Καλσιτονίνη.jpg

1) Τι είναι η Καλσιτονίνη;

Key Takeaway: Η Καλσιτονίνη είναι μία ορμόνη που εκκρίνεται από τα C-κύτταρα του θυρεοειδούς και ρυθμίζει τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα, λειτουργώντας συμπληρωματικά της παραθορμόνης.

Η Καλσιτονίνη είναι μία πεπτιδική ορμόνη που παράγεται από τα παραθυλακιώδη (C) κύτταρα του θυρεοειδούς αδένα.
Ο κύριος ρόλος της είναι η μείωση των επιπέδων ασβεστίου στο αίμα όταν αυτά αυξάνονται, αναστέλλοντας την απορρόφηση οστού από τους οστεοκλάστες και αυξάνοντας την αποβολή ασβεστίου από τα νεφρά.

Σε φυσιολογικές καταστάσεις η καλσιτονίνη παίζει επικουρικό ρόλο στη ρύθμιση του ασβεστίου· ωστόσο, σε παθολογικές καταστάσεις (π.χ. μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδούς), τα επίπεδά της στο αίμα μπορεί να αυξηθούν σημαντικά και να χρησιμοποιηθούν ως διαγνωστικός δείκτης.

Συμβουλή: Η μέτρηση καλσιτονίνης συχνά ζητείται σε άτομα με όζους θυρεοειδούς για να αποκλειστεί μυελοειδές καρκίνωμα.

Η γνώση των επιπέδων καλσιτονίνης είναι σημαντική τόσο για τη διάγνωση και παρακολούθηση παθήσεων του θυρεοειδούς όσο και για τη μελέτη μεταβολικών νοσημάτων των οστών.

2) Ρόλος & Λειτουργία στον Οργανισμό

Σημαντικό: Η καλσιτονίνη είναι η ορμόνη «φρένο» του ασβεστίου: μειώνει τα επίπεδά του στο αίμα όταν είναι υψηλά, δρώντας αντίθετα από την παραθορμόνη.

Η Καλσιτονίνη εκκρίνεται από τα παραθυλακιώδη (C) κύτταρα του θυρεοειδούς όταν το ασβέστιο του αίματος αυξάνεται. Ο βασικός της ρόλος είναι να διατηρεί την ομοιόσταση του ασβεστίου σε συνεργασία με την παραθορμόνη (PTH) και τη βιταμίνη D.

Βασικές Δράσεις

  • Στα οστά: Αναστέλλει τη δραστηριότητα των οστεοκλαστών, μειώνοντας την απελευθέρωση ασβεστίου από το οστικό απόθεμα.
  • Στους νεφρούς: Αυξάνει την αποβολή ασβεστίου και φωσφόρου μέσω των ούρων.
  • Στο έντερο: Έμμεσα επηρεάζει την απορρόφηση ασβεστίου περιορίζοντας την υπερφόρτωση.
  • Ρόλος σε παθολογικές καταστάσεις: Υψηλά επίπεδα σε μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδούς, σε ορισμένα καρκινώματα πνεύμονα και σε υπερτροφία C-κυττάρων.

Η καλσιτονίνη λειτουργεί σαν «ασφάλεια» όταν υπάρχει υπερασβεστιαιμία, προστατεύοντας το σώμα από την αποδόμηση των οστών και συμβάλλοντας στη διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων ασβεστίου.

Συμβουλή: Στην κλινική πράξη, η καλσιτονίνη χρησιμοποιείται κυρίως ως δείκτης για μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδούς και λιγότερο για διαταραχές ασβεστίου.

Κατανοώντας τον ρόλο της καλσιτονίνης, ο γιατρός σας μπορεί να ερμηνεύσει σωστά τα αποτελέσματα της εξέτασης και να εντοπίσει έγκαιρα τυχόν παθολογίες.

3) Πότε ζητείται η Εξέταση Καλσιτονίνης

Σημαντικό: Η μέτρηση καλσιτονίνης δεν γίνεται ως προληπτική εξέταση ρουτίνας. Χρησιμοποιείται κυρίως για τη διάγνωση και παρακολούθηση συγκεκριμένων παθήσεων του θυρεοειδούς και των οστών.

Η εξέταση καλσιτονίνης στο αίμα συνιστάται όταν υπάρχει κλινική υποψία για καταστάσεις που αυξάνουν ή μειώνουν την παραγωγή της.
Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη ως δείκτης όγκου για το μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς, αλλά και ως εργαλείο σε διαταραχές μεταβολισμού ασβεστίου.

Ενδείξεις για τη μέτρηση

  • Υποψία μυελοειδούς καρκινώματος θυρεοειδούς (ιδιαίτερα σε ασθενείς με όζους θυρεοειδούς).
  • Παρακολούθηση μετά από χειρουργική αφαίρεση μυελοειδούς καρκινώματος για έλεγχο υποτροπής.
  • Έλεγχος συγγενών ασθενών με MEN 2 (πολλαπλή ενδοκρινική νεοπλασία τύπου 2).
  • Διερεύνηση ανεξήγητης υπερασβεστιαιμίας ή διαταραχών μεταβολισμού ασβεστίου.
  • Εργαστηριακή αξιολόγηση C-κυτταρικής υπερπλασίας σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.

Συμβουλή: Αν έχετε οικογενειακό ιστορικό μυελοειδούς καρκινώματος ή MEN 2, ενημερώστε τον ενδοκρινολόγο σας. Η προληπτική μέτρηση καλσιτονίνης μπορεί να οδηγήσει σε έγκαιρη διάγνωση.

Με την εξέταση καλσιτονίνης ο γιατρός αποκτά πολύτιμη πληροφορία για το προφίλ κινδύνου του θυρεοειδούς σας και μπορεί να καθορίσει το κατάλληλο πλάνο παρακολούθησης ή θεραπείας.

4) Εξέταση Καλσιτονίνης στο Αίμα – Διαδικασία & Φυσιολογικές Τιμές

Σημαντικό: Η εξέταση καλσιτονίνης είναι μια απλή αιματολογική εξέταση, αλλά η ερμηνεία των αποτελεσμάτων απαιτεί εξειδικευμένο γιατρό (ενδοκρινολόγο).

Η μέτρηση της καλσιτονίνης γίνεται στο αίμα και συνήθως δεν απαιτεί ειδική προετοιμασία.
Ο γιατρός σας μπορεί να σας ζητήσει να αποφύγετε συγκεκριμένα φάρμακα ή εξετάσεις πριν την αιμοληψία, γιατί μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.

Διαδικασία

  • Απλή αιμοληψία από φλέβα (συνήθως πρωινές ώρες).
  • Το δείγμα αποστέλλεται στο εργαστήριο για ανοσοενζυμική μέτρηση καλσιτονίνης.
  • Αποτελέσματα διαθέσιμα συνήθως μέσα σε 1–2 εργάσιμες ημέρες.
  • Σε αμφίβολες περιπτώσεις μπορεί να γίνει δοκιμασία διέγερσης (stimulated test) με ένεση ασβεστίου ή πενταγαστρίνης για να εκτιμηθεί η απάντηση της καλσιτονίνης.

ΠαράμετροςΠληροφορίες
ΔείγμαΦλεβικό αίμα (ορός)
Απαιτεί νηστεία;Όχι, εκτός αν ο γιατρός σας δώσει διαφορετικές οδηγίες
Χρόνος ΑποτελέσματοςΣυνήθως 1–2 εργάσιμες ημέρες
Φυσιολογικές Τιμές
  • Άνδρες: <8,5 pg/mL (ή ανάλογα με τη μέθοδο)
  • Γυναίκες: <5 pg/mL
  • Μετά από θυρεοειδεκτομή: σχεδόν μηδενικά επίπεδα

Οι τιμές διαφέρουν ανάλογα με το εργαστήριο και την τεχνική μέτρησης.

Τι επηρεάζει τα αποτελέσματα;

  • Πρόσφατη λήψη φαρμάκων (π.χ. PPI, αναστολείς αντλίας πρωτονίων).
  • Νεφρική ανεπάρκεια (μπορεί να αυξήσει ψευδώς τα επίπεδα).
  • Εγκυμοσύνη (μικρές αυξήσεις).
  • Οξεία νόσος ή φλεγμονή.

Συμβουλή: Να έχετε μαζί σας όλες τις προηγούμενες εξετάσεις καλσιτονίνης όταν επισκέπτεστε τον γιατρό σας, ώστε να αξιολογήσει την πορεία στο χρόνο.

Η εξέταση καλσιτονίνης είναι ανώδυνη και παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την υγεία του θυρεοειδούς και τον μεταβολισμό του ασβεστίου.

5) Αιτίες Αυξημένων Επιπέδων Καλσιτονίνης

Σημαντικό: Η υψηλή καλσιτονίνη δεν σημαίνει πάντα καρκίνο. Υπάρχουν πολλές καταστάσεις που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδά της. Η σωστή διάγνωση γίνεται από ειδικό γιατρό.

Η αύξηση της καλσιτονίνης στο αίμα αποτελεί κυρίως βιοδείκτη για το μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς, αλλά μπορεί να παρατηρηθεί και σε άλλες παθολογικές ή φυσιολογικές καταστάσεις.
Ο γιατρός συνεκτιμά την κλινική εικόνα, το υπερηχογράφημα θυρεοειδούς και άλλους δείκτες για τη διάγνωση.

Συχνότερες Αιτίες Αυξημένων Επιπέδων

  • Μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδούς (MTC): Η πιο σημαντική αιτία. Πολύ υψηλά επίπεδα (>100 pg/mL) είναι σχεδόν παθογνωμονικά.
  • Υπερπλασία C-κυττάρων: Πρόδρομη κατάσταση MTC, συχνά σε φορείς MEN2.
  • Άλλοι νευροενδοκρινικοί όγκοι: π.χ. καρκίνωμα πνεύμονα, παγκρεατικά νεοπλάσματα, φαιοχρωμοκύτωμα.
  • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια: Μπορεί να προκαλέσει μέτρια αύξηση.
  • Φλεγμονώδεις/αυτοάνοσες παθήσεις θυρεοειδούς: π.χ. θυρεοειδίτιδα Hashimoto.
  • Λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων: Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPI), γλυκαγόνη, κ.ά.
  • Εγκυμοσύνη: Μικρές αυξήσεις θεωρούνται φυσιολογικές.
  • Οξεία υπερασβεστιαιμία: Μπορεί να διεγείρει την έκκριση καλσιτονίνης.

Συμβουλή: Η επανάληψη της εξέτασης ή η δοκιμασία διέγερσης (stimulated test) με ασβέστιο βοηθάει στη διάκριση μεταξύ καλοήθους και κακοήθους αιτίας αυξημένης καλσιτονίνης.

Τα επίπεδα καλσιτονίνης πρέπει πάντα να ερμηνεύονται από εξειδικευμένο γιατρό, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, το φύλο, το ιστορικό, τα συμπτώματα και τα ευρήματα από απεικονιστικές εξετάσεις.

6) Αιτίες Χαμηλών Επιπέδων Καλσιτονίνης

Σημαντικό: Τα χαμηλά επίπεδα καλσιτονίνης συνήθως δεν αποτελούν ανησυχητικό εύρημα, αλλά μπορούν να δώσουν πληροφορίες για τη λειτουργία του θυρεοειδούς μετά από θεραπεία.

Η μείωση της καλσιτονίνης στο αίμα είναι συχνότερη σε καταστάσεις όπου έχει αφαιρεθεί ή κατασταλεί ο θυρεοειδής,
ή σε φυσιολογικές μεταβολές της ορμόνης. Σε αντίθεση με την αύξηση, τα χαμηλά επίπεδα σπάνια σχετίζονται με σοβαρή νόσο.

Συχνότερες Αιτίες Χαμηλών Επιπέδων

  • Μετά από θυρεοειδεκτομή: Η αφαίρεση του θυρεοειδούς οδηγεί σε μηδενικά επίπεδα καλσιτονίνης.
  • Μετά από επιτυχή θεραπεία μυελοειδούς καρκινώματος: Τα χαμηλά επίπεδα επιβεβαιώνουν την επιτυχία της θεραπείας.
  • Φυσιολογικά χαμηλά επίπεδα: Ιδίως στις γυναίκες και στα παιδιά η καλσιτονίνη είναι φυσιολογικά χαμηλότερη.
  • Υπολειτουργία ή καταστολή C-κυττάρων: Σε ορισμένες σπάνιες παθήσεις του θυρεοειδούς.
  • Λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων: Που μειώνουν την έκκριση ή επηρεάζουν τη μέτρηση της καλσιτονίνης.

Συμβουλή: Σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε χειρουργείο για μυελοειδές καρκίνωμα,
τα μη ανιχνεύσιμα επίπεδα καλσιτονίνης μετά την επέμβαση είναι καλό προγνωστικό σημείο. Η περιοδική μέτρηση βοηθά στον έγκαιρο εντοπισμό πιθανής υποτροπής.

Τα χαμηλά επίπεδα καλσιτονίνης, εφόσον δεν υπάρχουν συμπτώματα,
θεωρούνται γενικά καλοήθη εύρημα και δεν απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση εκτός αν το συστήσει ο γιατρός σας.

7) Καλσιτονίνη & Καρκίνος Θυρεοειδούς

Σημαντικό: Η καλσιτονίνη είναι ο πιο ευαίσθητος δείκτης για το μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς. Υψηλές τιμές χρειάζονται πάντα περαιτέρω διερεύνηση από ενδοκρινολόγο.

Το μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς (MTC) είναι ένας νευροενδοκρινικός όγκος που προέρχεται από τα C-κύτταρα του θυρεοειδούς, δηλαδή τα ίδια κύτταρα που παράγουν την καλσιτονίνη.
Γι’ αυτό η ορμόνη αυτή αποτελεί τον πιο αξιόπιστο ογκολογικό δείκτη για τη διάγνωση και την παρακολούθησή του.

Ρόλος της Καλσιτονίνης στο Μυελοειδές Καρκίνωμα

  • Διάγνωση: Πολύ υψηλές τιμές (>100 pg/mL) είναι σχεδόν παθογνωμονικές για MTC.
  • Σταδιοποίηση: Τα επίπεδα καλσιτονίνης σχετίζονται με την έκταση της νόσου και τη μεταστατική διασπορά.
  • Παρακολούθηση: Μετά από χειρουργείο, η πτώση της καλσιτονίνης σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα δηλώνει επιτυχή αφαίρεση του όγκου.
  • Οικογενειακός έλεγχος: Σε φορείς του συνδρόμου MEN 2 η προληπτική μέτρηση καλσιτονίνης βοηθά στην έγκαιρη διάγνωση.

Συμβουλή: Αν έχετε όζους θυρεοειδούς και αυξημένη καλσιτονίνη, ζητήστε από τον ενδοκρινολόγο σας εξειδικευμένο υπερηχογράφημα ή FNA (βιοψία με λεπτή βελόνα) για έγκαιρη διάγνωση.

Η μέτρηση καλσιτονίνης αποτελεί βασικό εργαλείο για τον εντοπισμό και την παρακολούθηση του μυελοειδούς καρκινώματος, βοηθώντας τους γιατρούς να σχεδιάσουν την κατάλληλη θεραπευτική στρατηγική και να μειώσουν τον κίνδυνο υποτροπής.

8) Καλσιτονίνη & Εγκυμοσύνη

Σημαντικό: Στην εγκυμοσύνη το σώμα υφίσταται φυσιολογικές ορμονικές αλλαγές που μπορεί να επηρεάσουν ελαφρά τα επίπεδα καλσιτονίνης. Οι ήπιες αυξήσεις είναι συνήθως φυσιολογικές.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το σώμα της γυναίκας χρειάζεται να ρυθμίσει διαφορετικά το μεταβολισμό του ασβεστίου ώστε να καλύψει τις ανάγκες του εμβρύου.
Η καλσιτονίνη μπορεί να παρουσιάσει μικρές αυξήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει παθολογία.

Τι γνωρίζουμε σήμερα

  • Η καλσιτονίνη συμβάλλει στη διατήρηση επαρκών αποθεμάτων ασβεστίου για το έμβρυο.
  • Μικρές αυξήσεις στα επίπεδά της θεωρούνται φυσιολογική προσαρμογή της εγκυμοσύνης.
  • Σε γυναίκες με υποψία μυελοειδούς καρκινώματος, η μέτρηση καλσιτονίνης μπορεί να συνεχιστεί και στην εγκυμοσύνη με προσοχή.
  • Μετά τον τοκετό τα επίπεδα επανέρχονται στα προ της εγκυμοσύνης.

Συμβουλή: Αν είστε έγκυος και έχετε γνωστό οικογενειακό ιστορικό MEN 2 ή μυελοειδούς καρκινώματος, συζητήστε με τον ενδοκρινολόγο σας για το πλάνο παρακολούθησης και το ασφαλές χρονικό σημείο για τυχόν χειρουργική παρέμβαση.

Η κατανόηση του πώς μεταβάλλεται η καλσιτονίνη στην εγκυμοσύνη βοηθά στη σωστή ερμηνεία των αποτελεσμάτων και αποτρέπει άσκοπες ανησυχίες.

9) Πρόληψη & Συμβουλές Τρόπου Ζωής

Σημαντικό: Δεν υπάρχει ειδική «πρόληψη» για την καλσιτονίνη ως ορμόνη, αλλά μπορείτε να μειώσετε τον κίνδυνο παθήσεων που σχετίζονται με ανωμαλίες στα επίπεδά της μέσω υγιεινού τρόπου ζωής και τακτικού ελέγχου.

Η καλσιτονίνη από μόνη της δεν προκαλεί ασθένεια· είναι ένας δείκτης για άλλες καταστάσεις, κυρίως του θυρεοειδούς.
Επομένως η πρόληψη επικεντρώνεται στο να εντοπίζονται έγκαιρα οι παθήσεις που επηρεάζουν την παραγωγή της και στη διατήρηση γενικά υγιούς θυρεοειδούς.

Πρακτικές Συμβουλές

  • Κάνετε τακτικό έλεγχο θυρεοειδούς (υπερηχογράφημα, ορμονικές εξετάσεις) ειδικά αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό.
  • Ενημερώστε τον γιατρό σας για όζους θυρεοειδούς ή αλλαγές στον λαιμό.
  • Ακολουθήστε ισορροπημένη διατροφή με επαρκή πρόσληψη ιωδίου για υγιή θυρεοειδή λειτουργία.
  • Διακόψτε το κάπνισμα και μειώστε την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των ορμονών.
  • Αποφύγετε την άσκοπη λήψη φαρμάκων που μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα καλσιτονίνης χωρίς ιατρική καθοδήγηση.

Σε Ομάδες Υψηλού Κινδύνου

  • Αν υπάρχει MEN 2 στο οικογενειακό ιστορικό, συζητήστε για προληπτικό έλεγχο καλσιτονίνης και γενετικό έλεγχο.
  • Μετά από θεραπεία μυελοειδούς καρκινώματος, κάνετε τακτικές μετρήσεις καλσιτονίνης όπως σας έχει συστήσει ο γιατρός.

Συμβουλή: Κρατήστε αρχείο με όλες τις μετρήσεις καλσιτονίνης και των άλλων εξετάσεων θυρεοειδούς. Έτσι ο γιατρός σας μπορεί να εντοπίσει αλλαγές εγκαίρως.

Με απλές καθημερινές συνήθειες και προληπτικό έλεγχο μπορείτε να μειώσετε τον κίνδυνο επιπλοκών από παθήσεις του θυρεοειδούς που σχετίζονται με την καλσιτονίνη.

10) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση καλσιτονίνης;

Όχι, η εξέταση δεν απαιτεί νηστεία. Ωστόσο καλό είναι να ενημερώσετε το εργαστήριο για τυχόν φάρμακα (ιδίως αναστολείς αντλίας πρωτονίων) που λαμβάνετε γιατί μπορεί να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.

Ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές καλσιτονίνης;

Συνήθως: Άνδρες <8,5 pg/mL και Γυναίκες <5 pg/mL. Μετά από θυρεοειδεκτομή τα επίπεδα πρέπει να είναι σχεδόν μηδενικά. Οι τιμές όμως διαφέρουν ανάλογα με τη μέθοδο του εργαστηρίου.

Τι σημαίνει αυξημένη καλσιτονίνη;

Η υψηλή καλσιτονίνη αποτελεί κυρίως δείκτη για μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδούς αλλά μπορεί να αυξηθεί και σε άλλες καταστάσεις (νεφρική ανεπάρκεια, φλεγμονές, εγκυμοσύνη, χρήση φαρμάκων). Η διάγνωση γίνεται από ενδοκρινολόγο.

Τι σημαίνουν χαμηλά επίπεδα καλσιτονίνης;

Συνήθως δεν είναι ανησυχητικά. Εμφανίζονται μετά από θυρεοειδεκτομή, μετά από επιτυχή θεραπεία μυελοειδούς καρκινώματος ή φυσιολογικά σε γυναίκες και παιδιά.

Πότε συνιστάται έλεγχος καλσιτονίνης;

Σε υποψία μυελοειδούς καρκινώματος θυρεοειδούς, παρακολούθηση μετά από χειρουργείο, διερεύνηση όζων θυρεοειδούς, οικογενειακό ιστορικό MEN2, ανεξήγητη υπερασβεστιαιμία.

Μπορώ να κάνω εξέταση καλσιτονίνης στην εγκυμοσύνη;

Ναι, μπορεί να γίνει και στην εγκυμοσύνη αν υπάρχει ιατρική ένδειξη. Οι μικρές αυξήσεις θεωρούνται φυσιολογικές, αλλά η ερμηνεία απαιτεί εξειδίκευση.

Τι είναι το stimulated test καλσιτονίνης;

Είναι μια δοκιμασία διέγερσης (με ασβέστιο ή πενταγαστρίνη) που μετρά την απάντηση της καλσιτονίνης. Χρησιμοποιείται για να ξεκαθαρίσει αμφίβολες περιπτώσεις ή να εντοπίσει πρώιμη C-κυτταρική υπερπλασία.

Η καλσιτονίνη χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση μεταβολισμού οστών;

Σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως ως δείκτης μυελοειδούς καρκινώματος και όχι για μεταβολικές παθήσεις οστών. Ωστόσο έχει ιστορικά μελετηθεί και στον ρόλο της οστεοπόρωσης.

Πρέπει να παρακολουθώ τακτικά την καλσιτονίνη μετά από θεραπεία MTC;

Ναι, η περιοδική μέτρηση καλσιτονίνης μετά από χειρουργείο μυελοειδούς καρκινώματος είναι το «χρυσό στάνταρ» για την έγκαιρη ανίχνευση υποτροπής.

🧪 Κάντε τώρα την Εξέταση Καλσιτονίνης

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας πραγματοποιούμε αξιόπιστα την εξέταση Καλσιτονίνης (Calcitonin Blood Test)
και πλήρη έλεγχο θυρεοειδικών δεικτών.


📅 Κλείστε Ραντεβού


🧾 Δείτε Όλες τις Εξετάσεις

☎️ Τηλέφωνο: +30 22310 66841
🕒 Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή 07:00–13:30

11) Βιβλιογραφία


Αντιθρομβίνη-ΙΙΙ-.jpg

1) Τι είναι η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ (ATIII);

Key Takeaway: Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ είναι μία φυσική «αντιπηκτική» πρωτεΐνη του αίματος που αναστέλλει τη δράση της θρομβίνης και άλλων παραγόντων πήξης. Χαμηλά επίπεδα αυξάνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης.

Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ (ATIII) είναι μία πρωτεΐνη που παράγεται κυρίως στο ήπαρ και κυκλοφορεί στο πλάσμα.
Ανήκει στους φυσικούς αναστολείς της πήξης και λειτουργεί σαν «φρένο» για την υπερβολική ενεργοποίηση του μηχανισμού πήξης.
Αναστέλλει τη θρομβίνη (παράγοντας IIa) και τους παράγοντες Xa, IXa, XIa και XIIa, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δημιουργία θρόμβου.

Η δράση της ενισχύεται σημαντικά από την ηπαρίνη· γι’ αυτό η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ έχει σημασία και για την παρακολούθηση της ηπαρινικής θεραπείας.
Ανεπάρκεια (κληρονομική ή επίκτητη) της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ οδηγεί σε αυξημένη προδιάθεση για θρομβώσεις.

Παράδειγμα: Νέος ενήλικας με ανεξήγητη φλεβική θρόμβωση υποβάλλεται σε έλεγχο θρομβοφιλίας. Η ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ διαπιστώνεται και οδηγεί σε εξατομικευμένη αντιπηκτική αγωγή.

Η γνώση των επιπέδων Αντιθρομβίνης ΙΙΙ είναι σημαντική για τη διάγνωση θρομβοφιλικών καταστάσεων, την παρακολούθηση αντιπηκτικής αγωγής και την πρόληψη επιπλοκών σε υψηλού κινδύνου άτομα.

2) Ρόλος & Λειτουργία στο Σύστημα Πήξης

Σημαντικό: Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ είναι ο βασικός φυσικός αναστολέας της θρομβίνης και των παραγόντων Xa, IXa, XIa και XIIa. Η δράση της ενισχύεται από την ηπαρίνη έως και 1000 φορές.

Το σύστημα πήξης του αίματος βασίζεται σε μία σειρά ενζυμικών αντιδράσεων που ενεργοποιούν διαδοχικά τους παράγοντες πήξης.
Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ δρα ως «φρένο» σε αυτόν τον καταρράκτη, προσκολλώμενη στους ενεργοποιημένους παράγοντες πήξης και αδρανοποιώντας τους.

Βασικοί μηχανισμοί δράσης

  • Αναστολή θρομβίνης (Factor IIa): Εμποδίζει τη μετατροπή ινωδογόνου σε ινώδες, περιορίζοντας τη δημιουργία θρόμβου.
  • Αναστολή Factor Xa: Σημαντικός κόμβος της πήξης – η ATIII μειώνει δραστικά τη δράση του.
  • Συνεργασία με την ηπαρίνη: Η ATIII αλλάζει διαμόρφωση με την ηπαρίνη και αυξάνει κατακόρυφα την ανασταλτική της ικανότητα.
  • Συνδυασμός με Πρωτεΐνη C & Πρωτεΐνη S: Μαζί αποτελούν το βασικό φυσικό αντιπηκτικό σύστημα του οργανισμού.

Συμβουλή: Η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ είναι χρήσιμη όχι μόνο στον έλεγχο θρομβοφιλίας, αλλά και όταν η ανταπόκριση στην ηπαρίνη είναι χαμηλή (heparin resistance).

Έτσι, η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ισορροπία μεταξύ πήξης και αντιπήξης.
Η ανεπάρκειά της, κληρονομική ή επίκτητη, οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο θρομβώσεων.

3) Χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ – Αίτια & Κίνδυνοι

Σημαντικό: Η ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη. Και στις δύο περιπτώσεις αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο φλεβικών θρομβώσεων.

Χαμηλά επίπεδα Αντιθρομβίνης ΙΙΙ σημαίνουν ότι το «φρένο» της πήξης δεν λειτουργεί σωστά.
Αυτό οδηγεί σε θρομβοφιλία – δηλαδή αυξημένη προδιάθεση για δημιουργία θρόμβων.

Αίτια Χαμηλής Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

Α. Κληρονομική Ανεπάρκεια (Hereditary ATIII deficiency)

  • Σπάνια αλλά σοβαρή. Μεταβιβάζεται με αυτοσωμικό επικρατούντα χαρακτήρα.
  • Μειωμένη παραγωγή ή μη λειτουργική μορφή της πρωτεΐνης.
  • Συνήθως εκδηλώνεται με θρόμβωση σε νεαρή ηλικία (<40 έτη).

Β. Επίκτητη Ανεπάρκεια

  • Ηπατική νόσος (μειωμένη σύνθεση).
  • Νεφρωσικό σύνδρομο (απώλεια πρωτεϊνών στα ούρα).
  • Κατανάλωση σε διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη (DIC).
  • Μεγάλη χειρουργική επέμβαση, τραύμα, σήψη.
  • Χρόνια θεραπεία με ηπαρίνη (heparin-induced ATIII depletion).

Κίνδυνοι από Χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ

  • Φλεβική θρομβοεμβολή: Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (DVT), πνευμονική εμβολή.
  • Θρομβώσεις σε ασυνήθιστες θέσεις: Ηπατικές φλέβες (σύνδρομο Budd–Chiari), εγκεφαλικές φλέβες.
  • Επιπλοκές στην εγκυμοσύνη: Αποβολές, προεκλαμψία, αποκόλληση πλακούντα.
  • Αντίσταση στην ηπαρίνη: Μειωμένη ανταπόκριση στη θεραπεία με ηπαρίνη.

Συμβουλή: Αν έχετε ιστορικό ανεξήγητης θρόμβωσης σε νεαρή ηλικία, ενημερώστε τον γιατρό σας για έλεγχο Αντιθρομβίνης ΙΙΙ και άλλων παραγόντων θρομβοφιλίας.

Η διάκριση μεταξύ κληρονομικής και επίκτητης ανεπάρκειας είναι κρίσιμη, γιατί επηρεάζει τη στρατηγική πρόληψης και θεραπείας.

4) Εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ (ATIII) στο Αίμα

Σημαντικό: Η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ είναι βασικό μέρος του ελέγχου θρομβοφιλίας. Δεν απαιτεί νηστεία, αλλά καλό είναι να ενημερώνετε για φάρμακα που λαμβάνετε.

Η εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ (ATIII) γίνεται με αιμοληψία και μέτρηση στο πλάσμα του αίματος.
Υπάρχουν δύο τύποι τεστ:

Τύποι Εξέτασης Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

  • Λειτουργική Δραστικότητα (Activity): Μετράει πόσο καλά λειτουργεί η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ στην αναστολή της θρομβίνης και του Factor Xa.
  • Συγκέντρωση (Antigen): Μετράει τα επίπεδα της πρωτεΐνης ανεξαρτήτως λειτουργικότητας.

Συνήθως πρώτα γίνεται η λειτουργική δοκιμή· αν είναι χαμηλή, ακολουθεί η μέτρηση συγκέντρωσης για να διακριθεί αν υπάρχει ποσοτική ή ποιοτική ανεπάρκεια.

ΕξέτασηΣκοπόςΔείγμαΑπαιτεί νηστεία
ATIII ActivityΛειτουργική ικανότητα Αντιθρομβίνης ΙΙΙΑίμα (κιτρικό πλάσμα)Όχι
ATIII AntigenΣυγκέντρωση Αντιθρομβίνης ΙΙΙΑίμα (κιτρικό πλάσμα)Όχι

Πότε συνιστάται

  • Ανεξήγητη θρόμβωση σε νεαρή ηλικία (<50 έτη).
  • Επαναλαμβανόμενες αποβολές ή επιπλοκές εγκυμοσύνης.
  • Αντίσταση στην ηπαρίνη (heparin resistance).
  • Οικογενειακό ιστορικό θρομβοφιλίας.

Συμβουλή: Αν πρόκειται να ξεκινήσετε αντιπηκτική αγωγή, καλό είναι να γίνει πρώτα ο έλεγχος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ώστε να γνωρίζει ο γιατρός σας το πλήρες προφίλ θρομβοφιλίας σας.

Η σωστή ερμηνεία της εξέτασης απαιτεί εξειδικευμένο ιατρό (αιματολόγο) για να εκτιμήσει τον κίνδυνο θρόμβωσης και να καθορίσει την κατάλληλη πρόληψη ή θεραπεία.

5) Θεραπευτική Αντιμετώπιση / Συμπλήρωμα Αντιθρομβίνης

Σημαντικό: Η ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ δεν απαιτεί πάντα μόνιμη αγωγή. Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται ανάλογα με το ιστορικό θρόμβωσης, το είδος της ανεπάρκειας και τις καταστάσεις υψηλού κινδύνου (χειρουργείο, εγκυμοσύνη).

Ο στόχος της θεραπείας είναι να μειωθεί ο κίνδυνος θρόμβωσης και να αντιμετωπιστούν οι οξείες καταστάσεις.
Η στρατηγική περιλαμβάνει:

Α. Γενικές Στρατηγικές

  • Προληπτικά μέτρα: Αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας, διατήρηση φυσιολογικού βάρους, διακοπή καπνίσματος.
  • Αποφυγή φαρμάκων που αυξάνουν τον κίνδυνο: Αντισυλληπτικά χάπια, ορμονική θεραπεία υποκατάστασης (μόνο με ιατρική έγκριση).

Β. Αντιπηκτική Αγωγή

  • Ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH): Συχνά χορηγείται σε περιόδους υψηλού κινδύνου (χειρουργείο, εγκυμοσύνη, μεγάλα ταξίδια).
  • Από του στόματος αντιπηκτικά (βαρφαρίνη, DOACs): Για δευτερογενή πρόληψη μετά από θρόμβωση. Παρακολούθηση INR/δοσολογίας από ιατρό.

Γ. Συμπλήρωμα / Συμπύκνωμα Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

  • Υπάρχει ειδικό ανθρώπινο συμπύκνωμα Αντιθρομβίνης ΙΙΙ που χορηγείται ενδοφλεβίως σε ειδικές περιπτώσεις.
  • Ενδείκνυται σε σοβαρή συγγενή ανεπάρκεια ή όταν χρειάζεται χειρουργείο, τοκετός, ή υπάρχει ανθεκτικότητα στην ηπαρίνη.
  • Η δόση εξατομικεύεται με βάση τα επίπεδα ATIII στο πλάσμα και τον τύπο επέμβασης.

Συμβουλή: Αν γνωρίζετε ότι έχετε χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, ενημερώστε έγκαιρα τον αιματολόγο σας πριν από χειρουργείο, εγκυμοσύνη ή μεγάλα ταξίδια. Μπορεί να σας προταθεί προσωρινή προφυλακτική αγωγή ή χορήγηση συμπυκνώματος.

Η έγκαιρη και σωστή αντιμετώπιση μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών και επιτρέπει ασφαλέστερη κύηση, χειρουργείο και καθημερινότητα.

6) Αντιθρομβίνη ΙΙΙ & Εγκυμοσύνη

Σημαντικό: Η εγκυμοσύνη είναι από μόνη της κατάσταση υπερπηκτικότητας. Οι γυναίκες με χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο θρομβώσεων και μαιευτικών επιπλοκών και χρειάζονται εξατομικευμένη παρακολούθηση.

Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ παίζει βασικό ρόλο στη διατήρηση της ισορροπίας πήξης κατά την κύηση.
Η ανεπάρκειά της μπορεί να οδηγήσει σε:

Πιθανές επιπλοκές

  • Αυξημένος κίνδυνος εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (DVT) κατά την κύηση ή στη λοχεία.
  • Επαναλαμβανόμενες αποβολές ή ενδομήτριος θάνατος εμβρύου.
  • Προεκλαμψία / υπέρταση κύησης.
  • Καθυστέρηση ανάπτυξης εμβρύου (IUGR).
  • Αποκόλληση πλακούντα σε σοβαρές περιπτώσεις.

Παρακολούθηση & Θεραπευτική Προσέγγιση

  • Συνεργασία αιματολόγου και γυναικολόγου για εξατομικευμένο πλάνο.
  • Συχνά συνιστάται προληπτική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH) καθ’ όλη τη διάρκεια της κύησης και για 6 εβδομάδες μετά τον τοκετό.
  • Σε σοβαρή συγγενή ανεπάρκεια μπορεί να χρειαστεί χορήγηση συμπυκνώματος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ σε κρίσιμες φάσεις (π.χ. τοκετός, χειρουργείο).
  • Αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας και χρήση ελαστικών καλτσών συμπίεσης.

Συμβουλή: Αν γνωρίζετε ότι έχετε χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, ενημερώστε έγκαιρα τον γυναικολόγο σας πριν τη σύλληψη ή στις πρώτες εβδομάδες κύησης. Έτσι μπορεί να σχεδιαστεί σωστή προφύλαξη και να μειωθεί ο κίνδυνος επιπλοκών.

Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή προληπτική αγωγή επιτρέπουν στις γυναίκες με ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ να έχουν μια ασφαλή κύηση και τοκετό.

7) Πρόληψη & Συμβουλές Τρόπου Ζωής

Σημαντικό: Η κληρονομική ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ δεν μπορεί να προληφθεί, αλλά μπορείτε να μειώσετε σημαντικά τον κίνδυνο θρόμβωσης με υγιεινές συνήθειες και σωστή ιατρική παρακολούθηση.

Η πρόληψη επικεντρώνεται στη μείωση των επιπρόσθετων παραγόντων κινδύνου που μπορούν να επιδεινώσουν την προδιάθεση για θρόμβωση.

Καθημερινές Συνήθειες

  • Κινηθείτε τακτικά: Αποφύγετε την παρατεταμένη ακινησία. Σηκωθείτε και περπατήστε σε μεγάλα ταξίδια ή δουλειά γραφείου.
  • Διατηρήστε υγιές βάρος: Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο θρομβώσεων.
  • Διακόψτε το κάπνισμα: Σε συνδυασμό με ανεπάρκεια ATIII αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο θρόμβωσης.
  • Ενυδατωθείτε επαρκώς: Ιδιαίτερα σε ταξίδια ή ζεστό καιρό.
  • Άσκηση μέτριας έντασης: Βελτιώνει την κυκλοφορία και μειώνει τον κίνδυνο φλεβικής στάσης.

Σε Καταστάσεις Υψηλού Κινδύνου

  • Ενημερώστε τον γιατρό σας πριν ξεκινήσετε αντισυλληπτικά ή ορμονική θεραπεία.
  • Χρησιμοποιήστε ελαστικές κάλτσες συμπίεσης σε μεγάλες πτήσεις ή μετά από χειρουργείο.
  • Συζητήστε για πιθανή προφυλακτική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH) σε εγκυμοσύνη, μείζον χειρουργείο ή παρατεταμένη ακινησία.

Συμβουλή: Αν έχετε διαγνωστεί με χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, να έχετε μαζί σας κάρτα ή σημείωση με αυτή την πληροφορία, ώστε σε επείγουσα κατάσταση οι γιατροί να γνωρίζουν τον κίνδυνό σας και να σας προφυλάξουν σωστά.

Με σωστή ενημέρωση, πρόληψη και συνεργασία με τον ιατρό σας, μπορείτε να μειώσετε σημαντικά τον κίνδυνο επιπλοκών από την ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ.

8) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ;

Όχι, η εξέταση δεν απαιτεί νηστεία. Ωστόσο είναι σημαντικό να ενημερώνετε το εργαστήριο για τυχόν φάρμακα (ιδίως αντιπηκτικά ή ηπαρίνη) που λαμβάνετε, καθώς μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.

Ποια είναι τα φυσιολογικά επίπεδα Αντιθρομβίνης ΙΙΙ;

Στους περισσότερους ενήλικες τα φυσιολογικά επίπεδα κυμαίνονται περίπου στο 80–120% της δραστικότητας (ανάλογα με τη μέθοδο του εργαστηρίου). Ο αιματολόγος ερμηνεύει τα αποτελέσματα σύμφωνα με την κλινική σας εικόνα.

Τι σημαίνει χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ;

Δείχνει μειωμένη ικανότητα του οργανισμού να αναστέλλει τη θρομβίνη. Μπορεί να είναι κληρονομική ανεπάρκεια ή επίκτητη (ηπατική νόσος, νεφρωσικό σύνδρομο, DIC, θεραπεία με ηπαρίνη). Συζητήστε με τον γιατρό σας για περαιτέρω έλεγχο.

Πότε συνιστάται έλεγχος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ;

Όταν υπάρχει ανεξήγητη θρόμβωση σε νεαρή ηλικία, οικογενειακό ιστορικό θρομβοφιλίας, επαναλαμβανόμενες αποβολές ή υποψία αντίστασης στην ηπαρίνη.

Μπορεί η εγκυμοσύνη να επηρεάσει τα επίπεδα Αντιθρομβίνης ΙΙΙ;

Ναι. Στην εγκυμοσύνη υπάρχει φυσιολογική υπερπηκτικότητα και τα επίπεδα ATIII μπορεί να μειωθούν ελαφρά. Σε γυναίκες με ανεπάρκεια, αυτό αυξάνει τον κίνδυνο θρόμβωσης και επιπλοκών.

Τι είναι η αντίσταση στην ηπαρίνη;

Η ηπαρίνη χρειάζεται την Αντιθρομβίνη ΙΙΙ για να δράσει. Όταν τα επίπεδα ATIII είναι χαμηλά, η ηπαρίνη έχει μικρότερη αποτελεσματικότητα και μπορεί να χρειαστεί συμπλήρωμα ATIII ή αλλαγή θεραπείας.

Πρέπει να παίρνω μόνιμα αντιπηκτικά αν έχω χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ;

Όχι πάντα. Η αντιπηκτική αγωγή συνιστάται μετά από επεισόδιο θρόμβωσης ή σε περιόδους υψηλού κινδύνου. Η απόφαση λαμβάνεται εξατομικευμένα από αιματολόγο.

Μπορώ να μειώσω τον κίνδυνο θρόμβωσης με αλλαγές στον τρόπο ζωής;

Ναι. Η διακοπή καπνίσματος, η τακτική άσκηση, η ενυδάτωση, η διατήρηση φυσιολογικού βάρους και η αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο. Σε περιόδους υψηλού κινδύνου μπορεί να χρειάζεται και προφυλακτική αγωγή.

🩸 Κάντε τώρα τον έλεγχο Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας πραγματοποιούμε αξιόπιστα τον έλεγχο Αντιθρομβίνης ΙΙΙ (ATIII) και πλήρη έλεγχο θρομβοφιλίας.


📅 Κλείστε Ραντεβού


🧪 Δείτε Όλες τις Εξετάσεις

☎️ Τηλέφωνο: +30 22310 66841
🕒 Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή 07:00–13:30


APC-Resistance-1200x800.jpg

1) Τι είναι η Αντίσταση στην Ενεργοποιημένη Πρωτεΐνη C (APC Resistance);

Key Takeaway: Η ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C (APC) είναι φυσικό «φρένο» στην πήξη του αίματος. Όταν υπάρχει αντίσταση, το αίμα έχει αυξημένη τάση να σχηματίζει θρόμβους.

Η αντίσταση στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C είναι η πιο συχνή κληρονομική μορφή θρομβοφιλίας.
Η APC είναι ένα φυσικό αντιπηκτικό ένζυμο που, σε συνεργασία με την πρωτεΐνη S, αδρανοποιεί τους παράγοντες Va και VIIIa του μηχανισμού πήξης.
Όταν υπάρχει «αντίσταση», ο παράγοντας V δεν αδρανοποιείται σωστά· έτσι η διαδικασία πήξης συνεχίζεται ανεξέλεγκτα και αυξάνεται ο κίνδυνος θρόμβωσης.

Το συχνότερο αίτιο είναι η μετάλλαξη Factor V Leiden,
μια αλλαγή σε ένα νουκλεοτίδιο του γονιδίου που οδηγεί σε αντικατάσταση αμινοξέος και καθιστά τον παράγοντα V λιγότερο ευαίσθητο στη δράση της APC.
Υπάρχουν επίσης σπάνιες περιπτώσεις επίκτητης αντίστασης (π.χ. σε εγκυμοσύνη, σε λήψη αντισυλληπτικών, σε αυτοάνοσα).

Παράδειγμα: Μια γυναίκα 32 ετών, χωρίς ιστορικό θρόμβωσης, ανακαλύπτει ότι είναι φορέας Factor V Leiden κατά τον έλεγχο θρομβοφιλίας πριν την εγκυμοσύνη.
Δεν χρειάζεται μόνιμη αγωγή, αλλά ο γιατρός της μπορεί να συστήσει προληπτική αγωγή με ηπαρίνη κατά τη διάρκεια της κύησης.

Η γνώση ότι κάποιος είναι φορέας APC resistance βοηθά στη λήψη μέτρων πρόληψης
(π.χ. αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας, έλεγχος σωματικού βάρους,
αποφυγή συγκεκριμένων φαρμάκων χωρίς ιατρική συμβουλή).

2) Αίτια & Παράγοντες Κινδύνου

Σημαντικό: Η κληρονομική μορφή (Factor V Leiden) είναι η πιο συχνή αιτία. Όμως ο κίνδυνος θρόμβωσης πολλαπλασιάζεται όταν συνυπάρχουν επίκτητοι παράγοντες όπως εγκυμοσύνη, αντισυλληπτικά, ακινησία.

Η αντίσταση στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη. Κάθε κατηγορία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά:

A. Κληρονομικές αιτίες

  • Μετάλλαξη Factor V Leiden: Ευθύνεται για πάνω από το 90 % των περιπτώσεων APC Resistance. Προκαλείται από μία σημειακή μετάλλαξη στο γονίδιο του παράγοντα V που μειώνει την ευαισθησία του στην APC.
  • Άλλες σπάνιες μεταλλάξεις: Μεταλλάξεις στον ίδιο παράγοντα V ή άλλες γενετικές παραλλαγές που μιμούνται το φαινόμενο.
  • Οικογενειακό ιστορικό: Αν υπάρχει συγγενής πρώτου βαθμού με θρόμβωση ή γνωστή μετάλλαξη, αυξάνεται η πιθανότητα να είστε φορέας.

B. Επίκτητοι / Προδιαθεσικοί Παράγοντες

  • Χρήση αντισυλληπτικών χαπιών ή ορμονικής θεραπείας υποκατάστασης.
  • Εγκυμοσύνη – φυσιολογική υπερπηκτικότητα και ορμονικές αλλαγές.
  • Παχυσαρκία και καθιστικός τρόπος ζωής.
  • Παρατεταμένη ακινησία (π.χ. μετά από χειρουργείο, μεγάλα ταξίδια).
  • Συνοδές παθολογικές καταστάσεις όπως καρκίνος, νεφρωσικό σύνδρομο, αυτοάνοσα.

Συμβουλή: Αν έχετε οικογενειακό ιστορικό θρόμβωσης ή γνωστή μετάλλαξη Factor V Leiden, ενημερώστε τον γιατρό σας πριν πάρετε αντισυλληπτικά ή πριν από εγκυμοσύνη. Ένας προληπτικός έλεγχος μπορεί να αποτρέψει επιπλοκές.

3) Συμπτώματα & Κλινική Εικόνα

Γρήγορη Πληροφορία: Οι περισσότεροι φορείς της μετάλλαξης Factor V Leiden δεν παρουσιάζουν καθημερινά συμπτώματα· ωστόσο έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν θρόμβωση σε καταστάσεις υψηλού κινδύνου.

Η αντίσταση στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C δεν προκαλεί από μόνη της εμφανή συμπτώματα.
Εκείνο που αυξάνεται είναι η προδιάθεση για θρόμβους.
Έτσι, η κλινική εικόνα σχετίζεται με τις εκδηλώσεις των θρομβώσεων, οι οποίες μπορεί να είναι:

  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (DVT): Πόνος, οίδημα, ερυθρότητα ή θερμότητα στο κάτω άκρο (συνήθως στο πόδι).
  • Πνευμονική εμβολή: Δύσπνοια, πόνος στο θώρακα, ταχυκαρδία, αιμόπτυση σε βαριές περιπτώσεις.
  • Θρομβώσεις σε ασυνήθιστες θέσεις: (π.χ. εγκεφαλικές φλέβες, ηπατικές φλέβες) ειδικά σε νέους ή χωρίς προφανή αιτία.
  • Επιπλοκές στην εγκυμοσύνη: Επαναλαμβανόμενες αποβολές, καθυστέρηση ανάπτυξης εμβρύου, προεκλαμψία.

Συμβουλή: Αν παρατηρήσετε πόνο, πρήξιμο ή αλλαγή χρώματος σε ένα πόδι, ειδικά μετά από ταξίδι, χειρουργείο ή εγκυμοσύνη, ζητήστε άμεσα ιατρική εκτίμηση. Μια έγκαιρη διάγνωση θρόμβωσης σώζει ζωές.

Η επίγνωση της κατάστασης και η έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας σε ύποπτα συμπτώματα είναι καθοριστική για την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών.

4) Διάγνωση & Εξετάσεις

Σημαντικό: Η διάγνωση της αντίστασης στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C γίνεται με εξειδικευμένες αιματολογικές εξετάσεις. Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας παρέχουμε αξιόπιστη μέτρηση APC Resistance και γενετικό έλεγχο Factor V Leiden.

Ο γιατρός σας μπορεί να ζητήσει έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω ελέγχους,
ανάλογα με το ιστορικό και τους παράγοντες κινδύνου σας:

A. Αιματολογικές Εξετάσεις

  • Λόγος APTT ± APC (Activated Partial Thromboplastin Time): Είναι το βασικό screening test για την αντίσταση στην APC.
    Μετρά τον χρόνο πήξης πριν και μετά την προσθήκη ενεργοποιημένης πρωτεΐνης C στο δείγμα.
  • Functional APC Resistance Assay: Εξειδικευμένο τεστ που δίνει πιο ακριβή εικόνα της ευαισθησίας του παράγοντα V στην APC.
  • Γενετικός έλεγχος για Factor V Leiden (DNA analysis): Επιβεβαιώνει την παρουσία της μετάλλαξης G1691A στο γονίδιο του παράγοντα V.
    Γίνεται από δείγμα αίματος και είναι οριστικό τεστ.
  • Πλήρης έλεγχος θρομβοφιλίας: Περιλαμβάνει πρωτεΐνη C, πρωτεΐνη S, αντιθρομβίνη III, προθρομβίνη G20210A, MTHFR κ.ά.

B. Συμπληρωματικές Εξετάσεις

  • D-Dimers: Αν υπάρχει υποψία οξείας θρόμβωσης, βοηθά στον αποκλεισμό ή στην επιβεβαίωση.
  • Υπερηχογράφημα φλεβών: Για διάγνωση εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης.
  • Απεικονιστικές εξετάσεις: CT/ΜRI αγγειογραφία για πνευμονική εμβολή ή θρόμβωση σε άλλες θέσεις.

ΕξέτασηΣκοπόςΔείγμα
APTT ± APC RatioScreening για APC ResistanceΑίμα (κιτρικό πλάσμα)
Factor V Leiden DNA TestΕπιβεβαίωση μετάλλαξηςΑίμα (EDTA)
Πλήρης Έλεγχος ΘρομβοφιλίαςΕντοπισμός άλλων προδιαθεσικών παραγόντωνΑίμα

Συμβουλή: Για την εξέταση APC Resistance δεν απαιτείται νηστεία, αλλά είναι σημαντικό να ενημερώνετε το εργαστήριο για τυχόν φάρμακα (π.χ. αντιπηκτικά) που λαμβάνετε, γιατί μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.

5) Θεραπευτική Αντιμετώπιση

Σημαντικό: Η ύπαρξη APC Resistance από μόνη της δεν σημαίνει ότι χρειάζεστε μόνιμη αγωγή. Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται ανάλογα με το ιστορικό και τους παράγοντες κινδύνου.

Στα περισσότερα άτομα που είναι ασυμπτωματικοί φορείς της μετάλλαξης Factor V Leiden δεν απαιτείται καμία μακροχρόνια θεραπεία.
Η βασική στρατηγική είναι η πρόληψη: αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας, έλεγχος σωματικού βάρους, προσεκτική χρήση ορμονικών σκευασμάτων.

Αν υπάρχει ιστορικό θρόμβωσης

  • Αντιπηκτική αγωγή (π.χ. βαρφαρίνη ή νεότερα αντιπηκτικά): Για την οξεία θεραπεία και για ορισμένο διάστημα μετά το επεισόδιο.
  • Προφυλακτική αντιπηκτική αγωγή: Σε περιόδους υψηλού κινδύνου (χειρουργείο, εγκυμοσύνη, μεγάλα ταξίδια).
  • Συνδυασμός με άλλες θεραπείες: Π.χ. χρήση ελαστικών καλτσών συμπίεσης για μείωση κινδύνου DVT.

Σε εγκυμοσύνη

  • Συχνά συνιστάται προληπτική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH) σε γυναίκες με APC Resistance και ιστορικό αποβολών ή θρόμβωσης.
  • Τα από του στόματος αντιπηκτικά (βαρφαρίνη, DOACs) γενικά αποφεύγονται στην κύηση.

Συμβουλή: Συζητήστε με τον αιματολόγο σας αν πρέπει να λάβετε προφυλακτική αγωγή πριν από χειρουργείο, μεγάλη πτήση ή εγκυμοσύνη. Ο γιατρός θα αξιολογήσει το ατομικό σας προφίλ κινδύνου και θα σας δώσει εξατομικευμένες οδηγίες.

Στόχος της θεραπευτικής αντιμετώπισης είναι να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος θρόμβωσης και οι επιπλοκές της, χωρίς να επιβαρυνθεί ο ασθενής με περιττή αγωγή.

6) APC Resistance & Εγκυμοσύνη

Σημαντικό: Η εγκυμοσύνη είναι φυσιολογικά κατάσταση υπερπηκτικότητας. Σε γυναίκες με APC Resistance αυτός ο κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος και απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση από αιματολόγο και γυναικολόγο.

Η εγκυμοσύνη από μόνη της αυξάνει τη θρομβογόνο δράση του αίματος.
Σε γυναίκες που είναι φορείς της μετάλλαξης Factor V Leiden ή έχουν αποδεδειγμένη αντίσταση στην APC,
ο κίνδυνος για φλεβοθρομβώσεις και ορισμένες μαιευτικές επιπλοκές είναι μεγαλύτερος.

Πιθανές επιπλοκές

  • Αυξημένος κίνδυνος εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης κατά την κύηση ή στη λοχεία.
  • Επαναλαμβανόμενες αυτόματες αποβολές.
  • Προεκλαμψία / υπέρταση κύησης.
  • Καθυστέρηση ανάπτυξης εμβρύου (IUGR).
  • Αποκόλληση πλακούντα σε σοβαρές περιπτώσεις.

Παρακολούθηση & Θεραπευτική Προσέγγιση

  • Στενή συνεργασία αιματολόγου–γυναικολόγου.
  • Συχνά συνιστάται προληπτική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH) καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και για κάποιες εβδομάδες μετά τον τοκετό, ειδικά αν υπάρχει ιστορικό θρόμβωσης ή αποβολών.
  • Τα από του στόματος αντιπηκτικά γενικά αποφεύγονται στην κύηση.
  • Χρήση ελαστικών καλτσών συμπίεσης κατά τη διάρκεια ταξιδιών ή παρατεταμένης ορθοστασίας.

Συμβουλή: Αν είστε έγκυος ή σχεδιάζετε εγκυμοσύνη και γνωρίζετε ότι έχετε APC Resistance, ενημερώστε εγκαίρως τον γιατρό σας. Ο έλεγχος και η προληπτική αγωγή μειώνουν δραστικά τον κίνδυνο επιπλοκών.

Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή προφύλαξη στις εγκύους με APC Resistance σώζουν ζωές και εξασφαλίζουν καλύτερη έκβαση για τη μητέρα και το έμβρυο.

7) Πρόληψη & Συμβουλές Τρόπου Ζωής

Σημαντικό: Αν και η γενετική προδιάθεση δεν αλλάζει, μπορείτε να μειώσετε σημαντικά τον κίνδυνο θρόμβωσης υιοθετώντας έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής και ακολουθώντας τις οδηγίες του γιατρού σας.

Η πρόληψη επικεντρώνεται στη μείωση των παραγόντων κινδύνου που μπορούν να επιδεινώσουν την προδιάθεση για θρόμβωση.

Καθημερινές συνήθειες

  • Κινηθείτε τακτικά: Αποφύγετε την παρατεταμένη ακινησία. Κάντε διαλείμματα για περπάτημα σε ταξίδια ή δουλειά γραφείου.
  • Διατηρήστε υγιές βάρος: Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο θρομβώσεων.
  • Αποφύγετε το κάπνισμα: Σε συνδυασμό με APC Resistance και αντισυλληπτικά αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο.
  • Ενυδατωθείτε επαρκώς: Ιδιαίτερα σε ταξίδια ή ζεστό καιρό.

Σε καταστάσεις υψηλού κινδύνου

  • Ενημερώστε τον γιατρό σας πριν πάρετε αντισυλληπτικά ή ορμονική θεραπεία.
  • Χρησιμοποιήστε ελαστικές κάλτσες συμπίεσης σε μεγάλες πτήσεις ή χειρουργεία.
  • Συζητήστε με τον αιματολόγο σας για το ενδεχόμενο προφυλακτικής αντιπηκτικής αγωγής σε ειδικές καταστάσεις (εγκυμοσύνη, μείζον χειρουργείο).

Συμβουλή: Ένας απλός τρόπος να μειώσετε τον κίνδυνο θρόμβωσης σε πολύωρη πτήση είναι να σηκώνεστε και να περπατάτε κάθε 1-2 ώρες, να πίνετε νερό και να αποφεύγετε το αλκοόλ.

Η ενημέρωση και η σωστή πρόληψη είναι το κλειδί για να παραμείνετε ασφαλείς εάν έχετε APC Resistance.

8) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση APC Resistance;

Όχι, η εξέταση δεν απαιτεί νηστεία. Ωστόσο, είναι σημαντικό να ενημερώνετε το εργαστήριο για τυχόν φάρμακα (ιδίως αντιπηκτικά) που λαμβάνετε, καθώς μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.

Πώς γίνεται ο γενετικός έλεγχος για Factor V Leiden;

Με απλή αιμοληψία και ανάλυση DNA στο εργαστήριο. Το αποτέλεσμα είναι οριστικό και δείχνει αν είστε φορέας της μετάλλαξης.

Αν είμαι φορέας APC Resistance, χρειάζομαι μόνιμη αντιπηκτική αγωγή;

Συνήθως όχι. Η αντιπηκτική αγωγή χορηγείται μόνο σε περιόδους υψηλού κινδύνου (π.χ. χειρουργείο, εγκυμοσύνη, μεγάλη πτήση) ή μετά από επεισόδιο θρόμβωσης.

Μπορώ να πάρω αντισυλληπτικά αν έχω APC Resistance;

Η λήψη αντισυλληπτικών αυξάνει τον κίνδυνο θρόμβωσης. Αν έχετε APC Resistance, ενημερώστε τον γυναικολόγο σας· μπορεί να προταθούν εναλλακτικές μέθοδοι αντισύλληψης.

Ποιες άλλες εξετάσεις μπορεί να χρειαστώ;

Ο αιματολόγος σας μπορεί να προτείνει πλήρη έλεγχο θρομβοφιλίας (πρωτεΐνη C, πρωτεΐνη S, αντιθρομβίνη III, προθρομβίνη G20210A, MTHFR, D-Dimers) για να διαπιστωθούν τυχόν άλλοι παράγοντες κινδύνου.

Τι να προσέχω σε ταξίδια ή παρατεταμένη ακινησία;

Κινηθείτε κάθε 1–2 ώρες, πίνετε νερό, φορέστε ελαστικές κάλτσες αν σας το προτείνει ο γιατρός σας, και ενημερωθείτε αν χρειάζεστε προφυλακτική αγωγή.

Τι γίνεται στην εγκυμοσύνη αν έχω APC Resistance;

Ο γιατρός σας μπορεί να προτείνει προληπτική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους καθ’ όλη την κύηση και για κάποιες εβδομάδες μετά τον τοκετό, ειδικά αν υπάρχει ιστορικό θρόμβωσης ή αποβολών.

Μπορώ να προλάβω τη θρόμβωση μόνο με αλλαγές στον τρόπο ζωής;

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής (κινητικότητα, απώλεια βάρους, διακοπή καπνίσματος) μειώνουν τον κίνδυνο, αλλά σε περιόδους υψηλού κινδύνου μπορεί να χρειάζεται και προληπτική αγωγή. Συζητήστε το με τον γιατρό σας.

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας εκτελούμε αξιόπιστα την εξέταση APC Resistance και γενετικό έλεγχο Factor V Leiden.

📅 Κλείστε Ραντεβού
📄 Δείτε τον Κατάλογο Εξετάσεων

📞 +30-22310-66841 | 🕐 Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

9) Βιβλιογραφία

Σημαντικό: Οι παρακάτω πηγές είναι αξιόπιστες επιστημονικές και ιατρικές αναφορές για το APC Resistance και το Factor V Leiden. Απευθύνονται σε επαγγελματίες υγείας και σε ασθενείς που θέλουν να ενημερωθούν σε βάθος.

  • American Society of Hematology. Venous Thromboembolism & Thrombophilia.
  • Ridker PM, et al. Factor V Leiden and activated protein C resistance. New England Journal of Medicine (NEJM). doi:10.1056/NEJM199406163302401.
  • Rosendaal FR, et al. Venous thrombosis: a multicausal disease. J Thromb Haemost.
  • Σύλλογος Αιματολόγων Ελλάδος – Θρομβοφιλία. EHAweb.org (ενότητα για θρομβοφιλία).
  • Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία. Οδηγίες για τον έλεγχο θρομβοφιλίας και τις προληπτικές στρατηγικές. eae.gr.
  • Coppens M, et al. Management of carriers of factor V Leiden or prothrombin G20210A mutations. Br J Haematol.
  • Greer IA. Thrombophilia: implications for pregnancy outcome. Thromb Res.

Συμβουλή: Για περισσότερες πληροφορίες και πρόσβαση σε ελληνικές οδηγίες μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της Μικροβιολογικού Εργαστηρίου Λαμίας.


Ε2-Οιστραδιόλη.jpg

Ε2 (Οιστραδιόλη) – Εξέταση Αίματος, Τιμές, Ερμηνεία & Γονιμότητα

Τελευταία ενημέρωση:

Σύντομη περίληψη:
Η εξέταση Ε2 (Οιστραδιόλη) μετρά την κύρια μορφή οιστρογόνου στον οργανισμό και χρησιμοποιείται για
αξιολόγηση εμμηνορροϊκού κύκλου, γονιμότητας, ωοθηκικής λειτουργίας,
εμμηνόπαυσης και ορμονικών θεραπειών.



1

Τι είναι η Ε2 (Οιστραδιόλη)

Η οιστραδιόλη (E2) είναι η κυριότερη και πιο βιολογικά δραστική μορφή οιστρογόνου στον ανθρώπινο οργανισμό.
Παράγεται κυρίως από τις ωοθήκες στις γυναίκες κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας,
αλλά σε μικρότερες ποσότητες και από τους όρχεις στους άνδρες και από τα επινεφρίδια.

Ανήκει στην οικογένεια των οιστρογόνων (μαζί με την οιστρόνη – E1 και την οιστριόλη – E3).
Η Ε2 είναι αυτή που έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στη ρύθμιση του εμμηνορροϊκού κύκλου,
της γυναικείας γονιμότητας και της σεξουαλικής ανάπτυξης.

Εκτός από τον αναπαραγωγικό ρόλο, η οιστραδιόλη επιδρά και σε άλλα συστήματα:

  • Οστά: Διατηρεί την οστική πυκνότητα και προλαμβάνει την οστεοπόρωση.
  • Καρδιαγγειακό σύστημα: Συμβάλλει στη ρύθμιση λιπιδίων και αρτηριακής πίεσης.
  • Δέρμα & μαλλιά: Βελτιώνει την ελαστικότητα του δέρματος και την υγεία των τριχών.
  • Ψυχολογία: Επηρεάζει τη διάθεση, τη μνήμη και τη γνωστική λειτουργία.

Τα επίπεδα της Ε2 μεταβάλλονται σημαντικά κατά τη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου και της ζωής της γυναίκας
(π.χ. εφηβεία, εγκυμοσύνη, εμμηνόπαυση). Στους άνδρες παραμένουν σχετικά σταθερά αλλά χαμηλότερα.

➡️ Η κατανόηση των επιπέδων της Ε2 βοηθά γιατρούς και ασθενείς στη διάγνωση ορμονικών διαταραχών,
στον προγραμματισμό θεραπειών γονιμότητας και στην παρακολούθηση ορμονικών θεραπειών.


2

Ρόλος της Οιστραδιόλης στον οργανισμό

Η Ε2 (Οιστραδιόλη) δεν είναι μόνο «ορμόνη του κύκλου», αλλά έχει πολυδιάστατο ρόλο
που επηρεάζει σχεδόν όλα τα συστήματα του σώματος.

Αναπαραγωγικό σύστημα

Η Ε2 είναι καθοριστική για:

  • Την ωρίμανση των ωοθυλακίων στις ωοθήκες.
  • Την ωορρηξία και την ετοιμότητα του ενδομητρίου για εμφύτευση.
  • Την παραγωγή τραχηλικής βλέννας που διευκολύνει τη γονιμοποίηση.
  • Την σεξουαλική ανάπτυξη στην εφηβεία.

Οστά και μυοσκελετικό

Η οιστραδιόλη:

  • Διατηρεί την οστική πυκνότητα αναστέλλοντας την απορρόφηση ασβεστίου από τα οστά.
  • Προστατεύει από την οστεοπόρωση, ειδικά σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Καρδιαγγειακό σύστημα

Συμβάλλει σε:

  • Βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ (αυξάνει HDL, μειώνει LDL).
  • Διατήρηση φυσιολογικού αγγειακού τόνου και αρτηριακής πίεσης.

Δέρμα, τρίχες & μεταβολισμός

  • Διατηρεί την ελαστικότητα του δέρματος και την υγρασία.
  • Προστατεύει από απώλεια μαλλιών λόγω ορμονικών μεταβολών.
  • Επηρεάζει τον μεταβολισμό και την κατανομή λίπους στο σώμα.

Εγκέφαλος & ψυχολογία

  • Ενισχύει τη μνήμη και τη γνωστική λειτουργία.
  • Συμβάλλει στη διάθεση και στη συναισθηματική σταθερότητα.

➡️ Γι’ αυτό η μέτρηση και η παρακολούθηση της Ε2 είναι σημαντική όχι μόνο για θέματα γονιμότητας,
αλλά και για την καρδιαγγειακή, οστική, δερματική και ψυχική υγεία.


3

Πότε και γιατί ζητείται η εξέταση Ε2 (Οιστραδιόλη)

Η μέτρηση της οιστραδιόλης στον ορό αίματος χρησιμοποιείται ευρέως στην
ενδοκρινολογία και τη γυναικολογία για τη διάγνωση,
την παρακολούθηση και την αξιολόγηση ορμονικών καταστάσεων.

Σε γυναίκες

  • Διερεύνηση διαταραχών κύκλου (αμηνόρροια, ανωορρηξία, δυσμηνόρροια).
  • Αξιολόγηση ωοθηκικής λειτουργίας και γονιμότητας.
  • Παρακολούθηση θεραπειών IVF και ορμονικών θεραπειών.
  • Διερεύνηση συμπτωμάτων εμμηνόπαυσης ή πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας.

Σε άνδρες

  • Διερεύνηση υπογοναδισμού ή γυναικομαστίας.
  • Αξιολόγηση γονιμότητας σε συνδυασμό με άλλες ορμόνες (τεστοστερόνη, LH, FSH).
  • Παρακολούθηση ορμονικών θεραπειών (π.χ. αντιανδρογόνα).

Σε παιδιά / εφήβους

  • Διερεύνηση πρώιμης ή καθυστερημένης εφηβείας.
  • Εκτίμηση ορμονικών διαταραχών της ανάπτυξης.

Άλλες ενδείξεις

  • Παρακολούθηση ορμονικής υποκατάστασης μετά την εμμηνόπαυση.
  • Διάγνωση παθήσεων υπόφυσης ή επινεφριδίων που επηρεάζουν τα οιστρογόνα.
  • Έλεγχος ηπατικής λειτουργίας σε ασθενείς με αυξημένα οιστρογόνα.

➡️ Η εξέταση Ε2 συχνά γίνεται σε συνδυασμό με άλλες ορμονικές εξετάσεις (FSH, LH, AMH, προγεστερόνη)
για πληρέστερη εικόνα του αναπαραγωγικού και ενδοκρινολογικού προφίλ.


4

Φυσιολογικές Τιμές Ε2 (Οιστραδιόλη)

Τα επίπεδα της Ε2 ποικίλλουν ανάλογα με το φύλο, την ηλικία,
τη φάση του κύκλου και την ύπαρξη εγκυμοσύνης ή εμμηνόπαυσης.
Οι παρακάτω τιμές είναι ενδεικτικές και μπορεί να διαφέρουν ανά εργαστήριο.
Κατηγορία / ΦάσηΕνδεικτικές τιμές (pg/mL)
Αρχή κύκλου (προ-ωορρηξία)30 – 120
Περίοδος Ωορρηξίας (μέση φάση κύκλου)130 – 370
Μετά την ωορρηξία (δεύτερη φάση κύκλου)70 – 250
Μετά την Εμμηνόπαυση (χαμηλά επίπεδα)<30
Κατά τη διάρκεια της ΕγκυμοσύνηςΠολύ υψηλές, αυξάνονται σταδιακά
Άνδρες10 – 50
Παιδιά / ΈφηβοιΠολύ χαμηλά πριν την εφηβεία, αυξάνονται σταδιακά


5

Προετοιμασία πριν την εξέταση Ε2 (Οιστραδιόλη)

Η εξέταση Ε2 είναι μια απλή αιμοληψία. Δεν απαιτείται ειδική νηστεία,
αλλά η σωστή προετοιμασία εξασφαλίζει πιο αξιόπιστα αποτελέσματα.

Τι να κάνετε πριν την εξέταση

  • Ενημερώστε τον γιατρό σας για φάρμακα ή ορμονικές θεραπείες που λαμβάνετε (αντισυλληπτικά, οιστρογόνα, κορτικοστεροειδή).
  • Ακολουθήστε τυχόν ειδικές οδηγίες αν βρίσκεστε σε πρόγραμμα εξωσωματικής (IVF) ή ορμονικής υποκατάστασης.
  • Επιλέξτε την ημέρα του κύκλου που σας έχει συστήσει ο γιατρός (π.χ. 2η–5η ημέρα για βασική μέτρηση).
  • Αποφύγετε έντονη άσκηση και έντονο στρες λίγο πριν την αιμοληψία.

Χρειάζεται νηστεία;

Η μέτρηση της Ε2 δεν απαιτεί νηστεία. Μπορείτε να πιείτε νερό κανονικά. Αν ο γιατρός σας έχει ζητήσει και άλλες εξετάσεις μαζί, ακολουθήστε τις οδηγίες του για το αν πρέπει να είστε νηστικοί.

Χρήσιμες συμβουλές

  • Να έχετε μαζί σας το παραπεμπτικό και τυχόν προηγούμενα αποτελέσματα για σύγκριση.
  • Ενημερώστε αν υπάρχει εγκυμοσύνη ή θηλασμός, γιατί αλλάζουν οι τιμές.
  • Αν κάνετε τη μέτρηση για γονιμότητα, συντονίστε την ημέρα/ώρα με το εργαστήριο.

➡️ Με αυτές τις απλές οδηγίες διασφαλίζετε ότι το αποτέλεσμα θα είναι όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστο
και ο γιατρός σας θα έχει την καλύτερη εικόνα για την ορμονική σας κατάσταση.


6

Ερμηνεία Αποτελεσμάτων Ε2 (Οιστραδιόλη)

Η ερμηνεία των επιπέδων της οιστραδιόλης πρέπει να γίνεται από γιατρό
σε συνδυασμό με το ιστορικό, τα συμπτώματα και τις υπόλοιπες ορμονικές εξετάσεις.
Οι τιμές αναφοράς διαφέρουν ανά εργαστήριο και δεν αρκούν από μόνες τους για διάγνωση.

Όταν τα επίπεδα είναι αυξημένα

  • Στις γυναίκες: κύστεις ωοθηκών, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS), υπερλειτουργία ωοθηκών, θεραπεία με οιστρογόνα.
  • Στους άνδρες: γυναικομαστία, ηπατική νόσος, όγκοι που παράγουν οιστρογόνα.
  • Κατά την εγκυμοσύνη: φυσιολογικά υψηλές τιμές, αυξάνονται προοδευτικά.

Όταν τα επίπεδα είναι χαμηλά

  • Στις γυναίκες: εμμηνόπαυση, πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, υπογοναδισμός.
  • Στους άνδρες: υπογοναδισμός, ορισμένες θεραπείες που καταστέλλουν οιστρογόνα.
  • Σε παιδιά/εφήβους: χαμηλές τιμές πριν την εφηβεία είναι φυσιολογικές, καθυστερημένη αύξηση μπορεί να δείχνει ενδοκρινολογικό πρόβλημα.

Τι να προσέξετε

  • Η ημέρα του κύκλου επηρεάζει σημαντικά τις τιμές.
  • Ορισμένα φάρμακα (αντισυλληπτικά, κορτικοστεροειδή) μπορούν να αλλοιώσουν τα αποτελέσματα.
  • Η σύγκριση με προηγούμενες μετρήσεις είναι πιο χρήσιμη από μία μόνο τιμή.

➡️ Αν το αποτέλεσμα σας είναι εκτός φυσιολογικών ορίων, συζητήστε με τον γιατρό σας
για το τι μπορεί να σημαίνει στη δική σας περίπτωση και αν χρειάζονται συμπληρωματικές εξετάσεις.


7

Παράγοντες που επηρεάζουν τα επίπεδα της Ε2

Τα επίπεδα της οιστραδιόλης (E2) είναι εξαιρετικά δυναμικά και επηρεάζονται από πολλούς
φυσιολογικούς και παθολογικούς παράγοντες. Γι’ αυτό η ερμηνεία μιας «μεμονωμένης τιμής»
χωρίς πλαίσιο μπορεί να είναι παραπλανητική.

  • Ημέρα και φάση κύκλου: τεράστιες φυσιολογικές διακυμάνσεις. Στην ωορρηξία οι τιμές κορυφώνονται,
    ενώ στην αρχή του κύκλου είναι χαμηλές.
  • Εγκυμοσύνη: προοδευτική αύξηση καθ’ όλη τη διάρκεια, με πολύ υψηλές τιμές στο τρίτο τρίμηνο.
  • Αντισυλληπτικά & HRT: μπορούν να δώσουν τεχνητά αυξημένες ή σταθεροποιημένες τιμές,
    που δεν αντικατοπτρίζουν τη φυσική λειτουργία των ωοθηκών.
  • Στρες & απώλεια βάρους: καταστέλλουν τον άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–ωοθηκών και
    μειώνουν την παραγωγή οιστραδιόλης.
  • Ηπατική λειτουργία: επηρεάζει τον μεταβολισμό και την αποδόμηση των οιστρογόνων.
  • Φάρμακα: κορτικοστεροειδή, αντιανδρογόνα, χημειοθεραπεία και ορισμένα αντικαταθλιπτικά
    μπορούν να τροποποιήσουν τα επίπεδα.
Κλινικό σημείο:
Ακόμη και «φυσιολογική» τιμή Ε2 μπορεί να είναι παθολογική αν δεν ταιριάζει
με τη φάση του κύκλου, τα συμπτώματα ή τις υπόλοιπες ορμόνες.


8

Κλινική χρήση της Ε2

Η εξέταση Ε2 (Οιστραδιόλη) αποτελεί βασικό εργαλείο στην
ενδοκρινολογία και τη γυναικολογία, επειδή αντανακλά άμεσα
τη λειτουργία των ωοθηκών και την ορμονική ισορροπία.

  • Αξιολόγηση γονιμότητας: βοηθά στον έλεγχο ωοθηκικής λειτουργίας,
    ωορρηξίας και πιθανής ανωορρηξίας.
  • Παρακολούθηση IVF: χρησιμοποιείται για να εκτιμηθεί η απόκριση των ωοθηκών
    στη φαρμακευτική διέγερση και να προληφθεί το σύνδρομο υπερδιέγερσης.
  • Εμμηνόπαυση & HRT: επιβεβαιώνει τη μείωση των οιστρογόνων και
    παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα της ορμονικής υποκατάστασης.
  • Ενδοκρινολογικές διαταραχές: βοηθά στη διάγνωση παθήσεων ωοθηκών,
    υπόφυσης ή επινεφριδίων που επηρεάζουν την παραγωγή οιστρογόνων.

➡️ Στην πράξη, η Ε2 ερμηνεύεται σχεδόν πάντα μαζί με FSH, LH, προγεστερόνη και AMH,
ώστε να δίνεται πλήρης εικόνα της αναπαραγωγικής και ορμονικής κατάστασης.


9

Ε2 στους άνδρες

Παρότι θεωρείται «γυναικεία ορμόνη», η οιστραδιόλη (E2) είναι απαραίτητη και στους άνδρες.
Το μεγαλύτερο μέρος της προέρχεται από αρωματοποίηση της τεστοστερόνης στον λιπώδη ιστό,
τους όρχεις και άλλα περιφερικά όργανα.

  • Οστά: συμβάλλει στη διατήρηση της οστικής πυκνότητας και προλαμβάνει την οστεοπενία.
  • Καρδιαγγειακό: προστατεύει το ενδοθήλιο των αγγείων και το λιπιδαιμικό προφίλ.
  • Σεξουαλική λειτουργία: επηρεάζει τη libido και τη σπερματογένεση σε συνεργασία με την τεστοστερόνη.

Όταν τα επίπεδα Ε2 είναι αυξημένα στους άνδρες, μπορεί να εμφανιστούν:

  • Γυναικομαστία (διόγκωση μαστών).
  • Μειωμένη libido και στυτική δυσλειτουργία.
  • Υπογονιμότητα λόγω διαταραχής σπερματογένεσης.

➡️ Στην πράξη, η Ε2 ελέγχεται στους άνδρες κυρίως όταν υπάρχει
γυναικομαστία, υπογονιμότητα ή διαταραχές τεστοστερόνης.


10

Ε2 στην εγκυμοσύνη

Κατά την εγκυμοσύνη, η οιστραδιόλη αυξάνεται προοδευτικά και φτάνει σε
πολύ υψηλότερα επίπεδα από κάθε άλλη φάση της ζωής.
Η κύρια πηγή της είναι ο πλακούντας, ο οποίος μετατρέπει προδρομικά στεροειδή σε οιστρογόνα.

  • Ανάπτυξη πλακούντα: η Ε2 είναι απαραίτητη για την αγγείωση και τη λειτουργικότητά του.
  • Ροή αίματος: αυξάνει τη ροή προς τη μήτρα και το έμβρυο.
  • Προετοιμασία τοκετού: συμμετέχει στη χαλάρωση του τραχήλου και στη ρύθμιση των συσπάσεων.

➡️ Οι τιμές Ε2 στην εγκυμοσύνη δεν συγκρίνονται με τα φυσιολογικά όρια μη εγκύων
και ερμηνεύονται μόνο σε μαιευτικό πλαίσιο.


11

Ε2 & Εξωσωματική Γονιμοποίηση (IVF)

Στα πρωτόκολλα εξωσωματικής γονιμοποίησης (IVF), η οιστραδιόλη (E2)
αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους βιοδείκτες παρακολούθησης της διέγερσης των ωοθηκών.

  • Καθημερινή παρακολούθηση: η Ε2 μετράται συχνά σε κάθε στάδιο της φαρμακευτικής διέγερσης.
  • Ωρίμανση ωοθυλακίων: οι τιμές αντανακλούν τον αριθμό και τη λειτουργικότητα των αναπτυσσόμενων ωοθυλακίων.
  • Κίνδυνος OHSS: υπερβολικά υψηλές τιμές αυξάνουν τον κίνδυνο
    συνδρόμου υπερδιέγερσης ωοθηκών (OHSS).
Κλινική σημασία:
Η σωστή ερμηνεία της Ε2 στο IVF καθορίζει πότε θα δοθεί το trigger και
πότε θα γίνει η ωοληψία, μεγιστοποιώντας την πιθανότητα επιτυχίας
και ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο επιπλοκών.


12

Περιορισμοί & παγίδες της εξέτασης

Η οιστραδιόλη είναι μια δυναμική ορμόνη. Μία μόνο μέτρηση δεν αρκεί
για ασφαλή διάγνωση ή κλινική απόφαση.

Σημαντικές παγίδες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:

  • Ημέρα του κύκλου: η τιμή μπορεί να αλλάζει δραστικά μέσα σε λίγες ημέρες.
  • Αντισυλληπτικά & HRT: μπορούν να προκαλέσουν τεχνητά αυξημένη ή
    σταθεροποιημένη Ε2.
  • Λάθος χρονισμός: χαμηλές τιμές μπορεί να είναι απολύτως φυσιολογικές
    αν η μέτρηση γίνει σε ακατάλληλη φάση του κύκλου.
  • Σειριακές μετρήσεις: η σύγκριση με προηγούμενες τιμές
    έχει πολύ μεγαλύτερη κλινική αξία από μία μεμονωμένη μέτρηση.

➡️ Η σωστή αξιολόγηση της Ε2 απαιτεί πάντα κλινικό πλαίσιο
και συσχέτιση με τα συμπτώματα και τις υπόλοιπες ορμόνες.

Η οιστραδιόλη (E2) σχεδόν ποτέ δεν ερμηνεύεται μόνη της.
Για αξιόπιστη κλινική εικόνα, συνδυάζεται με άλλες βασικές ορμόνες του
αναπαραγωγικού άξονα.

  • FSH: εκτιμά τη λειτουργία των ωοθηκών και το αποθεματικό τους.
  • LH: σχετίζεται άμεσα με την ωορρηξία και την ωρίμανση των ωοθυλακίων.
  • Προγεστερόνη: επιβεβαιώνει αν έγινε ωορρηξία και αν το ενδομήτριο είναι κατάλληλο.
  • AMH: δείχνει το ωοθηκικό απόθεμα και βοηθά στον προγραμματισμό IVF.
  • Τεστοστερόνη: ιδιαίτερα σημαντική στους άνδρες και σε γυναίκες με υπερανδρογονισμό.
  • SHBG: καθορίζει πόση ορμόνη είναι βιοδιαθέσιμη στον οργανισμό.
Ο σωστός συνδυασμός εξετάσεων δίνει την πραγματική εικόνα της ορμονικής λειτουργίας,
όχι μια απομονωμένη αριθμητική τιμή.


14

Τι να συζητήσετε με τον γιατρό σας

Ένα αποτέλεσμα Ε2 αποκτά νόημα μόνο όταν συζητηθεί στο σωστό κλινικό πλαίσιο.
Χρήσιμες ερωτήσεις προς τον γιατρό σας:

  • Σε ποια φάση του κύκλου έγινε η μέτρηση;
  • Η τιμή ταιριάζει με τα συμπτώματά μου και το ιστορικό μου;
  • Χρειάζονται επαναληπτικές ή συμπληρωματικές εξετάσεις;
  • Πώς επηρεάζει τη γονιμότητα, την εγκυμοσύνη ή την
    ορμονική θεραπεία που λαμβάνω;

➡️ Ο στόχος δεν είναι μόνο μια «φυσιολογική τιμή», αλλά η
σωστή ερμηνεία για τον συγκεκριμένο ασθενή.


15

Συχνές Ερωτήσεις για την Ε2 (Οιστραδιόλη)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση Ε2;

Όχι. Η μέτρηση της Ε2 δεν απαιτεί νηστεία, εκτός αν έχετε και άλλες εξετάσεις μαζί που απαιτούν νηστεία (π.χ. σάκχαρο).

Σε ποια ημέρα του κύκλου είναι καλύτερο να γίνει η εξέταση;

Συνήθως στις πρώτες ημέρες (2η–5η ημέρα) για βασική μέτρηση. Άλλες ημέρες μπορεί να ζητηθούν αν ο γιατρός θέλει να ελέγξει συγκεκριμένη φάση.

Η αντισυλληπτική αγωγή επηρεάζει τα αποτελέσματα;

Ναι, μπορεί να αυξήσει τεχνητά την Ε2. Ενημερώστε το εργαστήριο και τον γιατρό σας.

Τι σημαίνει υψηλή Ε2;

Μπορεί να υποδηλώνει κύστεις ωοθηκών, υπερλειτουργία ωοθηκών, ορμονική θεραπεία ή φυσιολογική εγκυμοσύνη. Η ερμηνεία γίνεται μόνο από γιατρό.

Τι σημαίνει χαμηλή Ε2;

Μπορεί να σχετίζεται με εμμηνόπαυση, πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια ή υπογοναδισμό. Χρειάζεται αξιολόγηση σε συνδυασμό με άλλες ορμόνες.

Επηρεάζει η εγκυμοσύνη τα επίπεδα Ε2;

Ναι. Στην εγκυμοσύνη η Ε2 αυξάνεται προοδευτικά και φτάνει σε πολύ υψηλές τιμές σε σχέση με τον φυσιολογικό κύκλο.

Η εξέταση Ε2 γίνεται και στους άνδρες;

Ναι. Μετράται για έλεγχο γυναικομαστίας, υπογοναδισμού, γονιμότητας ή ηπατικής νόσου.

Μπορώ να κάνω την εξέταση σε οποιοδήποτε εργαστήριο;

Ναι, αλλά τα όρια αναφοράς διαφέρουν. Να έχετε μαζί σας το αποτέλεσμα ώστε ο γιατρός σας να το ερμηνεύσει σωστά.


16

Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας. Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση
ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.

Κλείστε εύκολα εξέταση Ε2 (Οιστραδιόλη) ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


17

Βιβλιογραφία

1. Estradiol physiology and clinical interpretation. Endocrine Reviews
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/books/NBK278954/
2. Female reproductive endocrinology – estradiol. Williams Textbook of Endocrinology
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/books/NBK279066/
3. Estradiol in male physiology. Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism
https://academic.oup.com/jcem/article/101/11/3947/2765063
4. Estradiol monitoring in IVF cycles. Human Reproduction
https://academic.oup.com/humrep/article/31/1/38/2380214
5. Estradiol reference ranges and variability. UpToDate
https://www.uptodate.com/contents/measurement-of-serum-estradiol
6. Πλήρης κατάλογος διαθέσιμων εξετάσεων στο Μικροβιολογικό Λαμία.
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/

Αθηρωματικός-δείκτης-1200x800.jpg

1) Τι είναι ο Αθηρωματικός Δείκτης Χοληστερόλης;

Ο Αθηρωματικός Δείκτης Χοληστερόλης είναι ένας απλός αλλά ιδιαίτερα χρήσιμος δείκτης που προκύπτει από τον λόγο
Ολικής Χοληστερόλης προς HDL-Χοληστερόλη. Χρησιμοποιείται διεθνώς ως εργαλείο αξιολόγησης
του καρδιαγγειακού κινδύνου και της αθηρογόνου δράσης των λιπιδίων στο αίμα.

Η ολική χοληστερόλη περιλαμβάνει τόσο τις «κακές» (LDL, VLDL) όσο και τις «καλές» λιποπρωτεΐνες.
Η HDL-χοληστερόλη θεωρείται «καλή» γιατί απομακρύνει την περίσσεια χοληστερόλης από τα αγγεία.
Όταν ο λόγος Ολικής/HDL είναι υψηλός, υποδηλώνει αυξημένη αθηρογόνο δράση και συνεπώς μεγαλύτερο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Ο δείκτης είναι εύκολος στον υπολογισμό και παρέχει στον γιατρό και στον ασθενή μία συνοπτική εικόνα του λιπιδαιμικού προφίλ,
πέρα από την απλή μέτρηση της ολικής χοληστερόλης.

2) Πώς υπολογίζεται ο Αθηρωματικός Δείκτης Χοληστερόλης

Ο Αθηρωματικός Δείκτης Χοληστερόλης προκύπτει από έναν πολύ απλό μαθηματικό τύπο:

Αθηρωματικός Δείκτης Χοληστερόλης = Ολική Χοληστερόλη (mg/dl) ÷ HDL-Χοληστερόλη (mg/dl)

Για να τον υπολογίσετε:

  • Μετρήστε την Ολική Χοληστερόλη στον ορό αίματος (mg/dl).
  • Μετρήστε την HDL-Χοληστερόλη στον ορό αίματος (mg/dl).
  • Διαιρέστε την ολική τιμή με την τιμή της HDL.

📐 Παράδειγμα Υπολογισμού

Ολική Χοληστερόλη: 220 mg/dl
HDL-Χοληστερόλη: 55 mg/dl
Δείκτης = 220 / 55 = 4,0

📌 Όσο υψηλότερος ο λόγος Ολικής/HDL τόσο πιο «αθηρογόνο» θεωρείται το λιπιδαιμικό προφίλ.
Μαζί με τις τιμές LDL, Non-HDL και τριγλυκεριδίων, ο δείκτης βοηθά στην εκτίμηση του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου.

3) Φυσιολογικές & Ενδεικτικές Τιμές

Ο Αθηρωματικός Δείκτης Χοληστερόλης ερμηνεύεται ως λόγος ολικής/HDL χοληστερόλης.
Όσο χαμηλότερος ο δείκτης τόσο μικρότερος θεωρείται ο καρδιαγγειακός κίνδυνος.
Οι τιμές είναι ενδεικτικές και μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τις κατευθυντήριες οδηγίες.

Δείκτης (Ολική / HDL)Ερμηνεία
< 3,5Χαμηλός καρδιαγγειακός κίνδυνος – ευνοϊκό προφίλ
3,5 – 4,5Μέσος κίνδυνος – απαιτείται παρακολούθηση/πρόληψη
4,5 – 5,5Αυξημένος κίνδυνος – πιθανή ανάγκη παρέμβασης
> 5,5Υψηλός κίνδυνος – έντονα αθηρογόνο προφίλ

📌 Οι γιατροί συνυπολογίζουν τον δείκτη με άλλες παραμέτρους όπως LDL, Non-HDL, ApoB/ApoA1, τριγλυκερίδια,
καθώς και προσωπικούς παράγοντες κινδύνου (ηλικία, φύλο, οικογενειακό ιστορικό).

4) Ρόλος & Σημασία για την Υγεία

Ο Αθηρωματικός Δείκτης Χοληστερόλης αποτελεί έναν από τους πιο χρήσιμους και εύκολους δείκτες για την
εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Η παρακολούθησή του παρέχει πληροφορίες που συχνά δεν είναι εμφανείς
από την απλή τιμή της ολικής ή της LDL-χοληστερόλης.

Ένας χαμηλός δείκτης (<3,5) συνδέεται με:

  • Μικρότερο κίνδυνο για στεφανιαία νόσο και εγκεφαλικό επεισόδιο.
  • Υψηλότερα επίπεδα «καλής» HDL που απομακρύνει τη χοληστερόλη από τα αγγεία.
  • Καλύτερη ανταπόκριση σε υγιεινό τρόπο ζωής ή φαρμακευτική αγωγή.

Αντίθετα, ένας υψηλός δείκτης (>5,5):

  • Υποδηλώνει αυξημένη αθηρογόνο δράση και καρδιαγγειακό κίνδυνο.
  • Συχνά συνοδεύεται από υψηλή LDL, χαμηλή HDL, μεταβολικό σύνδρομο, υπέρταση ή σακχαρώδη διαβήτη.
  • Απαιτεί πιο επιθετική πρόληψη και, ενδεχομένως, φαρμακευτική παρέμβαση (π.χ. στατίνες).

📌 Η παρακολούθηση του δείκτη με την πάροδο του χρόνου δείχνει την αποτελεσματικότητα των αλλαγών στον τρόπο ζωής και της θεραπείας.
Η μείωση του δείκτη είναι θετικό προγνωστικό στοιχείο για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων.

5) Παράγοντες που επηρεάζουν το αποτέλεσμα

Η τιμή του Αθηρωματικού Δείκτη Χοληστερόλης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που σχετίζονται
με το λιπιδαιμικό προφίλ και τον τρόπο ζωής. Η γνώση τους βοηθά στην ερμηνεία και στη στοχευμένη παρέμβαση.

  • Διατροφή: Υψηλή πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών και trans λιπαρών αυξάνει την LDL και την ολική χοληστερόλη.
  • Σωματικό βάρος: Παχυσαρκία και αυξημένος Δείκτης Μάζας Σώματος μειώνουν την HDL και αυξάνουν τον δείκτη.
  • Άσκηση: Η συστηματική αερόβια άσκηση αυξάνει την HDL και βελτιώνει τον δείκτη.
  • Κάπνισμα: Μειώνει την HDL και αυξάνει την αθηρογόνο δράση.
  • Κατανάλωση αλκοόλ: Μέτρια κατανάλωση μπορεί να αυξήσει την HDL· υπερβολική κατανάλωση βλάπτει.
  • Γενετικοί παράγοντες: Οικογενής υπερχοληστερολαιμία ή χαμηλή HDL λόγω κληρονομικότητας επηρεάζουν τον δείκτη.
  • Φαρμακευτική αγωγή: Στατίνες, φιμπράτες και άλλες θεραπείες βελτιώνουν τον δείκτη αυξάνοντας την HDL ή μειώνοντας την LDL.
  • Ηλικία & φύλο: Μεγαλύτερη ηλικία και άνδρες τείνουν να έχουν υψηλότερο δείκτη.
  • Σακχαρώδης διαβήτης & μεταβολικό σύνδρομο: Συνοδεύονται από χαμηλή HDL, υψηλά τριγλυκερίδια και αυξημένο δείκτη.

📌 Η αντιμετώπιση των παραγόντων αυτών μέσω αλλαγής τρόπου ζωής και, εφόσον χρειάζεται, φαρμακευτικής αγωγής
μπορεί να μειώσει αισθητά τον Αθηρωματικό Δείκτη Χοληστερόλης και συνεπώς τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

6) Σχέση με άλλες εξετάσεις / δείκτες

Ο Αθηρωματικός Δείκτης Χοληστερόλης αποκτά μεγαλύτερη διαγνωστική αξία όταν αξιολογείται
σε συνδυασμό με άλλες εξετάσεις του λιπιδαιμικού προφίλ και δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου.
Έτσι ο γιατρός σχηματίζει μια πιο πλήρη εικόνα για την κατάσταση των αγγείων και τις ανάγκες πρόληψης.

Δείκτης / ΕξέτασηΤι μετράΣχέση με Αθηρωματικό Δείκτη ΧοληστερόληςΧρησιμότητα
LDL-Χοληστερόλη«Κακή» χοληστερόλη που προάγει την αθηροσκλήρωσηΥψηλή LDL αυξάνει τον δείκτη ολικής/HDLΚύριος στόχος θεραπείας
Non-HDL ΧοληστερόληΟλική – HDL (περιλαμβάνει όλα τα αθηρογόνα σωματίδια)Συμπληρώνει τον δείκτη ολικής/HDL για ακριβέστερη εκτίμησηΚαλύτερος δείκτης αθηρογόνου φορτίου σε υπερτριγλυκεριδαιμία
ApoB/ApoA1 λόγοςΑναλογία απολιποπρωτεϊνών αθηρογόνων / αντιαθηρογόνωνΠιο ακριβής δείκτης κινδύνου από τον ολικής/HDLΧρησιμοποιείται σε εξειδικευμένα κέντρα
ΤριγλυκερίδιαΕνεργειακά λιπίδια αίματοςΥψηλά τριγλυκερίδια συνήθως συνοδεύονται από χαμηλή HDL και υψηλό δείκτηΑπαιτείται έλεγχος σε μεταβολικό σύνδρομο
Γλυκόζη & HbA1cΈλεγχος μεταβολισμού σακχάρουΟ διαβήτης αυξάνει τον δείκτη ολικής/HDLΣυμπληρωματικός έλεγχος κινδύνου
Υπέρταση & BMIΠαράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνουΣυνυπάρχουν με υψηλό δείκτηΟλιστική εκτίμηση ασθενούς

📌 Με τη συνδυασμένη αξιολόγηση όλων αυτών των παραμέτρων, ο γιατρός μπορεί να καθορίσει καλύτερα το επίπεδο καρδιαγγειακού κινδύνου
και να σχεδιάσει εξατομικευμένες παρεμβάσεις πρόληψης ή θεραπείας.

7) FAQ – Συχνές Ερωτήσεις

🔎 Τι είναι ο Αθηρωματικός Δείκτης Χοληστερόλης;

Είναι ο λόγος Ολικής Χοληστερόλης προς HDL-Χοληστερόλη. Χρησιμοποιείται ως δείκτης καρδιαγγειακού κινδύνου,
διότι όσο υψηλότερη είναι η τιμή τόσο πιο «αθηρογόνο» θεωρείται το λιπιδαιμικό προφίλ.

📐 Πώς υπολογίζεται;

Διαιρείτε την Ολική Χοληστερόλη (mg/dl) με την HDL-Χοληστερόλη (mg/dl).
Παράδειγμα: 220/55 = 4,0. Όσο χαμηλότερος ο λόγος, τόσο καλύτερο το προφίλ.

📊 Ποιες τιμές θεωρούνται φυσιολογικές;

<3,5 χαμηλός κίνδυνος, 3,5–4,5 μέσος κίνδυνος, 4,5–5,5 αυξημένος κίνδυνος, >5,5 υψηλός κίνδυνος.
Η αξιολόγηση γίνεται πάντοτε εξατομικευμένα από τον γιατρό.

🩺 Γιατί είναι σημαντικός ο δείκτης;

Δίνει συνοπτική εικόνα του αθηρογόνου φορτίου των λιπιδίων, συμπληρώνει το λιπιδαιμικό προφίλ και βοηθά στη λήψη αποφάσεων για πρόληψη και θεραπεία.

🍎 Πώς μπορώ να βελτιώσω τον δείκτη;

Με μεσογειακή διατροφή, μείωση κορεσμένων/trans λιπαρών, αύξηση φρούτων-λαχανικών, άσκηση, διακοπή καπνίσματος
και, αν χρειάζεται, φαρμακευτική αγωγή (στατίνες, φιμπράτες). Η αύξηση της HDL και η μείωση της LDL μειώνουν τον δείκτη.

👩‍⚕️ Κάθε πότε πρέπει να ελέγχεται;

Συνιστάται ετήσιος έλεγχος ως μέρος του λιπιδαιμικού προφίλ ή συχνότερα σε άτομα με παράγοντες κινδύνου/θεραπεία.

💊 Παίζει ρόλο η φαρμακευτική αγωγή;

Ναι. Οι στατίνες, οι φιμπράτες και άλλες θεραπείες μειώνουν την LDL και μπορούν να βελτιώσουν τον δείκτη.
Η αξιολόγηση γίνεται πάντοτε με ενημέρωση για τη λήψη φαρμάκων.

8) Βιβλιογραφία / Πηγές

ℹ️ Οι παραπάνω πηγές είναι ενδεικτικές και προσφέρουν επιπλέον επιστημονική πληροφόρηση
για τον Αθηρωματικό Δείκτη Χοληστερόλης και τη σημασία του στην πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων.

🩺 Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας πραγματοποιούμε αξιόπιστες μετρήσεις
Αθηρωματικού Δείκτη Χοληστερόλης και πλήρη λιπιδαιμικό έλεγχο ✔️

☎️ Τηλέφωνο: +30 22310 66841
🕒 Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή 07:00–13:30


Το Εργαστήριό μας

Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.

Social Networks

Facebook
Twitter

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

22310 66841
6972 860905
Έσλιν 19, Λαμία 35100
©2025 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

Μικροβιολογικό Λαμία – Διαγνωστική ιατρική φροντίδα από το 2004.

Μικροβιολογικό Λαμία
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.