Εξέταση C3 (Συμπλήρωμα C3) – Τι δείχνει, χαμηλές & υψηλές τιμές
Σύνοψη εξέτασης
Χρησιμοποιείται για την εκτίμηση και παρακολούθηση αυτοάνοσων νοσημάτων
(π.χ. ΣΕΛ), καθώς και για την αξιολόγηση φλεγμονωδών ή μολυσματικών καταστάσεων.
Γίνεται με απλή αιμοληψία, συνήθως χωρίς ανάγκη νηστείας,
και ερμηνεύεται καλύτερα σε συνδυασμό με C4 και άλλους ανοσολογικούς δείκτες.
1
Τι είναι η εξέταση C3 (Συμπλήρωμα)
Η εξέταση C3 (Complement Component 3) μετρά τη συγκέντρωση της κεντρικής πρωτεΐνης του συστήματος του συμπληρώματος στο αίμα.
Η C3 συμμετέχει σε όλες τις οδούς ενεργοποίησης του συμπληρώματος και παίζει καθοριστικό ρόλο στην άμυνα έναντι λοιμώξεων, στην οψωνοποίηση μικροβίων και στη ρύθμιση φλεγμονωδών και αυτοάνοσων διεργασιών.
Η μέτρηση της C3 χρησιμοποιείται κυρίως για:
- εκτίμηση της ενεργότητας νόσου,
- παρακολούθηση της πορείας ή της ανταπόκρισης στη θεραπεία,
- διαφορική διάγνωση ανοσολογικών και νεφρικών παθήσεων.
Για τον βιολογικό ρόλο του C3 στο ανοσοποιητικό και τη σημασία του ως όρου, δείτε το αφιερωμένο άρθρο για το
συμπλήρωμα C3.
Το σύστημα του συμπληρώματος αποτελεί βασικό τμήμα της έμφυτης ανοσίας και λειτουργεί ως μηχανισμός ταχείας άμυνας έναντι παθογόνων μικροοργανισμών.
Η C3 είναι η κεντρική πρωτεΐνη του συστήματος, καθώς συμμετέχει και στις τρεις οδούς ενεργοποίησης: την κλασική, την εναλλακτική και την οδό της λεκτίνης. Για τον λόγο αυτό, μεταβολές της συγκέντρωσής της στο αίμα αντανακλούν συχνά τη συνολική δραστηριότητα του συμπληρώματος.
Μετά την ενεργοποίησή της, η C3 διασπάται σε επιμέρους τμήματα που επιτελούν διαφορετικές και συμπληρωματικές ανοσολογικές λειτουργίες.
Η οψωνοποίηση μικροβίων μέσω προϊόντων της C3 διευκολύνει τη φαγοκυττάρωσή τους από τα κύτταρα του ανοσοποιητικού, ενώ άλλα παράγωγα συμβάλλουν στην ενίσχυση της φλεγμονώδους απάντησης και στη χημειοταξία ανοσοκυττάρων προς το σημείο της λοίμωξης ή της ιστικής βλάβης.
Η σημασία της C3 δεν περιορίζεται μόνο στην άμυνα έναντι λοιμώξεων.
Σε αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η ενεργοποίηση του συμπληρώματος μέσω ανοσοσυμπλεγμάτων οδηγεί σε κατανάλωση της C3, με αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της στο αίμα. Η πτώση αυτή δεν αποτελεί απλώς εργαστηριακό εύρημα, αλλά συχνά αντικατοπτρίζει ενεργή ανοσολογική διεργασία, η οποία μπορεί να έχει κλινικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε όργανα-στόχους όπως οι νεφροί.
Αντίθετα, σε οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις, η C3 μπορεί να εμφανίζεται αυξημένη, καθώς λειτουργεί και ως πρωτεΐνη οξείας φάσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αύξηση δεν σχετίζεται με κατανάλωση του συμπληρώματος, αλλά με αυξημένη ηπατική σύνθεση στο πλαίσιο της φλεγμονώδους αντίδρασης. Ο διττός αυτός ρόλος καθιστά αναγκαία τη σωστή ερμηνεία των τιμών, πάντα σε συνδυασμό με το κλινικό πλαίσιο και άλλους εργαστηριακούς δείκτες.
Η μέτρηση της C3 στο αίμα προσφέρει, επομένως, μια έμμεση αλλά ουσιαστική εικόνα της ισορροπίας μεταξύ ενεργοποίησης και ρύθμισης του ανοσοποιητικού συστήματος. Δεν πρόκειται για εξέταση που οδηγεί μόνη της σε διάγνωση, αλλά για δείκτη που συμβάλλει στη συνολική εκτίμηση της ανοσολογικής κατάστασης του ασθενούς, ιδίως όταν αξιολογείται διαχρονικά.
Για τον λόγο αυτό, η C3 χρησιμοποιείται ευρέως τόσο στη διάγνωση όσο και – κυρίως – στην παρακολούθηση ασθενών με αυτοάνοσα, νεφρικά και επιλεγμένα ανοσολογικά νοσήματα, πάντα σε συνδυασμό με άλλες εργαστηριακές και κλινικές παραμέτρους.
2
Πότε ζητείται η εξέταση
Η C3 ζητείται όταν υπάρχει ανάγκη διερεύνησης ή παρακολούθησης ανοσολογικής ενεργοποίησης,
ιδίως σε αυτοάνοσα και νεφρικά νοσήματα, καθώς και για την αξιολόγηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.
Στην καθημερινή κλινική πράξη, η εξέταση C3 δεν χρησιμοποιείται ως τυχαίος ή προληπτικός δείκτης,
αλλά ως στοχευμένη εξέταση όταν υπάρχει υποψία ότι το σύστημα συμπληρώματος
καταναλώνεται ενεργά. Η κατανάλωση αυτή υποδηλώνει συνεχιζόμενη ανοσολογική διεργασία,
η οποία μπορεί να μην είναι πάντα εμφανής μόνο από την κλινική εικόνα.
Ένα από τα συχνότερα κλινικά σενάρια είναι ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ).
Στον ΣΕΛ, η πτώση της C3 αποτελεί κλασικό δείκτη ενεργότητας της νόσου και χρησιμοποιείται
τόσο στη διάγνωση όσο και – κυρίως – στην παρακολούθηση εξάρσεων και υφέσεων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει σε ασθενείς με λύκο-νεφρίτιδα, όπου μεταβολές της C3
μπορεί να προηγούνται της κλινικής επιδείνωσης ή της επιδείνωσης των εργαστηριακών δεικτών ούρων.
Η εξέταση ζητείται επίσης σε ασθενείς με νεφρικά ευρήματα άγνωστης αιτιολογίας,
όπως πρωτεϊνουρία, αιματουρία ή μείωση της νεφρικής λειτουργίας.
Σε αυτά τα πλαίσια, η C3 βοηθά στη διαφορική διάγνωση σπειραματονεφριτίδων
που χαρακτηρίζονται από κατανάλωση συμπληρώματος, ιδιαίτερα όταν συνεκτιμάται με την C4,
τη γενική ούρων και τον λόγο λευκωματίνης/κρεατινίνης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η C3 ζητείται κατά τη διερεύνηση υποτροπιαζουσών ή σοβαρών λοιμώξεων,
ιδίως όταν αυτές ξεκινούν από νεαρή ηλικία ή έχουν ασυνήθιστη βαρύτητα.
Σε αυτό το σενάριο, η C3 εντάσσεται σε ευρύτερο ανοσολογικό έλεγχο,
με στόχο τον αποκλεισμό σπανιότερων μορφών συγγενούς ανεπάρκειας του συμπληρώματος.
Σημαντική είναι και η χρήση της C3 στην παρακολούθηση ασθενών υπό ανοσοκατασταλτική αγωγή.
Η σταθεροποίηση ή η άνοδος της C3, όταν προηγουμένως ήταν χαμηλή,
μπορεί να υποδηλώνει ανταπόκριση στη θεραπεία,
ενώ νέα πτώση της τιμής ενδέχεται να σηματοδοτεί υποτροπή ή ανεπαρκή έλεγχο της νόσου.
Τέλος, αξίζει να τονιστεί ότι η C3 σπάνια ζητείται μεμονωμένα.
Η πραγματική διαγνωστική της αξία προκύπτει όταν συνδυάζεται με
C4, δείκτες φλεγμονής (CRP, ΤΚΕ) και το συνολικό κλινικό πλαίσιο.
Η απομονωμένη μέτρηση, χωρίς σαφή κλινική ένδειξη, έχει περιορισμένη ερμηνευτική χρησιμότητα.
3
Σε ποιους έχει ιδιαίτερη αξία η εξέταση C3
Η μέτρηση της C3 είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν υπάρχει ανάγκη παρακολούθησης ενεργότητας νόσου ή διαφορικής διάγνωσης ανοσολογικών διαταραχών.
- Ασθενείς με ΣΕΛ, ιδίως με υποψία νεφρικής συμμετοχής.
- Άτομα με σπειραματονεφρίτιδα ή ανεξήγητη πρωτεϊνουρία.
- Ασθενείς με υποτροπιάζουσες λοιμώξεις και πιθανή ανοσοανεπάρκεια.
- Παρακολούθηση ανταπόκρισης σε ανοσοκατασταλτική αγωγή.Στην πράξη, η αξία της C3 δεν έγκειται στην απλή διαπίστωση μιας «χαμηλής» ή «φυσιολογικής» τιμής,
αλλά στο πώς αυτή εντάσσεται στο συνολικό κλινικό πλαίσιο του ασθενούς.
Για τον λόγο αυτό, η εξέταση έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα σε ομάδες ασθενών
όπου η κλινική εικόνα από μόνη της δεν επαρκεί για την εκτίμηση της ενεργότητας της νόσου.
Στους ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ),
η C3 αποτελεί έναν από τους βασικούς εργαστηριακούς δείκτες παρακολούθησης.
Η πτώση της C3 συχνά αντανακλά ενεργοποίηση του συμπληρώματος
λόγω ανοσοσυμπλεγμάτων και μπορεί να προηγηθεί κλινικών εκδηλώσεων.
Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις νεφρικής συμμετοχής,
η C3 βοηθά στην εκτίμηση της ενεργότητας της λύκου-νεφρίτιδας
και στη λήψη αποφάσεων για τροποποίηση της θεραπείας.
Αντίστοιχα, σε ασθενείς με σπειραματονεφρίτιδα ή ανεξήγητη πρωτεϊνουρία,
η μέτρηση της C3 συμβάλλει στη διαφορική διάγνωση
μεταξύ φλεγμονωδών νεφρικών παθήσεων που χαρακτηρίζονται από κατανάλωση συμπληρώματος
και άλλων αιτίων νεφρικής βλάβης.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αξιολόγηση της C3 σε συνδυασμό με την C4
και τα ευρήματα της γενικής ούρων προσφέρει σαφέστερη εικόνα
του υποκείμενου παθοφυσιολογικού μηχανισμού.
Η εξέταση C3 έχει επίσης ρόλο στη διερεύνηση ασθενών με
υποτροπιάζουσες ή ασυνήθιστα σοβαρές λοιμώξεις,
ιδίως όταν αυτές εμφανίζονται από νεαρή ηλικία.
Αν και σπάνια, συγγενείς ανεπάρκειες του συμπληρώματος
μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένη ευαισθησία σε συγκεκριμένα παθογόνα,
και η C3 αποτελεί μέρος του αρχικού εργαστηριακού ελέγχου σε τέτοια σενάρια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η C3 και στην παρακολούθηση ασθενών υπό ανοσοκατασταλτική αγωγή.
Η σταδιακή ομαλοποίηση χαμηλών τιμών C3 μπορεί να υποδηλώνει
ανταπόκριση στη θεραπεία,
ενώ νέα πτώση σε ασθενή με προηγούμενη σταθερότητα
ενδέχεται να σηματοδοτεί υποτροπή ή ανεπαρκή έλεγχο της νόσου.
Έτσι, η C3 λειτουργεί ως δυναμικός δείκτης και όχι ως στατική μέτρηση.
Αντίθετα, σε άτομα χωρίς γνωστό αυτοάνοσο, νεφρικό ή ανοσολογικό υπόβαθρο,
η μεμονωμένη μέτρηση της C3 έχει περιορισμένη διαγνωστική αξία.
Για τον λόγο αυτό, η εξέταση θα πρέπει πάντα να ζητείται
με σαφή κλινική ένδειξη και να ερμηνεύεται
στο πλαίσιο του συνολικού ιστορικού και των υπόλοιπων εργαστηριακών ευρημάτων.
4
Προετοιμασία
Συνήθως δεν απαιτείται νηστεία για τη μέτρηση της C3. Ωστόσο, είναι σημαντικό να ενημερωθεί ο ιατρός ή το εργαστήριο για πρόσφατη οξεία λοίμωξη, καθώς και για λήψη κορτιζόνης ή ανοσοκατασταλτικής αγωγής, επειδή μπορεί να επηρεάσουν την τιμή και, κυρίως, τη σωστή ερμηνεία του αποτελέσματος.
5
Φυσιολογικές τιμές
Τα όρια αναφοράς της C3 διαφέρουν ανά εργαστήριο και αναλυτική μέθοδο. Ενδεικτικά:
- C3: περίπου 90–180 mg/dL
Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων πρέπει να γίνεται πάντα με βάση τα ειδικά όρια του εργαστηρίου που πραγματοποίησε την εξέταση και σε συνδυασμό με το κλινικό πλαίσιο του εξεταζόμενου. Μικρές αποκλίσεις από τα όρια αναφοράς δεν έχουν πάντοτε παθολογική σημασία, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύονται από συμβατά κλινικά ή άλλα εργαστηριακά ευρήματα.
6
Χαμηλή C3: τι μπορεί να σημαίνει
Η χαμηλή C3 συχνά υποδηλώνει κατανάλωση συμπληρώματος ως αποτέλεσμα ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Δεν αποτελεί μεμονωμένο διαγνωστικό κριτήριο, αλλά εργαστηριακό δείκτη που αποκτά κλινική αξία όταν αξιολογείται στο σωστό πλαίσιο. Τυπικές κλινικές συσχετίσεις περιλαμβάνουν:
- Ενεργό συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ), ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει νεφρική συμμετοχή. Η πτώση της C3 συχνά αντανακλά ενεργότητα νόσου και μπορεί να προηγείται ή να συνοδεύει κλινική επιδείνωση.
- Μεταλοιμώδη σπειραματονεφρίτιδα, όπου η έντονη ανοσολογική ενεργοποίηση οδηγεί σε κατανάλωση παραγόντων του συμπληρώματος.
- Άλλες μορφές σπειραματονεφρίτιδας που χαρακτηρίζονται από ενεργοποίηση και κατανάλωση του συμπληρώματος, ιδίως σε ανοσοσυμπλεγματικές καταστάσεις.
- Σπανιότερα, συγγενής ανεπάρκεια C3, η οποία συνδέεται με αυξημένη προδιάθεση σε σοβαρές ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις από νεαρή ηλικία.
Στην καθημερινή κλινική πράξη, η ταυτόχρονη μέτρηση της C4 είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς βοηθά στη διάκριση της οδού μέσω της οποίας ενεργοποιείται το συμπλήρωμα:
- Χαμηλή C3 και χαμηλή C4 συχνά παραπέμπουν σε ενεργοποίηση της κλασικής οδού, όπως συμβαίνει σε αυτοάνοσα νοσήματα με σχηματισμό ανοσοσυμπλεγμάτων.
- Χαμηλή C3 με φυσιολογική C4 μπορεί να υποδηλώνει κυρίως ενεργοποίηση της εναλλακτικής οδού, εύρημα που αξιολογείται πάντα σε συνδυασμό με το κλινικό πλαίσιο και τα υπόλοιπα εργαστηριακά δεδομένα.
Συνεπώς, η χαμηλή C3 αποκτά τη μεγαλύτερη διαγνωστική και προγνωστική αξία όταν παρακολουθείται διαχρονικά και συνεκτιμάται με άλλους ανοσολογικούς δείκτες, τη νεφρική λειτουργία και τα κλινικά ευρήματα του ασθενούς.
7
Υψηλή C3: τι μπορεί να σημαίνει
Η υψηλή C3 μπορεί να παρατηρηθεί στο πλαίσιο της οξείας φλεγμονώδους αντίδρασης, καθώς λειτουργεί και ως πρωτεΐνη οξείας φάσης. Επιπλέον, έχει συσχετιστεί με μεταβολικούς παράγοντες, όπως η παχυσαρκία και το μεταβολικό σύνδρομο.
Για τον λόγο αυτό, η αυξημένη C3 δεν ερμηνεύεται μεμονωμένα, αλλά αξιολογείται συνήθως σε συνδυασμό με CRP και ΤΚΕ, καθώς και με το κλινικό ιστορικό, ώστε να αποσαφηνιστεί αν αντανακλά φλεγμονώδη δραστηριότητα ή μεταβολική επιβάρυνση.
8
Πώς ερμηνεύεται σωστά
Η C3 αποκτά τη μεγαλύτερη διαγνωστική και παρακολούθησης αξία όταν συνεκτιμάται με άλλους εργαστηριακούς και κλινικούς δείκτες, οι οποίοι βοηθούν στην ορθή ερμηνεία της ανοσολογικής δραστηριότητας:
- C4, για την εκτίμηση της οδού ενεργοποίησης του συμπληρώματος.
- CRP / ΤΚΕ, ως δείκτες οξείας ή χρόνιας φλεγμονής.
- ANA, anti-dsDNA, όταν υπάρχει υποψία συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (ΣΕΛ).
- Νεφρική λειτουργία (κρεατινίνη, eGFR), ιδίως σε υποψία νεφρικής συμμετοχής.
- Γενική ούρων και λόγος λευκωματίνης/κρεατινίνης, όπου ενδείκνυται.
(π.χ. πρόσφατη λοίμωξη, ενεργή φλεγμονή ή νεφρική συμμετοχή) οδηγεί συχνά σε
εσφαλμένα συμπεράσματα.
9
Πότε χρειάζεται επανάληψη της εξέτασης C3
Η C3 δεν είναι εξέταση «μιας μέτρησης» σε χρόνιες παθήσεις, αλλά έχει κλινική αξία κυρίως ως δυναμικός δείκτης, όταν αξιολογείται διαχρονικά και σε σχέση με την πορεία της νόσου.
- Κατά την παρακολούθηση ενεργού συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (ΣΕΛ) ή νεφρίτιδας, όπου οι μεταβολές της C3 μπορεί να αντανακλούν αλλαγές στην ενεργότητα της νόσου.
- Μετά από έναρξη, διακοπή ή τροποποίηση θεραπείας, προκειμένου να εκτιμηθεί η ανταπόκριση στη θεραπευτική παρέμβαση.
- Όταν εμφανίζονται κλινικές υποτροπές σε ασθενείς με προηγουμένως φυσιολογικές τιμές, ώστε να διερευνηθεί πιθανή επανενεργοποίηση της νόσου.
Η συχνότητα επανάληψης της εξέτασης καθορίζεται πάντοτε από τον θεράποντα ιατρό, με βάση το κλινικό πλαίσιο, τη βαρύτητα της νόσου και τη συνολική εργαστηριακή εικόνα του ασθενούς.
10
Τι ΔΕΝ δείχνει η εξέταση C3
Η C3 δεν αποτελεί ειδικό δείκτη συγκεκριμένης νόσου και δεν μπορεί από μόνη της να τεκμηριώσει ή να αποκλείσει μια διάγνωση.
Για τον λόγο αυτό, δεν υποκαθιστά:
- Τους ανοσολογικούς αυτοαντισώματικούς δείκτες (π.χ. anti-dsDNA, ANA), οι οποίοι παρέχουν ειδικότερες πληροφορίες για αυτοάνοσα νοσήματα.
- Την κλινική εκτίμηση της ενεργότητας της νόσου, που βασίζεται στα συμπτώματα, τη φυσική εξέταση και το συνολικό ιστορικό του ασθενούς.
- Τον πλήρη νεφρικό έλεγχο (κρεατινίνη, eGFR, γενική ούρων, πρωτεϊνουρία), ιδιαίτερα όταν υπάρχει υποψία νεφρικής συμμετοχής.
Η C3 χρησιμοποιείται πάντοτε συνδυαστικά με άλλα εργαστηριακά και κλινικά δεδομένα και όχι ως μεμονωμένο κριτήριο,
καθώς η διαγνωστική της αξία προκύπτει από τη συνολική ερμηνεία και τη διαχρονική παρακολούθηση των τιμών.
11
Πώς γίνεται η εξέταση C3
Η εξέταση πραγματοποιείται με απλή αιμοληψία από φλεβικό αίμα, όπως οι περισσότερες ανοσολογικές εξετάσεις ρουτίνας.
Το δείγμα αναλύεται με ανοσοχημικές ή νεφελομετρικές μεθόδους, οι οποίες επιτρέπουν αξιόπιστη ποσοτική μέτρηση της C3.
Τα αποτελέσματα είναι συνήθως διαθέσιμα την ίδια ή την επόμενη εργάσιμη ημέρα, ανάλογα με τον εξοπλισμό και τον φόρτο εργασίας του εργαστηρίου.
Η εξέταση μπορεί να συνδυαστεί χωρίς πρόβλημα με άλλους ανοσολογικούς ή βιοχημικούς δείκτες στο ίδιο δείγμα αίματος.
Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία (όπως νηστεία) για τη μέτρηση της C3. Ωστόσο, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ενημερώνεται
ο ιατρός ή το εργαστήριο για πρόσφατη λοίμωξη, οξεία φλεγμονή ή λήψη φαρμακευτικής αγωγής
(π.χ. κορτικοστεροειδή ή ανοσοκατασταλτικά), καθώς αυτοί οι παράγοντες μπορεί να μην αλλοιώνουν τεχνικά την εξέταση,
αλλά να επηρεάζουν ουσιαστικά τη σωστή κλινική ερμηνεία του αποτελέσματος.
12
Συχνά κλινικά λάθη στην ερμηνεία
- Ερμηνεία της C3 μεμονωμένα, χωρίς ταυτόχρονη μέτρηση C4, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα σχετικά με την οδό ενεργοποίησης του συμπληρώματος.
- Σύγκριση αποτελεσμάτων από διαφορετικά εργαστήρια χωρίς προσαρμογή στα αντίστοιχα όρια αναφοράς και στη χρησιμοποιούμενη μέθοδο μέτρησης.
- Παράβλεψη οξείας λοίμωξης ή φλεγμονής, καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν παροδική αύξηση της C3 ως πρωτεΐνης οξείας φάσης και να θολώσουν την κλινική εικόνα.
- Μη συνεκτίμηση της χρονικής εξέλιξης, καθώς μια μεμονωμένη τιμή χωρίς προηγούμενα ή επόμενα αποτελέσματα δεν αποτυπώνει τη δυναμική της νόσου.
13
Τι να θυμάστε
- Η χαμηλή C3 συνήθως υποδηλώνει κατανάλωση συμπληρώματος
στο πλαίσιο ενεργής αυτοάνοσης ή νεφρικής διεργασίας. - Η υψηλή C3 συνδέεται συχνότερα με φλεγμονώδη δραστηριότητα
ή μεταβολικούς παράγοντες. - Η ερμηνεία είναι πιο αξιόπιστη όταν η C3 αξιολογείται
σε συνδυασμό με C4,
δείκτες φλεγμονής (CRP/ΤΚΕ) και, όπου ενδείκνυται,
νεφρικό έλεγχο.
14
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)Θέλει νηστεία η εξέταση C3;
Συνήθως όχι, εκτός αν συνδυάζεται με άλλες εξετάσεις που απαιτούν νηστεία.
Τι σημαίνει χαμηλή C3;
Συχνά υποδηλώνει κατανάλωση συμπληρώματος σε ενεργή αυτοάνοση ή νεφρική διεργασία, πάντα με κλινική συσχέτιση.
Τι σημαίνει υψηλή C3;
Μπορεί να σχετίζεται με οξεία φλεγμονή ή μεταβολικούς παράγοντες και αξιολογείται συνήθως μαζί με CRP/ΤΚΕ και το ιστορικό.
Γιατί μετριέται μαζί με C4;
Ο συνδυασμός C3 και C4 βοηθά να εκτιμηθεί αν ενεργοποιείται κυρίως η κλασική ή η εναλλακτική οδός του συμπληρώματος.
Μπορεί μια λοίμωξη να επηρεάσει την C3;
Ναι, μια οξεία λοίμωξη/φλεγμονή μπορεί να αυξήσει παροδικά την C3 και να αλλάξει την ερμηνεία.
Κάθε πότε έχει νόημα να επαναλαμβάνεται;
Συνήθως επαναλαμβάνεται όταν παρακολουθείται ενεργότητα νόσου ή θεραπεία, με συχνότητα που καθορίζει ο θεράπων ιατρός.
- Η χαμηλή C3 συνήθως υποδηλώνει κατανάλωση συμπληρώματος
15
Κλείστε Ραντεβού
16
Βιβλιογραφία
Complement component C3 and immune defense. Nature Reviews Immunology.
Walport MJ. Complement—first of two parts. New England Journal of Medicine.
Pickering MC, et al. C3 glomerulopathy. Kidney International.
Tsokos GC. Systemic lupus erythematosus. New England Journal of Medicine.
Merle NS, et al. Complement system part I. Frontiers in Immunology.
Διαθέσιμες εξετάσεις ανοσολογίας – Μικροβιολογικό Λαμία.
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


