTT για αξιολόγηση ενεργοποίησης της πήξης και για παρακολούθηση αντιπηκτικής αγωγής.
  • Έλεγχος βιταμίνης Κ: Η σύνθεση της Πρωτεΐνης S εξαρτάται από τη βιταμίνη Κ. Έλεγχος επιπέδων ή διατροφικής πρόσληψης μπορεί να είναι χρήσιμος.
  • Απεικονιστικός έλεγχος: Υπερηχογράφημα φλεβών κάτω άκρων, CT/MR αγγειογραφία σε περίπτωση υποψίας θρόμβωσης για επιβεβαίωση διάγνωσης.

Ο συνδυασμός αυτών των εξετάσεων δίνει στον/στην ιατρό πλήρη εικόνα του αιμοστατικού προφίλ και βοηθά στην εξατομικευμένη πρόληψη και θεραπεία των θρομβωτικών επεισοδίων.

6) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση Πρωτεΐνης S;

Όχι, δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία. Ωστόσο συνιστάται να αποφύγετε βαριά γεύματα, καφεΐνη και αλκοόλ 8–12 ώρες πριν για πιο σταθερό δείγμα και ενημερώστε το εργαστήριο για οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή.

Ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές της Πρωτεΐνης S;

Συνήθως η ελεύθερη Πρωτεΐνη S είναι 60–150% και η ολική Πρωτεΐνη S 70–150%, ανάλογα με τη μέθοδο του εργαστηρίου. Οι τιμές αυτές διαφέρουν σε εγκυμοσύνη και σε παιδιά.

Τι σημαίνει χαμηλή Πρωτεΐνη S;

Η χαμηλή Πρωτεΐνη S μπορεί να οφείλεται σε κληρονομική ανεπάρκεια (Τύπου Ι, ΙΙ, ΙΙΙ) ή σε επίκτητες καταστάσεις όπως ηπατική νόσος, ανεπάρκεια βιταμίνης Κ, λήψη αντιπηκτικών, εγκυμοσύνη, DIC. Αυξάνει τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης, πνευμονικής εμβολής και επιπλοκών κύησης.

Τι σημαίνει υψηλή Πρωτεΐνη S;

Η αυξημένη Πρωτεΐνη S είναι σπάνια και συνήθως δεν έχει κλινική σημασία. Μπορεί να εμφανιστεί σε αφυδάτωση ή μετά από θεραπευτική αγωγή. Ερμηνεύεται πάντα από ειδικό ιατρό.

Πότε πρέπει να γίνεται η εξέταση;

Σε περιπτώσεις ανεξήγητης ή υποτροπιάζουσας θρόμβωσης, οικογενειακού ιστορικού θρομβοφιλίας, πριν από ορμονική θεραπεία, μετά από αποβολές ή επιπλοκές κύησης και στο πλαίσιο πλήρους ελέγχου θρομβοφιλίας.

Επηρεάζουν τα φάρμακα το αποτέλεσμα;

Ναι. Η βαρφαρίνη, ηπαρίνη, αντισυλληπτικά, ορμόνες και η ανεπάρκεια βιταμίνης Κ επηρεάζουν τα επίπεδα Πρωτεΐνης S. Συμβουλευτείτε τον/την γιατρό για τυχόν διακοπή ή προγραμματισμό της εξέτασης.

Μπορεί να προληφθεί η ανεπάρκεια Πρωτεΐνης S;

Η κληρονομική ανεπάρκεια δεν μπορεί να προληφθεί, αλλά η έγκαιρη διάγνωση, η αποφυγή παραγόντων κινδύνου (κάπνισμα, ορμονικά αντισυλληπτικά χωρίς ιατρική καθοδήγηση), η σωστή αντιπηκτική προφύλαξη σε χειρουργείο ή εγκυμοσύνη και η τακτική παρακολούθηση μειώνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης.

Υπάρχουν ειδικές οδηγίες για εγκύους;

Ναι. Κατά την εγκυμοσύνη η Πρωτεΐνη S μειώνεται φυσιολογικά. Ο/η γιατρός λαμβάνει υπόψη προσαρμοσμένα όρια αναφοράς. Η εξέταση μπορεί να χρειαστεί να επαναληφθεί μετά τον τοκετό για οριστική διάγνωση.

7) Βιβλιογραφία

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας πραγματοποιούμε αξιόπιστα τη μέτρηση της Πρωτεΐνης S και άλλων εξετάσεων θρομβοφιλίας για τη διάγνωση και παρακολούθηση της πήξης.

📞 +30-22310-66841 – Δευτέρα έως Παρασκευή 07:00–13:30


Αντιθρομβίνη-ΙΙΙ-.jpg

Αντιθρομβίνη ΙΙΙ (AT III): Πλήρης Οδηγός – Τιμές, Ερμηνεία, Θρόμβωση, Ηπαρίνη & Εγκυμοσύνη

Τελευταία ενημέρωση:

Τι να θυμάστε: Η χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και μπορεί να προκαλέσει «αντίσταση» στην ηπαρίνη. Η ερμηνεία γίνεται πάντα σε συνδυασμό με Protein C/S και κλινικά δεδομένα.


1

Τι είναι η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ

Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ (AT III) είναι ένας από τους σημαντικότερους φυσικούς αντιπηκτικούς παράγοντες του ανθρώπινου οργανισμού. Πρόκειται για πρωτεΐνη του πλάσματος που παράγεται κυρίως στο ήπαρ και ανήκει στην οικογένεια των σερπινών (serine protease inhibitors).

Ο βασικός της ρόλος είναι να αναστέλλει τη θρομβίνη καθώς και ενεργοποιημένους παράγοντες της πήξης (IXa, Xa, XIa, XIIa), λειτουργώντας ως «φρένο» στο σύστημα αιμόστασης και αποτρέποντας τον ανεξέλεγκτο σχηματισμό θρόμβων.

Η δράση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ενισχύεται εκθετικά από την ηπαρίνη. Χωρίς επαρκή επίπεδα AT III, η ηπαρίνη δεν μπορεί να ασκήσει το πλήρες αντιπηκτικό της αποτέλεσμα — φαινόμενο που στην κλινική πράξη περιγράφεται ως αντίσταση στην ηπαρίνη.

Κλινικά σημαντικό: Η έλλειψη Αντιθρομβίνης ΙΙΙ οδηγεί σε υπερπηκτικότητα και αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής (εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση, πνευμονική εμβολή), ενώ ταυτόχρονα μειώνει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ηπαρίνη.

Η ανεπάρκεια μπορεί να είναι κληρονομική (σπάνια, αλλά υψηλού κινδύνου) ή επίκτητη, όπως σε σηψαιμία, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC), ηπατική ανεπάρκεια ή νεφρωσικό σύνδρομο. Για τον λόγο αυτό, η μέτρηση της AT III αποτελεί βασικό τμήμα του σύγχρονου ελέγχου θρομβοφιλίας.


2

Πότε ζητείται η εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

Η εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ζητείται όταν υπάρχει υποψία διαταραχής του φυσικού αντιπηκτικού μηχανισμού ή όταν η κλινική εικόνα υποδηλώνει αυξημένη τάση για θρόμβωση.

  • Ανεξήγητη φλεβική θρόμβωση ή πνευμονική εμβολή, ιδιαίτερα σε νεαρή ηλικία ή χωρίς προφανείς προδιαθεσικούς παράγοντες.
  • Υποτροπιάζουσες θρομβώσεις ή θρόμβωση σε ασυνήθεις εντοπίσεις (εγκεφαλικές, σπλαχνικές φλέβες).
  • Οικογενειακό ιστορικό θρομβοφιλίας ή αιφνίδιων θρομβωτικών επεισοδίων.
  • Ανεπαρκής ανταπόκριση στην ηπαρίνη (χαμηλό aPTT ή anti-Xa παρά τη σωστή δοσολογία).
  • Καθ’ έξιν αποβολές, επιπλοκές κύησης ή αποκόλληση πλακούντα.
  • Πλήρης έλεγχος υπερπηκτικότητας, μαζί με Πρωτεΐνη C, Πρωτεΐνη S, Παράγοντα V Leiden, Προθρομβίνη G20210A και αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα.
  • Σοβαρές οξείες καταστάσεις (σήψη, DIC, βαριά ηπατική νόσος, νεφρωσικό σύνδρομο), για εκτίμηση κατανάλωσης AT III.
Πρακτικά: Η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ δεν ερμηνεύεται μεμονωμένα. Πάντα αξιολογείται σε συνδυασμό με άλλους δείκτες θρομβοφιλίας και την κλινική εικόνα του ασθενούς.


3

Πώς γίνεται η εξέταση

Η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ πραγματοποιείται με απλή φλεβική αιμοληψία, συνήθως σε σωληνάριο κιτρικού νατρίου, και το αποτέλεσμα αφορά είτε τη λειτουργική δραστικότητα είτε τη συγκέντρωση της πρωτεΐνης στο πλάσμα.

Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία. Παρ’ όλα αυτά, συνιστάται να αποφεύγονται αλκοόλ και βαριά λιπαρά γεύματα τις προηγούμενες ώρες, ώστε να μειωθούν προαναλυτικές παρεμβολές.

  • Τύπος δείγματος: Φλεβικό αίμα (πλάσμα).
  • Νηστεία: Όχι υποχρεωτική.
  • Χρόνος απάντησης: Συνήθως εντός 1–2 εργάσιμων ημερών.
  • Συνδυασμός εξετάσεων: Συχνά λαμβάνεται ταυτόχρονα δείγμα για Πρωτεΐνη C, Πρωτεΐνη S και λοιπούς δείκτες θρομβοφιλίας.

Είναι σημαντικό να ενημερωθεί το εργαστήριο για αντιπηκτική αγωγή (ηπαρίνη, LMWH, από του στόματος αντιπηκτικά), καθώς και για ορμονική θεραπεία ή αντισυλληπτικά, επειδή μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα.

Pre-analytical σημείωση: Κατά τη διάρκεια οξείας θρόμβωσης, σηψαιμίας ή θεραπείας με ηπαρίνη, τα επίπεδα μπορεί να εμφανίζονται παροδικά χαμηλότερα. Όπου είναι δυνατόν, προτιμάται επανέλεγχος μετά τη σταθεροποίηση της κλινικής κατάστασης.

Η σωστή χρονική επιλογή της εξέτασης και η παράλληλη αξιολόγηση των υπολοίπων παραμέτρων πήξης εξασφαλίζουν αξιόπιστη ερμηνεία.


4

Φυσιολογικές τιμές

Τα αποτελέσματα εκφράζονται συνήθως ως δραστικότητα (%) ή λιγότερο συχνά ως συγκέντρωση (mg/L). Τα ακριβή όρια εξαρτώνται από τη μέθοδο κάθε εργαστηρίου.

  • Δραστικότητα: περίπου 80–120%.
  • Συγκέντρωση: περίπου 150–350 mg/L.

Τιμές κάτω από το φυσιολογικό εύρος υποδηλώνουν μειωμένη αντιπηκτική ικανότητα, ενώ υψηλότερες τιμές σπάνια έχουν πρακτική κλινική σημασία.

Σημαντικό: Για τη διάγνωση ανεπάρκειας απαιτείται συνήθως επιβεβαίωση με επαναληπτικό έλεγχο και παράλληλη εκτίμηση Πρωτεΐνης C, Πρωτεΐνης S και γενετικών δεικτών, ιδιαίτερα όταν υπάρχει προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό θρόμβωσης.

Η ερμηνεία γίνεται πάντα σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα, καθώς παροδικές μεταβολές μπορεί να εμφανιστούν σε οξείες νόσους ή κατά τη διάρκεια αντιπηκτικής αγωγής.


5

Χαμηλή Αντιθρομβίνη – τι σημαίνει

Η χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ υποδηλώνει μειωμένη φυσική αντιπηκτική προστασία και συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής. Παράλληλα, μπορεί να εξηγεί ανεπαρκή ανταπόκριση στην ηπαρίνη, ακόμη και όταν η δοσολογία φαίνεται επαρκής.

Ανάλογα με το αίτιο, η μείωση διακρίνεται σε:

  • Κληρονομική ανεπάρκεια: Σπάνια, αλλά υψηλού κινδύνου. Διακρίνεται σε Τύπο Ι (χαμηλή ποσότητα και δραστικότητα) και Τύπο ΙΙ (φυσιολογική ποσότητα, μειωμένη λειτουργικότητα). Συχνά εκδηλώνεται με θρόμβωση σε νεαρή ηλικία.
  • Επίκτητη ανεπάρκεια: Παρατηρείται σε σηψαιμία, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC), βαριά ηπατική νόσο, νεφρωσικό σύνδρομο, εκτεταμένες χειρουργικές επεμβάσεις ή κατά τη διάρκεια θεραπείας με ηπαρίνη (λόγω κατανάλωσης).

Σε κλινικό επίπεδο, τα χαμηλά επίπεδα σχετίζονται με:

  • εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση και πνευμονική εμβολή,
  • υποτροπιάζοντα θρομβωτικά επεισόδια,
  • αποβολές ή επιπλοκές κύησης,
  • μειωμένη αποτελεσματικότητα της αντιπηκτικής αγωγής.
Συχνό κλινικό λάθος: Η διάγνωση ανεπάρκειας δεν πρέπει να βασίζεται σε μία μόνο μέτρηση κατά την οξεία φάση θρόμβωσης ή υπό ηπαρίνη. Απαιτείται επανέλεγχος μετά τη σταθεροποίηση και παράλληλη αξιολόγηση Πρωτεΐνης C/S.

Η έγκαιρη αναγνώριση επιτρέπει εξατομικευμένη πρόληψη (π.χ. σε εγκυμοσύνη ή χειρουργείο) και, σε ειδικές περιπτώσεις, χορήγηση συμπληρωματικής αντιθρομβίνης.


6

Υψηλή Αντιθρομβίνη

Η αυξημένη Αντιθρομβίνη ΙΙΙ είναι σχετικά σπάνια και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία.

Μπορεί να παρατηρηθεί παροδικά μετά από χορήγηση συμπληρωματικής αντιθρομβίνης σε νοσοκομειακό περιβάλλον ή σε ορισμένες φλεγμονώδεις καταστάσεις. Σε αντίθεση με τα χαμηλά επίπεδα, οι υψηλές τιμές δεν σχετίζονται με αυξημένο αιμορραγικό ή θρομβωτικό κίνδυνο.

Στην πράξη, η κλινική προσοχή εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στη μειωμένη δραστικότητα.


7

Κληρονομική vs επίκτητη ανεπάρκεια

Η ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ διακρίνεται σε κληρονομική και επίκτητη, με διαφορετική παθοφυσιολογία και κλινική συμπεριφορά.

  • Κληρονομική ανεπάρκεια: Οφείλεται σε μεταλλάξεις του γονιδίου SERPINC1. Χωρίζεται σε:
    • Τύπος Ι: μειωμένη ποσότητα και μειωμένη δραστικότητα (ποσοτικό έλλειμμα).
    • Τύπος ΙΙ: φυσιολογική ποσότητα αλλά μειωμένη λειτουργικότητα (ποιοτικό έλλειμμα).

    Συνήθως εκδηλώνεται με θρόμβωση σε νεαρή ηλικία και υψηλό κίνδυνο υποτροπών.

  • Επίκτητη ανεπάρκεια: Προκύπτει από αυξημένη κατανάλωση, μειωμένη παραγωγή ή απώλεια της πρωτεΐνης, όπως σε:
    • σήψη και σηπτικό shock,
    • διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC),
    • βαριά ηπατική ανεπάρκεια,
    • νεφρωσικό σύνδρομο (απώλεια από τα ούρα),
    • μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις ή τραύμα,
    • θεραπεία με ηπαρίνη (λόγω κατανάλωσης).

Σε αντίθεση με την κληρονομική μορφή, η επίκτητη ανεπάρκεια είναι συχνά παροδική και βελτιώνεται με την αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας.

Κλινική ένδειξη: Θρόμβωση σε ηλικία <40 ετών ή επαναλαμβανόμενα επεισόδια χωρίς εμφανή λόγο πρέπει πάντα να εγείρουν υποψία συγγενούς ανεπάρκειας και να οδηγούν σε πλήρη έλεγχο θρομβοφιλίας.


8

Αντιθρομβίνη & Ηπαρίνη

Η αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης εξαρτάται άμεσα από την παρουσία επαρκούς Αντιθρομβίνης ΙΙΙ. Η ηπαρίνη δρα ως «καταλύτης», επιταχύνοντας έως και χιλιάδες φορές τη δέσμευση της θρομβίνης και του παράγοντα Xa από την AT.

Όταν τα επίπεδα είναι χαμηλά, παρατηρείται το φαινόμενο της αντίστασης στην ηπαρίνη: παρά την αύξηση της δόσης, το aPTT ή το anti-Xa δεν φτάνουν στους θεραπευτικούς στόχους.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απλή αύξηση της ηπαρίνης συχνά δεν επαρκεί. Μπορεί να απαιτηθεί:

  • χορήγηση συμπυκνωμένης αντιθρομβίνης,
  • προσαρμογή της αντιπηκτικής στρατηγικής,
  • στενή εργαστηριακή παρακολούθηση με anti-Xa.
Πρακτικό μήνυμα: Σε ασθενή με χαμηλή AT III και αποτυχία επίτευξης θεραπευτικών στόχων, η μέτρηση της Αντιθρομβίνης είναι απαραίτητη πριν χαρακτηριστεί η αγωγή ως «ανθεκτική».


9

Εγκυμοσύνη & αποβολές

Η εγκυμοσύνη αποτελεί από μόνη της κατάσταση υπερπηκτικότητας. Όταν συνυπάρχει ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ, ο κίνδυνος φλεβικής θρόμβωσης και επιπλοκών πλακούντα αυξάνεται σημαντικά.

Σε γυναίκες με χαμηλή AT III έχουν περιγραφεί αυξημένα ποσοστά:

  • εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης κατά την κύηση ή τη λοχεία,
  • καθ’ έξιν αποβολών,
  • ενδομήτριας καθυστέρησης ανάπτυξης,
  • προεκλαμψίας και αποκόλλησης πλακούντα.

Η προσέγγιση είναι πάντοτε εξατομικευμένη και βασίζεται στο προσωπικό ιστορικό θρόμβωσης, το οικογενειακό ιστορικό και το επίπεδο της ανεπάρκειας. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις απαιτείται στενή εργαστηριακή παρακολούθηση και προφυλακτική αντιπηκτική αγωγή υπό ιατρική καθοδήγηση.

Κλινική πράξη: Σε γυναίκες με επαναλαμβανόμενες αποβολές ή θρόμβωση στην κύηση, ο έλεγχος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ εντάσσεται στον βασικό εργαστηριακό έλεγχο θρομβοφιλίας πριν ή νωρίς στην εγκυμοσύνη.

Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει προληπτικό σχεδιασμό και μειώνει τον κίνδυνο σοβαρών μητρικών και εμβρυϊκών επιπλοκών.


10

Σχετικές εξετάσεις

Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ σπάνια αξιολογείται μεμονωμένα. Συνήθως αποτελεί μέρος ενός ολοκληρωμένου ελέγχου θρομβοφιλίας, ο οποίος περιλαμβάνει:

  • Πρωτεΐνη C & Πρωτεΐνη S: συμπληρωματικοί φυσικοί αντιπηκτικοί παράγοντες.
  • Παράγοντας V Leiden (FV G1691A): συχνή γενετική αιτία υπερπηκτικότητας.
  • Μετάλλαξη προθρομβίνης G20210A: σχετίζεται με αυξημένη παραγωγή θρομβίνης.
  • Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα: lupus anticoagulant, αντικαρδιολιπινικά, anti-β2GPI, ιδίως σε αποβολές ή αρτηριακές θρομβώσεις.
  • D-dimer: δείκτης ενεργού θρόμβωσης ή ινωδόλυσης.
  • Anti-Xa: παρακολούθηση δράσης ηπαρίνης, ιδιαίτερα όταν υπάρχει υποψία αντίστασης.

Ο συνδυασμός αυτών των εξετάσεων επιτρέπει στον θεράποντα ιατρό να διαμορφώσει πλήρη εικόνα της αιμοστατικής ισορροπίας και να καθορίσει την κατάλληλη προληπτική ή θεραπευτική στρατηγική.


11

Πότε χρειάζεται επανέλεγχος

Ο επανέλεγχος της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ είναι ουσιώδης όταν το αρχικό αποτέλεσμα έχει ληφθεί σε μη σταθερές κλινικές συνθήκες.

Στις περισσότερες περιπτώσεις συνιστάται επαναληπτική μέτρηση:

  • 2–4 εβδομάδες μετά την υποχώρηση οξείας θρόμβωσης ή σοβαρής φλεγμονής.
  • Μετά τη διακοπή ηπαρίνης, ώστε να αποφευχθεί η επίδραση κατανάλωσης της πρωτεΐνης.
  • Εκτός κύησης ή λοχείας, όταν διερευνάται συγγενής ανεπάρκεια.
  • Μετά την αποκατάσταση ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας, εφόσον αυτές επηρεάζουν τα επίπεδα.

Ο στόχος του επανελέγχου είναι να διαπιστωθεί αν η μείωση ήταν παροδική (επίκτητη) ή αν επιμένει, γεγονός που εγείρει υποψία κληρονομικής ανεπάρκειας.

Πρακτική συμβουλή: Η επιβεβαίωση χαμηλών τιμών απαιτεί τουλάχιστον δύο μετρήσεις σε σταθερή κατάσταση, μαζί με παράλληλο έλεγχο Πρωτεΐνης C και Πρωτεΐνης S.

Αυτή η προσέγγιση μειώνει τον κίνδυνο υπερδιάγνωσης και επιτρέπει ορθό σχεδιασμό μακροχρόνιας πρόληψης.


12

Περιορισμοί εξέτασης

Όπως κάθε εξέταση αιμόστασης, έτσι και η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ επηρεάζεται από κλινικούς και προαναλυτικούς παράγοντες.

  • Οξεία θρόμβωση ή φλεγμονή: μπορεί να προκαλέσουν ψευδώς χαμηλές τιμές λόγω κατανάλωσης.
  • Θεραπεία με ηπαρίνη: οδηγεί σε λειτουργική μείωση μέσω αυξημένης δέσμευσης.
  • Ηπατική ανεπάρκεια: μειωμένη σύνθεση.
  • Νεφρωσικό σύνδρομο: απώλεια της πρωτεΐνης από τα ούρα.
  • Κύηση και λοχεία: φυσιολογικές μεταβολές του αιμοστατικού συστήματος.

Επιπλέον, διαφορετικές εργαστηριακές μέθοδοι (λειτουργικές έναντι αντιγονικών) μπορεί να δώσουν ελαφρώς διαφορετικά αποτελέσματα, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη σύγκριση τιμών στο ίδιο εργαστήριο.

Σημαντικό: Καμία μεμονωμένη τιμή δεν αρκεί για διάγνωση. Η ερμηνεία γίνεται πάντα με βάση το κλινικό πλαίσιο και τα συνοδά εργαστηριακά ευρήματα.

Η κατανόηση αυτών των περιορισμών βοηθά στην αποφυγή λανθασμένων συμπερασμάτων και περιττής αγωγής.


13

Κλινικά παραδείγματα

Στην καθημερινή πράξη, ο έλεγχος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ εντάσσεται σε συγκεκριμένα κλινικά σενάρια:

  • Νεαρός ασθενής με εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση χωρίς προφανή αιτία: Πραγματοποιείται πλήρης έλεγχος θρομβοφιλίας (AT III, Πρωτεΐνη C/S, FV Leiden, προθρομβίνη). Η ανίχνευση συγγενούς ανεπάρκειας καθορίζει τη διάρκεια της αντιπηκτικής αγωγής και τη μελλοντική πρόληψη.
  • Γυναίκα με καθ’ έξιν αποβολές: Ο έλεγχος περιλαμβάνει Αντιθρομβίνη, αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα και γενετικούς δείκτες. Σε επιβεβαιωμένη ανεπάρκεια, ο προγραμματισμός επόμενης κύησης γίνεται με εξατομικευμένη προφυλακτική στρατηγική.
  • Νοσηλευόμενος με αποτυχία επίτευξης θεραπευτικών στόχων υπό ηπαρίνη: Η χαμηλή AT III εξηγεί την “αντίσταση”. Η μέτρηση οδηγεί σε προσαρμογή της αγωγής και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, σε χορήγηση συμπληρωματικής αντιθρομβίνης.

Τα παραδείγματα αυτά αναδεικνύουν ότι η εξέταση δεν έχει απλώς διαγνωστικό χαρακτήρα, αλλά επηρεάζει άμεσα τις θεραπευτικές αποφάσεις.

Κλινική ουσία: Η αναγνώριση ανεπάρκειας Αντιθρομβίνης αλλάζει τη στρατηγική πρόληψης — όχι μόνο για το παρόν επεισόδιο, αλλά για ολόκληρη τη ζωή του ασθενούς.


14

Τι να θυμάστε

  • Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ αποτελεί βασικό ρυθμιστή της πήξης και προϋπόθεση για τη δράση της ηπαρίνης.
  • Χαμηλές τιμές αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και επιπλοκών κύησης.
  • Η διάγνωση απαιτεί επιβεβαίωση σε σταθερή φάση και συνδυασμό με άλλους δείκτες θρομβοφιλίας.
  • Η έγκαιρη αναγνώριση επιτρέπει στοχευμένη πρόληψη και εξατομικευμένη παρακολούθηση.


15

Συχνές Ερωτήσεις

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση;

Όχι. Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία, αλλά συνιστάται αποφυγή αλκοόλ και βαριών γευμάτων πριν την αιμοληψία.

Τι σημαίνει χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ;

Σημαίνει αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και πιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα της ηπαρίνης, ιδίως αν επιβεβαιωθεί σε επαναληπτικό έλεγχο.

Πότε πρέπει να επαναληφθεί η εξέταση;

Συνήθως 2–4 εβδομάδες μετά την οξεία φάση ή τη διακοπή ηπαρίνης, σε σταθερή κλινική κατάσταση.

Μπορεί η ηπαρίνη να επηρεάσει το αποτέλεσμα;

Ναι. Η ηπαρίνη μπορεί να μειώσει λειτουργικά τα επίπεδα λόγω κατανάλωσης, γι’ αυτό προτιμάται έλεγχος εκτός ενεργού αγωγής όπου είναι εφικτό.

Σχετίζεται με αποβολές;

Ναι. Η ανεπάρκεια αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών κύησης και καθ’ έξιν αποβολών, γι’ αυτό εντάσσεται στον έλεγχο θρομβοφιλίας.

Αρκεί μία μόνο μέτρηση για διάγνωση;

Όχι. Απαιτείται επιβεβαίωση σε δεύτερο δείγμα και συνδυασμός με άλλους δείκτες πήξης και την κλινική εικόνα.


16

Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας. Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.

Κλείστε εύκολα εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


17

Βιβλιογραφία

Κατάλογος Εξετάσεων – Μικροβιολογικό Λαμία
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/
Antithrombin deficiency. Blood.
https://ashpublications.org/…
StatPearls – Antithrombin Deficiency.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/…
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

anti-sm.jpg

Αντισώματα anti-Sm – Φιλικός Οδηγός για Ασθενείς

1) Τι είναι τα αντισώματα anti-Sm;

Τα αντισώματα anti-Sm (Smith) είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία αυτοαντισωμάτων που στρέφονται
εναντίον πρωτεϊνών του μικρού πυρηνικού ριβονουκλεοπρωτεϊνικού συμπλέγματος (small nuclear RNP), οι οποίες συμμετέχουν στην επεξεργασία του προ-mRNA στον πυρήνα των κυττάρων.
Η παρουσία τους αποτελεί χαρακτηριστικό δείκτη του Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου (ΣΕΛ),
καθώς έχουν σχεδόν απόλυτη ειδικότητα για τη νόσο (σπάνια εμφανίζονται σε άλλα νοσήματα).
Ωστόσο, εμφανίζονται μόνο σε μειοψηφία των ασθενών με ΣΕΛ, επομένως έχουν χαμηλή ευαισθησία.

Γιατί είναι σημαντικά:

  • Συμβάλλουν στην ταξινόμηση του ΣΕΛ (κριτήρια EULAR/ACR).
  • Μπορεί να υποδηλώνουν πιο συστηματική μορφή ΣΕΛ με εμπλοκή πολλών οργάνων.
  • Συχνά ζητούνται μετά από θετικό ANA για τυποποίηση αυτοαντισωμάτων.
  • Σε συνδυασμό με anti-dsDNA και συμπλήρωμα C3/C4 βοηθούν στην εκτίμηση ενεργότητας νόσου.

🔑 Key facts για anti-Sm:

  • Ανήκουν στα Extractable Nuclear Antigens (ENA) – ανιχνεύονται με ENA panel.
  • Έχουν πολύ υψηλή ειδικότητα για ΣΕΛ (θετικό → πολύ πιθανό ΣΕΛ).
  • Έχουν χαμηλή ευαισθησία (αρνητικό ≠ αποκλεισμός ΣΕΛ).
  • Γίνονται με απλή αιμοληψία, χωρίς ανάγκη νηστείας.
  • Η παρουσία τους δεν αξιολογείται απομονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα και άλλα εργαστηριακά ευρήματα.

➡️ Για αυτό η εξέταση anti-Sm αποτελεί «στοχευμένο» εργαλείο στη διερεύνηση ΣΕΛ και όχι screening για τον γενικό πληθυσμό.

2) Γιατί ζητείται η εξέταση anti-Sm;

Η ανίχνευση των αντισωμάτων anti-Sm ζητείται όταν υπάρχει ισχυρή υποψία
Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου (ΣΕΛ) ή όταν έχει βρεθεί
θετικό ANA και χρειάζεται τυποποίηση των αυτοαντισωμάτων.
Λόγω της πολύ υψηλής ειδικότητάς τους για ΣΕΛ, τα anti-Sm βοηθούν
στην επιβεβαίωση της διάγνωσης, στη διαφοροποίηση από άλλα νοσήματα συνδετικού ιστού
και στον καθορισμό της πρόγνωσης.

🔎 Πότε συνιστάται η εξέταση anti-Sm:

  • Όταν το ANA είναι θετικό και υπάρχει κλινική εικόνα συμβατή με ΣΕΛ (εξάνθημα, αρθραλγίες, φωτοευαισθησία, στοματικά έλκη).
  • Σε ασθενείς με αμφίβολα ή μη τυπικά ευρήματα για ΣΕΛ που χρειάζονται επιβεβαίωση με ειδικό δείκτη.
  • Για ταξινόμηση/κριτήρια EULAR-ACR ΣΕΛ, όταν απαιτείται τεκμηρίωση αντισωμάτων υψηλής ειδικότητας.
  • Στο πλαίσιο συμπληρωματικού ελέγχου μαζί με anti-dsDNA, C3/C4, CRP, ΤΚΕ για εκτίμηση ενεργότητας νόσου.
  • Κατόπιν ιατρικής σύστασης για διαφορική διάγνωση μεταξύ ΣΕΛ και άλλων συνδετικών νοσημάτων (π.χ. Μικτή Νόσος Συνδετικού Ιστού).

➡️ Η εξέταση anti-Sm δεν χρησιμοποιείται για screening στον γενικό πληθυσμό· ζητείται μόνο όταν υπάρχει κλινική ένδειξη.

3) Προετοιμασία πριν την εξέταση anti-Sm

Η εξέταση anti-Sm γίνεται σε δείγμα αίματος που λαμβάνεται από φλέβα.
Είναι μια απλή αιμοληψία και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν απαιτεί νηστεία.
Παρ’ όλα αυτά, η σωστή προετοιμασία εξασφαλίζει μεγαλύτερη αξιοπιστία στο αποτέλεσμα και βοηθά τον ιατρό να ερμηνεύσει σωστά τα ευρήματα.

💡 Χρήσιμες συμβουλές πριν την εξέταση:

  • Μπορείτε να φάτε κανονικά, εκτός αν σας έχει δοθεί άλλη οδηγία από τον ιατρό σας.
  • Ενημερώστε το εργαστήριο για όλα τα φάρμακα που λαμβάνετε (κορτικοστεροειδή, ανοσοκατασταλτικά, βιολογικούς παράγοντες).
  • Αναφέρετε πρόσφατες λοιμώξεις ή εμβολιασμούς, καθώς μπορεί να επηρεάσουν τον τίτλο των αντισωμάτων.
  • Έχετε μαζί σας προηγούμενα αποτελέσματα ANA/ENA, anti-dsDNA και συμπλήρωμα C3/C4 για να γίνει σύγκριση.
  • Συζητήστε με τον ιατρό σας αν χρειάζεται να γίνει ταυτόχρονα και εκτεταμένο ENA panel για πλήρη εικόνα.

➡️ Με αυτές τις απλές κινήσεις μειώνεται η πιθανότητα ψευδών αποτελεσμάτων και αποφεύγονται επαναληπτικές αιμοληψίες.

4) Ερμηνεία αποτελεσμάτων anti-Sm

Τα αποτελέσματα της εξέτασης anti-Sm δεν παρουσιάζονται απλώς ως «θετικό/αρνητικό» αλλά συνοδεύονται από ποσοτικό τίτλο και συχνά από πληροφορίες για άλλα ENA αντισώματα.
Το θετικό anti-Sm έχει πολύ υψηλή ειδικότητα για Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο (ΣΕΛ) και υποστηρίζει ισχυρά τη διάγνωση.
Ωστόσο, η ερμηνεία γίνεται πάντα από ειδικό (π.χ. ρευματολόγο) σε συνδυασμό με τα συμπτώματα, τα ευρήματα από άλλες εξετάσεις και το ιστορικό σας.

📌 Σημεία προσοχής στην ερμηνεία:

  • Θετικό anti-Sm: Υποστηρίζει έντονα τη διάγνωση ΣΕΛ λόγω υψηλής ειδικότητας, αλλά δεν είναι απόλυτο μόνο του.
  • Αρνητικό anti-Sm: Δεν αποκλείει ΣΕΛ (χαμηλή ευαισθησία) – χρειάζεται εκτίμηση άλλων αντισωμάτων και κλινικής εικόνας.
  • Συνύπαρξη με anti-dsDNA: Μπορεί να σχετίζεται με αυξημένη ενεργότητα νόσου και μεγαλύτερο κίνδυνο νεφρικής συμμετοχής.
  • Συμπληρώματα C3/C4: Χρήσιμα στην παρακολούθηση της πορείας και της ανταπόκρισης στη θεραπεία.
  • Ο τίτλος/ποσοτική τιμή: Δεν είναι απόλυτος δείκτης βαρύτητας αλλά μπορεί να βοηθά στη σύγκριση διαχρονικά.

➡️ Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων anti-Sm πρέπει πάντα να γίνεται από ειδικό, ώστε να συνδυαστεί με την κλινική εικόνα, άλλες εργαστηριακές εξετάσεις και απεικονιστικό έλεγχο αν χρειάζεται.

5) Συμπληρωματικές Εξετάσεις μαζί με anti-Sm

Ο έλεγχος anti-Sm σπάνια γίνεται μόνος του.
Για να αποκτήσει ουσιαστική διαγνωστική αξία, συνδυάζεται με άλλες ανοσολογικές και αιματολογικές εξετάσεις.
Αυτό δίνει στον/στην ιατρό σας πλήρη εικόνα για την πιθανή ύπαρξη Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου (ΣΕΛ), την ενεργότητα της νόσου και τυχόν επιπλοκές.

📋 Συχνές συμπληρωματικές εξετάσεις:

  • ANA (Αντιπυρηνικά Αντισώματα): Πρώτο βήμα screening για αυτοάνοσα νοσήματα.
  • Εκτεταμένο ENA Panel: Ανίχνευση αντισωμάτων Ro/SSA, La/SSB, RNP, Scl-70, Jo-1 κ.ά.
  • Anti-dsDNA: Δείκτης ειδικός για ΣΕΛ· σχετίζεται με νεφρική συμμετοχή και ενεργότητα νόσου.
  • Συμπλήρωμα C3 και C4: Εκτίμηση κατανάλωσης συμπληρώματος· χρήσιμο για παρακολούθηση ΣΕΛ.
  • Δείκτες φλεγμονής (CRP, ΤΚΕ): Αξιολόγηση ενεργότητας και συνοδών λοιμώξεων.
  • Γενική αίματος & Βιοχημικός έλεγχος: Για συνολική εκτίμηση υγείας και πιθανές επιπλοκές από όργανα-στόχους.
  • Ουροανάλυση / Πρωτεϊνουρία 24ώρου: Ανίχνευση νεφρικής συμμετοχής σε ΣΕΛ.
  • Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα: Αν υπάρχει υποψία συνδρόμου αντιφωσφολιπιδίων.

➡️ Συζητήστε με τον/την ιατρό σας ποιες από αυτές τις εξετάσεις είναι κατάλληλες για εσάς,
ώστε να οργανωθούν στην ίδια αιμοληψία και να αποφύγετε πολλαπλές επισκέψεις.

6) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση anti-Sm;

Όχι, δεν απαιτείται νηστεία. Η εξέταση γίνεται όπως μια απλή αιμοληψία.

Πονάει η λήψη αίματος;

Η λήψη αίματος είναι σύντομη και ασφαλής διαδικασία. Ίσως νιώσετε ένα ελαφρύ τσίμπημα.

Τι σημαίνει θετικό anti-Sm;

Θετικό anti-Sm έχει πολύ υψηλή ειδικότητα για ΣΕΛ και υποστηρίζει έντονα τη διάγνωση,
αλλά η τελική διάγνωση γίνεται από ειδικό με βάση το σύνολο των κλινικών και εργαστηριακών ευρημάτων.

Μπορεί να είναι θετικό σε άλλα νοσήματα;

Σπάνια. Το anti-Sm είναι σχεδόν αποκλειστικά συνδεδεμένο με ΣΕΛ,
σε αντίθεση με άλλα ENA αντισώματα που μπορεί να εμφανίζονται και αλλού.

Μπορούν τα φάρμακα να επηρεάσουν το αποτέλεσμα;

Ναι. Κορτικοστεροειδή, ανοσοκατασταλτικά και βιολογικοί παράγοντες μπορεί να μειώσουν τους τίτλους αντισωμάτων και να δώσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα. Ενημερώστε πάντα τον ιατρό σας για ό,τι λαμβάνετε.

Πότε συστήνεται να επαναλάβω την εξέταση;

Κατόπιν ιατρικής οδηγίας, όταν αλλάζει η συμπτωματολογία, τροποποιείται η θεραπεία ή χρειάζεται επανεκτίμηση της νόσου.

Πρέπει να γίνεται παράλληλα με άλλες εξετάσεις;

Συνήθως ναι. Συχνά γίνεται μαζί με ANA, εκτεταμένο ENA panel, anti-dsDNA, συμπλήρωμα C3/C4 και δείκτες φλεγμονής για να υπάρχει πλήρης εικόνα.

Ποιος ιατρός ερμηνεύει το αποτέλεσμα;

Ρευματολόγος ή παθολόγος με εμπειρία σε αυτοάνοσα νοσήματα. Το εργαστήριο δίνει το αποτέλεσμα, αλλά η ερμηνεία είναι ιατρική πράξη.

Μπορώ να κάνω την εξέταση στην εγκυμοσύνη;

Ναι. Η αιμοληψία είναι ασφαλής. Η ύπαρξη αντισωμάτων αξιολογείται ειδικά σε γυναίκες με ιστορικό ΣΕΛ, αποβολών ή νεογνικού λύκου.

7) Βιβλιογραφία

  • EULAR – Κατευθυντήριες οδηγίες για συστηματικά αυτοάνοσα.
  • PubMed – Ανασκοπήσεις/μελέτες για anti-Sm και ΣΕΛ.
  • ΕΟΔΥ – Γενικές πληροφορίες για αυτοάνοσες παθήσεις.
  • Υπουργείο Υγείας – Πολιτικές υγείας/ενημερώσεις.

8) Μάθετε Περισσότερα – Κλείστε Ραντεβού

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας εκτελούμε αξιόπιστα την εξέταση anti-Sm & σχετικό ENA panel

📅 Κλείστε Ραντεβού
📄 Δείτε τον Κατάλογο Εξετάσεων

☎️ +30-22310-66841
🕒 Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


APCA.jpg

1) Τι είναι τα Αντισώματα APCA;

Τα Αντισώματα κατά των Τοιχωματικών Κυττάρων του Στομάχου (Anti-Parietal Cell Antibodies – APCA)
είναι αυτοαντισώματα που παράγει το ανοσοποιητικό σύστημα όταν, από λάθος, θεωρεί τα τοιχωματικά κύτταρα του στομάχου
ως «ξένους εισβολείς». Τα τοιχωματικά κύτταρα είναι υπεύθυνα για την παραγωγή υδροχλωρικού οξέος και για την έκκριση
του Ενδογενούς Παράγοντα (Intrinsic Factor – IF), ο οποίος είναι απαραίτητος για την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 στο λεπτό έντερο.Η παρουσία των APCA:

  • Αποτελεί πρώιμο δείκτη αυτοάνοσης ατροφικής γαστρίτιδας – μπορεί να είναι θετικά χρόνια πριν εμφανιστούν συμπτώματα.
  • Συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ανεπάρκειας Β12 και ανάπτυξης κακοήθους αναιμίας.
  • Εμφανίζεται συχνά μαζί με άλλα αυτοάνοσα νοσήματα (θυρεοειδίτιδα Hashimoto, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1).
  • Χρησιμοποιείται ως εργαστηριακό εργαλείο για την έγκαιρη ανίχνευση ασθενών που χρειάζονται παρακολούθηση.

Με απλά λόγια: τα APCA είναι μια εξέταση αίματος που δείχνει αν το ανοσοποιητικό σας προσβάλλει το στομάχι σας,
εμποδίζοντας έμμεσα την απορρόφηση της βιταμίνης Β12. Η ανίχνευσή τους βοηθά στην πρόληψη αναιμίας και νευρολογικών βλαβών.

2) Πότε ζητείται η εξέταση

Η εξέταση για Αντισώματα κατά των Τοιχωματικών Κυττάρων (APCA) ζητείται όταν υπάρχει υποψία
ότι το ανοσοποιητικό σας προσβάλλει το στομάχι και επηρεάζει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12.Ενδεικτικές περιπτώσεις όπου ο/η ιατρός μπορεί να συστήσει το τεστ:

  • Μακροκυτταρική ή ανεξήγητη αναιμία
  • Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης Β12 χωρίς εμφανή αιτία
  • Συμπτώματα που παραπέμπουν σε αυτοάνοση ατροφική γαστρίτιδα (π.χ. δυσπεψία, βάρος στο στομάχι)
  • Παρουσία άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων (π.χ. θυρεοειδίτιδα Hashimoto, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1)
  • Παρακολούθηση ασθενών με θετικά αντισώματα ενδογενούς παράγοντα για έγκαιρη διάγνωση γαστρικής βλάβης
  • Έλεγχος συγγενών ασθενών με γνωστή κακοήθη αναιμία ή αυτοάνοση γαστρίτιδα

Με απλά λόγια: η εξέταση βοηθά να εντοπιστεί νωρίς η αυτοάνοση προσβολή του στομάχου πριν προκαλέσει
σοβαρή ανεπάρκεια Β12 ή κακοήθη αναιμία.

3) Συμπτώματα & Σχέση με Αναιμία/Γαστρίτιδα

Η παρουσία αντισωμάτων APCA σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό σας επιτίθεται στα τοιχωματικά κύτταρα του στομάχου.
Αυτό οδηγεί σε σταδιακή μείωση του ενδογενούς παράγοντα και τελικά σε δυσαπορρόφηση της βιταμίνης Β12.
Η ανεπάρκεια Β12 και η αυτοάνοση ατροφική γαστρίτιδα προκαλούν ένα φάσμα συμπτωμάτων που μπορεί να εμφανιστούν
σιωπηλά ή να εξελιχθούν με την πάροδο των ετών.Τα πιο συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • Γαστρεντερικά: δυσπεψία, βάρος ή πόνο στο επιγάστριο, απώλεια όρεξης, απώλεια βάρους
  • Αιματολογικά: κόπωση, ωχρότητα, αδυναμία, μακροκυτταρική αναιμία
  • Νευρολογικά: μούδιασμα στα άκρα, παραισθησίες, αστάθεια βαδίσματος, προβλήματα συγκέντρωσης και μνήμης
  • Στοματική κοιλότητα: γλωσσίτιδα, ερυθρότητα ή ατροφία της γλώσσας

Με απλά λόγια: τα APCA αποτελούν «προειδοποιητικό καμπανάκι» ότι το στομάχι σας δεν λειτουργεί όπως πρέπει για να απορροφήσει τη Β12·
η έγκαιρη ανίχνευσή τους επιτρέπει πρόληψη αναιμίας και νευρολογικών προβλημάτων.

4) Προετοιμασία πριν την εξέταση

Η μέτρηση Αντισωμάτων κατά των Τοιχωματικών Κυττάρων (APCA) γίνεται με απλή αιμοληψία.
Δεν απαιτείται νηστεία ούτε ειδική δίαιτα πριν την εξέταση. Παρ’ όλα αυτά, για να είναι το αποτέλεσμα όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστο,
είναι καλό να ακολουθήσετε μερικές πρακτικές συμβουλές:

  • Φάρμακα και συμπληρώματα: Ενημερώστε τον/την μικροβιολόγο αν λαμβάνετε υψηλές δόσεις βιταμίνης Β12, πολυβιταμίνες ή ενέσιμη Β12 τις τελευταίες εβδομάδες. Αυτά μπορούν να επηρεάσουν προσωρινά τις μετρήσεις.
  • Άλλες εξετάσεις: Αν την ίδια μέρα κάνετε και εξετάσεις που απαιτούν νηστεία (π.χ. σάκχαρο, λιπίδια), ρωτήστε το εργαστήριο για τον καλύτερο συνδυασμό ή προγραμματίστε τις ξεχωριστά.
  • Ιστορικό υγείας: Ενημερώστε αν έχετε υποβληθεί σε γαστρική επέμβαση, πάσχετε από άλλα αυτοάνοσα νοσήματα ή έχετε συμπτώματα που παραπέμπουν σε ανεπάρκεια Β12 (κόπωση, μούδιασμα, δυσπεψία).
  • Καλή ενυδάτωση: Πιείτε νερό πριν την αιμοληψία· η καλή ενυδάτωση διευκολύνει την αιμοληψία και δίνει πιο σταθερό δείγμα.
  • Έγγραφα/παραπεμπτικά: Έχετε μαζί σας την παραπεμπτική εντολή του ιατρού ή τις προηγούμενες εξετάσεις σας για να γίνει σωστή ερμηνεία.

Με απλά λόγια: δεν χρειάζεται να αλλάξετε κάτι στη διατροφή σας πριν το τεστ· αρκεί να ενημερώσετε για τα φάρμακα/συμπληρώματα,
να έχετε μαζί σας τα απαραίτητα έγγραφα και να φροντίσετε για καλή ενυδάτωση. Έτσι το εργαστήριο θα σας δώσει το πιο αξιόπιστο αποτέλεσμα
και ο/η γιατρός σας την πιο σωστή ερμηνεία.

5) Ερμηνεία Αποτελεσμάτων

Η εξέταση για Αντισώματα κατά των Τοιχωματικών Κυττάρων (APCA) είναι ένας πολύτιμος δείκτης για την αξιολόγηση της
αυτοάνοσης κατάστασης του στομάχου. Το αποτέλεσμα πρέπει να συνεκτιμάται πάντα μαζί με την κλινική εικόνα,
τα επίπεδα βιταμίνης Β12, τα αντισώματα ενδογενούς παράγοντα (Anti-IF) και, όταν χρειάζεται, γαστροσκόπηση ή άλλες εξετάσεις.

  • Θετικό αποτέλεσμα: Ισχυρή ένδειξη αυτοάνοσης ατροφικής γαστρίτιδας.
    Σημαίνει ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μελλοντικής ανεπάρκειας βιταμίνης Β12 και ανάπτυξης
    κακοήθους αναιμίας. Τα APCA μπορεί να είναι θετικά χρόνια πριν εμφανιστούν συμπτώματα,
    γι’ αυτό η έγκαιρη ανίχνευσή τους είναι σημαντική.
  • Υψηλός τίτλος αντισωμάτων: Υποδηλώνει πιο έντονη ανοσολογική δραστηριότητα
    και πιθανώς μεγαλύτερη έκταση βλάβης του γαστρικού βλεννογόνου. Αξίζει στενή παρακολούθηση
    της βιταμίνης Β12 και των αιματολογικών δεικτών.
  • Αρνητικό αποτέλεσμα: Δεν αποκλείει πλήρως άλλες αιτίες ανεπάρκειας Β12 ή
    γαστρικής βλάβης. Μπορεί να χρειαστούν συμπληρωματικές εξετάσεις (Anti-IF, επίπεδα
    μεθυλομαλονικού οξέος, γαστρική βιοψία).

Με απλά λόγια: θετικό APCA = «καμπανάκι» για αυτοάνοση γαστρίτιδα και μελλοντική έλλειψη Β12·
αρνητικό APCA = αναζητούμε άλλες αιτίες
αν υπάρχει ήδη αναιμία ή χαμηλή Β12.
Ο/Η γιατρός σας είναι αυτός/αυτή που θα ερμηνεύσει το αποτέλεσμα συνολικά και θα σας κατευθύνει στη σωστή παρακολούθηση.

6) Θεραπευτικές Προσεγγίσεις

Η παρουσία αντισωμάτων APCA υποδηλώνει αυτοάνοση διαδικασία που οδηγεί σε ατροφία του στομάχου και μειωμένη απορρόφηση της βιταμίνης Β12.
Η θεραπεία δεν στοχεύει στην «εξάλειψη» των αντισωμάτων αλλά στην πρόληψη και αντιμετώπιση των συνεπειών τους.

Στόχοι θεραπείας

  • Αναπλήρωση και διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων βιταμίνης Β12
  • Αποκατάσταση της αιματολογικής εικόνας (μακροκυτταρική αναιμία)
  • Πρόληψη νευρολογικών βλαβών που μπορεί να είναι μη αναστρέψιμες
  • Παρακολούθηση για εμφάνιση άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων (θυρεοειδίτιδα, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1)

Συνήθεις θεραπευτικές επιλογές

  • Ενδομυϊκές ενέσεις Β12: αρχικά σε τακτά διαστήματα (π.χ. εβδομαδιαία) και στη συνέχεια συντήρηση κάθε μήνα ή ανά 2–3 μήνες.
  • Υψηλές δόσεις από το στόμα: σε ορισμένους ασθενείς μπορούν να δοθούν 1.000–2.000 μg ημερησίως υπό ιατρική καθοδήγηση.
  • Παράλληλος έλεγχος: σίδηρος, φυλλικό οξύ, ομοκυστεΐνη, μεθυλομαλονικό οξύ.
  • Τακτική παρακολούθηση: επίπεδα Β12, αιματολογική εικόνα και συμπτώματα κάθε 6–12 μήνες.

Πρακτικές συμβουλές για τον ασθενή

  • Ακολουθήστε το πρόγραμμα ενέσεων/δισκίων όπως σας το έδωσε ο/η γιατρός.
  • Ενημερώστε για κάθε νέα φαρμακευτική αγωγή ή συμπλήρωμα.
  • Κρατήστε αρχείο των εξετάσεων και των συμπτωμάτων σας για καλύτερη παρακολούθηση.
  • Μη διακόπτετε μόνοι σας τη θεραπεία· η ανεπάρκεια Β12 μπορεί να επανεμφανιστεί.

Με απλά λόγια: η θεραπεία των APCA είναι η σωστή και δια βίου κάλυψη της Β12,
ώστε να προστατεύεται το αίμα και το νευρικό σας σύστημα και να προλαμβάνονται επιπλοκές.

7) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση APCA;

Όχι, η εξέταση δεν απαιτεί νηστεία. Μπορείτε να φάτε κανονικά πριν την αιμοληψία. Ωστόσο, ενημερώστε τον/την μικροβιολόγο
εάν έχετε λάβει πρόσφατα υψηλές δόσεις ή ενέσεις βιταμίνης Β12, γιατί αυτό μπορεί να επηρεάσει προσωρινά τις μετρήσεις.
Αν έχετε προγραμματίσει άλλες εξετάσεις αίματος που απαιτούν νηστεία, ρωτήστε αν μπορούν να συνδυαστούν.

Αν βγει θετικό το τεστ APCA σημαίνει σίγουρα κακοήθη αναιμία;

Η θετικότητα στα APCA δείχνει ότι υπάρχει αυτοάνοση διαδικασία στο στομάχι (ατροφική γαστρίτιδα) και αυξημένος
κίνδυνος ανεπάρκειας βιταμίνης Β12. Δεν σημαίνει ότι έχετε ήδη κακοήθη αναιμία, αλλά ότι ο κίνδυνος είναι
αυξημένος. Ο/Η γιατρός σας θα συνεκτιμήσει και άλλες εξετάσεις (επίπεδα Β12, αντισώματα ενδογενούς παράγοντα,
γαστροσκόπηση) πριν θέσει οριστική διάγνωση.

Μπορεί να έχω ανεπάρκεια Β12 και να είναι αρνητικά τα APCA;

Ναι. Η ανεπάρκεια Β12 μπορεί να οφείλεται σε άλλες αιτίες (διατροφική, δυσαπορρόφηση λόγω χειρουργείου,
φάρμακα όπως μετφορμίνη ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων). Σε αυτές τις περιπτώσεις τα APCA είναι αρνητικά,
αλλά η ανεπάρκεια Β12 παραμένει και απαιτεί θεραπεία. Γι’ αυτό συνήθως ελέγχονται συνδυαστικά αντισώματα APCA
και αντισώματα ενδογενούς παράγοντα.

Πόσο συχνά πρέπει να επαναλαμβάνω το τεστ;

Συνήθως το APCA γίνεται μία φορά για διάγνωση. Δεν χρειάζεται συχνή επανάληψη, εκτός αν αλλάξει η κλινική εικόνα
ή ο/η γιατρός σας ζητήσει επανέλεγχο. Αν έχετε θετικά αντισώματα, η έμφαση δίνεται στην παρακολούθηση της βιταμίνης Β12
και όχι στην επανάληψη του ίδιου τεστ.

Υπάρχει θεραπεία για να «εξαφανιστούν» τα αντισώματα APCA;

Όχι, τα αντισώματα είναι δείκτης αυτοανοσίας και δεν μπορούν να αφαιρεθούν με φάρμακο. Η θεραπεία επικεντρώνεται
στη χορήγηση βιταμίνης Β12 και στην παρακολούθηση του στομάχου για επιπλοκές. Με σωστή αγωγή μπορείτε να
αποφύγετε την αναιμία και τις νευρολογικές βλάβες και να ζείτε φυσιολογικά.

Τι σημαίνει για τη διατροφή μου αν έχω θετικά APCA;

Ακόμη και αν τρώτε αρκετή βιταμίνη Β12 (κρέας, ψάρια, αυγά, γαλακτοκομικά), τα APCA και η αυτοάνοση γαστρίτιδα
εμποδίζουν την απορρόφησή της. Η διατροφή παραμένει σημαντική για τη συνολική υγεία, αλλά δεν επαρκεί για να
καλύψει την έλλειψη. Γι’ αυτό ο/η γιατρός θα σας προτείνει ενέσιμη ή υψηλή από του στόματος Β12.

Ποιες άλλες εξετάσεις συνιστώνται μαζί με το APCA;

Συχνά γίνονται παράλληλα:

  • Αντισώματα ενδογενούς παράγοντα (Anti-IF)
  • Επίπεδα βιταμίνης Β12, φυλλικού οξέος, σιδήρου
  • Ομοκυστεΐνη, μεθυλομαλονικό οξύ (δείκτες έλλειψης Β12)
  • Γαστροσκόπηση και βιοψία για επιβεβαίωση ατροφικής γαστρίτιδας

Ο/Η γιατρός σας θα καθορίσει ποιες χρειάζονται με βάση το ιστορικό και τα συμπτώματά σας.

Μπορώ να κάνω το τεστ στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας;

Ναι. Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας εκτελούμε αξιόπιστα την εξέταση Αντισωμάτων κατά των Τοιχωματικών Κυττάρων (APCA).
Μπορείτε να κλείσετε ραντεβού online
ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο εξετάσεων.

Εμπιστευθείτε το Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας για αξιόπιστη μέτρηση Αντισωμάτων κατά των Τοιχωματικών Κυττάρων (APCA), Αντισώματα έναντι Ενδογενούς Παράγοντα (Anti-IF).


📅 Κλείστε Ραντεβού


📋 Δείτε Κατάλογο Εξετάσεων

Τηλ.: +30-22310-66841 | Ώρες & Ημέρες: Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

8) Βιβλιογραφία & Πηγές


Το Εργαστήριό μας

Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.

Social Networks

Facebook
Twitter

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

22310 66841
6972 860905
Έσλιν 19, Λαμία 35100
©2025 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

©2023 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

Μικροβιολογικό Λαμία
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.