Πρωτεινη-C.jpg

1) Τι είναι η Πρωτεΐνη C;

Η Πρωτεΐνη C είναι μια βιταμίνης Κ–εξαρτώμενη γλυκοπρωτεΐνη που παράγεται στο ήπαρ και κυκλοφορεί στο αίμα σε ανενεργή μορφή.
Ενεργοποιείται από το σύμπλεγμα θρομβίνης–θρομβομοντουλίνης και μετατρέπεται σε Ενεργοποιημένη Πρωτεΐνη C (APC),
η οποία αναστέλλει τους παράγοντες Vα και VIIIα της πήξης, προστατεύοντας έτσι τον οργανισμό από υπερβολικό σχηματισμό θρόμβων.

Αποτελεί βασικό «φυσικό αντιπηκτικό» μαζί με την Πρωτεΐνη S και την Αντιθρομβίνη ΙΙΙ.
Η εξέταση της Πρωτεΐνης C χρησιμοποιείται για τη διερεύνηση θρομβοφιλίας, ανεξήγητων θρομβώσεων
ή οικογενειακού ιστορικού σχετικών διαταραχών. Υπάρχουν δύο τύποι μέτρησης:

  • Δραστικότητα (Functional Protein C): ελέγχει αν η Πρωτεΐνη C λειτουργεί σωστά.
  • Συγκέντρωση (Antigenic Protein C): μετράει πόση Πρωτεΐνη C υπάρχει στο πλάσμα.

📊 Φυσιολογικές Τιμές Πρωτεΐνης C

Ηλικία / ΚατάστασηΔραστικότητα (%)Σχόλιο
Νεογνά20–50%Φυσιολογικά χαμηλότερα επίπεδα
Παιδιά & Ενήλικες70–140%Τυπικό εύρος αναφοράς
ΕγκυμοσύνηΣυχνά λίγο χαμηλότερες τιμέςΑξιολόγηση με προσοχή από γιατρό

ℹ️ Οι φυσιολογικές τιμές μπορεί να διαφέρουν ανά εργαστήριο. Συμβουλευθείτε τον γιατρό σας για ερμηνεία.

Η γνώση των επιπέδων της Πρωτεΐνης C είναι ιδιαίτερα σημαντική για προληπτικό έλεγχο,
ειδικά σε ασθενείς με ιστορικό θρομβώσεων, γυναίκες που πρόκειται να λάβουν ορμονικά αντισυλληπτικά,
αλλά και σε οικογένειες με κληρονομικές διαταραχές πήξης.

2) Ρόλος στον οργανισμό & σημασία

Η Πρωτεΐνη C αποτελεί κεντρικό φυσικό αντιπηκτικό του ανθρώπινου οργανισμού.
Ενεργοποιείται από το σύμπλεγμα θρομβίνης–θρομβομοντουλίνης και, μαζί με την Πρωτεΐνη S, αδρανοποιεί τους παράγοντες Vα και VIIIα,
περιορίζοντας έτσι την υπερβολική δημιουργία θρόμβων. Με τον τρόπο αυτόν διατηρείται η ισορροπία ανάμεσα στην πήξη και την αντιπήξη,
ώστε να σταματούν οι αιμορραγίες χωρίς να σχηματίζονται επικίνδυνοι θρόμβοι.

Ο ρόλος της είναι ζωτικός όχι μόνο για την αποφυγή εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης (DVT) και πνευμονικής εμβολής,
αλλά και για την πρόληψη μικροθρομβώσεων σε όργανα (νεφρά, εγκέφαλος, πλακούντας). Σε σοβαρή ανεπάρκεια, όπως στο νεογνικό
purpura fulminans
, οι θρόμβοι εμφανίζονται εκτεταμένα αμέσως μετά τη γέννηση.

Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι ανεπάρκειας Πρωτεΐνης C:

  • Τύπος Ι (ποσοτική ανεπάρκεια): Χαμηλή συγκέντρωση και δραστικότητα της Πρωτεΐνης C.
  • Τύπος ΙΙ (ποιοτική ανεπάρκεια): Φυσιολογική συγκέντρωση αλλά μειωμένη δραστικότητα λόγω δυσλειτουργικού μορίου.

Συχνότερες κληρονομικές μεταλλάξεις στο γονίδιο PROC ευθύνονται για οικογενειακές μορφές ανεπάρκειας Πρωτεΐνης C.
Ο έλεγχος συνιστάται όταν υπάρχει:

  • Ιστορικό επαναλαμβανόμενων φλεβικών θρομβώσεων σε νεαρή ηλικία.
  • Οικογενειακό ιστορικό ανεπάρκειας Πρωτεΐνης C ή Πρωτεΐνης S.
  • Υποτροπιάζουσες αποβολές στην κύηση ή επιπλοκές όπως προεκλαμψία/ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης.
  • Προγραμματισμένη λήψη ορμονικής αντισύλληψης ή θεραπείας υποκατάστασης.

Επιπλέον, η Πρωτεΐνη C έχει αντιφλεγμονώδεις και κυτταροπροστατευτικές ιδιότητες,
οι οποίες διερευνώνται σε καταστάσεις όπως η σήψη και το σύνδρομο πολυοργανικής ανεπάρκειας.

Η σωστή αξιολόγηση της Πρωτεΐνης C μαζί με άλλους δείκτες πήξης επιτρέπει εξατομικευμένη πρόληψη και θεραπεία,
μειώνοντας τον κίνδυνο θρομβωτικών επεισοδίων και βελτιώνοντας την υγεία του ασθενούς.

3) Γιατί ζητείται η εξέταση Πρωτεΐνης C;

Η μέτρηση της Πρωτεΐνης C είναι βασικό εργαλείο στη διερεύνηση θρομβοφιλίας και άλλων
διαταραχών πήξης. Δεν πρόκειται για τεστ ρουτίνας, αλλά γίνεται στοχευμένα όταν υπάρχει κλινική υποψία ή ιδιαίτερος κίνδυνος.

Σύμφωνα με διεθνείς και ελληνικές κατευθυντήριες οδηγίες, ο έλεγχος Πρωτεΐνης C συνιστάται στις εξής περιπτώσεις:

  • Ανεξήγητη ή πρώιμη φλεβική θρόμβωση (π.χ. εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση – DVT, πνευμονική εμβολή) σε άτομα κάτω των 50 ετών.
  • Επαναλαμβανόμενα επεισόδια θρόμβωσης σε οποιαδήποτε ηλικία.
  • Οικογενειακό ιστορικό ανεπάρκειας Πρωτεΐνης C, Πρωτεΐνης S ή Αντιθρομβίνης ΙΙΙ.
  • Υποτροπιάζουσες αποβολές ή επιπλοκές κύησης (π.χ. προεκλαμψία, ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης) που συνδέονται με θρομβοφιλία.
  • Προγραμματισμένη ορμονική αντισύλληψη ή θεραπεία υποκατάστασης ορμονών, ειδικά σε γυναίκες με ιστορικό θρόμβωσης.
  • Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας σε χρόνιες ηπατοπάθειες, καθώς το ήπαρ παράγει την Πρωτεΐνη C.
  • Σήψη ή σοβαρές λοιμώξεις, όπου η κατανάλωση Πρωτεΐνης C μπορεί να οδηγήσει σε συνδυασμένη πήξη–αιμορραγία.

Η εξέταση συνήθως γίνεται με αιμοληψία από φλέβα. Η μέτρηση μπορεί να είναι ποσοτική (δραστικότητα/συγκέντρωση)
ή να συνδυάζεται με άλλους δείκτες όπως Πρωτεΐνη S, Αντιθρομβίνη ΙΙΙ και D-Dimers για πλήρη εκτίμηση του κινδύνου.

Ο σωστός χρόνος δειγματοληψίας είναι σημαντικός: οι τιμές αλλοιώνονται κατά την οξεία φάση θρόμβωσης ή υπό αγωγή με
αντιπηκτικά. Γι’ αυτό ο γιατρός συχνά προγραμματίζει το τεστ με συγκεκριμένα κριτήρια, π.χ. 2–3 εβδομάδες
μετά το τέλος της θεραπείας ή όταν ο ασθενής είναι κλινικά σταθερός.

4) Προετοιμασία πριν την εξέταση

Η εξέταση Πρωτεΐνης C είναι απλή αιμοληψία, αλλά η σωστή προετοιμασία αυξάνει την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων.
Δεν απαιτείται πάντα νηστεία, όμως υπάρχουν συγκεκριμένες συστάσεις που καλό είναι να ακολουθήσετε.

  • Φάρμακα: Ενημερώστε τον μικροβιολόγο για όλα τα φάρμακα που παίρνετε. Αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη/κουμαρινικά,
    ορμονικά αντισυλληπτικά, κορτικοστεροειδή και αντιβιοτικά μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα. Συχνά η εξέταση προγραμματίζεται
    μετά τη διακοπή ή αλλαγή της αγωγής κατόπιν ιατρικής οδηγίας.
  • Χρονισμός: Αποφύγετε να κάνετε το τεστ σε οξεία φάση θρόμβωσης, σήψης ή άμεσα μετά από χειρουργείο.
    Οι τιμές μπορεί να είναι ψευδώς χαμηλές. Ιδανικά γίνεται 2–3 εβδομάδες μετά την αποδρομή του συμβάματος ή την διακοπή αντιπηκτικών.
  • Διατροφή: Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία, αλλά είναι καλό να αποφύγετε βαριά γεύματα, αλκοόλ και υπερβολική βιταμίνη Κ
    την προηγούμενη μέρα για σταθερότερες τιμές.
  • Άσκηση & στρες: Μην κάνετε έντονη γυμναστική και προσπαθήστε να είστε ήρεμοι πριν την αιμοληψία,
    καθώς το έντονο στρες μπορεί να επηρεάσει δείκτες πήξης.
  • Ειδικές καταστάσεις: Ενημερώστε το εργαστήριο εάν είστε έγκυος, σε λοχεία ή έχετε χρόνια ηπατική νόσο,
    ώστε να γίνει σωστή εκτίμηση και αν χρειαστεί αναβολή ή ειδική μέτρηση.

Η τήρηση αυτών των οδηγιών βοηθά στη μείωση ψευδώς παθολογικών αποτελεσμάτων και διευκολύνει την
σωστή ερμηνεία από τον γιατρό σας.

5) Ερμηνεία αποτελεσμάτων

Η ερμηνεία της εξέτασης Πρωτεΐνης C γίνεται πάντα από γιατρό, σε συνδυασμό με το ιστορικό σας,
τα φάρμακα που λαμβάνετε και άλλες εξετάσεις πήξης (π.χ. Πρωτεΐνη S, Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, D-Dimers).

Τα αποτελέσματα δίνονται συνήθως σε % δραστικότητας ή μονάδες/ml, ανάλογα με τη μέθοδο του εργαστηρίου.
Τα φυσιολογικά επίπεδα στους ενήλικες κυμαίνονται συνήθως από 70–140% δραστικότητας.

ΕύρημαΠιθανή ΕρμηνείαΠαραδείγματα/Σχόλια
Φυσιολογικά επίπεδαΚανονική αντιπηκτική λειτουργίαΔεν υπάρχει ένδειξη για συγγενή ή επίκτητη ανεπάρκεια
Χαμηλά επίπεδαΑνεπάρκεια Πρωτεΐνης C (κληρονομική ή επίκτητη)– Κληρονομικές μεταλλάξεις (PROC gene)
– Ηπατική νόσος, σήψη, κατανάλωση κατά DIC
– Λήψη κουμαρινικών αντιπηκτικών
– Νεογνικό purpura fulminans (σε σοβαρή ανεπάρκεια)
Υψηλά επίπεδαΣπάνιο εύρημα – συνήθως δεν έχει κλινική σημασία– Οξεία φάση ή εργαστηριακές διακυμάνσεις
– Αυξημένη λήψη βιταμίνης Κ
– Σε ορισμένες φλεγμονώδεις καταστάσεις

Αν βρεθεί ανεπάρκεια Πρωτεΐνης C, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει επιβεβαιωτική μέτρηση σε σταθερή κατάσταση,
γενετικό έλεγχο (PROC gene) ή συνδυασμό με άλλες εξετάσεις θρομβοφιλίας. Η διάγνωση είναι σημαντική για την επιλογή
της κατάλληλης προληπτικής ή θεραπευτικής αγωγής.

6) Παράγοντες που επηρεάζουν τα επίπεδα

Τα επίπεδα της Πρωτεΐνης C μπορούν να μεταβληθούν από διάφορους παράγοντες υγείας,
φάρμακα και φυσιολογικές καταστάσεις. Η γνώση αυτών των παραγόντων είναι απαραίτητη για την ορθή ερμηνεία του αποτελέσματος.

  • Φαρμακευτική αγωγή: Αντιπηκτικά κουμαρινικού τύπου (βαρφαρίνη), ορμονικά αντισυλληπτικά,
    κορτικοστεροειδή και ορισμένα αντιβιοτικά μειώνουν τη δραστικότητα της Πρωτεΐνης C.
  • Ηπατική νόσος: Το ήπαρ παράγει την Πρωτεΐνη C. Σε κίρρωση, ηπατίτιδα ή άλλη ηπατική ανεπάρκεια τα επίπεδα πέφτουν.
  • Οξεία φάση/Σήψη: Σε σοβαρές λοιμώξεις ή σηπτικό σοκ η Πρωτεΐνη C καταναλώνεται, οδηγώντας σε χαμηλές τιμές (π.χ. DIC).
  • Εγκυμοσύνη: Φυσιολογικά παρατηρούνται ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα. Απαιτείται προσεκτική εκτίμηση από γιατρό.
  • Ηλικία: Στα νεογνά οι τιμές είναι φυσιολογικά χαμηλότερες (20–50%) και αυξάνονται προοδευτικά ως την ενήλικη ζωή.
  • Μεγάλη απώλεια αίματος ή χειρουργείο: Μπορεί να μειώσει προσωρινά τα επίπεδα λόγω κατανάλωσης και αραίωσης.
  • Αυξημένη ή μειωμένη πρόσληψη βιταμίνης Κ: Η Πρωτεΐνη C είναι βιταμίνης Κ–εξαρτώμενη.
    Πολύ πλούσιες ή πολύ φτωχές δίαιτες σε βιταμίνη Κ μπορούν να μεταβάλουν τις τιμές.
  • Φλεγμονώδεις καταστάσεις / ορμονικές θεραπείες: Μπορεί να προκαλέσουν εργαστηριακές διακυμάνσεις.

Ενημερώνετε πάντα τον μικροβιολόγο για την κατάστασή σας και τα φάρμακα που λαμβάνετε, ώστε να προγραμματίζεται η εξέταση
σε κατάλληλη χρονική στιγμή και να αποφεύγονται ψευδώς παθολογικές τιμές.

7) Σχέση με άλλες εξετάσεις (π.χ. Πρωτεΐνη S, D-Dimers)

Η Πρωτεΐνη C δεν αξιολογείται μεμονωμένα. Ο συνδυασμένος έλεγχος με Πρωτεΐνη S,
Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, D-Dimers και έλεγχο για παράγοντα V Leiden ή
μετάλλαξη προθρομβίνης G20210A δίνει ολοκληρωμένη εικόνα της θρομβοφιλίας.
Ειδικά σε ασθενείς με ιστορικό θρόμβωσης ή οικογενειακή προδιάθεση, ο έλεγχος πρέπει να είναι πλήρης ώστε να καθοδηγεί την πρόληψη.

Πρωτεΐνη S: Συν-παράγοντας της Πρωτεΐνης C. Η έλλειψή της επιδεινώνει τον κίνδυνο θρόμβωσης.
Αντιθρομβίνη ΙΙΙ: Αναστέλλει τη θρομβίνη και άλλους παράγοντες πήξης. Η έλλειψη αυξάνει τον κίνδυνο DVT/PE.
D-Dimers: Προϊόν αποδόμησης ινώδους. Αύξηση σημαίνει ενεργή ινωδόλυση/θρόμβωση.
Γενετικός έλεγχος: Παράγοντας V Leiden, μετάλλαξη προθρομβίνης, MTHFR κ.ά. για πλήρη χαρτογράφηση θρομβοφιλίας.

ΕξέτασηΡόλοςΠαθολογικά Ευρήματα – Τι δείχνουνΠότε ζητείται μαζί με Πρωτεΐνη C
Πρωτεΐνη CΑδρανοποίηση παραγόντων Vα και VIIIα – φυσικό αντιπηκτικόΧαμηλή → αυξημένος κίνδυνος φλεβικής θρόμβωσηςΠρώιμη ή ανεξήγητη θρόμβωση, οικογενειακό ιστορικό
Πρωτεΐνη SΣυν-παράγοντας Πρωτεΐνης CΈλλειψη → επιτείνει τον κίνδυνο θρόμβωσηςΤαυτόχρονη διερεύνηση κληρονομικής θρομβοφιλίας
Αντιθρομβίνη ΙΙΙΑναστέλλει τη θρομβίνη & παράγοντες IXa, XaΈλλειψη → υψηλός κίνδυνος DVT/PEΣοβαρή ή επαναλαμβανόμενη θρόμβωση σε νεαρή ηλικία
D-DimersΔείκτης ενεργής ινωδόλυσηςΑύξηση → ενεργός/πρόσφατη θρόμβωση ή DICΥποψία οξείας θρόμβωσης, παρακολούθηση θεραπείας
Γενετικός έλεγχος (Factor V Leiden, Prothrombin G20210A)Εντοπισμός κληρονομικών μεταλλάξεων που αυξάνουν τον κίνδυνο πήξηςΦορέας → αυξημένος κίνδυνος φλεβικής θρόμβωσηςΣυνολικός έλεγχος θρομβοφιλίας, ειδικά πριν από εγκυμοσύνη ή αντισύλληψη

Ο συνδυασμός αυτών των εξετάσεων επιτρέπει στον γιατρό να διακρίνει αν πρόκειται για κληρονομική ή επίκτητη θρομβοφιλία,
να καθορίσει την ανάγκη για προφυλακτική αγωγή και να σχεδιάσει εξατομικευμένη παρακολούθηση, ειδικά σε ευπαθείς ομάδες όπως
έγκυες γυναίκες ή ασθενείς με χρόνιες νόσους.

8) FAQ – Συχνές Ερωτήσεις

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση Πρωτεΐνης C;

Όχι απαραίτητα. Η Πρωτεΐνη C δεν απαιτεί αυστηρή νηστεία. Ωστόσο, καλό είναι να έχετε αποφύγει βαριά γεύματα και αλκοόλ
τις προηγούμενες ώρες, ώστε να εξασφαλιστεί σταθερή κατάσταση του οργανισμού.

Μπορεί η εγκυμοσύνη να επηρεάσει τα επίπεδα;

Ναι. Στην εγκυμοσύνη παρατηρούνται φυσιολογικά χαμηλότερα επίπεδα Πρωτεΐνης C. Η εκτίμηση γίνεται με προσοχή
και συχνά συνδυάζεται με άλλες εξετάσεις θρομβοφιλίας για προληπτικούς λόγους.

Ποιες καταστάσεις μπορούν να μειώσουν την Πρωτεΐνη C;

Ηπατική ανεπάρκεια, οξεία σήψη, χρήση κουμαρινικών αντιπηκτικών, συγγενής ανεπάρκεια, μεγάλα χειρουργεία ή απώλεια αίματος
μπορούν να προκαλέσουν χαμηλές τιμές.

Τι σημαίνει αν έχω χαμηλή Πρωτεΐνη C;

Αυξημένος κίνδυνος για θρομβώσεις. Ο γιατρός θα εκτιμήσει αν πρόκειται για συγγενή ή επίκτητη ανεπάρκεια και
πιθανόν να ζητήσει πρόσθετες εξετάσεις ή προληπτική αγωγή.

Επηρεάζουν τα φάρμακα τα αποτελέσματα;

Ναι. Αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη), κορτικοστεροειδή, ορμονικά αντισυλληπτικά και ορισμένα αντιβιοτικά
μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα. Ενημερώστε πάντα τον μικροβιολόγο σας.

Πόσο διαρκεί η εξέταση και πότε παίρνω αποτελέσματα;

Η αιμοληψία διαρκεί λίγα λεπτά. Τα αποτελέσματα είναι συνήθως διαθέσιμα την ίδια ή την επόμενη εργάσιμη ημέρα,
ανάλογα με το εργαστήριο.

Χρειάζεται να επαναλάβω την εξέταση;

Συχνά ναι. Ειδικά αν η αρχική μέτρηση έγινε σε οξεία νόσο, εγκυμοσύνη ή υπό αγωγή με αντιπηκτικά,
συνιστάται επανάληψη σε σταθερότερη κατάσταση για ακριβέστερη εκτίμηση.

Μπορεί η διατροφή να επηρεάσει τα επίπεδα Πρωτεΐνης C;

Έμμεσα, ναι. Η Πρωτεΐνη C είναι βιταμινο-Κ εξαρτώμενη. Δίαιτες πολύ φτωχές ή πολύ πλούσιες σε βιταμίνη Κ
μπορεί να επηρεάσουν ελαφρά τα επίπεδα. Συζητήστε το με τον γιατρό σας πριν κάνετε μεγάλες αλλαγές.

9) Βιβλιογραφία / Πηγές

Οι παραπάνω πηγές επιλέχθηκαν ώστε να παρέχουν έγκυρη και ενημερωμένη πληροφόρηση τόσο για επαγγελματίες υγείας όσο και για ασθενείς.

🧪 Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας πραγματοποιούμε αξιόπιστα την εξέταση Πρωτεΐνης C
και όλες τις σχετικές εξετάσεις πήξης ✔️

☎️ Τηλέφωνο: +30 22310 66841
🕒 Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή 07:00–13:30


Πρωτεινη-S.jpg

1) Τι είναι η Πρωτεΐνη S;

Η Πρωτεΐνη S είναι μια βιταμίνη Κ–εξαρτώμενη γλυκοπρωτεΐνη που συντίθεται κυρίως στο ήπαρ και δρα ως φυσικός αντιπηκτικός παράγοντας στο πλάσμα. Ανήκει στο σύστημα πρωτεΐνης C–πρωτεΐνης S, το οποίο ρυθμίζει την πήξη του αίματος.

Σε φυσιολογικές συνθήκες η Πρωτεΐνη S δρα ως συμπαράγοντας της ενεργοποιημένης Πρωτεΐνης C, ενισχύοντας την ικανότητά της να αδρανοποιεί τους παράγοντες πήξης Va και VIIIa. Με αυτό τον τρόπο εμποδίζει την υπερβολική δημιουργία θρόμβων και διατηρεί την ισορροπία πήξης–αντιπήξης.

  • Μορφές: Κυκλοφορεί ως ελεύθερη (ενεργή) και συγδεδεμένη με C4b-binding protein (ανενεργή). Μόνο η ελεύθερη μορφή είναι λειτουργικά ενεργή.
  • Παραγωγή: Ήπαρ, ενδοθήλιο. Εξαρτάται από την παρουσία βιταμίνης Κ για τη σύνθεση.
  • Λειτουργία: Συμπαράγοντας ενεργοποιημένης Πρωτεΐνης C· αναστολή παραγόντων Va και VIIIa· αντιθρομβωτική δράση.
  • Έλλειψη: Κληρονομική ή επίκτητη (ηπατική νόσος, ανεπάρκεια βιταμίνης Κ, αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη, εγκυμοσύνη) – αυξάνει τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης.

Η εξέταση Πρωτεΐνης S μετρά είτε τη συγκέντρωση είτε τη δραστικότητα της πρωτεΐνης στο αίμα και βοηθά στον εντοπισμό ανεπάρκειας, ιδίως σε άτομα με ανεξήγητες ή υποτροπιάζουσες φλεβικές θρομβώσεις ή οικογενειακό ιστορικό θρομβοφιλίας.

2) Γιατί ζητείται / Πότε χρειάζεται η εξέταση Πρωτεΐνης S;

Η μέτρηση της Πρωτεΐνης S αποτελεί βασικό εργαλείο για τη διάγνωση θρομβοφιλίας και την εκτίμηση του κινδύνου φλεβικής θρομβοεμβολής. Ζητείται στοχευμένα από τον/την ιατρό σε περιπτώσεις όπου υπάρχει υποψία ή επιβεβαίωση αυξημένης τάσης για θρόμβωση.

  • Ανεξήγητες θρομβώσεις: Σε ασθενείς που εμφανίζουν φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή ή θρόμβωση ασυνήθιστων φλεβικών θέσεων χωρίς προφανή αιτία, ιδιαίτερα σε νεαρή ηλικία.
  • Οικογενειακό ιστορικό: Όταν υπάρχει ιστορικό θρομβώσεων σε συγγενείς, η εξέταση βοηθά στον εντοπισμό κληρονομικής ανεπάρκειας Πρωτεΐνης S.
  • Υποτροπιάζουσες αποβολές/επιπλοκές κύησης: Χρησιμοποιείται για διερεύνηση θρομβοφιλίας σε γυναίκες με καθ’ έξιν αποβολές, προεκλαμψία, ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης ή αποκόλληση πλακούντα.
  • Πριν από αντισυλληπτική αγωγή ή ορμονική θεραπεία: Για εκτίμηση κινδύνου θρόμβωσης πριν τη χορήγηση αντισυλληπτικών ή ορμονών σε γυναίκες με ιστορικό θρομβώσεων.
  • Μετά από θρομβωτικό επεισόδιο: Για να τεκμηριωθεί η αιτία και να καθοδηγηθεί η διάρκεια/είδος της αντιπηκτικής αγωγής.
  • Σε συνδυασμό με Πρωτεΐνη C και Αντιθρομβίνη ΙΙΙ: Ως μέρος του πλήρους προφίλ θρομβοφιλίας για ολοκληρωμένη αξιολόγηση φυσικών αντιπηκτικών παραγόντων.
  • Κατάσταση οξείας νόσου ή εγκυμοσύνης: Η Πρωτεΐνη S μειώνεται φυσιολογικά στην κύηση ή σε φλεγμονώδεις καταστάσεις· ο γιατρός μπορεί να ζητήσει επανάληψη μετά την οξεία φάση για ακριβή διάγνωση.

Η έγκαιρη μέτρηση της Πρωτεΐνης S βοηθά στον εντοπισμό κληρονομικής ή επίκτητης ανεπάρκειας, στην πρόληψη θρομβωτικών επεισοδίων και στον καθορισμό της κατάλληλης αντιπηκτικής ή προληπτικής αγωγής.

3) Προετοιμασία πριν την εξέταση Πρωτεΐνης S

Η εξέταση Πρωτεΐνης S γίνεται σε δείγμα πλάσματος αίματος που λαμβάνεται από φλέβα. Η σωστή προετοιμασία είναι σημαντική ώστε τα αποτελέσματα να είναι αξιόπιστα και να αντανακλούν την πραγματική λειτουργία του συστήματος πήξης.

  • Νηστεία: Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία, αλλά συνιστάται να αποφύγετε βαριά γεύματα, καφεΐνη και αλκοόλ τις προηγούμενες 8–12 ώρες.
  • Φάρμακα: Η λήψη αντιπηκτικών (βαρφαρίνη, ηπαρίνη), αντισυλληπτικών, ορμονών, βιταμίνης Κ επηρεάζει τα επίπεδα. Συμβουλευτείτε τον/την γιατρό σας αν χρειάζεται διακοπή ή αλλαγή πριν την εξέταση. Ιδανικά η μέτρηση γίνεται 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή αντιπηκτικών (όπου είναι ασφαλές).
  • Οξεία φάση νόσου: Λοιμώξεις, φλεγμονές, χειρουργεία, εγκυμοσύνη μειώνουν παροδικά την ελεύθερη Πρωτεΐνη S. Αν είναι δυνατόν, προγραμματίστε την εξέταση όταν έχετε αναρρώσει.
  • Εγκυμοσύνη: Η Πρωτεΐνη S μειώνεται φυσιολογικά κατά την κύηση. Ενημερώστε το εργαστήριο για την κατάστασή σας· ο γιατρός θα ερμηνεύσει με βάση ειδικές τιμές αναφοράς.
  • Συνδυασμός εξετάσεων: Η μέτρηση Πρωτεΐνης S γίνεται συνήθως μαζί με Πρωτεΐνη C, Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα και γενετικούς δείκτες θρομβοφιλίας. Ζητήστε να ληφθούν τα δείγματα ταυτόχρονα για να αποφύγετε πολλαπλές αιμοληψίες.
  • Γενικές οδηγίες: Ξεκουραστείτε πριν την αιμοληψία, αποφύγετε έντονη σωματική άσκηση και στρες για πιο σταθερό δείγμα.

Με την κατάλληλη προετοιμασία η εξέταση Πρωτεΐνης S θα δώσει αξιόπιστο αποτέλεσμα, διευκολύνοντας τη διάγνωση και την πρόληψη θρομβωτικών επιπλοκών.

4) Ερμηνεία αποτελεσμάτων Πρωτεΐνης S

Η Πρωτεΐνη S μετράται είτε ως συγκέντρωση (ολική και ελεύθερη) είτε ως δραστικότητα στο πλάσμα. Η ερμηνεία γίνεται πάντα σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα, το ιστορικό και άλλες εξετάσεις θρομβοφιλίας.

Φυσιολογικά επίπεδα (ενδεικτικά):

  • Ελεύθερη Πρωτεΐνη S: 60–150% δραστικότητα (ανάλογα με το εργαστήριο).
  • Ολική Πρωτεΐνη S: 70–150% συγκέντρωση.
  • Σε εγκυμοσύνη και παιδιά οι φυσιολογικές τιμές διαφέρουν.

Χαμηλή Πρωτεΐνη S:

  • Κληρονομική ανεπάρκεια: Τύπος Ι (χαμηλή συγκέντρωση και δραστικότητα), Τύπος ΙΙ (φυσιολογική συγκέντρωση αλλά χαμηλή δραστικότητα), Τύπος ΙΙΙ (χαμηλή ελεύθερη αλλά φυσιολογική ολική).
  • Επίκτητες καταστάσεις: Ηπατική ανεπάρκεια, ανεπάρκεια βιταμίνης Κ, λήψη αντιπηκτικών (βαρφαρίνη), αντισυλληπτικά, εγκυμοσύνη, φλεγμονώδεις καταστάσεις, DIC.
  • Κίνδυνος: Αυξημένη πιθανότητα φλεβικής θρόμβωσης, πνευμονικής εμβολής, επιπλοκών κύησης.

Υψηλή Πρωτεΐνη S:

  • Συνήθως δεν έχει κλινική σημασία. Μπορεί να εμφανιστεί μετά από θεραπεία, σε αφυδάτωση ή σε ορισμένες οξείες καταστάσεις.

Τι σημαίνει για τον/την ασθενή:

  • Η χαμηλή Πρωτεΐνη S εξηγεί γιατί κάποιος έχει ανεξήγητη ή υποτροπιάζουσα θρόμβωση και βοηθά στον καθορισμό της διάρκειας ή της έντασης της αντιπηκτικής αγωγής.
  • Η ερμηνεία γίνεται πάντα μαζί με την Πρωτεΐνη C, την Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα και τον γενετικό έλεγχο για ολοκληρωμένη εκτίμηση.
  • Η έγκαιρη διάγνωση βοηθά στην πρόληψη σοβαρών επιπλοκών όπως πνευμονική εμβολή και επιπλοκές εγκυμοσύνης.

Η σωστή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της Πρωτεΐνης S από εξειδικευμένο ιατρό είναι απαραίτητη για τη διάγνωση και την εξατομικευμένη πρόληψη και θεραπεία της θρομβοφιλίας.

5) Σχετικές Εξετάσεις Πρωτεΐνης S

Η μέτρηση της Πρωτεΐνης S είναι μέρος ενός εκτενούς ελέγχου θρομβοφιλίας. Σπάνια ζητείται μόνη της· συνήθως συνδυάζεται με άλλες εξετάσεις για ολοκληρωμένη αξιολόγηση του κινδύνου θρόμβωσης και για ακριβή διάγνωση.

  • Πρωτεΐνη C: Συμπαράγοντας με την Πρωτεΐνη S στο σύστημα φυσικών αντιπηκτικών. Η ταυτόχρονη μέτρηση δείχνει αν υπάρχει διπλή ανεπάρκεια.
  • Αντιθρομβίνη ΙΙΙ: Μαζί με τις πρωτεΐνες C και S αποτελεί το «τρίο» των φυσικών αντιπηκτικών παραγόντων. Η μέτρησή της βοηθά στον εντοπισμό πολλαπλών διαταραχών.
  • Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα: Lupus anticoagulant, αντικαρδιολιπινικά, αντι-β2 γλυκοπρωτεΐνης Ι. Χρήσιμα σε γυναίκες με καθ’ έξιν αποβολές και σε άτομα με ανεξήγητες θρομβώσεις.
  • Γενετικοί δείκτες θρομβοφιλίας: Παράγοντας V Leiden (FV G1691A) και μεταλλάξεις προθρομβίνης (G20210A). Ο συνδυασμός τους με ανεπάρκεια Πρωτεΐνης S αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο θρόμβωσης.
  • Δείκτες πήξης: D-Dimer, PT/INR, aPTT για αξιολόγηση ενεργοποίησης της πήξης και για παρακολούθηση αντιπηκτικής αγωγής.
  • Έλεγχος βιταμίνης Κ: Η σύνθεση της Πρωτεΐνης S εξαρτάται από τη βιταμίνη Κ. Έλεγχος επιπέδων ή διατροφικής πρόσληψης μπορεί να είναι χρήσιμος.
  • Απεικονιστικός έλεγχος: Υπερηχογράφημα φλεβών κάτω άκρων, CT/MR αγγειογραφία σε περίπτωση υποψίας θρόμβωσης για επιβεβαίωση διάγνωσης.

Ο συνδυασμός αυτών των εξετάσεων δίνει στον/στην ιατρό πλήρη εικόνα του αιμοστατικού προφίλ και βοηθά στην εξατομικευμένη πρόληψη και θεραπεία των θρομβωτικών επεισοδίων.

6) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση Πρωτεΐνης S;

Όχι, δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία. Ωστόσο συνιστάται να αποφύγετε βαριά γεύματα, καφεΐνη και αλκοόλ 8–12 ώρες πριν για πιο σταθερό δείγμα και ενημερώστε το εργαστήριο για οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή.

Ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές της Πρωτεΐνης S;

Συνήθως η ελεύθερη Πρωτεΐνη S είναι 60–150% και η ολική Πρωτεΐνη S 70–150%, ανάλογα με τη μέθοδο του εργαστηρίου. Οι τιμές αυτές διαφέρουν σε εγκυμοσύνη και σε παιδιά.

Τι σημαίνει χαμηλή Πρωτεΐνη S;

Η χαμηλή Πρωτεΐνη S μπορεί να οφείλεται σε κληρονομική ανεπάρκεια (Τύπου Ι, ΙΙ, ΙΙΙ) ή σε επίκτητες καταστάσεις όπως ηπατική νόσος, ανεπάρκεια βιταμίνης Κ, λήψη αντιπηκτικών, εγκυμοσύνη, DIC. Αυξάνει τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης, πνευμονικής εμβολής και επιπλοκών κύησης.

Τι σημαίνει υψηλή Πρωτεΐνη S;

Η αυξημένη Πρωτεΐνη S είναι σπάνια και συνήθως δεν έχει κλινική σημασία. Μπορεί να εμφανιστεί σε αφυδάτωση ή μετά από θεραπευτική αγωγή. Ερμηνεύεται πάντα από ειδικό ιατρό.

Πότε πρέπει να γίνεται η εξέταση;

Σε περιπτώσεις ανεξήγητης ή υποτροπιάζουσας θρόμβωσης, οικογενειακού ιστορικού θρομβοφιλίας, πριν από ορμονική θεραπεία, μετά από αποβολές ή επιπλοκές κύησης και στο πλαίσιο πλήρους ελέγχου θρομβοφιλίας.

Επηρεάζουν τα φάρμακα το αποτέλεσμα;

Ναι. Η βαρφαρίνη, ηπαρίνη, αντισυλληπτικά, ορμόνες και η ανεπάρκεια βιταμίνης Κ επηρεάζουν τα επίπεδα Πρωτεΐνης S. Συμβουλευτείτε τον/την γιατρό για τυχόν διακοπή ή προγραμματισμό της εξέτασης.

Μπορεί να προληφθεί η ανεπάρκεια Πρωτεΐνης S;

Η κληρονομική ανεπάρκεια δεν μπορεί να προληφθεί, αλλά η έγκαιρη διάγνωση, η αποφυγή παραγόντων κινδύνου (κάπνισμα, ορμονικά αντισυλληπτικά χωρίς ιατρική καθοδήγηση), η σωστή αντιπηκτική προφύλαξη σε χειρουργείο ή εγκυμοσύνη και η τακτική παρακολούθηση μειώνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης.

Υπάρχουν ειδικές οδηγίες για εγκύους;

Ναι. Κατά την εγκυμοσύνη η Πρωτεΐνη S μειώνεται φυσιολογικά. Ο/η γιατρός λαμβάνει υπόψη προσαρμοσμένα όρια αναφοράς. Η εξέταση μπορεί να χρειαστεί να επαναληφθεί μετά τον τοκετό για οριστική διάγνωση.

7) Βιβλιογραφία

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας πραγματοποιούμε αξιόπιστα τη μέτρηση της Πρωτεΐνης S και άλλων εξετάσεων θρομβοφιλίας για τη διάγνωση και παρακολούθηση της πήξης.

📞 +30-22310-66841 – Δευτέρα έως Παρασκευή 07:00–13:30


Αντιθρομβίνη-ΙΙΙ-.jpg

Αντιθρομβίνη ΙΙΙ (AT III): Πλήρης Οδηγός – Τιμές, Ερμηνεία, Θρόμβωση, Ηπαρίνη & Εγκυμοσύνη

Τελευταία ενημέρωση:

Τι να θυμάστε: Η χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και μπορεί να προκαλέσει «αντίσταση» στην ηπαρίνη. Η ερμηνεία γίνεται πάντα σε συνδυασμό με Protein C/S και κλινικά δεδομένα.


1

Τι είναι η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ

Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ (AT III) είναι ένας από τους σημαντικότερους φυσικούς αντιπηκτικούς παράγοντες του ανθρώπινου οργανισμού. Πρόκειται για πρωτεΐνη του πλάσματος που παράγεται κυρίως στο ήπαρ και ανήκει στην οικογένεια των σερπινών (serine protease inhibitors).

Ο βασικός της ρόλος είναι να αναστέλλει τη θρομβίνη καθώς και ενεργοποιημένους παράγοντες της πήξης (IXa, Xa, XIa, XIIa), λειτουργώντας ως «φρένο» στο σύστημα αιμόστασης και αποτρέποντας τον ανεξέλεγκτο σχηματισμό θρόμβων.

Η δράση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ενισχύεται εκθετικά από την ηπαρίνη. Χωρίς επαρκή επίπεδα AT III, η ηπαρίνη δεν μπορεί να ασκήσει το πλήρες αντιπηκτικό της αποτέλεσμα — φαινόμενο που στην κλινική πράξη περιγράφεται ως αντίσταση στην ηπαρίνη.

Κλινικά σημαντικό: Η έλλειψη Αντιθρομβίνης ΙΙΙ οδηγεί σε υπερπηκτικότητα και αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής (εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση, πνευμονική εμβολή), ενώ ταυτόχρονα μειώνει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ηπαρίνη.

Η ανεπάρκεια μπορεί να είναι κληρονομική (σπάνια, αλλά υψηλού κινδύνου) ή επίκτητη, όπως σε σηψαιμία, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC), ηπατική ανεπάρκεια ή νεφρωσικό σύνδρομο. Για τον λόγο αυτό, η μέτρηση της AT III αποτελεί βασικό τμήμα του σύγχρονου ελέγχου θρομβοφιλίας.


2

Πότε ζητείται η εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

Η εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ζητείται όταν υπάρχει υποψία διαταραχής του φυσικού αντιπηκτικού μηχανισμού ή όταν η κλινική εικόνα υποδηλώνει αυξημένη τάση για θρόμβωση.

  • Ανεξήγητη φλεβική θρόμβωση ή πνευμονική εμβολή, ιδιαίτερα σε νεαρή ηλικία ή χωρίς προφανείς προδιαθεσικούς παράγοντες.
  • Υποτροπιάζουσες θρομβώσεις ή θρόμβωση σε ασυνήθεις εντοπίσεις (εγκεφαλικές, σπλαχνικές φλέβες).
  • Οικογενειακό ιστορικό θρομβοφιλίας ή αιφνίδιων θρομβωτικών επεισοδίων.
  • Ανεπαρκής ανταπόκριση στην ηπαρίνη (χαμηλό aPTT ή anti-Xa παρά τη σωστή δοσολογία).
  • Καθ’ έξιν αποβολές, επιπλοκές κύησης ή αποκόλληση πλακούντα.
  • Πλήρης έλεγχος υπερπηκτικότητας, μαζί με Πρωτεΐνη C, Πρωτεΐνη S, Παράγοντα V Leiden, Προθρομβίνη G20210A και αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα.
  • Σοβαρές οξείες καταστάσεις (σήψη, DIC, βαριά ηπατική νόσος, νεφρωσικό σύνδρομο), για εκτίμηση κατανάλωσης AT III.
Πρακτικά: Η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ δεν ερμηνεύεται μεμονωμένα. Πάντα αξιολογείται σε συνδυασμό με άλλους δείκτες θρομβοφιλίας και την κλινική εικόνα του ασθενούς.


3

Πώς γίνεται η εξέταση

Η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ πραγματοποιείται με απλή φλεβική αιμοληψία, συνήθως σε σωληνάριο κιτρικού νατρίου, και το αποτέλεσμα αφορά είτε τη λειτουργική δραστικότητα είτε τη συγκέντρωση της πρωτεΐνης στο πλάσμα.

Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία. Παρ’ όλα αυτά, συνιστάται να αποφεύγονται αλκοόλ και βαριά λιπαρά γεύματα τις προηγούμενες ώρες, ώστε να μειωθούν προαναλυτικές παρεμβολές.

  • Τύπος δείγματος: Φλεβικό αίμα (πλάσμα).
  • Νηστεία: Όχι υποχρεωτική.
  • Χρόνος απάντησης: Συνήθως εντός 1–2 εργάσιμων ημερών.
  • Συνδυασμός εξετάσεων: Συχνά λαμβάνεται ταυτόχρονα δείγμα για Πρωτεΐνη C, Πρωτεΐνη S και λοιπούς δείκτες θρομβοφιλίας.

Είναι σημαντικό να ενημερωθεί το εργαστήριο για αντιπηκτική αγωγή (ηπαρίνη, LMWH, από του στόματος αντιπηκτικά), καθώς και για ορμονική θεραπεία ή αντισυλληπτικά, επειδή μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα.

Pre-analytical σημείωση: Κατά τη διάρκεια οξείας θρόμβωσης, σηψαιμίας ή θεραπείας με ηπαρίνη, τα επίπεδα μπορεί να εμφανίζονται παροδικά χαμηλότερα. Όπου είναι δυνατόν, προτιμάται επανέλεγχος μετά τη σταθεροποίηση της κλινικής κατάστασης.

Η σωστή χρονική επιλογή της εξέτασης και η παράλληλη αξιολόγηση των υπολοίπων παραμέτρων πήξης εξασφαλίζουν αξιόπιστη ερμηνεία.


4

Φυσιολογικές τιμές

Τα αποτελέσματα εκφράζονται συνήθως ως δραστικότητα (%) ή λιγότερο συχνά ως συγκέντρωση (mg/L). Τα ακριβή όρια εξαρτώνται από τη μέθοδο κάθε εργαστηρίου.

  • Δραστικότητα: περίπου 80–120%.
  • Συγκέντρωση: περίπου 150–350 mg/L.

Τιμές κάτω από το φυσιολογικό εύρος υποδηλώνουν μειωμένη αντιπηκτική ικανότητα, ενώ υψηλότερες τιμές σπάνια έχουν πρακτική κλινική σημασία.

Σημαντικό: Για τη διάγνωση ανεπάρκειας απαιτείται συνήθως επιβεβαίωση με επαναληπτικό έλεγχο και παράλληλη εκτίμηση Πρωτεΐνης C, Πρωτεΐνης S και γενετικών δεικτών, ιδιαίτερα όταν υπάρχει προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό θρόμβωσης.

Η ερμηνεία γίνεται πάντα σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα, καθώς παροδικές μεταβολές μπορεί να εμφανιστούν σε οξείες νόσους ή κατά τη διάρκεια αντιπηκτικής αγωγής.


5

Χαμηλή Αντιθρομβίνη – τι σημαίνει

Η χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ υποδηλώνει μειωμένη φυσική αντιπηκτική προστασία και συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής. Παράλληλα, μπορεί να εξηγεί ανεπαρκή ανταπόκριση στην ηπαρίνη, ακόμη και όταν η δοσολογία φαίνεται επαρκής.

Ανάλογα με το αίτιο, η μείωση διακρίνεται σε:

  • Κληρονομική ανεπάρκεια: Σπάνια, αλλά υψηλού κινδύνου. Διακρίνεται σε Τύπο Ι (χαμηλή ποσότητα και δραστικότητα) και Τύπο ΙΙ (φυσιολογική ποσότητα, μειωμένη λειτουργικότητα). Συχνά εκδηλώνεται με θρόμβωση σε νεαρή ηλικία.
  • Επίκτητη ανεπάρκεια: Παρατηρείται σε σηψαιμία, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC), βαριά ηπατική νόσο, νεφρωσικό σύνδρομο, εκτεταμένες χειρουργικές επεμβάσεις ή κατά τη διάρκεια θεραπείας με ηπαρίνη (λόγω κατανάλωσης).

Σε κλινικό επίπεδο, τα χαμηλά επίπεδα σχετίζονται με:

  • εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση και πνευμονική εμβολή,
  • υποτροπιάζοντα θρομβωτικά επεισόδια,
  • αποβολές ή επιπλοκές κύησης,
  • μειωμένη αποτελεσματικότητα της αντιπηκτικής αγωγής.
Συχνό κλινικό λάθος: Η διάγνωση ανεπάρκειας δεν πρέπει να βασίζεται σε μία μόνο μέτρηση κατά την οξεία φάση θρόμβωσης ή υπό ηπαρίνη. Απαιτείται επανέλεγχος μετά τη σταθεροποίηση και παράλληλη αξιολόγηση Πρωτεΐνης C/S.

Η έγκαιρη αναγνώριση επιτρέπει εξατομικευμένη πρόληψη (π.χ. σε εγκυμοσύνη ή χειρουργείο) και, σε ειδικές περιπτώσεις, χορήγηση συμπληρωματικής αντιθρομβίνης.


6

Υψηλή Αντιθρομβίνη

Η αυξημένη Αντιθρομβίνη ΙΙΙ είναι σχετικά σπάνια και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία.

Μπορεί να παρατηρηθεί παροδικά μετά από χορήγηση συμπληρωματικής αντιθρομβίνης σε νοσοκομειακό περιβάλλον ή σε ορισμένες φλεγμονώδεις καταστάσεις. Σε αντίθεση με τα χαμηλά επίπεδα, οι υψηλές τιμές δεν σχετίζονται με αυξημένο αιμορραγικό ή θρομβωτικό κίνδυνο.

Στην πράξη, η κλινική προσοχή εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στη μειωμένη δραστικότητα.


7

Κληρονομική vs επίκτητη ανεπάρκεια

Η ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ διακρίνεται σε κληρονομική και επίκτητη, με διαφορετική παθοφυσιολογία και κλινική συμπεριφορά.

  • Κληρονομική ανεπάρκεια: Οφείλεται σε μεταλλάξεις του γονιδίου SERPINC1. Χωρίζεται σε:
    • Τύπος Ι: μειωμένη ποσότητα και μειωμένη δραστικότητα (ποσοτικό έλλειμμα).
    • Τύπος ΙΙ: φυσιολογική ποσότητα αλλά μειωμένη λειτουργικότητα (ποιοτικό έλλειμμα).

    Συνήθως εκδηλώνεται με θρόμβωση σε νεαρή ηλικία και υψηλό κίνδυνο υποτροπών.

  • Επίκτητη ανεπάρκεια: Προκύπτει από αυξημένη κατανάλωση, μειωμένη παραγωγή ή απώλεια της πρωτεΐνης, όπως σε:
    • σήψη και σηπτικό shock,
    • διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC),
    • βαριά ηπατική ανεπάρκεια,
    • νεφρωσικό σύνδρομο (απώλεια από τα ούρα),
    • μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις ή τραύμα,
    • θεραπεία με ηπαρίνη (λόγω κατανάλωσης).

Σε αντίθεση με την κληρονομική μορφή, η επίκτητη ανεπάρκεια είναι συχνά παροδική και βελτιώνεται με την αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας.

Κλινική ένδειξη: Θρόμβωση σε ηλικία <40 ετών ή επαναλαμβανόμενα επεισόδια χωρίς εμφανή λόγο πρέπει πάντα να εγείρουν υποψία συγγενούς ανεπάρκειας και να οδηγούν σε πλήρη έλεγχο θρομβοφιλίας.


8

Αντιθρομβίνη & Ηπαρίνη

Η αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης εξαρτάται άμεσα από την παρουσία επαρκούς Αντιθρομβίνης ΙΙΙ. Η ηπαρίνη δρα ως «καταλύτης», επιταχύνοντας έως και χιλιάδες φορές τη δέσμευση της θρομβίνης και του παράγοντα Xa από την AT.

Όταν τα επίπεδα είναι χαμηλά, παρατηρείται το φαινόμενο της αντίστασης στην ηπαρίνη: παρά την αύξηση της δόσης, το aPTT ή το anti-Xa δεν φτάνουν στους θεραπευτικούς στόχους.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απλή αύξηση της ηπαρίνης συχνά δεν επαρκεί. Μπορεί να απαιτηθεί:

  • χορήγηση συμπυκνωμένης αντιθρομβίνης,
  • προσαρμογή της αντιπηκτικής στρατηγικής,
  • στενή εργαστηριακή παρακολούθηση με anti-Xa.
Πρακτικό μήνυμα: Σε ασθενή με χαμηλή AT III και αποτυχία επίτευξης θεραπευτικών στόχων, η μέτρηση της Αντιθρομβίνης είναι απαραίτητη πριν χαρακτηριστεί η αγωγή ως «ανθεκτική».


9

Εγκυμοσύνη & αποβολές

Η εγκυμοσύνη αποτελεί από μόνη της κατάσταση υπερπηκτικότητας. Όταν συνυπάρχει ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ, ο κίνδυνος φλεβικής θρόμβωσης και επιπλοκών πλακούντα αυξάνεται σημαντικά.

Σε γυναίκες με χαμηλή AT III έχουν περιγραφεί αυξημένα ποσοστά:

  • εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης κατά την κύηση ή τη λοχεία,
  • καθ’ έξιν αποβολών,
  • ενδομήτριας καθυστέρησης ανάπτυξης,
  • προεκλαμψίας και αποκόλλησης πλακούντα.

Η προσέγγιση είναι πάντοτε εξατομικευμένη και βασίζεται στο προσωπικό ιστορικό θρόμβωσης, το οικογενειακό ιστορικό και το επίπεδο της ανεπάρκειας. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις απαιτείται στενή εργαστηριακή παρακολούθηση και προφυλακτική αντιπηκτική αγωγή υπό ιατρική καθοδήγηση.

Κλινική πράξη: Σε γυναίκες με επαναλαμβανόμενες αποβολές ή θρόμβωση στην κύηση, ο έλεγχος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ εντάσσεται στον βασικό εργαστηριακό έλεγχο θρομβοφιλίας πριν ή νωρίς στην εγκυμοσύνη.

Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει προληπτικό σχεδιασμό και μειώνει τον κίνδυνο σοβαρών μητρικών και εμβρυϊκών επιπλοκών.


10

Σχετικές εξετάσεις

Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ σπάνια αξιολογείται μεμονωμένα. Συνήθως αποτελεί μέρος ενός ολοκληρωμένου ελέγχου θρομβοφιλίας, ο οποίος περιλαμβάνει:

  • Πρωτεΐνη C & Πρωτεΐνη S: συμπληρωματικοί φυσικοί αντιπηκτικοί παράγοντες.
  • Παράγοντας V Leiden (FV G1691A): συχνή γενετική αιτία υπερπηκτικότητας.
  • Μετάλλαξη προθρομβίνης G20210A: σχετίζεται με αυξημένη παραγωγή θρομβίνης.
  • Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα: lupus anticoagulant, αντικαρδιολιπινικά, anti-β2GPI, ιδίως σε αποβολές ή αρτηριακές θρομβώσεις.
  • D-dimer: δείκτης ενεργού θρόμβωσης ή ινωδόλυσης.
  • Anti-Xa: παρακολούθηση δράσης ηπαρίνης, ιδιαίτερα όταν υπάρχει υποψία αντίστασης.

Ο συνδυασμός αυτών των εξετάσεων επιτρέπει στον θεράποντα ιατρό να διαμορφώσει πλήρη εικόνα της αιμοστατικής ισορροπίας και να καθορίσει την κατάλληλη προληπτική ή θεραπευτική στρατηγική.


11

Πότε χρειάζεται επανέλεγχος

Ο επανέλεγχος της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ είναι ουσιώδης όταν το αρχικό αποτέλεσμα έχει ληφθεί σε μη σταθερές κλινικές συνθήκες.

Στις περισσότερες περιπτώσεις συνιστάται επαναληπτική μέτρηση:

  • 2–4 εβδομάδες μετά την υποχώρηση οξείας θρόμβωσης ή σοβαρής φλεγμονής.
  • Μετά τη διακοπή ηπαρίνης, ώστε να αποφευχθεί η επίδραση κατανάλωσης της πρωτεΐνης.
  • Εκτός κύησης ή λοχείας, όταν διερευνάται συγγενής ανεπάρκεια.
  • Μετά την αποκατάσταση ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας, εφόσον αυτές επηρεάζουν τα επίπεδα.

Ο στόχος του επανελέγχου είναι να διαπιστωθεί αν η μείωση ήταν παροδική (επίκτητη) ή αν επιμένει, γεγονός που εγείρει υποψία κληρονομικής ανεπάρκειας.

Πρακτική συμβουλή: Η επιβεβαίωση χαμηλών τιμών απαιτεί τουλάχιστον δύο μετρήσεις σε σταθερή κατάσταση, μαζί με παράλληλο έλεγχο Πρωτεΐνης C και Πρωτεΐνης S.

Αυτή η προσέγγιση μειώνει τον κίνδυνο υπερδιάγνωσης και επιτρέπει ορθό σχεδιασμό μακροχρόνιας πρόληψης.


12

Περιορισμοί εξέτασης

Όπως κάθε εξέταση αιμόστασης, έτσι και η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ επηρεάζεται από κλινικούς και προαναλυτικούς παράγοντες.

  • Οξεία θρόμβωση ή φλεγμονή: μπορεί να προκαλέσουν ψευδώς χαμηλές τιμές λόγω κατανάλωσης.
  • Θεραπεία με ηπαρίνη: οδηγεί σε λειτουργική μείωση μέσω αυξημένης δέσμευσης.
  • Ηπατική ανεπάρκεια: μειωμένη σύνθεση.
  • Νεφρωσικό σύνδρομο: απώλεια της πρωτεΐνης από τα ούρα.
  • Κύηση και λοχεία: φυσιολογικές μεταβολές του αιμοστατικού συστήματος.

Επιπλέον, διαφορετικές εργαστηριακές μέθοδοι (λειτουργικές έναντι αντιγονικών) μπορεί να δώσουν ελαφρώς διαφορετικά αποτελέσματα, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη σύγκριση τιμών στο ίδιο εργαστήριο.

Σημαντικό: Καμία μεμονωμένη τιμή δεν αρκεί για διάγνωση. Η ερμηνεία γίνεται πάντα με βάση το κλινικό πλαίσιο και τα συνοδά εργαστηριακά ευρήματα.

Η κατανόηση αυτών των περιορισμών βοηθά στην αποφυγή λανθασμένων συμπερασμάτων και περιττής αγωγής.


13

Κλινικά παραδείγματα

Στην καθημερινή πράξη, ο έλεγχος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ εντάσσεται σε συγκεκριμένα κλινικά σενάρια:

  • Νεαρός ασθενής με εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση χωρίς προφανή αιτία: Πραγματοποιείται πλήρης έλεγχος θρομβοφιλίας (AT III, Πρωτεΐνη C/S, FV Leiden, προθρομβίνη). Η ανίχνευση συγγενούς ανεπάρκειας καθορίζει τη διάρκεια της αντιπηκτικής αγωγής και τη μελλοντική πρόληψη.
  • Γυναίκα με καθ’ έξιν αποβολές: Ο έλεγχος περιλαμβάνει Αντιθρομβίνη, αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα και γενετικούς δείκτες. Σε επιβεβαιωμένη ανεπάρκεια, ο προγραμματισμός επόμενης κύησης γίνεται με εξατομικευμένη προφυλακτική στρατηγική.
  • Νοσηλευόμενος με αποτυχία επίτευξης θεραπευτικών στόχων υπό ηπαρίνη: Η χαμηλή AT III εξηγεί την “αντίσταση”. Η μέτρηση οδηγεί σε προσαρμογή της αγωγής και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, σε χορήγηση συμπληρωματικής αντιθρομβίνης.

Τα παραδείγματα αυτά αναδεικνύουν ότι η εξέταση δεν έχει απλώς διαγνωστικό χαρακτήρα, αλλά επηρεάζει άμεσα τις θεραπευτικές αποφάσεις.

Κλινική ουσία: Η αναγνώριση ανεπάρκειας Αντιθρομβίνης αλλάζει τη στρατηγική πρόληψης — όχι μόνο για το παρόν επεισόδιο, αλλά για ολόκληρη τη ζωή του ασθενούς.


14

Τι να θυμάστε

  • Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ αποτελεί βασικό ρυθμιστή της πήξης και προϋπόθεση για τη δράση της ηπαρίνης.
  • Χαμηλές τιμές αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και επιπλοκών κύησης.
  • Η διάγνωση απαιτεί επιβεβαίωση σε σταθερή φάση και συνδυασμό με άλλους δείκτες θρομβοφιλίας.
  • Η έγκαιρη αναγνώριση επιτρέπει στοχευμένη πρόληψη και εξατομικευμένη παρακολούθηση.


15

Συχνές Ερωτήσεις

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση;

Όχι. Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία, αλλά συνιστάται αποφυγή αλκοόλ και βαριών γευμάτων πριν την αιμοληψία.

Τι σημαίνει χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ;

Σημαίνει αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και πιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα της ηπαρίνης, ιδίως αν επιβεβαιωθεί σε επαναληπτικό έλεγχο.

Πότε πρέπει να επαναληφθεί η εξέταση;

Συνήθως 2–4 εβδομάδες μετά την οξεία φάση ή τη διακοπή ηπαρίνης, σε σταθερή κλινική κατάσταση.

Μπορεί η ηπαρίνη να επηρεάσει το αποτέλεσμα;

Ναι. Η ηπαρίνη μπορεί να μειώσει λειτουργικά τα επίπεδα λόγω κατανάλωσης, γι’ αυτό προτιμάται έλεγχος εκτός ενεργού αγωγής όπου είναι εφικτό.

Σχετίζεται με αποβολές;

Ναι. Η ανεπάρκεια αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών κύησης και καθ’ έξιν αποβολών, γι’ αυτό εντάσσεται στον έλεγχο θρομβοφιλίας.

Αρκεί μία μόνο μέτρηση για διάγνωση;

Όχι. Απαιτείται επιβεβαίωση σε δεύτερο δείγμα και συνδυασμός με άλλους δείκτες πήξης και την κλινική εικόνα.


16

Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας. Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.

Κλείστε εύκολα εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


17

Βιβλιογραφία

Κατάλογος Εξετάσεων – Μικροβιολογικό Λαμία
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/
Antithrombin deficiency. Blood.
https://ashpublications.org/…
StatPearls – Antithrombin Deficiency.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/…
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

anti-Scl-70.jpg

1) Τι είναι τα αντισώματα anti-Scl-70;

Τα αντισώματα anti-Scl-70 (ή αντισώματα κατά της τοποϊσομεράσης Ι) είναι αυτοαντισώματα που στρέφονται εναντίον ενός ενζύμου του πυρήνα των κυττάρων που ονομάζεται DNA τοποϊσομεράση Ι. Το όνομα “Scl-70” προέρχεται από την αρχική περιγραφή του αντιγόνου σε ασθενείς με συστηματική σκλήρυνση (Scleroderma) και το μοριακό βάρος του (70 kDa).

Η παρουσία αυτών των αντισωμάτων αποτελεί ειδικό δείκτη για την συστηματική σκλήρυνση (σκληρόδερμα) – ιδιαίτερα για τη διάχυτη μορφή της νόσου – και συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο διάμεσης πνευμονοπάθειας. Σπανιότερα, ανιχνεύονται σε άλλες αυτοάνοσες παθήσεις ή επικαλυπτόμενα σύνδρομα.

  • Τύπος αντιγόνου: Πυρηνικό ένζυμο (DNA topoisomerase I).
  • Συσχέτιση: Διάχυτη μορφή σκληροδέρματος, υψηλότερος κίνδυνος πνευμονικής ίνωσης.
  • Μέθοδος ανίχνευσης: ELISA, immunoblot ή έμμεσος ανοσοφθορισμός σε τομές ιστών (IFA).

Η ανίχνευση anti-Scl-70 στον ορό του αίματος βοηθά τους ρευματολόγους να επιβεβαιώσουν τη διάγνωση, να καθορίσουν τον υπότυπο της νόσου και να εκτιμήσουν τον κίνδυνο οργάνων-στόχων (πνεύμονες, καρδιά). Δεν χρησιμοποιείται για screening του γενικού πληθυσμού αλλά σε άτομα με συμπτώματα ή κλινικά ευρήματα συμβατά με συστηματική σκλήρυνση.

2) Γιατί ζητούνται / Πότε χρειάζονται;

Η εξέταση αντισωμάτων anti-Scl-70 δεν είναι εξέταση ρουτίνας· ζητείται στοχευμένα από ρευματολόγο ή παθολόγο όταν υπάρχει υποψία συστηματικής σκλήρυνσης (σκληροδέρματος) ή επικαλυπτόμενων αυτοάνοσων νοσημάτων. Συγκεκριμένα είναι χρήσιμη:

  • Διάγνωση συστηματικής σκλήρυνσης: Τα anti-Scl-70 είναι ιδιαίτερα ειδικά για τη διάχυτη μορφή της νόσου, όπου το δέρμα και τα εσωτερικά όργανα (πνεύμονες, καρδιά) επηρεάζονται εκτεταμένα.
  • Εκτίμηση κινδύνου διάμεσης πνευμονοπάθειας: Η παρουσία τους σχετίζεται με αυξημένη πιθανότητα ανάπτυξης πνευμονικής ίνωσης και επιπλοκών αναπνευστικού. Η έγκαιρη ανίχνευση επιτρέπει στενότερη παρακολούθηση με HRCT και σπιρομέτρηση.
  • Διαφορική διάγνωση με περιορισμένη μορφή σκληροδέρματος (CREST): Στην περιορισμένη μορφή κυριαρχούν τα αντι-centromere αντισώματα, ενώ στην διάχυτη τα anti-Scl-70. Έτσι η εξέταση βοηθά να καθοριστεί ο υποτύπος.
  • Επικαλυπτόμενα αυτοάνοσα σύνδρομα: Σε ασθενείς με συμπτώματα τόσο ρευματοειδούς αρθρίτιδας, όσο και μυοσίτιδας ή άλλων νοσημάτων, η ανίχνευση anti-Scl-70 βοηθά στην αναγνώριση overlap συνδρόμων.
  • Παρακολούθηση γνωστής διάγνωσης: Αν και οι τίτλοι δεν συσχετίζονται πάντα άμεσα με την πορεία της νόσου, η περιοδική μέτρηση μπορεί να βοηθήσει στην τεκμηρίωση της σταθερότητας ή της εξέλιξης σε συνδυασμό με κλινικά και απεικονιστικά δεδομένα.
  • Έλεγχος συγγενών/οικογενειακού ιστορικού: Σπανιότερα, μπορεί να ζητηθεί σε άτομα με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό συστηματικής σκλήρυνσης και πρώιμα συμπτώματα Raynaud ή δερματικές αλλοιώσεις.

Η εξέταση anti-Scl-70 λειτουργεί ως «εργαλείο-κλειδί» για τη διάγνωση και την πρόγνωση της νόσου, βοηθώντας τον/την γιατρό να επιλέξει κατάλληλες απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις και να σχεδιάσει εξατομικευμένη παρακολούθηση και θεραπεία.

3) Προετοιμασία πριν την εξέταση

Η μέτρηση των αντισωμάτων anti-Scl-70 γίνεται σε δείγμα ορού αίματος που λαμβάνεται με απλή αιμοληψία από φλέβα. Η διαδικασία είναι σύντομη και ανώδυνη. Δεν πρόκειται για «τεστ ρουτίνας» και γίνεται μετά από σύσταση γιατρού, συνήθως ρευματολόγου.

  • Νηστεία: Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία· συνιστάται όμως να αποφύγετε βαριά ή πολύ λιπαρά γεύματα και αλκοόλ τις προηγούμενες 6-8 ώρες για σταθερό δείγμα.
  • Φάρμακα: Ενημερώστε το εργαστήριο και τον/την γιατρό σας για φάρμακα που μπορεί να επηρεάσουν το ανοσοποιητικό ή την ηπατική/νεφρική λειτουργία (ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, βιοτίνη υψηλής δόσης, αντιρευματικά).
  • Πρόσφατες λοιμώξεις ή εμβολιασμοί: Μπορούν να μεταβάλουν παροδικά τα επίπεδα αυτοαντισωμάτων. Αν έχετε περάσει λοίμωξη ή κάνατε πρόσφατο εμβολιασμό, ενημερώστε τον/την μικροβιολόγο.
  • Ώρα αιμοληψίας: Προτιμώνται πρωινές ώρες για πιο σταθερές τιμές και γιατί συνήθως συνδυάζεται με άλλες εξετάσεις αίματος.
  • Συνδυασμός εξετάσεων: Συχνά ο γιατρός ζητά ταυτόχρονα ANA, αντι-centromere, αντι-RNP, ESR/CRP, πλήρη αίματος και άλλους δείκτες. Ζητήστε να ληφθούν όλα μαζί για να αποφύγετε πολλαπλές αιμοληψίες.
  • Γενικές συμβουλές: Ξεκουραστείτε πριν την αιμοληψία, αποφύγετε έντονη άσκηση και άγχος· αυτό βοηθά στη λήψη πιο αξιόπιστου δείγματος.

Με αυτές τις απλές οδηγίες η εξέταση anti-Scl-70 θα δώσει αξιόπιστο και αναπαραγώγιμο αποτέλεσμα που θα συνεκτιμηθεί με την κλινική εικόνα για ακριβή διάγνωση και πρόγνωση.

4) Ερμηνεία αποτελεσμάτων

Η μέτρηση των αντισωμάτων anti-Scl-70 αναφέρεται συνήθως ως αρνητική, οριακή ή θετική (τίτλος/μονάδες ELISA ή ανοσοφθορισμού). Η ερμηνεία τους γίνεται πάντα μαζί με το ιστορικό, την κλινική εικόνα και άλλες εξετάσεις αυτοανοσίας και οργάνων-στόχων.

Θετικό anti-Scl-70:

  • Είναι ιδιαίτερα ειδικό για τη διάχυτη μορφή συστηματικής σκλήρυνσης (σκληροδέρματος) και υποδηλώνει αυξημένη πιθανότητα προσβολής εσωτερικών οργάνων, κυρίως πνευμόνων (διάμεση πνευμονοπάθεια/πνευμονική ίνωση).
  • Σε ασθενείς με θετικό anti-Scl-70 χρειάζεται στενότερη παρακολούθηση με HRCT θώρακος, σπιρομέτρηση και καρδιολογικό έλεγχο για επιπλοκές.
  • Μπορεί να είναι θετικό και σε επικαλυπτόμενα σύνδρομα (π.χ. μικτή νόσος συνδετικού ιστού, μυοσίτιδα) αλλά συνήθως με χαμηλότερους τίτλους.

Αρνητικό anti-Scl-70:

  • Δεν αποκλείει συστηματική σκλήρυνση. Άλλα αντισώματα (anti-centromere, anti-RNA polymerase III, anti-RNP) μπορεί να είναι θετικά ανάλογα με τον υπότυπο της νόσου.
  • Η διάγνωση βασίζεται πάντα σε συνδυασμό κλινικών και εργαστηριακών κριτηρίων (π.χ. ACR/EULAR 2013).

Οριακό / χαμηλός τίτλος:

  • Μπορεί να εμφανιστεί σε πρώιμα στάδια της νόσου, σε ήπια κλινική εικόνα ή σε άλλες αυτοάνοσες παθήσεις.
  • Συνιστάται επανάληψη και συνεκτίμηση με νέα κλινικά δεδομένα σε 3-6 μήνες.

Τι σημαίνει για τον ασθενή:

  • Ένα θετικό anti-Scl-70 δείχνει ότι υπάρχει ισχυρή ένδειξη διάχυτης συστηματικής σκλήρυνσης και πιθανότητα προσβολής οργάνων· δεν είναι όμως από μόνο του διάγνωση.
  • Ο γιατρός θα ζητήσει απεικονιστικές και λειτουργικές εξετάσεις για πνεύμονες, καρδιά, γαστρεντερικό, ώστε να εκτιμήσει την έκταση της νόσου.
  • Η παρακολούθηση των τίτλων anti-Scl-70 έχει περιορισμένη αξία ως δείκτης δραστηριότητας αλλά μπορεί να βοηθήσει στην τεκμηρίωση σταθερότητας ή εξέλιξης.

Συνολικά, το anti-Scl-70 είναι «σημάδι-κλειδί» για τη διάγνωση και την πρόγνωση της συστηματικής σκλήρυνσης. Η σωστή ερμηνεία του από εξειδικευμένο ιατρό επιτρέπει έγκαιρη διάγνωση, προληπτικό έλεγχο οργάνων και εξατομικευμένη θεραπεία.

5) Σχετικές εξετάσεις

Η εξέταση αντισωμάτων anti-Scl-70 συνήθως δεν γίνεται μεμονωμένα· ζητείται μαζί με άλλες εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις ώστε να δημιουργηθεί πλήρες προφίλ του ασθενούς. Οι πιο συχνά σχετικές εξετάσεις είναι:

  • ANA (Αντιπυρηνικά Αντισώματα): Βασικός δείκτης για συστηματικά αυτοάνοσα νοσήματα· ο τίτλος και το πρότυπο φωσφορισμού δίνουν χρήσιμες πληροφορίες.
  • Αντισώματα αντι-centromere (ACA): Ειδικά για την περιορισμένη μορφή σκληροδέρματος (CREST). Η σύγκριση με anti-Scl-70 βοηθά να καθοριστεί ο υπότυπος.
  • Αντισώματα anti-RNA Polymerase III: Σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο νεφρικής κρίσης και ταχύτερη εξέλιξη σε διάχυτη μορφή· χρήσιμα για την πλήρη εκτίμηση.
  • Αντισώματα anti-RNP, anti-SSA/SSB, anti-Jo-1: Ελέγχονται για πιθανή ύπαρξη overlap συνδρόμων (π.χ. μικτή νόσος συνδετικού ιστού, μυοσίτιδα, Sjögren).
  • CRP, ESR και πλήρης αίματος: Δείκτες φλεγμονής και γενικής κατάστασης του οργανισμού.
  • Απεικονιστικός έλεγχος πνευμόνων: HRCT θώρακος και σπιρομέτρηση για έγκαιρη ανίχνευση διάμεσης πνευμονοπάθειας.
  • Καρδιολογικός και νεφρικός έλεγχος: Η συστηματική σκλήρυνση μπορεί να προσβάλλει καρδιά και νεφρούς· έλεγχος πίεσης, υπερηχοκαρδιογράφημα, λειτουργικός έλεγχος νεφρών.
  • Κεραπροφίλ αυτοανοσίας: Σε πολλές περιπτώσεις ζητείται “σύνδρομο σκληροδέρματος panel” (ENAs) για πλήρη εικόνα.

Ο συνδυασμός των παραπάνω εξετάσεων δίνει στον/στην ιατρό ολοκληρωμένη εικόνα της νόσου, βοηθώντας να τεκμηριωθεί η διάγνωση, να εκτιμηθεί η πρόγνωση και να σχεδιαστεί εξατομικευμένη θεραπεία και παρακολούθηση.

6) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση anti-Scl-70;

Όχι. Η μέτρηση των αντισωμάτων anti-Scl-70 δεν απαιτεί νηστεία. Ωστόσο, όπως σε κάθε αιμοληψία, είναι καλό να αποφύγετε βαριά γεύματα και αλκοόλ τις προηγούμενες ώρες και να ενημερώσετε το εργαστήριο για φάρμακα ή συμπληρώματα που μπορεί να επηρεάσουν την ανοσολογική απάντηση.

Σε ποιες παθήσεις βρίσκονται αυξημένα τα anti-Scl-70;

Τα anti-Scl-70 είναι χαρακτηριστικά της διάχυτης μορφής συστηματικής σκλήρυνσης (σκληροδέρματος) και συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο διάμεσης πνευμονοπάθειας. Σπανιότερα μπορεί να ανιχνευθούν σε επικαλυπτόμενα αυτοάνοσα σύνδρομα (π.χ. μυοσίτιδα, μικτή νόσος συνδετικού ιστού) αλλά με χαμηλότερους τίτλους.

Είμαι θετικός/ή στα anti-Scl-70· σημαίνει ότι έχω σίγουρα σκληρόδερμα;

Όχι απαραίτητα. Η παρουσία anti-Scl-70 είναι ισχυρή ένδειξη αλλά όχι απόλυτη διάγνωση. Ο/Η γιατρός σας θα συνεκτιμήσει το αποτέλεσμα με την κλινική εικόνα, άλλες εξετάσεις αυτοαντισωμάτων και απεικονιστικό έλεγχο για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση και να καθορίσει το στάδιο και τον κίνδυνο επιπλοκών.

Μπορούν λοιμώξεις ή φάρμακα να επηρεάσουν το αποτέλεσμα;

Ναι. Ορισμένα φάρμακα (π.χ. ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή) μπορούν να καταστείλουν την παραγωγή αυτοαντισωμάτων, ενώ πρόσφατες λοιμώξεις ή εμβολιασμοί ενδέχεται να προκαλέσουν παροδικές αυξομειώσεις τίτλων. Γι’ αυτό ενημερώνετε πάντα τον/την μικροβιολόγο πριν από την αιμοληψία.

Χρειάζεται να επαναλαμβάνω την εξέταση anti-Scl-70;

Η ανάγκη για επανάληψη καθορίζεται από τον θεράποντα ιατρό. Αν και οι τίτλοι δεν συσχετίζονται πάντα με τη δραστηριότητα της νόσου, η περιοδική μέτρηση μπορεί να βοηθήσει στην τεκμηρίωση σταθερότητας ή εξέλιξης της κατάστασης σε συνδυασμό με κλινικά και απεικονιστικά δεδομένα.

Τι άλλο πρέπει να ελέγξω αν τα anti-Scl-70 είναι θετικά;

Ο/Η γιατρός σας πιθανότατα θα ζητήσει ANA με pattern, αντισώματα anti-centromere, αντι-RNA polymerase III, καθώς και HRCT θώρακος, σπιρομέτρηση και καρδιολογικό έλεγχο για να εκτιμηθεί ο κίνδυνος διάμεσης πνευμονοπάθειας και άλλων επιπλοκών.

Υπάρχει τρόπος πρόληψης των anti-Scl-70;

Δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος να προληφθεί η εμφάνιση των anti-Scl-70 καθώς συνδέονται με γενετική προδιάθεση και ανοσολογικούς μηχανισμούς. Ωστόσο, η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή παρακολούθηση επιτρέπουν καλύτερη αντιμετώπιση των επιπλοκών και βελτίωση της ποιότητας ζωής.

7) Βιβλιογραφία

Η βιβλιογραφία περιλαμβάνει διεθνείς και ελληνικές πηγές για να διασφαλιστεί η ακρίβεια και η αξιοπιστία των πληροφοριών που παρέχονται στους ασθενείς.

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας πραγματοποιούμε αξιόπιστα τη μέτρηση των Αντισωμάτων anti-Scl-70 και άλλων αυτοαντισωμάτων για τη διάγνωση αυτοάνοσων νοσημάτων.

📞 +30-22310-66841 – Δευτέρα έως Παρασκευή 07:00–13:30


anti-LKM.jpg

Αντισώματα anti-LKM – Φιλικός Οδηγός

1) Τι είναι τα αντισώματα anti-LKM;

Τα αντισώματα anti-LKM (Liver Kidney Microsomal antibodies) είναι ειδικά αυτοαντισώματα που ανιχνεύονται στον ορό ασθενών με ορισμένες ηπατικές και ανοσολογικές παθήσεις. Ονομάστηκαν έτσι επειδή στρέφονται κατά μικροσωμιακών αντιγόνων του ήπατος και του νεφρού, τα οποία σχετίζονται με ένζυμα που βρίσκονται στο ενδοπλασματικό δίκτυο των κυττάρων.

Η παρουσία αυτών των αντισωμάτων έχει ιδιαίτερη διαγνωστική αξία κυρίως για την Αυτοάνοση Ηπατίτιδα Τύπου 2 (AIH-2), μια χρόνια φλεγμονώδη νόσο του ήπατος που εμφανίζεται συχνότερα σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες. Επίσης, τα anti-LKM μπορούν να ανιχνευθούν σε χαμηλότερους τίτλους σε χρόνια ηπατίτιδα C, ηπατίτιδα D ή ακόμη και σε φαρμακευτική ηπατίτιδα.

Υπάρχουν τρεις κυριότεροι τύποι:

  • Anti-LKM1: Αντιγόνο ηπατικού κυτοχρώματος CYP2D6· συνδέεται με αυτοάνοση ηπατίτιδα τύπου 2.
  • Anti-LKM2: Αντιγόνο CYP2C9· έχει περιγραφεί σε φαρμακευτική ηπατίτιδα από τιποτεΐνη ή άλλα φάρμακα.
  • Anti-LKM3: Αντιγόνο UDP-γλυκουρονυλοτρανσφεράση· έχει παρατηρηθεί σε χρόνια ηπατίτιδα D και άλλα σύνδρομα ηπατοπάθειας.

Η ανίχνευση των anti-LKM γίνεται με ανοσολογικές τεχνικές (IFA σε τομές ήπατος/νεφρού, ELISA, immunoblot) και συνήθως συνοδεύεται από έλεγχο άλλων αυτοαντισωμάτων (ANA, SMA, anti-LC1) και ανοσοσφαιρινών (IgG). Η εξέταση βοηθά να τεθεί η σωστή διάγνωση, να καθοριστεί ο τύπος της αυτοάνοσης ηπατίτιδας και να παρακολουθείται η ανταπόκριση στη θεραπεία.

Συνοπτικά, τα anti-LKM είναι «δείκτες-κλειδιά» για την κατανόηση και τη διαχείριση των αυτοάνοσων ηπατοπαθειών, ιδιαίτερα όταν οι συνήθεις δείκτες (ANA, SMA) είναι αρνητικοί ή ασαφείς.

2) Γιατί ζητούνται / Πότε χρειάζονται;

Η εξέταση αντισωμάτων anti-LKM δεν πραγματοποιείται προληπτικά στον γενικό πληθυσμό αλλά ζητείται στοχευμένα όταν υπάρχει υποψία αυτοάνοσης ηπατίτιδας ή άλλης ηπατοπάθειας. Συγκεκριμένα είναι χρήσιμη:

  • Ανεξήγητη αύξηση ηπατικών ενζύμων: Σε παιδιά, εφήβους ή ενήλικες με παρατεταμένη αύξηση τρανσαμινασών (ALT, AST) χωρίς προφανή αιτία.
  • Υποψία Αυτοάνοσης Ηπατίτιδας Τύπου 2: Όταν οι κλασικοί δείκτες (ANA, SMA) είναι αρνητικοί αλλά υπάρχει έντονη κλινική υποψία· η ανίχνευση anti-LKM1 είναι σχεδόν παθογνωμονική.
  • Διαφορική διάγνωση από ιογενείς ηπατίτιδες: Η παρουσία anti-LKM μπορεί να εμφανιστεί και σε HCV ή HDV. Ο συνδυασμός αντισωμάτων και ιολογικού ελέγχου βοηθά να ξεχωρίσει αν πρόκειται για αυτοάνοση ή ιογενή ηπατίτιδα.
  • Φαρμακευτική ηπατίτιδα: Σε περιπτώσεις ηπατοπάθειας που σχετίζεται με φάρμακα (π.χ. τιανιδίνη, νιτροφουραντοΐνη κ.ά.) ελέγχεται το anti-LKM2 για να ενισχυθεί η διάγνωση.
  • Παρακολούθηση γνωστής αυτοάνοσης ηπατίτιδας: Επαναλαμβανόμενη μέτρηση anti-LKM1 σε ασθενείς υπό θεραπεία για εκτίμηση δραστηριότητας και πιθανής υποτροπής.
  • Σε συμπτώματα ή ευρήματα επικαλυπτόμενων συνδρόμων: π.χ. σε συνδυασμό με άλλα αυτοαντισώματα (anti-LC1) για πλήρες προφίλ αυτοάνοσης ηπατοπάθειας.

Συνολικά, η ανίχνευση anti-LKM αποτελεί εργαλείο-κλειδί στη διαγνωστική και προγνωστική προσέγγιση των ηπατοπαθειών, ειδικά στις νεότερες ηλικίες, βοηθώντας τον/την γιατρό να ξεχωρίσει την αιτία της ηπατικής βλάβης και να σχεδιάσει σωστή θεραπευτική στρατηγική.

3) Προετοιμασία πριν την εξέταση

Η μέτρηση των αντισωμάτων anti-LKM γίνεται σε δείγμα ορού αίματος που λαμβάνεται με απλή αιμοληψία από φλέβα. Η διαδικασία είναι σύντομη και ανώδυνη.
Γενικά δεν απαιτείται νηστεία, αλλά η τήρηση μερικών απλών οδηγιών αυξάνει την αξιοπιστία του αποτελέσματος:

  • Διατροφή πριν την αιμοληψία: Αποφύγετε βαριά, λιπαρά γεύματα και αλκοόλ τις προηγούμενες ώρες. Ένα ελαφρύ γεύμα δεν επηρεάζει την εξέταση.
  • Φάρμακα και συμπληρώματα: Ενημερώστε τον/την μικροβιολόγο για τυχόν ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, αντισπασμωδικά ή βιοτίνη υψηλής δόσης, γιατί μπορεί να αλλοιώσουν την ανοσολογική απόκριση ή τη μέτρηση.
  • Πρόσφατες λοιμώξεις/εμβολιασμοί: Αν έχετε περάσει πρόσφατη λοίμωξη, εμβολιασμό ή φαρμακευτική αγωγή που επηρεάζει το ήπαρ, ενημερώστε το εργαστήριο· μπορεί να υπάρξουν παροδικές αυξομειώσεις στα αντισώματα.
  • Ώρα αιμοληψίας: Προτιμήστε πρωινές ώρες, όταν ο οργανισμός είναι πιο σταθερός και δεν έχει προηγηθεί έντονη φυσική δραστηριότητα ή στρες.
  • Συνδυασμός εξετάσεων: Συχνά ο γιατρός ζητά ταυτόχρονα τρανσαμινάσες, IgG/IgM, ANA, SMA και άλλους δείκτες για πλήρη εικόνα. Ζητήστε να ληφθούν όλα μαζί ώστε να αποφύγετε πολλαπλές αιμοληψίες.

Ακολουθώντας αυτές τις οδηγίες, συμβάλλετε στη λήψη σταθερού και αξιόπιστου δείγματος για να μπορέσει ο/η ιατρός να ερμηνεύσει σωστά τα αποτελέσματα.

4) Ερμηνεία αποτελεσμάτων

Η αναφορά του αποτελέσματος των αντισωμάτων anti-LKM γίνεται συνήθως ως αρνητικό, οριακό ή θετικό (τίτλος / μονάδες ανάλογα με τη μέθοδο ELISA ή IFA). Η ερμηνεία τους πρέπει να γίνεται πάντα σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα, τα ηπατικά ένζυμα και άλλες ανοσολογικές εξετάσεις.

Θετικό anti-LKM1:

  • Ισχυρά ενδεικτικό Αυτοάνοσης Ηπατίτιδας Τύπου 2 (AIH-2), ιδιαίτερα σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες με αυξημένες τρανσαμινάσες και υπεργαμμασφαιριναιμία.
  • Μπορεί να εμφανιστεί σε χρόνια ηπατίτιδα C (περίπου 5-10%) αλλά συνήθως με χαμηλότερους τίτλους και χωρίς τυπική κλινική εικόνα AIH-2.
  • Η παρακολούθηση των τίτλων βοηθά να εκτιμηθεί η ανταπόκριση στη θεραπεία αλλά δεν είναι απόλυτος δείκτης πρόγνωσης.

Θετικό anti-LKM2 ή anti-LKM3:

  • Σπανιότερα· συνδέονται με φαρμακευτική ηπατίτιδα (LKM2) ή με χρόνια ηπατίτιδα D και άλλες ηπατοπάθειες (LKM3).
  • Απαιτείται διερεύνηση φαρμάκων που λαμβάνει ο ασθενής και ιολογικός έλεγχος.

Αρνητικό anti-LKM:

  • Δεν αποκλείει πλήρως αυτοάνοση ηπατίτιδα. Υπάρχουν άλλοι δείκτες όπως ANA, SMA, anti-LC1 που μπορεί να είναι θετικοί.
  • Η διάγνωση βασίζεται πάντα σε συνδυασμό κλινικών, εργαστηριακών και απεικονιστικών ευρημάτων ή/και βιοψίας ήπατος.

Οριακό / χαμηλός τίτλος:

  • Μπορεί να εμφανιστεί παροδικά μετά από λοιμώξεις ή φαρμακευτική αγωγή· συνιστάται επανάληψη για επιβεβαίωση.
  • Η διαχρονική παρακολούθηση (trend) είναι πιο χρήσιμη από μία μόνο μέτρηση.

Ο/Η γιατρός σας θα συνεκτιμήσει το αποτέλεσμα μαζί με το ιστορικό σας, τα επίπεδα IgG, τις ιολογικές εξετάσεις και τυχόν απεικονιστικό/παθολογοανατομικό έλεγχο για να αποφασίσει αν πρόκειται για αυτοάνοση ηπατίτιδα ή άλλη αιτία ηπατικής βλάβης και ποια θεραπευτική προσέγγιση είναι κατάλληλη.

5) Σχετικές εξετάσεις

Η εξέταση αντισωμάτων anti-LKM συνήθως συνοδεύεται από άλλες εξετάσεις για να δοθεί μια πλήρης εικόνα της ηπατικής λειτουργίας και του ανοσολογικού προφίλ. Οι πιο σημαντικές σχετικές εξετάσεις είναι:

  • ANA (Αντιπυρηνικά Αντισώματα): Βασικός δείκτης για άλλους τύπους αυτοάνοσης ηπατίτιδας (κυρίως τύπου 1).
  • SMA (Smooth Muscle Antibodies): Αντισώματα λείων μυϊκών ινών που ανιχνεύονται σε AIH-1· βοηθούν στη διάκριση των υποτύπων αυτοάνοσης ηπατίτιδας.
  • Anti-LC1 (Liver Cytosol Antibody): Συχνά θετικό μαζί με anti-LKM1· ο συνδυασμός τους είναι ενδεικτικός AIH-2.
  • IgG και IgM ορού: Συχνά αυξημένες στην αυτοάνοση ηπατίτιδα· η μέτρηση βοηθά στην επιβεβαίωση της διάγνωσης και στην παρακολούθηση της θεραπείας.
  • Ηπατικά ένζυμα (ALT, AST, ALP, γ-GT): Δείκτες ηπατικής βλάβης που παρακολουθούνται ταυτόχρονα με τα αυτοαντισώματα.
  • Έλεγχος ιογενών ηπατίτιδων: HBsAg, Anti-HCV, Anti-HDV, HBV DNA, HCV RNA για διαφοροδιάγνωση από ιογενείς αιτίες.
  • Βιοψία ήπατος: Όπου χρειάζεται για επιβεβαίωση της διάγνωσης, εκτίμηση της βαρύτητας της βλάβης και σχεδιασμό θεραπείας.
  • Άλλες εξετάσεις αυτοανοσίας: π.χ. αντισώματα θυρεοειδούς, αντιμιτοχονδριακά (AMA) για αποκλεισμό επικαλυπτόμενων συνδρόμων (π.χ. PSC, PBC).

Ο συνδυαστικός έλεγχος επιτρέπει στον/στην ιατρό να καθορίσει το είδος και την έκταση της ηπατικής νόσου, να διαχωρίσει αυτοάνοσες από ιογενείς ή φαρμακευτικές ηπατοπάθειες και να σχεδιάσει την κατάλληλη θεραπευτική στρατηγική.

6) Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση anti-LKM;

Όχι. Η μέτρηση των αντισωμάτων anti-LKM δεν απαιτεί νηστεία. Ωστόσο, όπως σε κάθε αιμοληψία, είναι καλό να αποφύγετε βαριά γεύματα και αλκοόλ τις προηγούμενες ώρες, να ξεκουραστείτε και να ενημερώσετε το εργαστήριο για φάρμακα ή συμπληρώματα (π.χ. ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, βιοτίνη υψηλής δόσης) που μπορεί να επηρεάσουν έμμεσα την ανοσολογική απάντηση.

Σε ποιες παθήσεις βρίσκονται αυξημένα τα anti-LKM;

Η παρουσία anti-LKM1 είναι χαρακτηριστική για Αυτοάνοση Ηπατίτιδα Τύπου 2 (AIH-2), κυρίως σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες. Ανιχνεύονται όμως και σε χρόνια ηπατίτιδα C (συνήθως χαμηλός τίτλος), σε ηπατίτιδα D (LKM3) και σε φαρμακευτική ηπατίτιδα (LKM2). Η ερμηνεία τους γίνεται πάντα με βάση το ιστορικό και τα υπόλοιπα εργαστηριακά/ιολογικά ευρήματα.

Μπορούν λοιμώξεις ή φάρμακα να επηρεάσουν το αποτέλεσμα;

Ναι. Ορισμένα φάρμακα (αντιεπιληπτικά, κορτικοστεροειδή, ανοσοκατασταλτικά) μπορεί να αλλοιώσουν ή να καταστείλουν την παραγωγή αυτοαντισωμάτων, δίνοντας ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα. Πρόσφατες λοιμώξεις ή εμβολιασμοί μπορούν να προκαλέσουν παροδικές αυξομειώσεις τίτλων. Ενημερώνετε πάντα τον/την μικροβιολόγο για την κατάστασή σας πριν την αιμοληψία.

Έχω θετικά anti-LKM αλλά νιώθω καλά – τι σημαίνει;

Η παρουσία anti-LKM δεν σημαίνει απαραίτητα ενεργό νόσημα. Μπορεί να αποτελεί ένδειξη προδιάθεσης, πρώιμο εύρημα ή παροδική αντίδραση (π.χ. μετά από λοίμωξη). Ο/Η γιατρός σας θα συνεκτιμήσει το αποτέλεσμα με τρανσαμινάσες, IgG, ιολογικό έλεγχο και πιθανώς βιοψία ήπατος για να αποφασίσει αν απαιτείται παρακολούθηση ή θεραπεία.

Πόσο αξιόπιστη είναι η εξέταση anti-LKM;

Η εξέταση anti-LKM1 είναι αρκετά ειδική για την AIH-2, αλλά η ευαισθησία της δεν είναι 100%. Υπάρχουν και άλλοι δείκτες (ANA, SMA, anti-LC1) που μπορεί να είναι θετικοί ή αρνητικοί. Επίσης, διαφορετικές μέθοδοι (IFA, ELISA, immunoblot) έχουν διαφορετικά όρια ανίχνευσης. Για αυτό η ερμηνεία γίνεται πάντα από ειδικό και όχι απομονωμένα.

Χρειάζεται να επαναλαμβάνω την εξέταση;

Η ανάγκη για επανάληψη καθορίζεται από τον θεράποντα ιατρό. Συνήθως η εξέταση επαναλαμβάνεται περιοδικά σε ασθενείς με γνωστή αυτοάνοση ηπατίτιδα για την παρακολούθηση της δραστηριότητας της νόσου και της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Σε οριακά αποτελέσματα μπορεί να συστηθεί επανάληψη μετά από μερικούς μήνες για επιβεβαίωση.

Μπορώ να προλάβω την εμφάνιση των anti-LKM;

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα μέτρα που να προλαμβάνουν την εμφάνιση των anti-LKM, καθώς σχετίζονται με γενετική προδιάθεση και ανοσολογικούς μηχανισμούς. Ωστόσο, η φροντίδα του ήπατος (ισορροπημένη διατροφή, αποφυγή αλκοόλ και ηπατοτοξικών φαρμάκων χωρίς ιατρική συμβουλή), η έγκαιρη αντιμετώπιση λοιμώξεων και η τακτική ιατρική παρακολούθηση μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση της πιθανότητας επιδείνωσης και στην έγκαιρη διάγνωση.

7) Βιβλιογραφία

Στο εργαστήριό μας πραγματοποιούμε αξιόπιστα τη μέτρηση των Αντισωμάτων anti-LKM και άλλων αυτοαντισωμάτων.

📞 +30-22310-66841 – Δευτέρα έως Παρασκευή 07:00–13:30


Το Εργαστήριό μας

Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.

Social Networks

Facebook
Twitter

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

22310 66841
6972 860905
Έσλιν 19, Λαμία 35100
©2025 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

©2023 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

Μικροβιολογικό Λαμία
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.