pcsk9-anastoleis-ldl-atherosklirwsi-mikrobiologikolamia-1200x800.jpg

PCSK9 Αναστολείς: Μηχανισμός, Κλινική Χρήση & Μείωση LDL Χοληστερόλης (Therapeutic Knowledge Hub)

Τελευταία ενημέρωση:

Επιστημονικό Knowledge Hub.
Η παρούσα σελίδα συνοψίζει την κλάση των PCSK9 αναστολέων (μονοκλωνικά αντισώματα και siRNA),
τον μηχανισμό δράσης, την αποτελεσματικότητα, τις κλινικές ενδείξεις και τη θέση τους στη σύγχρονη αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας και του καρδιαγγειακού κινδύνου.
Τι να θυμάστε:
Οι PCSK9 αναστολείς μπορούν να μειώσουν την LDL κατά περίπου 50–65% (ανάλογα με το σχήμα/συνδυασμούς).
Χρησιμοποιούνται κυρίως σε ASCVD και/ή οικογενή υπερχοληστερολαιμία όταν οι στόχοι LDL δεν επιτυγχάνονται με βέλτιστη θεραπεία.

 


1

Τι είναι οι PCSK9 αναστολείς

Οι PCSK9 αναστολείς είναι στοχευμένες υπολιπιδαιμικές θεραπείες που
παρεμβαίνουν στον κεντρικό μηχανισμό ρύθμισης των LDL υποδοχέων στο ήπαρ.
Με την αναστολή της πρωτεΐνης PCSK9,
αποτρέπουν την αποδόμηση των LDL υποδοχέων,
επιτρέποντας στο ήπαρ να απομακρύνει
πολλαπλάσια ποσότητα LDL χοληστερόλης από την κυκλοφορία.
Το αποτέλεσμα είναι μια
ισχυρή, προβλέψιμη και δοσοεξαρτώμενη μείωση της LDL.

Κλινικά, εντάσσονται στο θεραπευτικό πλάνο ασθενών που
παραμένουν πάνω από τον επιθυμητό στόχο LDL
παρά τη βέλτιστη συμβατική αγωγή
(στατίνη υψηλής έντασης ± ezetimibe),
καθώς και σε περιπτώσεις
τεκμηριωμένης δυσανεξίας στις στατίνες,
όταν απαιτείται ουσιαστική μείωση του
καρδιαγγειακού κινδύνου.


2

PCSK9 και LDL υποδοχέας: βασική φυσιολογία

Το ήπαρ ρυθμίζει τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης μέσω των
LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατοκυττάρων,
οι οποίοι δεσμεύουν και απομακρύνουν LDL από την κυκλοφορία.
Η πρωτεΐνη PCSK9 προσδένεται σε αυτούς τους υποδοχείς
και προάγει την ενδοκυττάρια αποδόμησή τους,
μειώνοντας τον αριθμό των λειτουργικών υποδοχέων.

Κλινική μετάφραση:
Όταν η PCSK9 αναστέλλεται, οι LDL υποδοχείς
δεν καταστρέφονται αλλά
επανακυκλοφορούν στην επιφάνεια του ηπατοκυττάρου,
με αποτέλεσμα το ήπαρ να απομακρύνει
περισσότερη LDL από το αίμα.


3

Μοριακό και κλινικό πλαίσιο των PCSK9 αναστολέων

Η πρωτεΐνη PCSK9 (proprotein convertase subtilisin/kexin type 9)
αποτελεί βασικό ρυθμιστή της ομοιόστασης της LDL χοληστερόλης.
Εκκρίνεται κυρίως από το ήπαρ και προσδένεται στον
LDL υποδοχέα (LDLR) στην επιφάνεια των ηπατοκυττάρων.
Όταν το σύμπλοκο PCSK9–LDLR εσωτερικεύεται,
ο υποδοχέας κατευθύνεται προς λυσοσωμική αποδόμηση
αντί να ανακυκλωθεί στην κυτταρική επιφάνεια.
Το αποτέλεσμα είναι μια μείωση της ικανότητας κάθαρσης της LDL
και αύξηση των επιπέδων της στο πλάσμα.

Η κλινική σημασία της PCSK9 αναδείχθηκε αρχικά μέσω
γενετικών μελετών:
άτομα με loss-of-function μεταλλάξεις στο γονίδιο PCSK9
εμφανίζουν πολύ χαμηλά επίπεδα LDL και
δραστικά μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου,
ενώ gain-of-function μεταλλάξεις
σχετίζονται με σοβαρή οικογενή υπερχοληστερολαιμία.
Αυτή η ισχυρή αιτιολογική σύνδεση καθιστά την PCSK9
ιδανικό θεραπευτικό στόχο.

Οι PCSK9 αναστολείς αξιοποιούν αυτή τη βιολογική γνώση
για να επαναφέρουν τον LDL υποδοχέα
στο φυσιολογικό του ρόλο ως «καθαριστή» της κυκλοφορίας.
Σε αντίθεση με τις στατίνες,
οι οποίες αυξάνουν τους LDL υποδοχείς
μέσω μείωσης της ενδογενούς σύνθεσης χοληστερόλης,
οι PCSK9 στρατηγικές
δεν επηρεάζουν άμεσα τον μεταβολισμό της χοληστερόλης,
αλλά δρουν στο επίπεδο της
κυτταρικής ανακύκλωσης του υποδοχέα.
Αυτό εξηγεί γιατί οι δύο κατηγορίες είναι
συμπληρωματικές και όχι ανταγωνιστικές.

Από θεραπευτική σκοπιά,
η έννοια του «υπολειπόμενου καρδιαγγειακού κινδύνου»
είναι καθοριστική.
Ακόμη και με LDL επίπεδα κοντά στους στόχους,
οι ασθενείς με καθιερωμένη ASCVD
εξακολουθούν να εμφανίζουν νέα επεισόδια,
υποδηλώνοντας ότι
το αθηρογόνο φορτίο δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως.
Η περαιτέρω μείωση της LDL μέσω PCSK9 αναστολής
οδηγεί σε
αναλογική μείωση της συσσώρευσης λιπιδίων στο τοίχωμα των αρτηριών,
επιβραδύνοντας την εξέλιξη και
σταθεροποιώντας τις αθηρωματικές πλάκες.

Έτσι, οι PCSK9 αναστολείς δεν αποτελούν απλώς
μια «ισχυρότερη» υπολιπιδαιμική αγωγή,
αλλά μια στοχευμένη βιολογική παρέμβαση
σε έναν κεντρικό μηχανισμό της αθηροσκλήρωσης,
γεφυρώνοντας τη μοριακή παθοφυσιολογία
με τη μείωση των πραγματικών
καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

4

Μηχανισμός δράσης: μονοκλωνικά αντισώματα και siRNA

Ο μηχανισμός δράσης των PCSK9 στρατηγικών βασίζεται στην
αποκατάσταση της φυσιολογικής ανακύκλωσης των LDL υποδοχέων.
Φυσιολογικά, κάθε LDL υποδοχέας μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί πολλές φορές για να
απομακρύνει LDL από το αίμα· η PCSK9 λειτουργεί ως «σήμα καταστροφής»,
οδηγώντας τον υποδοχέα σε αποδόμηση αντί για επανακυκλοφορία.

Τα μονοκλωνικά αντισώματα (mAbs) δρουν στο εξωκυττάριο περιβάλλον,
δεσμεύοντας την PCSK9 που κυκλοφορεί στο πλάσμα και
εμποδίζοντας την προσκόλλησή της στον LDL υποδοχέα.
Με αυτόν τον τρόπο, ο υποδοχέας δεν «σηματοδοτείται» για καταστροφή και
επιστρέφει επανειλημμένα στην επιφάνεια του ηπατοκυττάρου,
αυξάνοντας τη συνολική ικανότητα κάθαρσης της LDL.

Το siRNA (inclisiran) λειτουργεί σε διαφορετικό επίπεδο:
εισέρχεται στα ηπατοκύτταρα και
αναστέλλει τη μετάφραση του mRNA της PCSK9,
μειώνοντας την ίδια την παραγωγή της πρωτεΐνης.
Το αποτέλεσμα είναι σταθερά χαμηλά επίπεδα PCSK9
για μήνες, γεγονός που εξηγεί τη μακρά διάρκεια δράσης
και τα αραιά δοσολογικά σχήματα.

Κλινική σημασία:
αν και οι δύο τεχνολογίες στοχεύουν την ίδια βιολογική οδό,
τα mAbs προσφέρουν άμεση αναστολή της PCSK9 στο αίμα,
ενώ το siRNA προσφέρει πιο
μακρόχρονη και σταθερή καταστολή της PCSK9 από το ήπαρ.
Και οι δύο, όμως, οδηγούν σε
ισχυρή και προβλέψιμη μείωση της LDL.

5

Διαθέσιμες θεραπείες: evolocumab, alirocumab, inclisiran

Οι PCSK9 στρατηγικές βασίζονται σε δύο τεχνολογικά διαφορετικές προσεγγίσεις:
τα μονοκλωνικά αντισώματα (mAbs), που δεσμεύουν την κυκλοφορούσα PCSK9 στο αίμα,
και το siRNA, που μειώνει την παραγωγή της PCSK9 στο ήπαρ.
Και οι δύο οδηγούν σε αύξηση των λειτουργικών LDL υποδοχέων
και σε ισχυρή μείωση της LDL χοληστερόλης.

Μονοκλωνικά αντισώματα (PCSK9 inhibitors – mAbs)

  • Evolocumab (Repatha®): υποδόρια χορήγηση κάθε 2 εβδομάδες ή μία φορά τον μήνα, ανάλογα με το σχήμα.
  • Alirocumab (Praluent®): υποδόρια χορήγηση κάθε 2 εβδομάδες ή μηνιαία, ανάλογα με τη δόση και την ένδειξη.

siRNA έναντι PCSK9

  • Inclisiran (Leqvio®): θεραπεία μακράς διάρκειας με αραιές ενέσεις εντός του έτους, παρέχοντας σταθερή και παρατεταμένη μείωση της LDL.
Πρακτική διαφορά:
Τα mAbs δρουν δεσμεύοντας την PCSK9 που ήδη κυκλοφορεί στο αίμα,
ενώ το siRNA μειώνει την παραγωγή της στο ήπαρ.
Στην καθημερινή πράξη, η επιλογή επηρεάζεται κυρίως από τη
συμμόρφωση, τα κριτήρια αποζημίωσης
και τις προτιμήσεις του ασθενούς.

6

Σε ποιους ασθενείς ενδείκνυνται περισσότερο

Οι PCSK9 αναστολείς εντάσσονται στη θεραπευτική στρατηγική ασθενών με
υψηλό ή πολύ υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο,
όταν η LDL χοληστερόλη παραμένει πάνω από τον εξατομικευμένο στόχο
παρά τη χρήση βέλτιστης συμβατικής αγωγής
(στατίνη υψηλής έντασης ± ezetimibe).
Στόχος δεν είναι απλώς η βελτίωση ενός βιοχημικού δείκτη,
αλλά η μείωση του πραγματικού αθηροσκληρωτικού φορτίου
και του κινδύνου για έμφραγμα, εγκεφαλικό ή αιφνίδιο καρδιακό θάνατο.

  • Καθιερωμένη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσος (ASCVD):
    ασθενείς με στεφανιαία νόσο, προηγούμενο έμφραγμα μυοκαρδίου,
    αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή περιφερική αρτηριακή νόσο
    ανήκουν αυτόματα στην κατηγορία πολύ υψηλού κινδύνου
    και έχουν το μεγαλύτερο απόλυτο όφελος από επιθετική μείωση της LDL.
  • Οικογενής υπερχοληστερολαιμία (FH):
    γενετικά καθοριζόμενη διαταραχή με δια βίου έκθεση σε υψηλή LDL,
    όπου οι συμβατικές θεραπείες συχνά δεν επαρκούν για την επίτευξη
    ασφαλών επιπέδων χοληστερόλης.
  • Ανεπαρκής ανταπόκριση σε στατίνη υψηλής έντασης
    με ή χωρίς ezetimibe, ιδίως όταν η LDL παραμένει
    πάνω από τους στόχους των ESC/EAS σε ασθενείς πολύ υψηλού κινδύνου.
  • Πραγματική δυσανεξία στις στατίνες,
    όπου απαιτείται εναλλακτική ισχυρή υπολιπιδαιμική στρατηγική
    για την πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

7

Στόχοι LDL: πώς μπαίνουν στην πράξη (ESC/EAS – κλινική λογική)

Στην καθημερινή κλινική πράξη, οι PCSK9 αναστολείς μπαίνουν στο πλάνο όταν:
ο κίνδυνος είναι πολύ υψηλός και οι στόχοι LDL δεν επιτυγχάνονται με τα “βασικά” (στατίνη ± ezetimibe).
Ο στόχος δεν είναι απλώς ένας αριθμός, αλλά η μείωση του υπολειπόμενου αθηροσκληρωτικού κινδύνου.

Κλινική αρχή:
Όσο χαμηλότερη LDL σε υψηλό κίνδυνο, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα μείωσης συμβαμάτων, ειδικά όταν η LDL παραμένει “ανθεκτικά” αυξημένη.


8

Αποτελεσματικότητα: τι έδειξαν οι μεγάλες μελέτες

Οι μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες των PCSK9 στρατηγικών έδειξαν ότι η
έντονη μείωση της LDL χοληστερόλης μεταφράζεται σε
ουσιαστικό καρδιαγγειακό όφελος, ιδιαίτερα σε ασθενείς με
καθιερωμένη αθηροσκληρωτική νόσο ή
υπολειπόμενο κίνδυνο παρά τη βέλτιστη συμβατική αγωγή.
Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τα βασικά ευρήματα των πιο σημαντικών κλινικών δοκιμών.

📊 Κλινικές Μελέτες PCSK9 – Μείωση LDL & Καρδιαγγειακό Όφελος
↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΜελέτηΠαρέμβασηΜείωση LDLΚλινικό μήνυμα
FOURIEREvolocumab~59%Μείωση συμβαμάτων σε ASCVD όταν η LDL παραμένει υψηλή
ODYSSEY OUTCOMESAlirocumab~62%Κλινικό όφελος μετά από ACS με εντατική μείωση LDL
ORION-10 / ORION-11Inclisiran~50%Ισχυρή και σταθερή LDL με αραιότερη δοσολογία (long-term outcomes σε εξέλιξη)


9

Καρδιαγγειακά συμβάματα: τι κερδίζουμε πέρα από τη LDL

Η μείωση της LDL είναι ο κεντρικός μηχανισμός μείωσης κινδύνου. Στις μεγάλες μελέτες με mAbs παρατηρήθηκε
μείωση καρδιαγγειακών επεισοδίων σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.
Το κλινικό όφελος είναι μεγαλύτερο όταν το “υπόστρωμα” κινδύνου είναι υψηλό (π.χ. καθιερωμένη ASCVD)
και όταν υπάρχει “χώρος” για περαιτέρω μείωση LDL.


10

Σύγκριση με στατίνες, ezetimibe και άλλες θεραπείες

Οι υπολιπιδαιμικές θεραπείες δεν είναι ισοδύναμες ως προς τη δύναμη μείωσης της LDL και το
κλινικό όφελος.
Στην καθημερινή πράξη, οι στατίνες αποτελούν τη βάση,
το ezetimibe προστίθεται όταν δεν επαρκεί,
ενώ οι PCSK9 στρατηγικές χρησιμοποιούνται όταν παραμένει
υψηλός υπολειπόμενος καρδιαγγειακός κίνδυνος
παρά τη βέλτιστη συμβατική αγωγή.
Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τις βασικές διαφορές σε μηχανισμό,
αποτελεσματικότητα και πρακτικά χαρακτηριστικά.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΧαρακτηριστικόΣτατίνεςEzetimibePCSK9 στρατηγικές
Μηχανισμός↓ σύνθεση χοληστερόλης (HMG-CoA reductase)↓ εντερική απορρόφηση χοληστερόλης↑ LDL υποδοχείς μέσω αναστολής/μείωσης PCSK9
Μείωση LDL~30–55% (ανάλογα ένταση)~15–25%~50–65% (συχνά επιπλέον της βασικής αγωγής)
Ανεπιθύμητεςμυαλγίες (σε μερίδα), ηπατικά ένζυμα (σπάνια)συνήθως ήπιες/σπάνιεςκυρίως τοπικές αντιδράσεις στο σημείο ένεσης
Δοσολογίακαθημερινά (per os)καθημερινά (per os)υποδόρια, αραιότερα (ανάλογα σχήμα/μόριο)


11

PCSK9 στρατηγικές και «υπολειπόμενος καρδιαγγειακός κίνδυνος»

Παρά την ευρεία χρήση των στατινών και την επιθετική μείωση της LDL χοληστερόλης,
ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών με καθιερωμένη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο (ASCVD)
συνεχίζει να εμφανίζει νέα καρδιαγγειακά συμβάματα.
Αυτό το φαινόμενο περιγράφεται ως «υπολειπόμενος καρδιαγγειακός κίνδυνος»
και αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη των PCSK9 στρατηγικών.

Οι στατίνες μειώνουν αποτελεσματικά τη σύνθεση της χοληστερόλης και αυξάνουν τους LDL υποδοχείς,
όμως παράλληλα οδηγούν σε αύξηση της PCSK9 ως μηχανισμό ανάδρασης.
Αυτό σημαίνει ότι, όσο πιο επιθετικά μειώνεται η LDL με στατίνες,
τόσο μεγαλύτερη γίνεται η δράση της PCSK9 που περιορίζει τον αριθμό των LDL υποδοχέων.
Οι PCSK9 αναστολείς έρχονται ακριβώς να «σπάσουν» αυτό το βιολογικό φρένο,
επιτρέποντας στους LDL υποδοχείς να παραμείνουν λειτουργικοί.

Στις μεγάλες μελέτες (FOURIER και ODYSSEY OUTCOMES),
οι ασθενείς που είχαν ήδη χαμηλή LDL υπό στατίνη,
αλλά έλαβαν επιπλέον PCSK9 θεραπεία,
είδαν περαιτέρω μείωση της LDL σε επίπεδα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν «πολύ χαμηλά».
Ωστόσο, αυτά τα πολύ χαμηλά επίπεδα συνοδεύτηκαν από
στατιστικά σημαντική μείωση εμφραγμάτων, αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων
και ανάγκης για επαναιμάτωση
.
Αυτό επιβεβαίωσε ότι η LDL δεν έχει «κατώφλι ασφαλείας» στο οποίο το όφελος παύει.

Η έννοια του υπολειπόμενου κινδύνου είναι ιδιαίτερα σημαντική
σε ασθενείς με οικογενή υπερχοληστερολαιμία,
σε άτομα με πολλαπλά προηγούμενα καρδιαγγειακά επεισόδια
και σε όσους έχουν συνυπάρχοντα παράγοντα κινδύνου
όπως ο σακχαρώδης διαβήτης ή αυξημένη Lp(a).
Σε αυτές τις ομάδες, ακόμα και LDL τιμές κοντά στους «στόχους»
μπορεί να μην είναι αρκετές για να μειώσουν τον πραγματικό κίνδυνο.

Οι PCSK9 στρατηγικές δεν αντικαθιστούν τις στατίνες,
αλλά εντάσσονται σε μια πολυεπίπεδη προσέγγιση με στόχο
τη μέγιστη δυνατή μείωση της αθηρογόνου επιβάρυνσης.
Με αυτόν τον τρόπο, μετατρέπουν τη βιοχημική επίτευξη χαμηλής LDL
σε πραγματική μείωση καρδιαγγειακών συμβαμάτων,
που είναι και το τελικό ζητούμενο της θεραπείας.


12

Ασφάλεια και ανεπιθύμητες ενέργειες

Συνολικά, οι PCSK9 στρατηγικές εμφανίζουν
πολύ καλό προφίλ ασφάλειας στις μεγάλες κλινικές μελέτες και στην κλινική πράξη.
Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ήπιες
και σχετίζονται κυρίως με την υποδόρια χορήγηση και όχι με συστηματική τοξικότητα.

  • Ήπιος ερεθισμός, ερυθρότητα ή πόνος στο σημείο της ένεσης
  • Συμπτώματα τύπου “κρυολογήματος” ή ρινοφαρυγγίτιδα σε μερίδα ασθενών
  • Σπάνιες αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Κλινική σημείωση:
Σε αντίθεση με τις στατίνες, οι PCSK9 στρατηγικές
δεν σχετίζονται με ηπατοτοξικότητα ή μυοπάθεια.
Στην πράξη, η παρακολούθηση επικεντρώνεται στη
μέτρηση της LDL χοληστερόλης και στην επιβεβαίωση ότι επιτυγχάνονται και διατηρούνται οι θεραπευτικοί στόχοι.


13

Ειδικές ομάδες: ηλικιωμένοι, διαβήτης, νεφρική & ηπατική νόσος

Οι PCSK9 αναστολείς έχουν μελετηθεί σε πολλές κατηγορίες ασθενών
και μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια όταν ο
καρδιαγγειακός κίνδυνος είναι υψηλός
και απαιτείται ισχυρή μείωση της LDL χοληστερόλης.

  • Ηλικιωμένοι: συχνά έχουν τον μεγαλύτερο απόλυτο κίνδυνο για έμφραγμα ή εγκεφαλικό, άρα μπορούν να ωφεληθούν ιδιαίτερα από επιθετική μείωση της LDL.
  • Σακχαρώδης διαβήτης: οι PCSK9 στρατηγικές δεν επηρεάζουν το σάκχαρο και είναι κατάλληλες σε διαβητικούς υψηλού κινδύνου.
  • Νεφρική ή ηπατική νόσος: μπορούν να χρησιμοποιηθούν, καθώς δεν βασίζονται στον μεταβολισμό του ήπατος όπως οι στατίνες· η απόφαση όμως λαμβάνει πάντα υπόψη το συνολικό ιατρικό προφίλ.


14

Επίδραση στην Lp(a): τι γνωρίζουμε

Η λιποπρωτεΐνη(a) αποτελεί έναν
ανεξάρτητο και γενετικά καθοριζόμενο παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου
που ανταποκρίνεται ελάχιστα στις στατίνες και στο ezetimibe.
Τα μονοκλωνικά αντισώματα κατά της PCSK9 έχουν δείξει
μέτρια αλλά αναπαραγώγιμη μείωση της Lp(a),
συνήθως της τάξης του 20–30%.

Παρότι αυτή η μείωση είναι κλινικά ενδιαφέρουσα,
η κύρια θεραπευτική ένδειξη των PCSK9 αναστολέων
παραμένει η δραστική μείωση της LDL χοληστερόλης
και η αντίστοιχη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου
σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.

15

Πρακτικά θέματα: χορήγηση, παρακολούθηση, συμμόρφωση

Στην καθημερινή κλινική πράξη, η ένταξη ενός
PCSK9 αναστολέα ακολουθεί ένα σαφές και τεκμηριωμένο θεραπευτικό μονοπάτι:
εκτίμηση καρδιαγγειακού κινδύνου
μέγιστη ανεκτή βασική αγωγή (στατίνη ± ezetimibe) →
επανέλεγχος LDL
προσθήκη PCSK9 στρατηγικής όταν ο
υπολειπόμενος αθηροσκληρωτικός κίνδυνος
παραμένει υψηλός.
Ο στόχος δεν είναι απλώς η επίτευξη ενός αριθμού,
αλλά η σταθερή διατήρηση της LDL σε επίπεδα που μειώνουν
τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού
.

  • Παρακολούθηση:
    απαιτείται τακτικός επανέλεγχος του λιπιδαιμικού προφίλ,
    ώστε να τεκμηριώνεται η επίτευξη και η διατήρηση των θεραπευτικών στόχων LDL.
  • Συμμόρφωση:
    τα μακρά δοσολογικά διαστήματα (ιδίως με inclisiran)
    μειώνουν την πιθανότητα παράλειψης δόσεων
    και βελτιώνουν τη μακροχρόνια θεραπευτική προσκόλληση.
  • Συνδυασμοί:
    όταν είναι ανεκτά, οι PCSK9 αναστολείς χρησιμοποιούνται
    συμπληρωματικά με στατίνες και/ή ezetimibe,
    ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή μείωση της LDL
    και του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου.

16

Συχνά κλινικά λάθη και παγίδες ερμηνείας

Συχνό κλινικό λάθος:
να ξεκινά PCSK9 θεραπεία χωρίς να έχει πρώτα δοκιμαστεί σωστά η βασική αγωγή
(στατίνη ± ezetimibe) ή χωρίς να υπάρχει σαφής ένδειξη υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου.
  • Υποεκτίμηση κινδύνου: ασθενείς με προηγούμενο έμφραγμα ή εγκεφαλικό θεωρούνται πάντα πολύ υψηλού κινδύνου.
  • Απουσία επανελέγχου LDL: χωρίς νέα εξέταση δεν ξέρουμε αν η θεραπεία πέτυχε τον στόχο.
  • Εστίαση μόνο στον αριθμό: η LDL είναι εργαλείο για να μειωθεί ο πραγματικός κίνδυνος καρδιαγγειακών επεισοδίων.
Τι να θυμάστε:
Οι PCSK9 αναστολείς δεν είναι «εναλλακτική» των στατινών,
αλλά στρατηγική για τη μείωση του υπολειπόμενου καρδιαγγειακού κινδύνου
όταν η LDL παραμένει πάνω από τον στόχο.
Η σωστή ένδειξη, η επιβεβαίωση των τιμών LDL και η παρακολούθηση
είναι αυτά που καθορίζουν το πραγματικό όφελος για τον ασθενή.


17

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Τι είναι οι PCSK9 αναστολείς;

Είναι θεραπείες που στοχεύουν την PCSK9 ώστε να αυξάνουν τους LDL υποδοχείς στο ήπαρ και να μειώνουν δραστικά την LDL χοληστερόλη.

Πόσο μειώνουν την LDL;

Συχνά μειώνουν την LDL κατά περίπου 50–65%, ανάλογα με το μόριο, το σχήμα και τους συνδυασμούς με άλλη αγωγή.

Ποια είναι η διαφορά mAbs και inclisiran;

Τα mAbs δεσμεύουν την κυκλοφορούσα PCSK9, ενώ το inclisiran μειώνει την παραγωγή PCSK9 στο ήπαρ (siRNA), με πιο αραιά σχήματα δόσεων.

Σε ποιους ασθενείς χρησιμοποιούνται συχνότερα;

Κυρίως σε ASCVD και/ή οικογενή υπερχοληστερολαιμία, όταν οι στόχοι LDL δεν επιτυγχάνονται με βέλτιστη αγωγή ή υπάρχει δυσανεξία σε στατίνες.

Είναι ασφαλείς;

Στις μεγάλες μελέτες έχουν δείξει καλό προφίλ ασφάλειας, με συχνότερες ήπιες αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης.

Μειώνουν την Lp(a);

Τα mAbs κατά της PCSK9 έχουν δείξει μέτρια μείωση της Lp(a) (συχνά ~20–30%), αλλά ο κύριος στόχος παραμένει η LDL.

Πόσο γρήγορα αρχίζουν να δρουν οι PCSK9 αναστολείς;

Σημαντική μείωση της LDL παρατηρείται συνήθως μέσα στις πρώτες 2–4 εβδομάδες από την έναρξη.

Πρέπει να συνεχίζονται οι στατίνες μαζί με PCSK9 αναστολέα;

Ναι, όταν είναι ανεκτές, οι στατίνες συνδυάζονται με PCSK9 στρατηγικές για μέγιστη μείωση LDL και κινδύνου.

Χρειάζεται παρακολούθηση ήπατος όπως με τις στατίνες;

Όχι, οι PCSK9 στρατηγικές δεν σχετίζονται με ηπατοτοξικότητα όπως οι στατίνες.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διαβητικούς ασθενείς;

Ναι, έχουν δείξει καλή ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Είναι κατάλληλοι για ηλικιωμένους;

Ναι, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σε άτομα άνω των 65 ετών όταν υπάρχει υψηλός καρδιαγγειακός κίνδυνος.

Πόσο μειώνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο;

Στις μεγάλες μελέτες παρατηρήθηκε μείωση καρδιαγγειακών επεισοδίων περίπου 15–20% σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.

Ποιοι ασθενείς έχουν το μεγαλύτερο όφελος;

Εκείνοι με καθιερωμένη ASCVD ή οικογενή υπερχοληστερολαιμία που παραμένουν πάνω από τον στόχο LDL παρά βέλτιστη αγωγή.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς στατίνες;

Ναι, σε περιπτώσεις πραγματικής δυσανεξίας στις στατίνες μπορούν να χορηγηθούν ως εναλλακτική στρατηγική.


18

Ερμηνεία αποτελεσμάτων & εξετάσεις λιπιδίων

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας.
Αν έχετε πρόσφατες τιμές LDL χοληστερόλης, Lp(a), ApoB ή λιπιδαιμικό προφίλ,
μπορούμε να τις αξιολογήσουμε κλινικά και να σας καθοδηγήσουμε για τα επόμενα βήματα.

Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


19

Βιβλιογραφία

1. Sabatine MS et al. Evolocumab and Clinical Outcomes in Patients with Cardiovascular Disease. N Engl J Med, 2017.
https://doi.org/10.1056/NEJMoa1615664
2. Schwartz GG et al. Alirocumab and Cardiovascular Outcomes after Acute Coronary Syndrome. N Engl J Med, 2018.
https://doi.org/10.1056/NEJMoa1801174
3. Raal FJ et al. Inclisiran for the Treatment of Heterozygous Familial Hypercholesterolemia. N Engl J Med, 2020.
https://doi.org/10.1056/NEJMoa1913805
4. Ray KK et al. Safety and Efficacy of Inclisiran in Patients with ASCVD. J Am Coll Cardiol, 2021.
https://doi.org/10.1016/j.jacc.2020.11.065
5. Mach F et al. 2019 ESC/EAS Guidelines for the management of dyslipidaemias. Eur Heart J, 2020.
https://doi.org/10.1093/eurheartj/ehz455
6. Reiner Ž et al. PCSK9 Inhibitors — Mechanisms of Action and Clinical Applications. Nat Rev Cardiol, 2022.
https://doi.org/10.1038/s41569-021-00595-2
7. Μικροβιολογικό Λαμία – Κατάλογος Εξετάσεων.
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

lp-a-kardiaggeiakovos-kindynos-mikrobiologikolamia-1200x628-1-1200x800.jpg

Lipoprotein(a) – Lp(a): Ο Πλήρης Κλινικός Οδηγός για Καρδιαγγειακό Κίνδυνο

Τελευταία ενημέρωση:

Σύντομη περίληψη:
Η Lipoprotein(a) – Lp(a) είναι ένας
γενετικά καθορισμένος, ανεξάρτητος παράγοντας καρδιαγγειακού κινδύνου
που δεν ανιχνεύεται από τη συνηθισμένη LDL χοληστερόλη.
Τα υψηλά επίπεδα σχετίζονται με
έμφραγμα, εγκεφαλικό και αορτική στένωση
και απαιτούν
πιο αυστηρούς θεραπευτικούς στόχους LDL-C και ApoB.


1

Λιποπρωτεΐνη(a) – Ορισμός, Βιολογικός Ρόλος και Κλινική Σημασία

Η λιποπρωτεΐνη(a) [Lp(a)] αποτελεί έναν
γενετικά καθορισμένο και αιτιολογικό παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου,
με ισχυρή συσχέτιση με
αθηροσκλήρωση, στεφανιαία νόσο, ισχαιμικό εγκεφαλικό, θρόμβωση
και εκφυλιστική αορτική στένωση.
Κλινικά σημαντικός κίνδυνος τεκμηριώνεται όταν τα επίπεδα
υπερβαίνουν τα 50 mg/dL (≈125 nmol/L).

Η Lp(a) διαφέρει ουσιωδώς από την LDL,
καθώς φέρει επιπλέον την
απολιποπρωτεΐνη(a),
μια δομικά πλασμινογόνο-όμοια πρωτεΐνη,
η οποία προσδίδει
θρομβογόνες, προφλεγμονώδεις και προ-ασβεστοποιητικές ιδιότητες.
Αυτός ο συνδυασμός εξηγεί γιατί η Lp(a)
αποτελεί ανεξάρτητο και μη υποκαθιστώμενο παράγοντα κινδύνου,
ακόμη και όταν η LDL-χοληστερόλη είναι ρυθμισμένη.

Η κατανομή των επιπέδων Lp(a) στον πληθυσμό είναι εξαιρετικά ετερογενής
(διακύμανση >1000-πλάσια),
με περίπου το 20% του γενικού πληθυσμού
να φέρει συγκεντρώσεις εντός παθολογικού εύρους.
Σε νεαρά άτομα με πρόωρη στεφανιαία νόσο,
η Lp(a) μπορεί να αποτελεί
τον κύριο αιτιολογικό παράγοντα,
ακόμη και απουσία κλασικών παραγόντων κινδύνου.


2

Αιτιολογία και Επιδημιολογία της Lp(a)

Τα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης(a) καθορίζονται σχεδόν αποκλειστικά από το
γονίδιο LPA στο χρωμόσωμα 6, το οποίο ρυθμίζει τη σύνθεση,
το μέγεθος και την κυκλοφορούσα ποσότητα της απολιποπρωτεΐνης(a).
Η γενετική αυτή ποικιλομορφία δημιουργεί
πολλαπλές ισομορφές apo(a),
με τις μικρότερες ισομορφές να συνδέονται με
υψηλότερες συγκεντρώσεις Lp(a)
και εντονότερο αθηροθρομβωτικό κίνδυνο.

Η κατανομή της Lp(a) στον πληθυσμό είναι έντονα
μη κανονική:
το μεγαλύτερο μέρος των ατόμων έχει χαμηλές τιμές,
ενώ ένα μικρό ποσοστό (~20%)
φέρει πολύ αυξημένες συγκεντρώσεις,
οι οποίες καθορίζουν δυσανάλογα μεγάλο καρδιαγγειακό φορτίο.
Οι τιμές αυτές παραμένουν πρακτικά σταθερές από την παιδική ηλικία έως το γήρας.

Κλινικά, επίπεδα >50 mg/dL (ή ~>125 nmol/L)
συσχετίζονται με
σημαντικά αυξημένη επίπτωση εμφράγματος του μυοκαρδίου,
ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού και εκφυλιστικής αορτικής στένωσης
.
Αντιθέτως, ήπιες αυξήσεις κάτω από αυτά τα όρια
δεν τεκμηριώνουν σταθερά ανεξάρτητο κίνδυνο
σε όλες τις επιδημιολογικές αναλύσεις.

Σε αντίθεση με την LDL-χοληστερόλη,
η Lp(a) δεν τροποποιείται ουσιαστικά από
διατροφή, άσκηση ή κλασικές υπολιπιδαιμικές θεραπείες
(όπως οι στατίνες),
γεγονός που εξηγεί γιατί η παρουσία της δημιουργεί
γενετικά προκαθορισμένο υπολειπόμενο καρδιαγγειακό κίνδυνο,
ακόμη και όταν οι συμβατικοί λιπιδαιμικοί δείκτες είναι ικανοποιητικοί.


3

Παθοφυσιολογικοί Μηχανισμοί

Η Lipoprotein(a) αποτελεί μια
μοναδική αθηροθρομβωτική λιποπρωτεΐνη,
καθώς συνδυάζει τις ιδιότητες της LDL
με λειτουργίες του συστήματος πήξης.
Η παθογόνος της δράση δεν είναι μονοδιάστατη,
αλλά προκύπτει από την ταυτόχρονη ενεργοποίηση
τριών αλληλοενισχυόμενων μηχανισμών.

  • Αθηροσκλήρωση μέσω εναπόθεσης του LDL-πυρήνα
    στο ενδοθήλιο και ενσωμάτωσης σε αθηρωματικές πλάκες.
  • Θρόμβωση λόγω αναστολής της ινωδόλυσης
    από την απολιποπρωτεΐνη(a).
  • Φλεγμονή και ασβεστοποίηση,
    ιδιαίτερα στην αορτική βαλβίδα.

Η apo(a) εμφανίζει έντονη δομική ομοιότητα
με το πλασμινογόνο.
Ανταγωνίζεται τη σύνδεσή του με το ινώδες και
παρεμποδίζει τη φυσιολογική διάλυση των θρόμβων,
δημιουργώντας προθρομβωτικό μικροπεριβάλλον
επάνω στις αθηρωματικές πλάκες.

Παράλληλα, η Lp(a) είναι ο κύριος φορέας
οξειδωμένων φωσφολιπιδίων στο πλάσμα.
Τα μόρια αυτά ενεργοποιούν
μακροφάγα, ενδοθηλιακά και λεία μυϊκά κύτταρα,
ενισχύοντας τη φλεγμονή,
την αποδόμηση του ινώδους καλύμματος
και την αστάθεια των πλακών.

Ο συνδυασμός
αθηροσκλήρωσης, θρόμβωσης και χρόνιας φλεγμονής
εξηγεί γιατί η αυξημένη Lp(a)
σχετίζεται τόσο με
χρόνια στεφανιαία νόσο
όσο και με
οξέα ισχαιμικά συμβάματα
και εκφυλιστική αορτική στένωση.


4

Lp(a) και Αορτική Στένωση

Η Lipoprotein(a) αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς
γενετικούς παράγοντες κινδύνου για εκφυλιστική αορτική στένωση.
Σε αντίθεση με τη στεφανιαία νόσο, όπου κυριαρχεί η αθηροσκλήρωση,
στην αορτική βαλβίδα η Lp(a) επιταχύνει τη
φλεγμονή, την ασβεστοποίηση και την ίνωση
του βαλβιδικού ιστού.

Τα σωματίδια της Lp(a) μεταφέρουν
οξειδωμένα φωσφολιπίδια (OxPL),
τα οποία ενεργοποιούν τα βαλβιδικά
ενδοθηλιακά και μεσεγχυματικά κύτταρα,
οδηγώντας σε
οστεογενετική μετατροπή
και εναπόθεση ασβεστίου στην αορτική βαλβίδα.
Αυτός ο μηχανισμός εξηγεί γιατί η νόσος
προχωρά ακόμη και όταν η LDL είναι φυσιολογική.

Κλινικά, άτομα με Lp(a) > 50 mg/dL
ή >125 nmol/L εμφανίζουν
σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο
για πρώιμη και ταχέως εξελισσόμενη αορτική στένωση,
συχνά πριν από την ηλικία των 65 ετών.
Η σχέση αυτή είναι ανεξάρτητη
από LDL, αρτηριακή πίεση και σακχαρώδη διαβήτη.

Κλινική σημασία:
Σε ασθενείς με αορτική στένωση άγνωστης αιτιολογίας
ή ασυνήθιστα πρώιμη εξέλιξη,
η μέτρηση της Lp(a) μπορεί να αποκαλύψει
γενετικά καθορισμένο αιτιολογικό μηχανισμό
που δεν ανιχνεύεται στο κλασικό λιπιδαιμικό προφίλ.

Η αναγνώριση της Lp(a) ως οδηγού της βαλβιδικής νόσου
αποτελεί βασικό λόγο που τα
νεότερα φάρμακα μείωσης της Lp(a)
(π.χ. pelacarsen, olpasiran)
μελετώνται όχι μόνο για πρόληψη εμφράγματος,
αλλά και για
επιβράδυνση της αορτικής στένωσης.


5

Διαγνωστικός Έλεγχος της Lp(a)

Η Lp(a) μετράται σε ορό ή πλάσμα χωρίς ανάγκη νηστείας.
Επειδή τα επίπεδά της είναι
κατά κύριο λόγο γενετικά καθορισμένα και σταθερά σε όλη τη ζωή,
μια αξιόπιστη μέτρηση αρκεί για την εκτίμηση
του ισόβιου καρδιαγγειακού κινδύνου.

Ο έλεγχος της Lp(a) είναι ιδιαίτερα χρήσιμος σε άτομα με:

  • Πρόωρη στεφανιαία νόσο ή εγκεφαλικό επεισόδιο
  • Οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου
  • Υψηλή LDL-χοληστερόλη παρά βέλτιστη θεραπεία
  • Ανεξήγητη αορτική στένωση

Σε αυτό το πλαίσιο, η Lp(a) λειτουργεί ως
δείκτης γενετικά προκαθορισμένου “υπολειπόμενου” κινδύνου,
ο οποίος δεν αποτυπώνεται από το συμβατικό λιπιδαιμικό προφίλ
(LDL-C, HDL-C, τριγλυκερίδια).


6

Κατευθυντήριες Οδηγίες για Έλεγχο της Lp(a)

Η European Atherosclerosis Society (EAS) ορίζει συγκεκριμένες καταστάσεις
στις οποίες συνιστάται ο έλεγχος της Lp(a):

  • Άτομα με πρόωρη καρδιαγγειακή νόσο
  • Ασθενείς με υποτροπιάζοντα καρδιαγγειακά συμβάματα παρά θεραπεία με στατίνες
  • Άτομα με εκτιμώμενο 10ετή καρδιαγγειακό κίνδυνο ≥10%
  • Οικογενειακό ιστορικό πρόωρης καρδιοπάθειας ή αυξημένης Lp(a)
  • Παρουσία οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας

Η European Society of Cardiology (ESC) συνιστά ακόμη ευρύτερα
τη μέτρηση της Lp(a)
τουλάχιστον μία φορά στη διάρκεια της ζωής
σε κάθε ενήλικα,
ώστε να καθοριστεί ο γενετικά προκαθορισμένος καρδιαγγειακός κίνδυνος.

Για τον παιδιατρικό πληθυσμό δεν υπάρχουν προς το παρόν
επαρκώς τεκμηριωμένες οδηγίες,
καθώς τα διαθέσιμα επιδημιολογικά και προγνωστικά δεδομένα παραμένουν περιορισμένα.


7

Γιατί η Lp(a) αλλάζει τις κλινικές αποφάσεις

Η Lipoprotein(a) δεν είναι απλώς ένας ακόμη βιοχημικός δείκτης.
Αποτελεί τροποποιητή θεραπευτικών στόχων στην καρδιολογία.
Όταν η Lp(a) είναι αυξημένη,
ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ενός ατόμου
είναι υψηλότερος από αυτόν που φαίνεται
με βάση LDL, πίεση ή SCORE.

Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι δύο άτομα με ίδια LDL
δεν έχουν τον ίδιο πραγματικό κίνδυνο,
αν το ένα έχει υψηλή Lp(a).
Η Lp(a) προσθέτει έναν
γενετικά προκαθορισμένο “υπόλοιπο κίνδυνο”
που δεν μειώνεται με διατροφή ή άσκηση
και δεν αποτυπώνεται στο απλό λιπιδαιμικό προφίλ.

Κλινική συνέπεια:
Σε άτομο με υψηλή Lp(a),
οι θεραπευτικοί στόχοι για
LDL-C και ApoB
γίνονται αυστηρότεροι,
και η ένδειξη για
εντατικοποίηση λιπιδαιμικής θεραπείας
ισχυρότερη.

Για τον λόγο αυτό,
οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες
αντιμετωπίζουν τη Lp(a) ως
risk enhancer:
ένα εύρημα που μπορεί να
μετακινήσει έναν ασθενή
σε ανώτερη κατηγορία κινδύνου
και να αλλάξει αποφάσεις
σχετικά με στατίνες,
PCSK9 αναστολείς
και γενικότερη στρατηγική πρόληψης.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Lp(a)
συνιστάται να μετράται
τουλάχιστον μία φορά στη ζωή:
όχι για να “παρακολουθείται”,
αλλά για να αποκαλυφθεί
ο γενετικός καρδιαγγειακός χάρτης
του ατόμου.

8

Lp(a) και στατίνες: τι αλλάζει στην πράξη

Τι να θυμάστε:
Οι στατίνες μειώνουν τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο, αλλά
δεν μειώνουν την Lp(a) (και σε κάποιους μπορεί να την αυξήσουν ελαφρά).
Αυτό δεν σημαίνει ότι «δεν δουλεύουν» — απλώς η Lp(a) είναι άλλος μηχανισμός κινδύνου.

Η σύγχυση ξεκινά από το ερώτημα:
αν οι στατίνες δεν μειώνουν την Lp(a), γιατί τις δίνουμε σε άτομα με υψηλή Lp(a);
Η απάντηση είναι ότι η Lp(a) αυξάνει τον κίνδυνο μέσω αθηρογόνων και θρομβογόνων μηχανισμών,
αλλά ο συνολικός κίνδυνος εξαρτάται από το άθροισμα των παραγόντων
(LDL-C/ApoB, αρτηριακή πίεση, διαβήτης, κάπνισμα, οικογενειακό ιστορικό).

Μειώνουν οι στατίνες την Lp(a);

Όχι. Οι στατίνες δεν μειώνουν την Lp(a).
Σε μέρος των ασθενών μπορεί να εμφανιστεί
μικρή αύξηση (συνήθως ~10–20%).
Κλινικά όμως αυτό σπάνια αναιρεί το όφελος,
διότι η στατίνη μειώνει δραστικά το
αθηρογόνο φορτίο μέσω LDL-C και ApoB.

Γιατί μπορεί να αυξηθεί η Lp(a) με στατίνες;

Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι οι στατίνες μεταβάλλουν
τη ηπατική ρύθμιση των λιποπρωτεϊνών και τη δυναμική κάθαρσης,
οδηγώντας σε μικρές μεταβολές της Lp(a) σε ορισμένα άτομα.
Γι’ αυτό η Lp(a) θεωρείται residual risk
(υπόλοιπος γενετικός κίνδυνος) και όχι κύριος στόχος των στατινών.

Τι κάνουμε πρακτικά όταν η Lp(a) είναι υψηλή;

  • Δεν “κυνηγάμε” την Lp(a).
    Εφόσον είναι γενετικά καθορισμένη, συνήθως αρκεί μία μέτρηση.
  • Μειώνουμε επιθετικά LDL-C / ApoB όπου ενδείκνυται,
    ώστε να περιοριστεί το συνολικό αθηρογόνο φορτίο που “συνεργάζεται” με την Lp(a).
  • Σε υψηλό κίνδυνο, εξετάζονται εντατικοποίηση και
    PCSK9 αναστολείς, οι οποίοι προσφέρουν και
    μέτρια μείωση της Lp(a).
  • Παράλληλα, αυστηρή ρύθμιση πίεσης, σακχάρου,
    διακοπή καπνίσματος και συνολική καρδιαγγειακή πρόληψη.

Συχνό κλινικό λάθος:
Να διακόπτεται ή να αποφεύγεται η στατίνη επειδή «η Lp(a) δεν πέφτει».
Σε άτομα με υψηλή Lp(a), η μείωση της LDL-C/ApoB είναι συχνά ακόμη πιο κρίσιμη,
γιατί αφαιρεί μεγάλο μέρος του συνολικού κινδύνου.


9

Πότε πρέπει να μετρηθεί η Lp(a)

Η μέτρηση της Lp(a) δεν είναι μέρος του κλασικού lipid panel και συχνά χρειάζεται
ξεχωριστή παραγγελία.
Επειδή τα επίπεδα είναι κατά κύριο λόγο γενετικά και παραμένουν σχετικά σταθερά, σε πολλούς ανθρώπους
αρκεί μία μέτρηση ως “once in a lifetime” έλεγχος.

Ενδείξεις που συνήθως δικαιολογούν έλεγχο

  • Πρόωρο έμφραγμα/εγκεφαλικό ή στεφανιαία νόσος σε νεαρή ηλικία, ιδιαίτερα όταν το υπόλοιπο προφίλ κινδύνου δεν “εξηγεί” το συμβάν.
  • Οικογενειακό ιστορικό πρόωρης καρδιαγγειακής νόσου (πρώτου βαθμού συγγενείς).
  • Οικογενής υπερχοληστερολαιμία (FH) ή ισχυρή υποψία FH.
  • Επαναλαμβανόμενα καρδιαγγειακά συμβάντα παρά καλή υπολιπιδαιμική θεραπεία.
  • Αορτική στένωση (ιδίως ασβεστοποιητική) χωρίς προφανή εξήγηση ή σε σχετικά νεότερη ηλικία.
Πρακτική σημείωση:
Αν σε μία μέτρηση βρεθεί Lp(a) > 50 mg/dL> 125 nmol/L), τότε αυτό λειτουργεί ως
σήμα αυξημένου κινδύνου και συνήθως οδηγεί σε πιο “σφιχτή” συνολική πρόληψη (LDL/ApoB στόχοι, πίεση, σάκχαρο κ.λπ.).


10

Τιμές Lp(a): όρια, μονάδες και σωστή ερμηνεία

Η Lp(a) μπορεί να αναφέρεται σε mg/dL ή σε nmol/L.
Οι δύο μονάδες δεν μετατρέπονται με ακρίβεια με έναν ενιαίο συντελεστή,
επειδή η μάζα επηρεάζεται από το μέγεθος των isoforms της apo(a).
Γι’ αυτό η κλινικά σωστή ερμηνεία γίνεται με βάση τα
όρια αναφοράς της μεθόδου του εργαστηρίου.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα

Όρια Lp(a) και κατηγορίες καρδιαγγειακού κινδύνου
Lp(a) (mg/dL)Lp(a) (nmol/L)Κλινική ερμηνεία
< 30< 75Χαμηλός κίνδυνος (συνήθως)
30–5075–125Μέτριος / οριακά αυξημένος
> 50> 125Αυξημένος καρδιαγγειακός κίνδυνος
> 180–200Πολύ υψηλός – εντατικοποίηση & νέες θεραπείες

Κλινικά, η Lp(a) λειτουργεί ως risk enhancer:
όσο υψηλότερη είναι, τόσο πιο αυστηροί γίνονται οι στόχοι για
LDL-C και ApoB στη σύγχρονη προληπτική καρδιολογία.


11

Πώς ανιχνεύεται η υψηλή Lp(a)

Υψηλή Lp(a) ορίζεται ως συγκέντρωση
>50 mg/dL (ή >125 nmol/L).
Η κατανομή της στον πληθυσμό παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση,
καθώς επηρεάζεται από γενετικούς και εθνοτικούς παράγοντες.
Η πλειονότητα των ατόμων με αυξημένη Lp(a)
είναι ασυμπτωματική
μέχρι να εμφανιστεί καρδιαγγειακό συμβάν.

Κλινική υποψία για αυξημένη Lp(a) τίθεται σε άτομα με:

  • Πρόωρη στεφανιαία νόσο, έμφραγμα ή εγκεφαλικό
  • Περιφερική αρτηριακή νόσο
  • Οικογενειακό ιστορικό πρόωρης καρδιοπάθειας
  • Οικογενή υπερχοληστερολαιμία
  • Εκφυλιστική αορτική στένωση

Η διάγνωση γίνεται με
ειδική εξέταση Lp(a) στο αίμα,
η οποία δεν περιλαμβάνεται
στον συνήθη έλεγχο χοληστερόλης
και πρέπει να ζητείται ξεχωριστά.

Το δείγμα μπορεί να είναι
ορός ή πλάσμα,
δεν απαιτείται νηστεία,
και μία αξιόπιστη μέτρηση
αρκεί για τη δια βίου εκτίμηση κινδύνου,
εκτός αν υπάρχει οξεία φλεγμονή.


12

Οικογενειακή Κατανομή και Κληρονομικότητα

Η λιποπρωτεΐνη(a) παρουσιάζει
έντονη οικογενειακή συγκέντρωση,
καθώς τα επίπεδά της καθορίζονται σχεδόν αποκλειστικά
από παραλλαγές του γονιδίου LPA.
Εάν ένα άτομο έχει αυξημένη Lp(a),
οι συγγενείς πρώτου βαθμού
(γονείς, αδέλφια και παιδιά)
έχουν σημαντικά αυξημένη πιθανότητα
να φέρουν το ίδιο γενετικό προφίλ κινδύνου.

Η ιδιαιτερότητα της Lp(a)
είναι ότι η κληρονομικότητα της
δεν ακολουθεί απλώς τα πρότυπα της LDL-χοληστερόλης,
αλλά μεταβιβάζεται ανεξάρτητα
μέσω των ισομορφών της απολιποπρωτεΐνης(a),
με αποτέλεσμα μεγάλες διαφορές στα επίπεδα
ακόμη και μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.

Για τον λόγο αυτό,
όταν ανιχνεύεται παθολογικά αυξημένη Lp(a) σε ένα άτομο,
συνιστάται οικογενειακός έλεγχος (cascade screening)
στους συγγενείς πρώτου βαθμού,
ώστε να εντοπιστούν έγκαιρα φορείς
με αυξημένο, αλλά κατά τα άλλα «σιωπηλό»,
γενετικό καρδιαγγειακό κίνδυνο.


13

Κλινική Σημασία της Lp(a)

Η κύρια κλινική αξία της λιποπρωτεΐνης(a)
είναι η αναγνώριση ατόμων με
γενετικά καθορισμένο καρδιαγγειακό κίνδυνο
που δεν αποτυπώνεται από τους συμβατικούς δείκτες,
όπως η LDL-χοληστερόλη ή η ολική χοληστερόλη.
Η Lp(a) λειτουργεί ως ανεξάρτητος αιτιολογικός παράγοντας
στεφανιαίας νόσου, ισχαιμικού εγκεφαλικού και αορτικής στένωσης.

Σε άτομα με πολύ αυξημένη Lp(a)
(τυπικά >50 mg/dL ή >125 nmol/L),
η παρουσία της μεταβάλλει ουσιαστικά
την εκτίμηση του συνολικού κινδύνου,
καθιστώντας έναν κατά τα άλλα «μέτριο» ασθενή
κλινικά ισοδύναμο με υψηλού κινδύνου πληθυσμό.
Για τον λόγο αυτό,
οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες
συνιστούν αυστηρότερους θεραπευτικούς στόχους
για την LDL-C και την ApoB σε ασθενείς με αυξημένη Lp(a).

Στην πράξη, η Lp(a) δεν αποτελεί απλώς έναν επιπλέον βιοδείκτη,
αλλά έναν τροποποιητή θεραπευτικής στρατηγικής:
καθοδηγεί την ένταση της υπολιπιδαιμικής αγωγής,
τη χρήση συνδυαστικών σχημάτων
και την επιλογή νεότερων στοχευμένων θεραπειών,
με στόχο τη μείωση του «υπολειπόμενου» γενετικού κινδύνου.


14

Γιατί η Lp(a) αλλάζει ριζικά τη στρατηγική πρόληψης

Η Lp(a) δεν είναι απλώς «άλλος ένας λιπιδαιμικός δείκτης».
Αποτελεί έναν ισόβιο γενετικό επιταχυντή καρδιαγγειακής νόσου.
Αν ένα άτομο έχει υψηλή Lp(a), τότε ξεκινά τη ζωή του
με υψηλότερο βασικό αθηροθρομβωτικό φορτίο,
ακόμη και αν η LDL, το βάρος ή η πίεση είναι φυσιολογικά.

Αυτό εξηγεί γιατί άνθρωποι χωρίς εμφανείς παράγοντες κινδύνου
μπορεί να εμφανίσουν έμφραγμα ή αορτική στένωση σε νεαρή ηλικία.
Η Lp(a) δρα «σιωπηλά» επί δεκαετίες,
προκαλώντας σταδιακή βλάβη στο ενδοθήλιο,
αστάθεια των αθηρωματικών πλακών
και αυξημένη τάση για θρόμβωση.

Για τον λόγο αυτό,
η γνώση της Lp(a) αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο
ο γιατρός θέτει τους θεραπευτικούς στόχους:
σε άτομο με αυξημένη Lp(a),
οι στόχοι για LDL-C και ApoB πρέπει να είναι
πιο χαμηλοί από αυτούς του γενικού πληθυσμού,
ώστε να αντισταθμιστεί ο γενετικός «υπόλοιπος κίνδυνος».

Με απλά λόγια:
η Lp(a) δεν είναι παράγοντας που «θεραπεύεται» εύκολα,
αλλά είναι παράγοντας που καθορίζει πόσο επιθετική πρέπει να είναι η πρόληψη.
Η έγκαιρη μέτρησή της επιτρέπει
εξατομικευμένη καρδιολογική στρατηγική,
πολλά χρόνια πριν εμφανιστεί η νόσος.

15

Θεραπευτική Τροποποίηση της Lp(a)

Η Lp(a) είναι
ελάχιστα τροποποιήσιμη
με διατροφή ή άσκηση,
καθώς καθορίζεται κυρίως γενετικά.
Η θεραπευτική στρατηγική
επικεντρώνεται στη
μείωση του συνολικού αθηρογόνου φορτίου.

Οι στατίνες
μπορεί να αυξήσουν ελαφρώς την Lp(a),
ωστόσο παραμένουν
θεμέλιο της θεραπείας
λόγω της ισχυρής μείωσης του κινδύνου μέσω της LDL.

Οι αναστολείς PCSK9
μειώνουν την Lp(a)
κατά περίπου 20–30%
και βελτιώνουν τα καρδιαγγειακά συμβάντα,
αποτελώντας σημαντική επιλογή
σε άτομα με πολύ υψηλό κίνδυνο.

Άλλες παρεμβάσεις
(νιασίνη, ορμονικές θεραπείες, συμπληρώματα)
έχουν δείξει περιορισμένη
ή μη αποδεδειγμένη κλινική ωφέλεια
και δεν αποτελούν
τυποποιημένη θεραπεία.


16

Lp(a) και Στατίνες: Παθοφυσιολογική και Κλινική Σχέση

Οι στατίνες μειώνουν δραστικά τη σύνθεση της LDL-χοληστερόλης μέσω αναστολής της HMG-CoA αναγωγάσης
και αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της καρδιαγγειακής πρόληψης.
Ωστόσο, η λιποπρωτεΐνη(a) ακολουθεί διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς ρύθμισης,
καθώς η συγκέντρωσή της εξαρτάται κυρίως από τη σύνθεση της απολιποπρωτεΐνης(a) στο ήπαρ,
η οποία καθορίζεται από το γονίδιο LPA.

Για τον λόγο αυτό, οι στατίνες δεν μειώνουν την Lp(a)
και σε μέρος των ασθενών παρατηρείται
ήπια αύξηση των επιπέδων της
(τυπικά της τάξης του 10–20%).
Το φαινόμενο αυτό έχει τεκμηριωθεί σε μεγάλες μετα-αναλύσεις
και δεν σχετίζεται με απώλεια του καρδιοπροστατευτικού οφέλους των στατινών.

Κλινικά, η Lp(a) λειτουργεί ως γενετικά καθορισμένος «υπολειπόμενος κίνδυνος»:
ακόμη και όταν η LDL μειώνεται επιθετικά,
η αυξημένη Lp(a) μπορεί να συνεχίζει να συμβάλλει
στην αθηροσκλήρωση, τη θρόμβωση και την αορτική στένωση.
Για τον λόγο αυτό, σε άτομα με υψηλή Lp(a)
οι στατίνες δεν αποφεύγονται,
αλλά χρησιμοποιούνται για την επίτευξη
αυστηρότερων στόχων LDL-C και ApoB,
ώστε να μειωθεί το συνολικό αθηρογόνο φορτίο.

Η σύγχρονη θεραπευτική στρατηγική
δεν στοχεύει στην «εξάλειψη» της Lp(a) μέσω στατινών,
αλλά στην κλινική αντιστάθμιση των επιπτώσεών της
με επιθετική ρύθμιση των λοιπών παραγόντων κινδύνου
και, όπου ενδείκνυται, με τη χρήση νεότερων στοχευμένων θεραπειών
(PCSK9 αναστολείς, antisense και siRNA).


17

Lp(a) και Στατίνες — Βιολογική και Κλινική Σχέση

Η καρδιαγγειακή νόσος παραμένει η κύρια αιτία θνησιμότητας παγκοσμίως.
Παρότι η LDL-χοληστερόλη αποτελεί τον βασικό θεραπευτικό στόχο,
η λιποπρωτεΐνη(a) αναδεικνύεται ως
ανεξάρτητος γενετικός τροποποιητής καρδιαγγειακού κινδύνου.

Οι στατίνες είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της υπολιπιδαιμικής θεραπείας,
όμως η αλληλεπίδρασή τους με την Lp(a)
ακολουθεί διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς
σε σχέση με τη LDL.

Η Lp(a) αποτελείται από έναν πυρήνα LDL
και την προσκολλημένη
απολιποπρωτεΐνη(a),
η οποία προσδίδει
αθηρογόνες, θρομβογόνες και προφλεγμονώδεις ιδιότητες.
Η δομή της εξηγεί γιατί η Lp(a)
συμμετέχει τόσο στην αθηροσκλήρωση
όσο και στη θρομβογένεση
και στην εκφυλιστική αορτική στένωση.

Σε αντίθεση με τη LDL,
η Lp(a) είναι
κατά >90% γενετικά καθορισμένη
μέσω του γονιδίου LPA
και παρουσιάζει διακύμανση έως και
1000-πλάσια μεταξύ ατόμων.
Δεν επηρεάζεται ουσιαστικά
από διατροφή, άσκηση ή στατίνες,
και παραμένει
σταθερή σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Για τον λόγο αυτό,
διεθνείς καρδιολογικές εταιρείες
συνιστούν τη μέτρηση της Lp(a)
τουλάχιστον μία φορά στη ζωή,
ιδίως σε άτομα με:

  • Πρόωρη καρδιαγγειακή νόσο
  • Οικογενειακό ιστορικό εμφράγματος ή εγκεφαλικού
  • Υψηλή LDL παρά θεραπεία
  • Ανεξήγητη αορτική στένωση

Η κλινική ερμηνεία βασίζεται σε όρια:

  • <30 mg/dL: χαμηλός κίνδυνος
  • 30–50 mg/dL: ενδιάμεσος
  • >50 mg/dL (ή >125 nmol/L): υψηλός γενετικός κίνδυνος

Οι στατίνες
(ατορβαστατίνη, ροσουβαστατίνη, σιμβαστατίνη)
αναστέλλουν το ένζυμο
HMG-CoA αναγωγάση,
μειώνοντας την ηπατική σύνθεση χοληστερόλης
και οδηγώντας σε
20–60% μείωση της LDL,
σταθεροποίηση πλακών
και μείωση εμφραγμάτων και εγκεφαλικών.

Ωστόσο,
σε μέρος των ασθενών
οι στατίνες μπορεί να προκαλέσουν
ήπια αύξηση της Lp(a).
Το φαινόμενο αυτό
δεν αναιρεί το σαφές καρδιοπροστατευτικό τους όφελος,
αλλά υπογραμμίζει
ότι η Lp(a) αποτελεί
ανεξάρτητο και μη τροποποιήσιμο θεραπευτικό στόχο.

Στην πράξη,
η παρουσία υψηλής Lp(a)
δεν οδηγεί σε διακοπή των στατινών,
αλλά σε
αυστηρότερους στόχους LDL
και, όπου χρειάζεται,
συνδυασμό με
αναστολείς PCSK9
ή νεότερες στοχευμένες θεραπείες.


18

Επίδραση των στατινών στην Lp(a) και σύγχρονες θεραπευτικές στρατηγικές

Οι στατίνες δεν μειώνουν τη λιποπρωτεΐνη(a).
Σε σημαντικό ποσοστό ασθενών μπορεί μάλιστα να παρατηρηθεί
ήπια αύξηση της Lp(a),
συνήθως της τάξης του 10–20%.
Το φαινόμενο αυτό έχει τεκμηριωθεί σε μεγάλες μετα-αναλύσεις
και πληθυσμιακές μελέτες,
χωρίς όμως να αναιρεί το σαφές καρδιοπροστατευτικό όφελος των στατινών.

Η βιολογική εξήγηση είναι ότι η Lp(a)
δεν ρυθμίζεται από τον LDL-υποδοχέα,
στον οποίο στοχεύουν οι στατίνες,
αλλά κυρίως από την ηπατική σύνθεση της
απολιποπρωτεΐνης(a),
η οποία ελέγχεται γενετικά από το γονίδιο LPA.
Έτσι, η μείωση της LDL μέσω HMG-CoA αναγωγάσης
δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη μείωση της Lp(a).

Κλινικά, η μικρή αύξηση της Lp(a) υπό στατίνη
δεν θεωρείται επιβλαβής,
διότι η δραστική μείωση της LDL
οδηγεί σε πολύ μεγαλύτερη μείωση του συνολικού αθηρωματικού φορτίου.
Η Lp(a) δρα ως ανεξάρτητος τροποποιητής κινδύνου,
όχι ως υποκατάστατο της LDL.

Σε ασθενείς με υψηλή Lp(a),
η θεραπευτική στρατηγική δεν είναι η αποφυγή των στατινών,
αλλά η επίτευξη αυστηρότερων στόχων LDL
και η προσθήκη στοχευμένων παραγόντων όπου ενδείκνυται.

Οι διαθέσιμες και αναδυόμενες θεραπείες με αποδεδειγμένη επίδραση στην Lp(a) περιλαμβάνουν:

  • Αναστολείς PCSK9 (evolocumab, alirocumab):
    μείωση της Lp(a) κατά περίπου 25–30%,
    παράλληλα με σημαντική μείωση της LDL και καρδιαγγειακών συμβαμάτων.
  • Inclisiran:
    κυρίως LDL-μειωτική δράση,
    με μικρή και ασυνεπή επίδραση στην Lp(a).
  • Pelacarsen:
    antisense ολιγονουκλεοτίδιο έναντι του LPA,
    μείωση Lp(a) 60–80% σε κλινικές μελέτες φάσης 3.
  • Olpasiran και SLN360:
    siRNA μόρια με 70–90% μείωση Lp(a) σε μελέτες,
    σε προχωρημένη φάση κλινικής ανάπτυξης.

Συνολικά, η Lp(a) πρέπει να αντιμετωπίζεται ως
γενετικά καθορισμένος ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου.
Οι στατίνες παραμένουν ο ακρογωνιαίος λίθος της πρόληψης,
ενώ οι νεότερες στοχευμένες θεραπείες
αναμένεται να επιτρέψουν για πρώτη φορά
την άμεση και ουσιαστική τροποποίηση της Lp(a)
σε άτομα πολύ υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου.

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας. Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


19

Βιβλιογραφία & Τεκμηρίωση για τη Λιποπρωτεΐνη(a)

1. Tsimikas S. Lipoprotein(a): Recent insights from bench and clinical bedside. J Am Coll Cardiol. 2018;71(11):1230–1245.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/29426868/
2. Langsted A, Kamstrup PR, Nordestgaard BG. Lipoprotein(a): From a risk factor to a therapeutic target. Circ Res. 2019;124(5):732–750.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/30817261/
3. Clarke R, et al. Genetic variants associated with Lp(a) levels and coronary disease. N Engl J Med. 2009;361:2518–2528.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20032323/
4. Emerging Risk Factors Collaboration. Lipoprotein(a) and risk of coronary heart disease and stroke. Lancet. 2010;375:1360–1369.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20435208/
5. Nordestgaard BG, et al. European Atherosclerosis Society consensus statement. Eur Heart J. 2010;31:2844–2853.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20965889/
6. Nissen SE, et al. Lp(a) lowering with pelacarsen in cardiovascular disease. N Engl J Med. 2023.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/37390515/
7. Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία – Δυσλιπιδαιμίες και καρδιαγγειακός κίνδυνος.
https://www.hcs.gr
8. Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) – Παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου.
https://eody.gov.gr
9. Κατάλογος Εξετάσεων Μικροβιολογικό Λαμία.
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/

Το Εργαστήριό μας

Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.

Social Networks

Facebook
Twitter

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

22310 66841
6972 860905
Έσλιν 19, Λαμία 35100
©2025 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

©2023 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

Μικροβιολογικό Λαμία
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.