ptau217-ab42-exetasi-aimatos-alzheimer-mikrobiologikolamia-1200x628-1-1200x800.jpg

pTau217 / Tau217 & Aβ42 (Αβ42): Οι «νέες» εξετάσεις αίματος για Alzheimer – τι δείχνουν και πώς ερμηνεύονται

Τελευταία ενημέρωση:

Τι να θυμάστε (σε 25″):
Οι δείκτες pTau217 και Aβ42 στο αίμα (συχνά ως λόγος pTau217/Aβ42 ή/και Aβ42/40) χρησιμοποιούνται για να εκτιμήσουν αν υπάρχει πιθανότητα αμυλοειδικής παθολογίας που σχετίζεται με Alzheimer. Δεν είναι «screening» για όλους, ούτε διάγνωση από μόνοι τους· εντάσσονται σε ιατρική αξιολόγηση και, όταν χρειάζεται, επιβεβαιώνονται με άλλες εξετάσεις.



1

Τι είναι τα pTau217/Tau217 και Aβ42

Στη νόσο Alzheimer υπάρχουν δύο βασικές «βιολογικές υπογραφές»: (α) η αμυλοειδική παθολογία (β-αμυλοειδές) και (β) η παθολογική tau.
Το Aβ42 (Αβ42) είναι μορφή του β-αμυλοειδούς που μειώνεται όταν σχηματίζονται αμυλοειδικές πλάκες στον εγκέφαλο.
Η pTau217 είναι tau πρωτεΐνη φωσφορυλιωμένη στη θέση 217 και αποτελεί ευαίσθητο δείκτη Alzheimer-σχετιζόμενης παθολογίας στο πλαίσιο αξιολόγησης γνωστικής έκπτωσης.

Ιατρική σύνοψη:
Στη νόσο Alzheimer, η εναπόθεση β-αμυλοειδούς (πτώση Aβ42 στο αίμα) και η παθολογική φωσφορυλίωση της tau (αύξηση pTau217) αποτελούν τις δύο κύριες βιολογικές διεργασίες.
Ο συνδυασμός τους σε λόγο (pTau217/Aβ42) επιτρέπει πιο αξιόπιστη εκτίμηση της πιθανότητας υποκείμενης αμυλοειδικής παθολογίας σε ασθενείς με γνωστικά συμπτώματα.

2

Γιατί μιλάμε τώρα για «εξετάσεις αίματος» στο Alzheimer

Μέχρι πρόσφατα, η τεκμηρίωση αμυλοειδικής παθολογίας γινόταν κυρίως με PET αμυλοειδούς ή με ανάλυση δεικτών στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ).
Το 2025 εγκρίθηκε για πρώτη φορά εξέταση αίματος που χρησιμοποιεί pTau217 και Aβ42 (μέσω λόγου pTau217/Aβ42) για να εκτιμήσει την πιθανότητα παρουσίας αμυλοειδικών πλακών σε συμπτωματικούς ενήλικες.
Αυτό άνοιξε τον δρόμο για πιο εύκολη, λιγότερο επεμβατική αρχική βιολογική αξιολόγηση της νόσου Alzheimer.

Γιατί έχει σημασία κλινικά:
Για πρώτη φορά, η αρχική βιολογική διερεύνηση της νόσου Alzheimer μπορεί να ξεκινήσει με απλή αιμοληψία.
Αυτό επιτρέπει ταχύτερη διαλογή ασθενών, καλύτερη επιλογή όσων χρειάζονται PET ή ΕΝΥ και πρακτικότερη ένταξη σε σύγχρονες anti-amyloid θεραπευτικές στρατηγικές.

3

pTau217: τι δείχνει για τον εγκέφαλο

Η pTau217 αντανακλά παθολογικές αλλαγές της tau πρωτεΐνης που σχετίζονται στενά με τη νόσο Alzheimer.
Στην πράξη λειτουργεί ως δείκτης πιθανότητας (rule-in / rule-out) για Alzheimer-σχετιζόμενη αμυλοειδική παθολογία, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με αμυλοειδικούς δείκτες όπως Aβ42 ή Aβ42/40.
Με απλά λόγια: αυξημένη pTau217 αυξάνει την πιθανότητα ότι οι γνωστικές διαταραχές έχουν βιολογικό υπόστρωμα Alzheimer.

Πρακτική ερμηνεία:
Απομονωμένη τιμή pTau217 δεν αρκεί· η διαγνωστική της αξία μεγιστοποιείται όταν αξιολογείται σε λόγο με Aβ42 ή Aβ42/40 και πάντα σε συνδυασμό με τα κλινικά ευρήματα του ασθενούς.


4

Aβ42 & λόγοι (pTau217/Aβ42, Aβ42/40): πώς διαβάζονται

Το Aβ42 σπάνια ερμηνεύεται μόνο του· συνήθως χρησιμοποιείται σε λόγο ώστε να μειωθεί η αναλυτική και βιολογική μεταβλητότητα.
Οι δύο πιο διαδεδομένες προσεγγίσεις είναι:
(α) pTau217/Aβ42, που συνδυάζει tau παθολογία με αμυλοειδές, και
(β) Aβ42/40, που εκτιμά καθαρά το αμυλοειδικό φορτίο.
Στην εγκεκριμένη εργαστηριακή προσέγγιση Lumipulse χρησιμοποιείται ο λόγος pTau217/β-Amyloid 1-42 για να εκτιμηθεί η πιθανότητα παρουσίας αμυλοειδικών πλακών.
Όσο πιο παθολογικός είναι ο λόγος, τόσο αυξάνει η πιθανότητα υποκείμενης Alzheimer-σχετιζόμενης παθολογίας.

Πώς να το διαβάσω πρακτικά:
Δεν κοιτάμε μεμονωμένες τιμές αλλά τον λόγο των δεικτών.
Όσο πιο «παθολογικός» είναι ο λόγος pTau217/Aβ42 ή Aβ42/40, τόσο αυξάνει η πιθανότητα ύπαρξης αμυλοειδικής παθολογίας — όμως η τελική ερμηνεία γίνεται πάντα σε συνδυασμό με τα συμπτώματα και την ιατρική αξιολόγηση.

5

Ποιοι ωφελούνται: πότε έχει νόημα να γίνουν

Οι εξετάσεις pTau217/Aβ42 έχουν μεγαλύτερη αξία όταν υπάρχει κλινική υποψία, όπως:
επίμονη έκπτωση μνήμης, αλλαγές συμπεριφοράς ή λειτουργικότητας, ή εικόνα συμβατή με ήπια νοητική διαταραχή (MCI) που χρειάζεται βιολογική τεκμηρίωση.
Δεν προορίζονται ως «γενικός προληπτικός έλεγχος» για ασυμπτωματικό πληθυσμό, αλλά ως εργαλείο υποστήριξης της διάγνωσης σε κατάλληλο κλινικό πλαίσιο.

Σε ποιους δεν ενδείκνυνται:
Δεν συνιστώνται ως προληπτικός έλεγχος σε ασυμπτωματικά άτομα ούτε ως «τεστ ρουτίνας».
Η αξία τους είναι μεγαλύτερη όταν υπάρχει τεκμηριωμένη κλινική υποψία και σαφές διαγνωστικό ερώτημα.

6

Σε ποιο πλαίσιο: ιατρείο μνήμης, νευρολόγος, εξειδικευμένη εκτίμηση

Η ασφαλής χρήση των βιοδεικτών αίματος προϋποθέτει ιατρικό πλαίσιο:
αναλυτικό ιστορικό, κλινική νευρολογική και νευροψυχολογική αξιολόγηση και, όπου χρειάζεται, απεικόνιση (π.χ. MRI εγκεφάλου).
Ακόμη και στις επίσημες εγκρίσεις, τονίζεται ότι η εξέταση δεν είναι αυτόνομη και πρέπει πάντα να συνδυάζεται με τα υπόλοιπα κλινικά δεδομένα πριν ληφθούν διαγνωστικές ή θεραπευτικές αποφάσεις.

Τυπική κλινική ροή:
Συμπτώματα → ιατρική αξιολόγηση → βασικός εργαστηριακός έλεγχος → βιοδείκτες αίματος (όταν ενδείκνυται) → PET ή ΕΝΥ σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
Ο στόχος είναι η σταδιακή αύξηση της διαγνωστικής βεβαιότητας με το λιγότερο επεμβατικό μέσο.


7

Πώς γίνεται η εξέταση (πρακτικά)

Η εξέταση γίνεται με απλή αιμοληψία (συνήθως πλάσμα).
Το εργαστήριο ακολουθεί συγκεκριμένο πρωτόκολλο φυγοκέντρησης, επεξεργασίας και αποθήκευσης ώστε να περιορίζεται η αναλυτική μεταβλητότητα.
Το αποτέλεσμα μπορεί να δοθεί είτε ως αριθμητική τιμή/λόγος, είτε ως κατηγοριοποίηση (π.χ. αρνητικό, θετικό ή ακαθόριστο), ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο.

Τι να περιμένετε πρακτικά:
Η διαδικασία δεν διαφέρει από μια συνηθισμένη αιμοληψία.
Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία εκτός αν δοθούν διαφορετικές οδηγίες από τον θεράποντα και τα αποτελέσματα εντάσσονται πάντα σε συνολική ιατρική εκτίμηση.


8

Προ-αναλυτικοί παράγοντες: τι μπορεί να επηρεάσει αποτέλεσμα

Συχνό πρακτικό σημείο:
Σε βιοδείκτες νευροεκφύλισης, μικρές διαφορές στον χειρισμό δείγματος (χρόνος μέχρι φυγοκέντρηση, συνθήκες αποθήκευσης, επαναλαμβανόμενες αποψύξεις) μπορεί να επηρεάσουν την αναλυτική σταθερότητα.
Για αυτό η τυποποίηση στο εργαστήριο είναι κρίσιμη.

Με απλά λόγια: το αποτέλεσμα δεν είναι «απλώς ένα νούμερο».
Είναι προϊόν σωστής προετοιμασίας δείγματος και σωστής ένταξης στο συνολικό κλινικό πλαίσιο του ασθενούς.


9

Ερμηνεία αποτελέσματος: θετικό, αρνητικό, ακαθόριστο

Σε πρακτικούς όρους, τα αποτελέσματα εντάσσονται σε τρεις βασικές ζώνες:

  • Αρνητικό (rule-out πιθανότητας): μειώνει την πιθανότητα αμυλοειδικής παθολογίας και συχνά περιορίζει την ανάγκη για άμεσο PET ή ΕΝΥ, ανάλογα με το κλινικό σενάριο.
  • Θετικό (rule-in πιθανότητας): αυξάνει την πιθανότητα παρουσίας αμυλοειδικών πλακών και συνήθως οδηγεί σε επιβεβαιωτική στρατηγική (π.χ. PET/ΕΝΥ), σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντα.
  • Ακαθόριστο: σε ένα ποσοστό περιπτώσεων το αποτέλεσμα δεν ταξινομείται καθαρά (indeterminate) και τότε η απόφαση βασίζεται αποκλειστικά στο συνολικό κλινικό πλαίσιο.
Τι κάνω μετά το αποτέλεσμα:
Ανεξάρτητα από το αν το αποτέλεσμα είναι θετικό, αρνητικό ή ακαθόριστο, το επόμενο βήμα καθορίζεται από τον θεράποντα ιατρό.
Μπορεί να περιλαμβάνει παρακολούθηση, επιβεβαιωτικές εξετάσεις (PET ή ΕΝΥ) ή περαιτέρω νευρολογική αξιολόγηση, ανάλογα με τα συμπτώματα και το συνολικό κλινικό προφίλ.

10

Περιορισμοί και «συχνά λάθη» στην ερμηνεία

Συχνό κλινικό λάθος:
Να θεωρείται ένα θετικό pTau217/Aβ42 ως «οριστική διάγνωση Alzheimer» χωρίς συνολική κλινική αξιολόγηση,
ή αντίστροφα ένα αρνητικό αποτέλεσμα ως απόδειξη ότι «δεν υπάρχει πρόβλημα», ενώ τα συμπτώματα επιμένουν.

Πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη ότι υπάρχει πιθανότητα ψευδώς θετικών και ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων.
Για τον λόγο αυτό, οι εξετάσεις αυτές δεν χρησιμοποιούνται ως screening και δεν αποτελούν αυτόνομο διαγνωστικό εργαλείο, αλλά εντάσσονται σε ολοκληρωμένη ιατρική εκτίμηση.


11

Σύγκριση με ΕΝΥ (CSF) και PET: πότε χρειάζονται

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΜέθοδοςΤι τεκμηριώνει καλύτεραΠλεονέκτημαΜειονέκτημα
Αίμα: pTau217/Aβ42Πιθανότητα αμυλοειδικής παθολογίας (σε κατάλληλο πλαίσιο)Ελάχιστα επεμβατικό, ευκολότερη πρόσβασηΔεν αποτελεί αυτόνομη διάγνωση, υπάρχει πιθανότητα ακαθόριστου αποτελέσματος ή σφάλματος ταξινόμησης
ΕΝΥ (CSF) βιοδείκτεςΑμυλοειδές και tau με υψηλή βιολογική εγγύτητα στο ΚΝΣΚαλά τεκμηριωμένη προσέγγιση σε εξειδικευμένα κέντραΠιο επεμβατικό (οσφυονωτιαία παρακέντηση)
PET αμυλοειδούςΆμεση απεικόνιση αμυλοειδικών πλακώνΟπτική τεκμηρίωση, χρήσιμο σε δύσκολες περιπτώσειςΚόστος, διαθεσιμότητα και έκθεση σε ραδιοφάρμακο

Πρακτικά, οι δείκτες αίματος λειτουργούν ως πρώτο βήμα βιολογικής τεκμηρίωσης.
PET ή ΕΝΥ αξιοποιούνται όταν απαιτείται μεγαλύτερη διαγνωστική βεβαιότητα ή όταν το αποτέλεσμα επηρεάζει άμεσα τις θεραπευτικές αποφάσεις.


12

Ο ρόλος τους σε θεραπείες anti-amyloid και στην παρακολούθηση

Με την είσοδο θεραπειών που στοχεύουν το αμυλοειδές, η τεκμηρίωση αμυλοειδικής παθολογίας αποκτά πρακτική κλινική σημασία.
Οι βιοδείκτες αίματος —ιδίως οι συνδυασμοί pTau217 με αμυλοειδικό δείκτη— μπορούν να βοηθήσουν στη διαλογή ασθενών που χρειάζονται περαιτέρω επιβεβαίωση πριν από εξειδικευμένες παρεμβάσεις.
Παρόλα αυτά, δεν αντικαθιστούν πλήρως τις υπόλοιπες εξετάσεις σε όλα τα κλινικά σενάρια.

Τι αλλάζει πρακτικά:
Οι εξετάσεις αίματος μπορούν να λειτουργήσουν ως αρχικό φίλτρο για τον εντοπισμό ασθενών που ενδέχεται να ωφεληθούν από anti-amyloid στρατηγικές, μειώνοντας άσκοπες επεμβατικές εξετάσεις.
Η τελική επιλογή θεραπείας βασίζεται πάντα σε επιβεβαιωμένα ευρήματα και συνολική ιατρική αξιολόγηση.


13

Άλλοι δείκτες αίματος που συζητούνται (GFAP, NfL κ.ά.)

Εκτός από pTau217 και αμυλοειδικούς λόγους (όπως Aβ42/40), στη βιβλιογραφία αναφέρονται και άλλοι δείκτες αίματος, όπως GFAP και NfL, συνήθως ως μέρος ευρύτερων διαγνωστικών αλγορίθμων.
Οι δείκτες αυτοί μπορούν να αντανακλούν νευροεκφυλισμό ή νευροφλεγμονή, όμως δεν είναι τόσο ειδικοί για Alzheimer όσο ο συνδυασμός tau δείκτη με αμυλοειδικό δείκτη.
Για τον λόγο αυτό, χρησιμοποιούνται επικουρικά και όχι ως κύριο διαγνωστικό εργαλείο.

Πώς χρησιμοποιούνται στην πράξη:
GFAP και NfL αξιοποιούνται κυρίως ως συμπληρωματικοί δείκτες γενικής νευρωνικής βλάβης ή φλεγμονής.
Η μεγαλύτερη ειδικότητα για Alzheimer προκύπτει από τον συνδυασμό tau δείκτη (pTau217) με αμυλοειδικό λόγο, ενώ οι υπόλοιποι δείκτες προσθέτουν πληροφορία στο συνολικό διαγνωστικό προφίλ.

14

Τι να κάνω αν ανησυχώ για μνήμη – πρακτικό πλάνο

  1. Κλείστε ιατρική αξιολόγηση (νευρολόγος ή ιατρείο μνήμης), ιδιαίτερα αν τα συμπτώματα διαρκούν > 3–6 μήνες ή επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα.
  2. Βασικός εργαστηριακός έλεγχος (θυρεοειδής, βιταμίνη B12/φυλλικό, μεταβολικοί δείκτες κ.ά.), ανά κλινική κρίση.
  3. Νευροψυχολογική εκτίμηση όπου ενδείκνυται.
  4. Βιοδείκτες αίματος (pTau217/Aβ42 ή/και Aβ42/40) όταν ο θεράπων ιατρός κρίνει ότι μπορούν να αλλάξουν τη διαγνωστική στρατηγική (π.χ. να καθορίσουν ανάγκη για PET ή ΕΝΥ).


15

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Είναι η pTau217 «τεστ Alzheimer» που κάνει διάγνωση;

Όχι. Η pTau217 χρησιμοποιείται ως βιοδείκτης που εκτιμά την πιθανότητα Alzheimer-σχετιζόμενης παθολογίας και πρέπει πάντα να συνδυάζεται με κλινική αξιολόγηση και, όταν χρειάζεται, επιβεβαιωτικές εξετάσεις.

Σε ποια ηλικία έχει νόημα;

Συνήθως σε ενήλικες με συμπτώματα γνωστικής έκπτωσης, όπου ο θεράπων ιατρός θέλει βιολογική τεκμηρίωση αμυλοειδικής παθολογίας — όχι ως γενικός προληπτικός έλεγχος.

Τι σημαίνει «ακαθόριστο / indeterminate» αποτέλεσμα;

Σημαίνει ότι το αποτέλεσμα δεν ταξινομείται με ασφάλεια ως θετικό ή αρνητικό, οπότε η απόφαση βασίζεται κυρίως στο συνολικό κλινικό πλαίσιο και συχνά απαιτείται περαιτέρω έλεγχος.

Αν βγει αρνητικό, αποκλείεται το Alzheimer;

Όχι απόλυτα. Το αρνητικό αποτέλεσμα μειώνει την πιθανότητα αμυλοειδικής παθολογίας, αλλά η τελική εκτίμηση εξαρτάται από συμπτώματα, διάρκεια, κλινικά ευρήματα και λοιπές εξετάσεις.

Πρέπει να κάνω πρώτα PET ή ΕΝΥ αντί για αίμα;

Όχι απαραίτητα. Συχνά ξεκινάμε με βιοδείκτες αίματος για να καθοριστεί ποιος χρειάζεται PET ή ΕΝΥ, αλλά αυτό αποτελεί εξατομικευμένη ιατρική απόφαση.


16

Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας.
Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.

Κλείστε εύκολα εξέταση pTau217 / Aβ42 ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


17

Βιβλιογραφία

1) Κατάλογος Εξετάσεων – Μικροβιολογικό Λαμία
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/
2) FDA Press Announcement. FDA clears first blood test used in diagnosing Alzheimer’s disease (2025)
https://www.fda.gov/news-events/press-announcements/fda-clears-first-blood-test-used-diagnosing-alzheimers-disease
3) FDA 510(k). Lumipulse G pTau217/ß-Amyloid 1-42 Plasma Ratio
https://www.accessdata.fda.gov/scripts/cdrh/cfdocs/cfpmn/pmn.cfm?ID=K242706
5) Jack CR Jr, et al. Revised criteria for diagnosis and staging of Alzheimer’s disease
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/38934362/
6) Wisch JK, et al. Ruling in, ruling out: plasma biomarkers in Alzheimer’s
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC12483549/
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Σημείωση: Το περιεχόμενο είναι ενημερωτικό και δεν αντικαθιστά ιατρική διάγνωση ή παρακολούθηση.


Κυστατίνη-C-1200x800.jpg

Κυστατίνη C (Cystatin C) – Πλήρης Οδηγός για Ασθενείς & Επαγγελματίες Υγείας

Τελευταία ενημέρωση: 1 Σεπτεμβρίου 2025 • Mobile-friendly TOC FAQ

Η Κυστατίνη C είναι μία μικρή πρωτεΐνη (~13 kDa) που παράγεται σταθερά από όλα τα πυρηνούχα κύτταρα και καθαίρεται σχεδόν αποκλειστικά από τα σπειράματα των νεφρών. Αποτελεί αξιόπιστο βιοδείκτη για την εκτίμηση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR), συχνά με πλεονεκτήματα έναντι της κλασικής κρεατινίνης σε συγκεκριμένους πληθυσμούς.

Με μια ματιά:

  • Σταθερή παραγωγή, ελάχιστη επίδραση από μυϊκή μάζα/δίαιτα.
  • Ελεύθερη σπειραματική διήθηση, πλήρης σωληναριακή επαναρρόφηση/καταβολισμός, χωρίς σωληναριακή έκκριση.
  • Χρήσιμη όταν η κρεατινίνη είναι «παραπλανητική» (π.χ. ηλικιωμένοι, χαμηλή ή υψηλή μυϊκή μάζα, καχεξία).
  • Χρησιμοποιείται σε εξισώσεις CKD-EPI για υπολογισμό eGFR.

1) Εισαγωγή – Τι είναι η Κυστατίνη C

Η Κυστατίνη C (Cystatin C) είναι μία μικρή, μη γλυκοζυλιωμένη πρωτεΐνη (~13 kDa) που
παράγεται σταθερά από όλα τα πυρηνούχα κύτταρα και βρίσκεται σε σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Διηθείται ελεύθερα από τα σπειράματα, επαναρροφάται και καταβολίζεται πλήρως στα
εγγύς σωληνάρια χωρίς να επανεκκρίνεται στα ούρα· γι’ αυτό η τιμή της στον ορό αντανακλά τον
ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR).

Με απλά λόγια:

  • Η Κυστατίνη C είναι βιοδείκτης νεφρικής λειτουργίας πιο «ουδέτερος» από την κρεατινίνη ως προς μυϊκή μάζα/δίαιτα.
  • Είναι χρήσιμη για πιο ακριβή εκτίμηση eGFR, ειδικά όταν τα αποτελέσματα επηρεάζουν δοσολογίες φαρμάκων.
  • Οι σύγχρονες εξισώσεις CKD-EPI χρησιμοποιούν κρεατινίνη, κυστατίνη C ή τον συνδυασμό τους.

1.1 Πώς “δουλεύει” ως δείκτης;

  • Σταθερή παραγωγή: ελάχιστη βιολογική μεταβλητότητα μεταξύ ατόμων.
  • Νεφρική κάθαρση μόνο με διήθηση: δεν έχει σωληναριακή έκκριση που να «νοθεύει» την τιμή.
  • Αντιστροφή με GFR: όσο ανεβαίνει η κυστατίνη C στον ορό, τόσο μειώνεται ο GFR.

1.2 Γιατί να προτιμηθεί έναντι της κρεατινίνης;

ΖήτημαΚρεατινίνηΚυστατίνη C
Επίδραση μυϊκής μάζας/δίαιταςΜεγάληΜικρή
Ηλικιωμένοι/καχεκτικοί/αθλητέςΣυχνά παραπλανητικήΠιο αξιόπιστη
Διαθεσιμότητα/κόστοςΠαντού/χαμηλόΛιγότερο διαθέσιμη/υψηλότερο
Καλύτερη πρακτικήΣυνδυαστικός eGFR (CKD-EPI creatinine-cystatin C) όταν η απόφαση είναι κλινικά κρίσιμη.

1.3 Τι επηρεάζει την τιμή (πέρα από τον GFR);

  • Θυρεοειδής: ↑ σε υποθυρεοειδισμό, ↓ σε υπέρθυρεοειδισμό.
  • Στεροειδή υψηλής δόσης & φλεγμονή: τείνουν να αυξάνουν την τιμή.
  • Εγκυμοσύνη: φυσιολογικά χαμηλότερη λόγω ↑ GFR (κυρίως 2ο–3ο τρίμηνο).

Σημαντικό για την ερμηνεία:

  • Πάντα χρησιμοποιούμε το εύρος αναφοράς του συγκεκριμένου εργαστηρίου (μέθοδος διακριβωμένη σε ERM-DA471/IFCC όπου είναι δυνατό).
  • Μια μεμονωμένη τιμή δεν αρκεί για διάγνωση ΧΝΝ — απαιτείται επιβεβαίωση ≥3 μήνες και συσχέτιση με αλβουμινουρία/απεικόνιση.

1.4 Πότε τη ζητάμε πρακτικά;

  • Όταν η κλινική εικόνα «δεν ταιριάζει» με eGFR από κρεατινίνη (π.χ. ηλικιωμένος με «φυσιολογική» κρεατινίνη).
  • Όταν η δοσολογία φαρμάκων εξαρτάται από ακριβή eGFR (αντιβιοτικά, χημειοθεραπεία, DOACs κατά ένδειξη).
  • Σε παιδιά, αθλητές, καχεκτικούς ή άτομα με πολύ υψηλή/χαμηλή μυϊκή μάζα.
  • Σε μεταμοσχευμένους νεφρού για ευαίσθητη παρακολούθηση.

1.5 Μικρός αλγόριθμος απόφασης

  1. Υπολόγισε eGFR με CKD-EPI κρεατινίνης.
  2. Αν αποτέλεσμα οριακό ή ασύμβατο με την κλινική εικόνα → μέτρησε Κυστατίνη C.
  3. Υπολόγισε συνδυαστικό eGFR (CKD-EPI creatinine-cystatin C) → χρησιμοποίησέ το για σταδιοποίηση/δοσολογία.

Tip: Δεν απαιτείται νηστεία· προτιμάται ορός ή πλάσμα (Heparin/Li). Αναφέρετε στον ιατρό πρόσφατη
λήψη υψηλών δόσεων στεροειδών ή ενεργό φλεγμονή.

2) Βιολογικός ρόλος & παραγωγή

Η Κυστατίνη C κωδικοποιείται από το γονίδιο CST3 και ανήκει στην οικογένεια των ενδογενών αναστολέων των κυστεϊνικών πρωτεασών. Φυσιολογικά, συνεισφέρει στη ρύθμιση της αποδόμησης πρωτεϊνών της εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας και συμμετέχει σε διεργασίες όπως η φλεγμονή και η αναδιαμόρφωση ιστών. Το χαρακτηριστικό της για την εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας είναι ότι παράγεται σχεδόν σταθερά από όλα τα πυρηνούχα κύτταρα, με σχετικά μικρές διακυμάνσεις μεταξύ των ατόμων, σε αντίθεση με την κρεατινίνη της οποίας η παραγωγή εξαρτάται σημαντικά από τη μυϊκή μάζα.

Μετά τη σπειραματική διήθηση, η Κυστατίνη C επαναρροφάται ενεργά από τα εγγύς σωληναριακά κύτταρα και αποδομείται ενδοκυττάρια, με αποτέλεσμα να μην ανιχνεύεται συνήθως στα ούρα σε αξιοσημείωτες ποσότητες. Συνεπώς, η αύξηση της συγκέντρωσης στον ορό συνδέεται αντιστρόφως με την ελάττωση του GFR.

3) Γιατί είναι σημαντική στη νεφρική λειτουργία

Στην κλινική πράξη, ο GFR σπάνια μετριέται απευθείας (π.χ. με ινουλίνη ή ραδιοϊσοτοπικές μεθόδους). Αντίθετα, χρησιμοποιούμε ενδογενείς δείκτες (κρεατινίνη, κυστατίνη C) και εξισώσεις εκτίμησης (π.χ. CKD-EPI) για τον υπολογισμό του eGFR. Η Κυστατίνη C:

  • Είναι πιο ανεξάρτητη από μυϊκή μάζα, φύλο και πρόσληψη πρωτεΐνης.
  • Μπορεί να βελτιώσει την ακρίβεια στα όρια μεταξύ σταδίων ΧΝΝ, ειδικά όταν συνδυάζεται με κρεατινίνη (συνδυαστικές εξισώσεις).
  • Είναι χρήσιμη όταν υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ κλινικής εικόνας και κρεατινίνης (π.χ. «φυσιολογική» κρεατινίνη αλλά ισχυρή υποψία μειωμένου GFR).
  • Σε οξείες καταστάσεις, μπορεί να αντικατοπτρίσει πιο έγκαιρα αλλαγές στη νεφρική λειτουργία σε σχέση με την κρεατινίνη, αν και αυτό εξαρτάται από το κλινικό πλαίσιο.
Κλινικό «μαργαριτάρι»: Όταν η κρεατινίνη δίνει eGFR στα όρια σταδιοποίησης (π.χ. 58–62 mL/min/1.73 m²), η προσθήκη Κυστατίνης C για συνδυαστικό eGFR μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τη θεραπευτική στρατηγική (π.χ. δοσολογία φαρμάκων, παραπομπή, παρακολούθηση).

4) Κυστατίνη C vs Κρεατινίνη (συγκριτική ανάλυση)

Και οι δύο δείκτες είναι χρήσιμοι, αλλά έχουν διαφορετικά δυνατά σημεία. Ο παρακάτω συνοπτικός πίνακας βοηθά στην πρακτική επιλογή:

ΧαρακτηριστικόΚυστατίνη CΚρεατινίνη
Εξάρτηση από μυϊκή μάζαΕλάχιστηΥψηλή (επηρεάζεται από μυϊκή μάζα/δίαιτα)
Διατροφική επίδραση (κρέας, πρωτεΐνη)ΜικρήΣημαντική (οξεία αύξηση μετά από γεύμα πλούσιο σε κρέας)
Ακρίβεια σε ηλικιωμένους/καχεκτικούςΣυνήθως καλύτερηΣυχνά υποεκτιμά δυσλειτουργία
Κόστος/ΔιαθεσιμότηταΥψηλότερο/λιγότερο διαδεδομένηΧαμηλότερο/ευρέως διαθέσιμη
Χρόνος απόκρισης σε οξείες μεταβολέςΔυνητικά ταχύτερη σε ορισμένα πλαίσιαΠιο αργή λόγω «δεξαμενής» μυών
Συνδυασμός δεικτώνΟ συνδυασμός (CKD-EPI creatinine-cystatin C) παρέχει συνήθως τον πιο αξιόπιστο eGFR.

Στην καθημερινή πράξη, η κρεατινίνη παραμένει το «πρώτο φίλτρο». Όταν όμως απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια ή υπάρχει ασυνέπεια μεταξύ κλινικής εικόνας και eGFR από κρεατινίνη, η Κυστατίνη C —μόνη ή σε συνδυασμό— είναι ιδιαίτερα χρήσιμη.

Συνέχεια: 5) Κλινικές χρήσεις & ενδείξεις, 6) Φυσιολογικές τιμές, 7) Αιτίες αύξησης/μείωσης, 8) Πλεονεκτήματα & περιορισμοί, 9) Ειδικές καταστάσεις, 10) Διατροφή, 11) Οδηγίες, 12) Συμπεράσματα, 13) FAQ.

5) Κλινικές χρήσεις & ενδείξεις

Η Κυστατίνη C έχει αποκτήσει σημαντικό ρόλο στην καθημερινή κλινική πράξη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υποψία ή γνωστή νεφρική δυσλειτουργία. Οι κυριότερες χρήσεις περιλαμβάνουν:

  • Εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με φυσιολογική ή οριακή κρεατινίνη.
  • Σταδιοποίηση Χρόνιας Νεφρικής Νόσου (ΧΝΝ) – όταν απαιτείται ακριβέστερη ταξινόμηση.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς – όπου η μυϊκή μάζα είναι μεταβαλλόμενη και η κρεατινίνη συχνά δεν είναι αξιόπιστη.
  • Ηλικιωμένοι – όπου η χαμηλή μυϊκή μάζα «καμουφλάρει» τη μείωση του GFR.
  • Δοσολογία φαρμάκων με στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. ανοσοκατασταλτικά, αντιβιοτικά, χημειοθεραπεία).
  • Μεταμοσχευμένοι νεφρού – για ευαίσθηρη παρακολούθηση της λειτουργίας του μοσχεύματος.
  • Οξείες καταστάσεις – έλεγχος σε σηπτικούς ασθενείς ή σε ΜΕΘ, όπου η έγκαιρη διάγνωση οξείας νεφρικής βλάβης είναι κρίσιμη.
Παράδειγμα: Σε ασθενή 75 ετών με «φυσιολογική» κρεατινίνη 0,9 mg/dL αλλά με σακχαρώδη διαβήτη και υπέρταση, η Κυστατίνη C μπορεί να δείξει eGFR 55 mL/min/1.73 m² → έγκαιρη διάγνωση ΧΝΝ σταδίου 3.

6) Φυσιολογικές τιμές – Σχόλια για την αναφορά

Οι φυσιολογικές τιμές της Κυστατίνης C μπορεί να διαφέρουν ελαφρώς ανάλογα με τη μέθοδο και τον αναλυτή. Συνήθως δίνονται σε mg/L.

ΠληθυσμόςΤιμή αναφοράς (mg/L)Σχόλια
Ενήλικες0,6 – 1,0Ελαφρές διαφορές ανά εργαστήριο
Παιδιά0,7 – 1,1Σχετικά σταθερή σε όλες τις ηλικίες μετά τον 1ο χρόνο
Ηλικιωμένοι0,7 – 1,2Μικρή αύξηση με την ηλικία
Εγκυμοσύνη0,4 – 0,8Συχνά χαμηλότερη λόγω αυξημένου GFR

Σημαντικό: Δεν υπάρχει απόλυτη «καθολική» τιμή αναφοράς. Ο ιατρός ερμηνεύει πάντα το αποτέλεσμα με βάση το εργαστήριο, το ιστορικό και τις συνυπάρχουσες συνθήκες.

Προσοχή: Η χρήση μίας μόνο τιμής Κυστατίνης C δεν αρκεί για διάγνωση ΧΝΝ. Απαιτείται επανάληψη σε ≥3 μήνες και συνδυασμός με άλλους δείκτες (π.χ. αλβουμινουρία).

7) Αιτίες αυξημένης/μειωμένης Κυστατίνης C

Η συγκέντρωση της Κυστατίνης C στο αίμα αντικατοπτρίζει κυρίως τη νεφρική λειτουργία, αλλά μπορεί να επηρεαστεί και από άλλους παράγοντες.

Αυξημένη Κυστατίνη C

  • Χρόνια Νεφρική Νόσος (στάδια 2–5).
  • Οξεία Νεφρική Βλάβη (π.χ. σήψη, αφυδάτωση, τοξικά φάρμακα).
  • Υποθυρεοειδισμός.
  • Φλεγμονώδεις καταστάσεις (υψηλή CRP, λοίμωξη).
  • Κακοήθειες – σε ορισμένα νεοπλάσματα η Κυστατίνη C φαίνεται αυξημένη.
  • Καρδιαγγειακά νοσήματα – μελέτες έδειξαν συσχέτιση με καρδιακή ανεπάρκεια.

Μειωμένη Κυστατίνη C

  • Υπερθυρεοειδισμός (επιταχύνει τον καταβολισμό).
  • Εγκυμοσύνη – λόγω αυξημένου GFR.
  • Παχυσαρκία (σε ορισμένες μελέτες εμφανίζονται χαμηλότερες τιμές, αλλά αμφιλεγόμενο).
Κλινικό παράδειγμα: Ασθενής με ήπια αύξηση κρεατινίνης και φυσιολογική κυστατίνη C μπορεί να έχει παροδική αύξηση κρεατινίνης από αφυδάτωση. Αντίστροφα, υψηλή κυστατίνη C με «φυσιολογική» κρεατινίνη συχνά σημαίνει υποκείμενη μείωση του GFR.

8) Πλεονεκτήματα & περιορισμοί της εξέτασης

Η Κυστατίνη C έχει καθιερωθεί ως πολύτιμος δείκτης νεφρικής λειτουργίας, ιδιαίτερα όταν η κρεατινίνη είναι δυνητικά παραπλανητική. Ωστόσο, όπως κάθε βιοδείκτης, έχει πλεονεκτήματα αλλά και περιορισμούς.

ΠλεονεκτήματαΠεριορισμοί
Μικρή εξάρτηση από μυϊκή μάζα, φύλο και δίαιτα.Υψηλότερο κόστος και λιγότερη διαθεσιμότητα σε ορισμένα περιβάλλοντα.
Ελεύθερη σπειραματική διήθηση και πλήρης σωληναριακή καταβολή.Επηρεάζεται από θυρεοειδική λειτουργία (↓ σε υπερθυρεοειδισμό, ↑ σε υποθυρεοειδισμό).
Συχνά πιο ακριβής σε ηλικιωμένους/καχεκτικούς.Φλεγμονή/οξεία νόσος ενδέχεται να αυξάνουν τα επίπεδα ανεξάρτητα από GFR.
Συνδυαστικές εξισώσεις (κρεατινίνη+Κυστατίνη C) βελτιώνουν την ακρίβεια eGFR.Υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών έχουν αναφερθεί ότι αυξάνουν την Κυστατίνη C.
Χρήσιμη για βελτιωμένη σταδιοποίηση ΧΝΝ και προσαρμογή δοσολογιών.Απαιτείται ερμηνεία με βάση το συγκεκριμένο εργαστηριακό εύρος αναφοράς.
Εργαστηριακή σημείωση: Ιδανικά, η μέθοδος μέτρησης είναι διακριβωμένη σε διεθνές πρότυπο (π.χ. ERM-DA471/IFCC), ώστε τα αποτελέσματα να είναι συγκρίσιμα μεταξύ εργαστηρίων.
Κλινική ερμηνεία: Η Κυστατίνη C δεν υποκαθιστά την κλινική κρίση. Συνδυάστε την με το ιστορικό, την κρεατινίνη, την αλβουμινουρία/πρωτεϊνουρία και την απεικόνιση όπου χρειάζεται.

9) Ειδικές καταστάσεις: ηλικιωμένοι, παιδιά, εγκυμοσύνη & άλλα

Ηλικιωμένοι

  • Η μειωμένη μυϊκή μάζα μπορεί να «κρύβει» τη νεφρική δυσλειτουργία όταν βασιζόμαστε μόνο στην κρεατινίνη.
  • Η Κυστατίνη C συχνά προσφέρει πιο ρεαλιστική εκτίμηση eGFR σε αυτή την ομάδα, ιδίως όταν τα αποτελέσματα επηρεάζουν δοσολογίες ή παραπομπές.

Παιδιά

  • Η μεταβαλλόμενη μυϊκή μάζα και οι αναπτυξιακές φάσεις καθιστούν την κρεατινίνη λιγότερο αξιόπιστη.
  • Η Κυστατίνη C μπορεί να ενσωματωθεί σε παιδιατρικές εξισώσεις eGFR, βελτιώνοντας την παρακολούθηση.

Εγκυμοσύνη

  • Η φυσιολογική αύξηση του GFR στο 2ο–3ο τρίμηνο τείνει να μειώνει την Κυστατίνη C.
  • Σε επιπλοκές (π.χ. προεκλαμψία), ενδέχεται να παρατηρηθούν αποκλίσεις που απαιτούν συστηματική εκτίμηση από τον θεράποντα ιατρό.

Υψηλή/χαμηλή μυϊκή μάζα, ακρωτηριασμοί, αθλητές

  • Σε σώματα με «ασυνήθιστη» μυϊκή σύσταση, η κρεατινίνη μπορεί να είναι παραπλανητική.
  • Η Κυστατίνη C προσφέρει μια πιο λειτουργική αποτύπωση του GFR σε αυτούς τους πληθυσμούς.

Ηπατική νόσος, καρδιακή ανεπάρκεια, ΜΕΘ

  • Σε κίρρωση ή βαριά συστηματική νόσο η κρεατινίνη μπορεί να υποεκτιμά τη δυσλειτουργία.
  • Η Κυστατίνη C μπορεί να ανιχνεύσει νωρίτερα μεταβολές, αλλά η φλεγμονή/καταβολισμός μπορεί επίσης να επηρεάζουν τα επίπεδα → απαιτείται προσεκτική ερμηνεία.
Πρακτικό tip: Όταν η κλινική απόφαση είναι κρίσιμη (π.χ. χημειοθεραπεία, ισχυρά αντιβιοτικά), σκεφτείτε eGFR από συνδυαστική εξίσωση (κρεατινίνη + Κυστατίνη C) πριν «κλειδώσετε» δοσολογία.

10) Παράγοντες τρόπου ζωής & διατροφής

Η Κυστατίνη C επηρεάζεται πολύ λιγότερο από τη διατροφή και τη μυϊκή μάζα σε σχέση με την κρεατινίνη. Ωστόσο, ο συνολικός τρόπος ζωής επηρεάζει την υγεία των νεφρών και, κατ’ επέκταση, τα επίπεδα των δεικτών GFR.

Διατροφή

  • Σταθερή πρόσληψη πρωτεΐνης: Δεν προκαλεί οξείες αυξήσεις στην Κυστατίνη C όπως στην κρεατινίνη. Ωστόσο, σε ΧΝΝ προτείνεται εξατομικευμένη ρύθμιση πρωτεΐνης.
  • Νάτριο (αλάτι): Υψηλή πρόσληψη επιβαρύνει την αρτηριακή πίεση και τη νεφρική λειτουργία. Στόχος: μείωση αλατιού στην καθημερινότητα.
  • Γλυκαιμικός έλεγχος: Σε διαβήτη, η καλή ρύθμιση γλυκόζης προστατεύει μακροπρόθεσμα τους νεφρούς.
  • Μεσογειακό/DASH πρότυπο: Πλούσιο σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ψάρια, ανεπεξέργαστα δημητριακά.

Συνήθειες & φάρμακα

  • Αποφύγετε την υπερβολική χρήση ΜΣΑΦ (π.χ. ιμπουπροφαίνη) χωρίς ιατρική καθοδήγηση.
  • Κορτικοστεροειδή: Υψηλές δόσεις μπορεί να αυξάνουν την Κυστατίνη C ανεξάρτητα από GFR → ενημερώστε τον ιατρό.
  • Κάπνισμα: Επιβαρύνει το καρδιονεφρικό σύστημα. Η διακοπή μειώνει συνολικό κίνδυνο.
  • Ενυδάτωση: Η ήπια, συνεπής ενυδάτωση είναι ωφέλιμη. Αποφύγετε ακραίες οδηγίες «υπερενυδάτωσης» χωρίς ιατρική σύσταση.

Άσκηση

  • Η μέτρια άσκηση ωφελεί την αρτηριακή πίεση, το βάρος και τον γλυκαιμικό έλεγχο.
  • Η οξεία έντονη άσκηση μπορεί να μεταβάλει προσωρινά διάφορους δείκτες. Για συγκρίσιμες μετρήσεις, προτιμήστε συνθήκες ηρεμίας πριν την αιμοληψία.
Σημαντικό: Οι παραπάνω συμβουλές είναι γενικές. Για διατροφικές/φαρμακευτικές αλλαγές, συμβουλευτείτε τον ιατρό ή τον διαιτολόγο σας, ειδικά εάν υπάρχει ΧΝΝ ή άλλο χρόνιο νόσημα.

11) Σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες (επισκόπηση)

Οι διεθνείς επιστημονικές εταιρείες έχουν ενσωματώσει την Κυστατίνη C στις κατευθυντήριες οδηγίες για τη διάγνωση και παρακολούθηση της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου (ΧΝΝ).

  • KDIGO (2024): Συνιστά τον υπολογισμό eGFR με κρεατινίνη και, σε αμφίβολες περιπτώσεις, επιβεβαίωση με Κυστατίνη C ή συνδυαστικό τύπο (CKD-EPI).
  • Ευρωπαϊκή Νεφρολογική Εταιρεία: Προτείνει την χρήση της Κυστατίνης C σε ασθενείς με ασυμφωνία κλινικής εικόνας και eGFR από κρεατινίνη.
  • ΕΟΠΥΥ (Ελλάδα): Καλύπτει την εξέταση σε συγκεκριμένες ενδείξεις (σταδιοποίηση ΧΝΝ, μεταμοσχευμένοι, ειδικές κατηγορίες).
  • FDA/EMA: Αναγνωρίζουν τη χρήση της Κυστατίνης C σε μελέτες φαρμάκων για εκτίμηση νεφρικής λειτουργίας.

Πρακτικά: Οι οδηγίες τονίζουν ότι η Κυστατίνη C είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν:

  1. Η κρεατινίνη είναι «φυσιολογική» αλλά υπάρχουν κλινικές ενδείξεις νεφρικής δυσλειτουργίας.
  2. Απαιτείται ακριβής σταδιοποίηση ΧΝΝ για θεραπευτική απόφαση.
  3. Υπάρχει αμφιβολία για την ακρίβεια της κρεατινίνης (ηλικιωμένοι, παιδιά, καχεξία, παχυσαρκία).

12) Συμπεράσματα

Η Κυστατίνη C αποτελεί έναν σύγχρονο και αξιόπιστο δείκτη εκτίμησης της νεφρικής λειτουργίας, με σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι της κρεατινίνης σε ειδικούς πληθυσμούς. Η ευρύτερη ενσωμάτωσή της στην κλινική πρακτική βοηθά:

  • Στην έγκαιρη διάγνωση ΧΝΝ.
  • Στην ακριβέστερη σταδιοποίηση και καθοδήγηση θεραπείας.
  • Στην προσαρμογή δοσολογιών φαρμάκων με στενό θεραπευτικό εύρος.
  • Στην βελτίωση της πρόγνωσης μέσω καλύτερης παρακολούθησης.

Παρά το υψηλότερο κόστος και τους ορισμένους περιορισμούς, η Κυστατίνη C κερδίζει έδαφος και θεωρείται πλέον «εργαλείο πρώτης γραμμής» σε πληθυσμούς όπου η κρεατινίνη δεν αρκεί.

13) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Τι είναι η Κυστατίνη C;

Είναι μια πρωτεΐνη που παράγεται σταθερά από όλα τα πυρηνούχα κύτταρα, διηθείται από τα σπειράματα των νεφρών και αντανακλά τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR).

Πότε χρειάζεται να μετρηθεί η Κυστατίνη C;

Όταν η κρεατινίνη δεν επαρκεί για την εκτίμηση του GFR, όπως σε ηλικιωμένους, παιδιά, άτομα με χαμηλή ή υψηλή μυϊκή μάζα, μεταμοσχευμένους ή σε αμφίβολες περιπτώσεις ΧΝΝ.

Ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές;

Στους ενήλικες συνήθως 0,6–1,0 mg/L. Οι τιμές διαφοροποιούνται ανάλογα με το εργαστήριο και τη μέθοδο μέτρησης.

Είναι πιο αξιόπιστη από την κρεατινίνη;

Σε πολλές περιπτώσεις ναι, γιατί δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη μυϊκή μάζα ή τη δίαιτα. Ωστόσο, το ιδανικό είναι ο συνδυασμός Κυστατίνης C + Κρεατινίνης.

Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την Κυστατίνη C;

Θυρεοειδοπάθειες, φλεγμονή, κορτικοστεροειδή, καθώς και καταστάσεις όπως εγκυμοσύνη ή οξεία λοίμωξη.

Πόσο συχνά πρέπει να ελέγχεται;

Η συχνότητα εξαρτάται από την κλινική εικόνα. Σε ΧΝΝ συστήνεται παρακολούθηση κάθε 3–6 μήνες ή όπως υποδείξει ο νεφρολόγος.

Μπορεί η διατροφή να αλλάξει την Κυστατίνη C;

Όχι άμεσα. Η διατροφή δεν επηρεάζει σημαντικά τα επίπεδα, σε αντίθεση με την κρεατινίνη. Ωστόσο, ο υγιεινός τρόπος ζωής προστατεύει τη νεφρική λειτουργία.

Χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη;

Ναι, αλλά οι τιμές μπορεί να είναι χαμηλότερες λόγω αυξημένου GFR. Ο ιατρός ερμηνεύει το αποτέλεσμα με βάση το τρίμηνο και την κλινική εικόνα.

Πόσο κοστίζει η εξέταση;

Στην Ελλάδα κυμαίνεται περίπου 15–30€, ανάλογα με το εργαστήριο. Σε αρκετές περιπτώσεις καλύπτεται από τον ΕΟΠΥΥ.

Πόσο γρήγορα βγαίνει το αποτέλεσμα;

Συνήθως εντός 24 ωρών, όπως οι περισσότερες αιματολογικές εξετάσεις.

Είναι κατάλληλη για παιδιά;

Ναι, μάλιστα θεωρείται πιο αξιόπιστη από την κρεατινίνη, καθώς δεν επηρεάζεται έντονα από την ανάπτυξη και τη μυϊκή μάζα.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ eGFR με κρεατινίνη και με Κυστατίνη C;

Ο eGFR με κρεατινίνη επηρεάζεται από μυϊκή μάζα, ενώ ο eGFR με Κυστατίνη C είναι πιο «καθαρός» δείκτης. Ο συνδυασμός τους είναι η πιο ακριβής προσέγγιση.

Χρειάζεται ειδική προετοιμασία για την εξέταση;

Όχι, η εξέταση γίνεται με απλή αιμοληψία χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία.

Μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως την κρεατινίνη;

Όχι, στην πράξη χρησιμοποιούνται και οι δύο δείκτες. Η κρεατινίνη είναι φθηνή και ευρέως διαθέσιμη, ενώ η Κυστατίνη C προσθέτει ακρίβεια σε ειδικές περιπτώσεις.

</article

14) Βιβλιογραφία

Ενδεικτική βιβλιογραφία για περαιτέρω μελέτη:

  • ΕΟΠΥΥ – Κατάλογος Αποζημιούμενων Εργαστηριακών Εξετάσεων (τελευταία ενημέρωση).
  • Ελληνική Νεφρολογική Εταιρεία – Οδηγίες για τη Χρόνια Νεφρική Νόσο.
  • KDIGO 2024 Clinical Practice Guideline for the Evaluation and Management of Chronic Kidney Disease. Kidney Int Suppl. 2024.
  • Inker LA, et al. Estimating Glomerular Filtration Rate from Serum Creatinine and Cystatin C. N Engl J Med. 2012;367(1):20-29.
  • Shlipak MG, et al. Cystatin C and the Risk of Death and Cardiovascular Events among Elderly Persons. N Engl J Med. 2005;352:2049-2060.
  • Grubb A, et al. Cystatin C – from discovery to clinical use. Kidney Int Suppl. 2010;78(1):S20-S25.
  • Laterza OF, et al. Cystatin C: an improved estimator of glomerular filtration rate? Clin Chem. 2002;48(5):699-707.
  • Dharnidharka VR, et al. Serum cystatin C is superior to serum creatinine as a marker of kidney function: meta-analysis. Am J Kidney Dis. 2002;40(2):221-226.
    Υπόδειγμα αναφοράς eGFR (Κυστατίνη C)

    ΠαράμετροςΚυστατίνη C (Cystatin C)
    Αποτέλεσμα[ X.XX ] mg/L (Εύρος αναφοράς εργαστηρίου: [ 0,60–1,00 ] mg/L)
    Μέθοδος / ΔιακρίβωσηPETIA ή PENIA (ανάλογα με τον αναλυτή), διακρίβωση ERM-DA471/IFCC
    eGFRcys[ YY ] mL/min/1.73 m² (CKD-EPI cystatin C, έτος εξίσωσης: [ 2012 / 2021 ])
    eGFRcr (προαιρετικά)[ … ] mL/min/1.73 m² (CKD-EPI creatinine, IDMS-traceable)
    eGFRcr-cys (συνδυαστικό)[ … ] mL/min/1.73 m² (CKD-EPI creatinine+cystatin C, race-free)
    ACR ούρων (προτείνεται)[ … ] mg/g κρεατινίνης (A1/A2/A3)
    Ημερομηνία/Ώρα[ … ]

    Τυποποιημένο σχόλιο ερμηνείας:
    «Το eGFR εκτιμήθηκε με Κυστατίνη C [και κρεατινίνη, όπου αναφέρεται]. Η σταδιοποίηση ΧΝΝ απαιτεί επιμονή
    ευρημάτων ≥3 μήνες και συνεκτίμηση αλβουμινουρίας (ACR), κλινικής εικόνας και απεικόνισης.»

    Κατηγορία GeGFR (mL/min/1.73 m²)Σχόλιο
    G1≥90Φυσιολογικός/υψηλός (απαιτείται συνύπαρξη βλάβης για ΧΝΝ)
    G260–89Ήπια μείωση (απαιτείται συνύπαρξη βλάβης για ΧΝΝ)
    G3a45–59Ήπια-μέτρια μείωση
    G3b30–44Μέτρια-σοβαρή μείωση
    G415–29Σοβαρή μείωση
    G5<15Νεφρική ανεπάρκεια
    Σημειώσεις εργαστηρίου:

    • Αναφέρετε ρητά την εξίσωση CKD-EPI και το έτος (π.χ. 2012 ή 2021, race-free), καθώς και αν πρόκειται για eGFRcys, eGFRcr ή eGFRcr-cys.
    • Η κρεατινίνη πρέπει να είναι IDMS-traceable όταν χρησιμοποιείται στο συνδυαστικό eGFR.
    • Το εύρος αναφοράς της Κυστατίνης C διαφέρει ανά μέθοδο/εργαστήριο· χρησιμοποιήστε το δικό σας verified interval.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΗΡΗ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ ΖΗΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ !!

https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/

 


c-peptidio-endogenis-insoulini-diavitis-mikrobiologikolamia-1200x628-1-1200x800.jpg

C-Πεπτίδιο (C-Peptide): Τι είναι, Φυσιολογικές Τιμές & Πώς Συνδέεται με τον Διαβήτη

Τελευταία ενημέρωση:

Σύντομη περίληψη:
Το C-Πεπτίδιο παράγεται μαζί με την ινσουλίνη και δείχνει πόση ενδογενής ινσουλίνη παράγει το πάγκρεας.
Χαμηλές τιμές σχετίζονται με διαβήτη τύπου 1, ενώ υψηλές τιμές υποδηλώνουν συχνά ινσουλινοαντίσταση ή διαβήτη τύπου 2.
Χρήση: Κεντρική εξέταση για διάκριση τύπου διαβήτη και εκτίμηση παγκρεατικής εφεδρείας.


1Τι είναι το C-Πεπτίδιο

Το C-Πεπτίδιο (C-peptide) είναι πεπτίδιο 31 αμινοξέων που παράγεται στο πάγκρεας ταυτόχρονα με την ινσουλίνη και αποτελεί τον πιο αξιόπιστο δείκτη της ενδογενούς παραγωγής ινσουλίνης.

Κατά τη σύνθεση της ινσουλίνης σχηματίζεται πρώτα προϊνσουλίνη, η οποία διασπάται σε:

  • 1 μόριο ενεργής ινσουλίνης
  • 1 μόριο C-Πεπτιδίου

Επειδή εκκρίνονται ισομοριακά, η μέτρηση του C-Πεπτιδίου δείχνει πόση ινσουλίνη παράγει πραγματικά το πάγκρεας.

Τι να θυμάστε: Η εξωγενής ινσουλίνη δεν περιέχει C-Πεπτίδιο — άρα το C-Πεπτίδιο αντικατοπτρίζει αποκλειστικά τη λειτουργία των β-κυττάρων.

Χρησιμοποιείται κυρίως για:

  • διαφορική διάγνωση διαβήτη τύπου 1 και 2
  • εκτίμηση υπολειπόμενης παγκρεατικής λειτουργίας
  • διάκριση αιτιών υπογλυκαιμίας
  • διάγνωση ινσουλινώματος

Ετυμολογία: Το γράμμα C προέρχεται από το “Connecting”, επειδή το C-Πεπτίδιο συνδέει τις αλυσίδες Α και Β της προϊνσουλίνης πριν διασπαστούν.

2Πώς παράγεται και ποιος είναι ο βιολογικός του ρόλος

Το C-Πεπτίδιο παράγεται στα β-κύτταρα των νησιδίων Langerhans του παγκρέατος, ταυτόχρονα με την ινσουλίνη.

  • παράγεται ισομοριακά με την ινσουλίνη
  • αποδομείται κυρίως από τους νεφρούς
  • έχει μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής από την ινσουλίνη (~30 λεπτά)

Αν και δεν δρα ως κλασική ορμόνη, υπάρχουν ενδείξεις ότι συμμετέχει στη μικροκυκλοφορία και στη λειτουργία του ενδοθηλίου.

Κλινική αξία: Επειδή η ινσουλίνη καθαρίζεται από το ήπαρ ενώ το C-Πεπτίδιο από τους νεφρούς, το C-Πεπτίδιο αποτελεί σταθερότερο δείκτη ενδογενούς παραγωγής.

3Εξέταση C-Πεπτιδίου – πώς γίνεται

Η μέτρηση του C-Πεπτιδίου γίνεται με απλή αιμοληψία και η ερμηνεία της έχει αξία όταν αξιολογείται μαζί με τη γλυκόζη (και, όπου χρειάζεται, με ινσουλίνη).

Μορφές εξέτασης:

  • Νηστείας: μετά από ≥8 ώρες νηστεία (η πιο συχνή προσέγγιση).
  • Με διέγερση: σε ειδικές περιπτώσεις, μετά από γλυκαγόνη ή γλυκόζη, όταν χρειάζεται επιβεβαίωση.
  • Ούρα 24ώρου: χρησιμοποιείται σπάνια και μόνο σε εξειδικευμένα ενδοκρινολογικά ερωτήματα.

Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να αξιοποιηθεί σε συνδυασμό με γλυκόζη για εκτίμηση δεικτών ινσουλινοαντίστασης (π.χ. HOMA-IR), με την επιφύλαξη ότι η κύρια χρήση του παραμένει η εκτίμηση της ενδογενούς ινσουλίνης.

Μέθοδος ανάλυσης: ανοσολογικές τεχνικές (RIA, CLIA ή ELISA) με ειδικά αντισώματα.

Προετοιμασία:

  • νηστεία ≥8 ωρών
  • αποφυγή έντονης άσκησης την προηγούμενη ημέρα
  • ενημέρωση για φάρμακα (ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες, GLP-1, κορτικοστεροειδή)
Σημαντικό: Σε υπογλυκαιμία, υψηλό C-Πεπτίδιο υποστηρίζει ενδογενή υπερινσουλιναιμία, ενώ χαμηλό C-Πεπτίδιο είναι συμβατό με εξωγενή ινσουλίνη.

4Ερμηνεία τιμών C-Πεπτιδίου

Οι τιμές του C-Πεπτιδίου ερμηνεύονται πάντα με βάση το κλινικό πλαίσιο και ταυτόχρονη γλυκόζη. Η νεφρική λειτουργία επηρεάζει την κάθαρση και μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς αυξημένες τιμές.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ng/mLΕρμηνεία
<0.5πολύ χαμηλή ενδογενής παραγωγή ινσουλίνης – συμβατό με τύπο 1 (ανάλογα με γλυκόζη/κλινική εικόνα)
0.5–2.0συνήθως φυσιολογική ενδογενής έκκριση (με βάση το πλαίσιο)
>2.0υπερινσουλιναιμία / συμβατό με ινσουλινοαντίσταση ή (σπανιότερα) ινσουλίνωμα

Γρήγορη κλινική ερμηνεία: Χαμηλό C-Πεπτίδιο με υψηλή γλυκόζη → πιθανός τύπος 1 ή LADA. Υψηλό C-Πεπτίδιο με υψηλή γλυκόζη → πιθανή ινσουλινοαντίσταση/τύπος 2 (ιδίως στα πρώτα στάδια).

5C-Πεπτίδιο και Διαβήτης Τύπου 1 & Τύπου 2

Το C-Πεπτίδιο βοηθά στη διαφορική διάγνωση των τύπων διαβήτη και στην εκτίμηση της παγκρεατικής εφεδρείας (λειτουργία β-κυττάρων).

Διαβήτης Τύπου 1

  • αυτοάνοση καταστροφή β-κυττάρων
  • ελάχιστη ή μηδενική ενδογενής παραγωγή ινσουλίνης
  • C-Πεπτίδιο συχνά <0.3–0.5 ng/mL (ανάλογα με στάδιο/μέθοδο)
  • σε πρώιμο στάδιο (“honeymoon”) μπορεί να υπάρχει υπολειμματική παραγωγή

Διαβήτης Τύπου 2

  • ινσουλινοαντίσταση των ιστών
  • αρχικά αυξημένη ενδογενής παραγωγή ινσουλίνης
  • C-Πεπτίδιο συχνά >2 ng/mL στα πρώτα στάδια
  • σε προχωρημένα στάδια μπορεί να μειώνεται λόγω εξάντλησης β-κυττάρων
Κλινική χρήση: Το C-Πεπτίδιο βοηθά στην απόφαση για έναρξη ινσουλίνης, στην επιλογή/κλιμάκωση αγωγής (π.χ. GLP-1) και στην παρακολούθηση της παγκρεατικής εφεδρείας.

Ειδικές μορφές:

  • LADA: μπορεί να είναι αρχικά φυσιολογικό ή ήπια χαμηλό → σταδιακή πτώση
  • MODY: συχνά διατηρημένο C-Πεπτίδιο
  • νεογνικός διαβήτης: μεταβλητά επίπεδα

Σε υποψία αυτοάνοσου διαβήτη, συνδυάζεται με έλεγχο αυτοαντισωμάτων (anti-GAD, IA-2).

Αντιδραστική υπογλυκαιμία:
συνήθως καλοήθης κατάσταση μετά από γεύμα πλούσιο σε υδατάνθρακες, με παροδική αύξηση ινσουλίνης/C-Πεπτιδίου που υποχωρεί με νηστεία.

6 Άλλες παθολογικές καταστάσεις

Πέρα από τον διαβήτη, το C-Πεπτίδιο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε:

  • Υπογλυκαιμία: υψηλό C-Πεπτίδιο → ενδογενής υπερινσουλιναιμία, χαμηλό → εξωγενής ινσουλίνη
  • Ινσουλίνωμα: παθολογικά αυξημένο C-Πεπτίδιο ακόμη και με χαμηλή γλυκόζη
  • Νεφρική ανεπάρκεια: ψευδώς αυξημένες τιμές λόγω μειωμένης κάθαρσης
  • Αντιδραστική υπογλυκαιμία: παροδική αύξηση μετά γεύμα
Συχνό κλινικό λάθος: Ερμηνεία υψηλού C-Πεπτιδίου χωρίς έλεγχο νεφρικής λειτουργίας (eGFR).

Ινσουλίνωμα: σε υπογλυκαιμία παρατηρείται παθολογικά αυξημένο C-Πεπτίδιο (συχνά >3 ng/mL), ακόμη και με χαμηλή γλυκόζη.

Σε νεφρική ανεπάρκεια η ερμηνεία πρέπει να γίνεται μαζί με κρεατινίνη ή eGFR, γιατί το C-Πεπτίδιο μπορεί να εμφανίζεται ψευδώς αυξημένο.

7Διατροφή και C-Πεπτίδιο

Η διατροφή επηρεάζει άμεσα την έκκριση ινσουλίνης και συνεπώς τα επίπεδα C-Πεπτιδίου, ιδιαίτερα σε άτομα με προδιαβήτη ή ινσουλινοαντίσταση.

Κλινικά χρήσιμες παρεμβάσεις:

  • δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη (όσπρια, βρώμη, λαχανικά)
  • μείωση επεξεργασμένων υδατανθράκων και ζάχαρης
  • διαλειμματική νηστεία (12–16 ώρες, όπου ενδείκνυται)
  • τακτική φυσική δραστηριότητα (≥20–30′ ημερησίως)
  • έλεγχος και μείωση σωματικού βάρους
Τι να θυμάστε: Σε πρώιμη ινσουλινοαντίσταση, οι παραπάνω αλλαγές μπορούν να μειώσουν σημαντικά το C-Πεπτίδιο μέσω βελτίωσης της ευαισθησίας στην ινσουλίνη.


8

Φυσιολογικές τιμές C-Πεπτιδίου

Οι φυσιολογικές τιμές του C-Πεπτιδίου αντικατοπτρίζουν την ενδογενή παραγωγή ινσουλίνης και διαφοροποιούνται ανάλογα με τη μονάδα μέτρησης και τη μέθοδο του εργαστηρίου. Για αξιόπιστη ερμηνεία, η μέτρηση γίνεται ιδανικά σε νηστεία και αξιολογείται πάντα μαζί με τη γλυκόζη.

↔️ Σύρετε οριζόντια για να δείτε όλες τις στήλες του πίνακα
ΜονάδαΦυσιολογικά όριαΣχόλιο
ng/mL0.5–2.0συχνότερη μονάδα στην Ελλάδα
pmol/L170–660μονάδα SI

Οι τιμές μπορεί να παρουσιάζουν μικρές αποκλίσεις ανάλογα με τη μέθοδο ανάλυσης και το εργαστήριο αναφοράς.

Κλινική ερμηνεία: Χαμηλό C-Πεπτίδιο με αυξημένη γλυκόζη υποστηρίζει διαβήτη τύπου 1 ή LADA, ενώ υψηλό C-Πεπτίδιο με αυξημένη γλυκόζη είναι συμβατό με ινσουλινοαντίσταση ή πρώιμο διαβήτη τύπου 2. Σε νεφρική ανεπάρκεια οι τιμές μπορεί να εμφανίζονται ψευδώς αυξημένες.

9 Πλεονεκτήματα και περιορισμοί της εξέτασης

Πλεονεκτήματα

  • διαχωρίζει ενδογενή από εξωγενή ινσουλίνη
  • εκτιμά τη λειτουργική εφεδρεία των β-κυττάρων
  • βοηθά στη διάγνωση ινσουλινώματος
  • δεν επηρεάζεται από χορήγηση ινσουλίνης

Περιορισμοί

  • επηρεάζεται από νεφρική λειτουργία (ψευδώς υψηλές τιμές)
  • διακυμάνσεις ανάλογα με τη μέθοδο μέτρησης
  • χρειάζεται ταυτόχρονη γλυκόζη για σωστή ερμηνεία
Κλινικό tip: Η μέγιστη διαγνωστική αξία προκύπτει όταν συνδυάζεται με γλυκόζη, HbA1c και – όπου ενδείκνυται – αυτοαντισώματα (anti-GAD κ.ά.).

10

Πότε είναι απαραίτητη η εξέταση

Η μέτρηση C-Πεπτιδίου ζητείται όταν απαιτείται σαφής απάντηση για το αν το πάγκρεας παράγει ακόμα ινσουλίνη και σε ποιο βαθμό.

  • νεοδιαγνωσμένος διαβήτης με ασαφή τύπο
  • υποψία LADA ή MODY
  • ανεξήγητη υπογλυκαιμία
  • εκτίμηση παγκρεατικής εφεδρείας σε γνωστό διαβήτη
  • υποψία ινσουλινώματος
  • αξιολόγηση ανάγκης έναρξης ινσουλίνης
Πρακτικά: Σε χαμηλό C-Πεπτίδιο με υπεργλυκαιμία προσανατολιζόμαστε σε τύπο 1/LADA. Σε υψηλό C-Πεπτίδιο με υπεργλυκαιμία → ινσουλινοαντίσταση (τύπος 2).


11

Συνδυασμός με άλλες εξετάσεις

Το C-Πεπτίδιο αποκτά πραγματική διαγνωστική αξία μόνο όταν ερμηνεύεται σε συνδυασμό με βασικούς μεταβολικούς δείκτες.

  • γλυκόζη νηστείας
  • HbA1c
  • ινσουλίνη (όπου χρειάζεται)
  • anti-GAD / IA-2 σε υποψία αυτοάνοσου διαβήτη
  • κρεατινίνη – eGFR για σωστή εκτίμηση κάθαρσης C-Πεπτιδίου

Κλινική λογική: ο συνδυασμός C-Πεπτιδίου + γλυκόζης δείχνει την πραγματική λειτουργία των β-κυττάρων, ενώ τα αντισώματα καθορίζουν αν πρόκειται για αυτοάνοση μορφή.


12

Πότε χρειάζεται άμεση ιατρική εκτίμηση

Ορισμένα ευρήματα C-Πεπτιδίου απαιτούν άμεση ιατρική αξιολόγηση, καθώς μπορεί να υποκρύπτουν σοβαρή μεταβολική ή ενδοκρινική διαταραχή.

  • υπογλυκαιμία με νευρολογικά συμπτώματα (σύγχυση, σπασμοί, απώλεια συνείδησης)
  • πολύ χαμηλό C-Πεπτίδιο με ταυτόχρονη υπεργλυκαιμία (ύποπτο για εγκατεστημένο τύπο 1 ή LADA)
  • υψηλό C-Πεπτίδιο με επίμονη ή υποτροπιάζουσα υπογλυκαιμία (πιθανή υπερινσουλιναιμία / ινσουλίνωμα)
  • ταχεία απορρύθμιση σακχάρου με απώλεια βάρους ή κετοναιμία
  • αιφνίδια ανάγκη για ινσουλίνη σε προηγουμένως «ήπιο» διαβήτη
Πότε είναι επείγον: Αν συνυπάρχει υπογλυκαιμία με νευρολογικά σημεία ή C-Πεπτίδιο ασύμβατο με τα επίπεδα γλυκόζης, απαιτείται άμεση ιατρική εκτίμηση – ιδανικά σε νοσοκομειακό περιβάλλον.


13

Συχνά κλινικά λάθη

Η λανθασμένη ερμηνεία του C-Πεπτιδίου μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπεία.

  • αγνόηση της νεφρικής λειτουργίας (eGFR / κρεατινίνη)
  • μέτρηση χωρίς ταυτόχρονη γλυκόζη αίματος
  • σύγκριση αποτελεσμάτων από διαφορετικά εργαστήρια ή μεθόδους
  • εξαγωγή συμπερασμάτων σε οξεία μεταβολική φάση
  • μη συνεκτίμηση φαρμάκων (ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες, GLP-1)
Συχνό κλινικό λάθος: Υψηλό C-Πεπτίδιο χωρίς έλεγχο eGFR μπορεί να αποδοθεί λανθασμένα σε υπερινσουλιναιμία, ενώ στην πραγματικότητα οφείλεται σε μειωμένη νεφρική κάθαρση.


14

Τι δείχνει συνολικά για τον οργανισμό

Το C-Πεπτίδιο αποτελεί συνολικό δείκτη της λειτουργικής ικανότητας του παγκρέατος και της μεταβολικής κατάστασης του οργανισμού.

Αποτυπώνει:

  • την πραγματική ενδογενή παραγωγή ινσουλίνης
  • το στάδιο εξέλιξης του διαβήτη
  • την παγκρεατική εφεδρεία
  • την παρουσία ινσουλινοαντίστασης ή υπερινσουλιναιμίας

Κλινικά: επιτρέπει εξατομίκευση θεραπείας (διατροφή, από του στόματος αγωγή, GLP-1 ή ινσουλίνη), πρόβλεψη πορείας και έγκαιρη αναγνώριση επιπλοκών.


15

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Πότε πρέπει να κάνω C-Πεπτίδιο;

Όταν υπάρχει ασαφής τύπος διαβήτη, ανεξήγητη υπογλυκαιμία ή ανάγκη εκτίμησης παγκρεατικής εφεδρείας.

Ποια είναι η διαφορά C-Πεπτιδίου και ινσουλίνης;

Το C-Πεπτίδιο δείχνει πόση ινσουλίνη παράγει το πάγκρεας, ενώ η ινσουλίνη μπορεί να είναι και εξωγενής.

Αυξάνεται το C-Πεπτίδιο στην παχυσαρκία;

Ναι — η ινσουλινοαντίσταση συνοδεύεται από υπερινσουλιναιμία και αυξημένα επίπεδα C-Πεπτιδίου.

Είναι χρήσιμη η εξέταση σε προδιαβήτη;

Ναι — μπορεί να δείξει την εναπομείνασα παγκρεατική λειτουργία και τον βαθμό ινσουλινοαντίστασης.

Πρέπει να διακόψω φάρμακα πριν την εξέταση;

Μόνο αν το ζητήσει ο θεράπων ιατρός — εξαρτάται από το διαγνωστικό ερώτημα (π.χ. υπογλυκαιμία).

16 Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας. Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.

Κλείστε εύκολα εξέταση C-Πεπτιδίου ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

17 Βιβλιογραφία

1. ADA. Standards of Medical Care in Diabetes.
https://diabetesjournals.org/care/issue
2. Wahren J. C-peptide and its therapeutic potential. Diabetologia.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/35247155/
3. Κατάλογος Εξετάσεων – Μικροβιολογικό Λαμία
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/
5. WHO. Classification and Diagnosis of Diabetes.
https://www.who.int/publications/i/item/9789240043259
Επιστημονική επιμέλεια: Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Το Εργαστήριό μας

Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.

Social Networks

Facebook
Twitter

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

22310 66841
6972 860905
Έσλιν 19, Λαμία 35100
©2025 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

©2023 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

Μικροβιολογικό Λαμία
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.