Η βιταμίνη Β12, γνωστή επιστημονικά ως κοβαλαμίνη, αποτελεί μία μοναδική υδατοδιαλυτή βιταμίνη
του συμπλέγματος Β, καθώς είναι η μόνη βιταμίνη που περιέχει μέταλλο στο μόριό της —
ένα άτομο κοβαλτίου ενσωματωμένο σε έναν ειδικό μακροκυκλικό δακτύλιο, τον corrin ring.
Η ιδιαιτερότητα αυτή προσδίδει στην Β12 μοριακές ιδιότητες συνενζύμου και την καθιστά
κρίσιμη για θεμελιώδεις βιοχημικές αντιδράσεις ζωής.
Σε αντίθεση με τις περισσότερες βιταμίνες που δρουν κυρίως ως απλοί συμπαράγοντες,
η κοβαλαμίνη λειτουργεί ως καταλυτικό μόριο σε αντιδράσεις μεταφοράς μεθυλομάδων
και αναδιατάξεων ανθρακικών σκελετών,
γεφυρώνοντας τον μεταβολισμό των αμινοξέων,
των λιπαρών οξέων και του DNA.
Η κοβαλαμίνη δεν συντίθεται από τα ανθρώπινα κύτταρα.
Η φυσική της παραγωγή γίνεται αποκλειστικά από μικροοργανισμούς
(βακτήρια και αρχαία), και εισέρχεται στην ανθρώπινη βιολογία
μέσω της τροφικής αλυσίδας.
Από εξελικτική σκοπιά, ο ανθρώπινος μεταβολισμός έχει αναπτύξει
εξειδικευμένο σύστημα απορρόφησης, μεταφοράς και αποθήκευσης
για να διασφαλίσει την αξιοποίησή της.
Σε μοριακό επίπεδο, η Β12 δρα κυρίως σε δύο βιοχημικά μονοπάτια:
την ανακύκλωση της ομοκυστεΐνης σε μεθειονίνη
και τη μετατροπή του μεθυλμαλονυλο-CoA σε σουκινυλο-CoA.
Οι δύο αυτές αντιδράσεις βρίσκονται στον πυρήνα της
μεθυλίωσης, της αιμοποίησης και της νευρομυελίνωσης,
εξηγώντας γιατί η κοβαλαμίνη επηρεάζει ταυτόχρονα
κύτταρα αίματος, νευρώνες και γονιδιακή ρύθμιση.
Η κοβαλαμίνη είναι ένα από τα πιο πολύπλοκα μόρια της ανθρώπινης βιοχημείας.
Ο πυρήνας της αποτελείται από έναν δακτύλιο κορρίνης,
έναν μακροκυκλικό σκελετό παρόμοιο με τις πορφυρίνες
(όπως της αιμοσφαιρίνης και της χλωροφύλλης),
αλλά με μικρότερη ακαμψία και μεγαλύτερη χημική ευελιξία.
Στο κέντρο αυτού του δακτυλίου βρίσκεται ένα άτομο κοβαλτίου,
το οποίο είναι το πραγματικό «ενεργό» στοιχείο της βιταμίνης Β12.
Το κοβάλτιο της κοβαλαμίνης έχει την ιδιότητα να αλλάζει
καταστάσεις οξείδωσης (μονοσθενές, δισθενές, τρισθενές),
γεγονός που επιτρέπει στη Β12 να συμμετέχει
σε μεταφορές μεθυλομάδων και σε μοριακές αναδιατάξεις.
Αυτή η ικανότητα είναι που μετατρέπει τη Β12
από απλή βιταμίνη σε βιολογικό καταλύτη.
Το άτομο του κοβαλτίου συνδέεται με δύο χημικές ομάδες:
μία κάτω ομάδα, η οποία αγκυρώνει το μόριο
σε έναν νουκλεοτιδικό «ουραίο» σκελετό,
και μία άνω ομάδα, η οποία μπορεί να αλλάζει.
Η ανώτερη αυτή ομάδα καθορίζει και τη μορφή της βιταμίνης Β12
(μεθυλοκοβαλαμίνη, αδενοσυλοκοβαλαμίνη, υδροξυκοβαλαμίνη, κυανοκοβαλαμίνη).
Η δομή αυτή επιτρέπει στην κοβαλαμίνη να λειτουργεί
σαν μοριακός διακόπτης:
η απομάκρυνση ή η προσθήκη της άνω ομάδας
ενεργοποιεί διαφορετικά ένζυμα και διαφορετικά
μεταβολικά μονοπάτια μέσα στο κύτταρο.
Η βιταμίνη Β12 δεν υπάρχει στον οργανισμό ως μία ενιαία χημική ουσία,
αλλά ως μια οικογένεια μορίων που μοιράζονται τον ίδιο
δακτύλιο κορρίνης και το άτομο του κοβαλτίου,
διαφέροντας μόνο στην άνω χημική ομάδα
που είναι δεσμευμένη στο μέταλλο.
Αυτή η διαφορά καθορίζει
πού και πώς δρα κάθε μορφή μέσα στο κύτταρο.
Οι δύο βιολογικά ενεργές μορφές στον άνθρωπο είναι:
Οι άλλες μορφές που χρησιμοποιούνται σε φάρμακα και συμπληρώματα
(υδροξυκοβαλαμίνη και κυανοκοβαλαμίνη)
είναι πρόδρομες και πρέπει πρώτα να μετατραπούν
μέσα στο σώμα στις ενεργές μορφές.
Η μεθυλοκοβαλαμίνη δρα κυρίως στο κυτταρόπλασμα,
όπου συμμετέχει στη μετατροπή της ομοκυστεΐνης σε μεθειονίνη,
μια αντίδραση κρίσιμη για τη
μεθυλίωση του DNA,
τη σύνθεση νευροδιαβιβαστών
και τη σταθερότητα των νευρικών κυττάρων.
Η αδενοσυλοκοβαλαμίνη δρα κυρίως στα μιτοχόνδρια,
όπου επιτρέπει τη μετατροπή του μεθυλμαλονυλο-συνενζύμου Α
σε σουκινυλο-συνενζύμο Α.
Αυτή η αντίδραση είναι απαραίτητη για
τον μεταβολισμό λιπαρών οξέων και αμινοξέων
και για τη φυσιολογική λειτουργία του νευρικού ιστού.
Η υδροξυκοβαλαμίνη και η κυανοκοβαλαμίνη,
που χρησιμοποιούνται συχνά σε ενέσεις και συμπληρώματα,
λειτουργούν ως αποθήκες κοβαλαμίνης.
Το ήπαρ και τα κύτταρα
αφαιρούν την άνω ομάδα τους
και τις μετατρέπουν στις ενεργές μορφές.
Σε ορισμένα άτομα με γενετικές ή μεταβολικές διαταραχές,
αυτή η μετατροπή δεν γίνεται αποτελεσματικά,
γεγονός που εξηγεί γιατί
μερικοί ασθενείς ανταποκρίνονται καλύτερα
σε συγκεκριμένες μορφές Β12.
Η απορρόφηση της βιταμίνης Β12 είναι μία από τις
πιο σύνθετες και ευάλωτες διαδικασίες
της ανθρώπινης φυσιολογίας.
Σε αντίθεση με άλλες βιταμίνες,
η Β12 δεν απορροφάται απλώς από το έντερο,
αλλά απαιτεί μια αλυσίδα συντονισμένων σταδίων
από το στομάχι έως τον τελικό ειλεό.
Αρχικά, η Β12 βρίσκεται στις τροφές
δεσμευμένη σε πρωτεΐνες.
Στο στομάχι,
το γαστρικό οξύ και η πεψίνη
απελευθερώνουν τη βιταμίνη από αυτές τις πρωτεΐνες.
Αμέσως μετά,
η ελεύθερη Β12 συνδέεται με μια πρωτεΐνη του σάλιου
και του στομάχου,
την απτοκορρίνη,
η οποία την προστατεύει από την όξινη καταστροφή.
Όταν το σύμπλοκο αυτό φτάσει στο δωδεκαδάκτυλο,
τα παγκρεατικά ένζυμα διασπούν την απτοκορρίνη
και απελευθερώνουν ξανά τη Β12.
Τότε η βιταμίνη δεσμεύεται με τον
ενδογενή παράγοντα,
μια ειδική πρωτεΐνη που παράγεται από τα τοιχωματικά κύτταρα του στομάχου.
Αυτό το σύμπλοκο είναι το
μοναδικό εισιτήριο
που επιτρέπει στη Β12 να απορροφηθεί.
Το σύμπλοκο Β12–ενδογενούς παράγοντα
μετακινείται στον τελικό ειλεό,
όπου ειδικοί υποδοχείς της εντερικής επιφάνειας
το αναγνωρίζουν και το εισάγουν στα κύτταρα.
Εκεί, η βιταμίνη απελευθερώνεται
και περνά στο αίμα δεσμευμένη σε μεταφορικές πρωτεΐνες.
Ακόμη και σε φυσιολογικές συνθήκες,
μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό της προσλαμβανόμενης Β12
απορροφάται μέσω αυτού του μηχανισμού.
Ο οργανισμός βασίζεται στο γεγονός ότι
η βιταμίνη αποθηκεύεται στο ήπαρ για χρόνια,
γι’ αυτό και η έλλειψη εμφανίζεται αργά.
Αφού η βιταμίνη Β12 απορροφηθεί από το έντερο,
εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος
δεσμευμένη σε ειδικές μεταφορικές πρωτεΐνες.
Χωρίς αυτές, η κοβαλαμίνη δεν μπορεί να διακινηθεί
ούτε να εισέλθει στα κύτταρα.
Η σημαντικότερη από αυτές είναι η
τρανσκοβαλαμίνη.
Μόνο η Β12 που είναι δεσμευμένη σε τρανσκοβαλαμίνη
είναι βιολογικά διαθέσιμη
και μπορεί να εισέλθει στους ιστούς.
Το σύμπλοκο αυτό μεταφέρεται μέσω του αίματος
και αναγνωρίζεται από ειδικούς υποδοχείς
στην επιφάνεια των κυττάρων.
Το μεγαλύτερο μέρος της βιταμίνης Β12
δεν χρησιμοποιείται άμεσα.
Αποθηκεύεται κυρίως στο ήπαρ,
το οποίο λειτουργεί ως μακροχρόνια δεξαμενή.
Οι ηπατικές αποθήκες είναι τόσο μεγάλες
ώστε μπορούν να καλύψουν
τις ανάγκες του οργανισμού για
2 έως 5 χρόνια
ακόμη και αν η πρόσληψη διακοπεί πλήρως.
Η αποθηκευμένη Β12 εκκρίνεται σταδιακά στη χολή
και επαναπορροφάται στο έντερο
μέσω ενός μηχανισμού
εντεροηπατικής κυκλοφορίας.
Αυτός ο μηχανισμός εξηγεί
γιατί η έλλειψη αναπτύσσεται αργά
και γιατί οι διαταραχές απορρόφησης
μπορεί να έχουν καθυστερημένες,
αλλά σοβαρές συνέπειες.
Η βιταμίνη Β12 δρα μέσα στα κύτταρα
όχι ως απλό θρεπτικό στοιχείο,
αλλά ως ενεργό συνένζυμο
δύο κρίσιμων βιοχημικών αντιδράσεων.
Οι αντιδράσεις αυτές καθορίζουν
τη λειτουργία του DNA,
την παραγωγή ενέργειας
και τη σταθερότητα των νευρικών κυττάρων.
Η πρώτη και πιο γνωστή αντίδραση
είναι η μετατροπή της
ομοκυστεΐνης σε μεθειονίνη.
Σε αυτή τη διαδικασία
η μεθυλοκοβαλαμίνη μεταφέρει
μία μεθυλομάδα στην ομοκυστεΐνη,
παράγοντας μεθειονίνη.
Η μεθειονίνη στη συνέχεια
μετατρέπεται σε
καθολικό δότη μεθυλομάδων
για τη μεθυλίωση του DNA,
των πρωτεϊνών και των νευροδιαβιβαστών.
Η δεύτερη αντίδραση πραγματοποιείται
στα μιτοχόνδρια και αφορά
τη μετατροπή του
μεθυλμαλονυλο-συνενζύμου Α
σε σουκινυλο-συνενζύμο Α.
Αυτή η μετατροπή επιτρέπει
την κανονική είσοδο
λιπαρών οξέων και αμινοξέων
στον ενεργειακό κύκλο των κυττάρων.
Χωρίς τη Β12,
το μεθυλμαλονικό οξύ συσσωρεύεται
και γίνεται τοξικό για τους νευρώνες.
Οι δύο αυτές αντιδράσεις εξηγούν
γιατί η έλλειψη Β12 προκαλεί
ταυτόχρονα:
Η ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 δεν είναι απλώς
μία διατροφική έλλειψη.
Πρόκειται για κυτταρική αποτυχία
στη σύνθεση του DNA και στη διατήρηση της μυελίνης,
που επηρεάζει πρωτίστως
τα κύτταρα του αίματος
και τους νευρώνες.
Στον μυελό των οστών,
η παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων
απαιτεί ταχύτατη σύνθεση DNA.
Όταν λείπει η Β12,
η σύνθεση του DNA επιβραδύνεται,
ενώ η σύνθεση των πρωτεϊνών συνεχίζεται.
Το αποτέλεσμα είναι κύτταρα
υπερμεγέθη, ανώριμα και δυσλειτουργικά,
τα λεγόμενα μεγαλοβλάστες.
Έτσι δημιουργείται
μεγαλοβλαστική αναιμία.
Στο νευρικό σύστημα,
η έλλειψη Β12 διαταράσσει
τη σύνθεση και τη σταθερότητα της μυελίνης,
του προστατευτικού ελύτρου των νευρικών ινών.
Παράλληλα,
η συσσώρευση μεθυλμαλονικού οξέος
και η διαταραχή της μεθυλίωσης
προκαλούν τοξικότητα στους νευρώνες.
Αυτό οδηγεί σε απομυελίνωση
και εκφύλιση νευρικών οδών,
ιδίως στον νωτιαίο μυελό και στον εγκέφαλο,
με κλινικές εκδηλώσεις όπως
μούδιασμα, αστάθεια βάδισης,
απώλεια αισθητικότητας και γνωστική έκπτωση.
Οι κλινικές εκδηλώσεις της ανεπάρκειας βιταμίνης Β12
αποτελούν άμεση αντανάκλαση
των κυτταρικών και νευρολογικών διαταραχών
που προκαλεί.
Η νόσος εξελίσσεται ύπουλα,
με συμπτώματα που συχνά αποδίδονται
λανθασμένα σε «κόπωση» ή «ηλικία».
Στο αιμοποιητικό σύστημα,
η μεγαλοβλαστική αναιμία προκαλεί
χρόνια κόπωση, ωχρότητα,
ταχυκαρδία και δύσπνοια στην κόπωση.
Το αίμα αδυνατεί να μεταφέρει
επαρκές οξυγόνο,
επιβαρύνοντας όλους τους ιστούς.
Στο νευρικό σύστημα,
οι βλάβες της μυελίνης οδηγούν
σε διαταραχή της αγωγιμότητας των νεύρων.
Οι ασθενείς εμφανίζουν
μούδιασμα και μυρμήγκιασμα στα άκρα,
αστάθεια βάδισης,
μείωση αντανακλαστικών
και προοδευτική αδυναμία.
Σε προχωρημένα στάδια,
παρατηρούνται διαταραχές μνήμης,
σύγχυση, κατάθλιψη,
και αλλοιώσεις της προσωπικότητας,
καθώς ο εγκέφαλος
επηρεάζεται από τη διαταραχή της μεθυλίωσης
και της ενεργειακής του επάρκειας.
Η ανεπάρκεια βιταμίνης Β12
σχεδόν ποτέ δεν είναι απλώς αποτέλεσμα
χαμηλής πρόσληψης από τη διατροφή.
Στις περισσότερες περιπτώσεις
οφείλεται σε αποτυχία απορρόφησης
ή σε διαταραχή της βιολογικής αξιοποίησης
της κοβαλαμίνης.
Το συχνότερο παθολογικό αίτιο
είναι η κακοήθης αναιμία,
μια αυτοάνοση νόσος
κατά την οποία ο οργανισμός
παράγει αντισώματα
εναντίον των κυττάρων του στομάχου
ή του ενδογενούς παράγοντα.
Χωρίς αυτόν,
η Β12 δεν μπορεί να απορροφηθεί,
ακόμη και με επαρκή διατροφή.
Άλλα συχνά αίτια περιλαμβάνουν
ατροφική γαστρίτιδα,
νόσους του λεπτού εντέρου,
και καταστάσεις που μειώνουν
την παραγωγή γαστρικού οξέος,
το οποίο είναι απαραίτητο
για την απελευθέρωση της Β12 από τις τροφές.
Η διάγνωση της ανεπάρκειας βιταμίνης Β12
δεν βασίζεται σε μία μόνο εξέταση,
αλλά σε συνδυασμό
αιματολογικών, βιοχημικών και κλινικών δεδομένων.
Η απλή μέτρηση της Β12 στον ορό
είναι απαραίτητη αλλά όχι πάντοτε επαρκής.
Η ολική βιταμίνη Β12 στο αίμα
αντικατοπτρίζει το σύνολο
της βιταμίνης που κυκλοφορεί δεσμευμένη σε πρωτεΐνες.
Ωστόσο, μέρος αυτής
δεν είναι βιολογικά διαθέσιμο στα κύτταρα,
γεγονός που μπορεί να οδηγήσει
σε ψευδώς φυσιολογικά αποτελέσματα.
Για τον λόγο αυτό,
σε οριακές τιμές ή σε παρουσία νευρολογικών συμπτωμάτων,
χρησιμοποιούνται δείκτες
λειτουργικής ανεπάρκειας:
το μεθυλμαλονικό οξύ
και η ομοκυστεΐνη.
Όταν αυτά αυξάνονται,
σημαίνει ότι η Β12
δεν δρα επαρκώς μέσα στα κύτταρα.
Η γενική αίματος συχνά δείχνει
αυξημένο μέσο όγκο ερυθρών,
αναιμία και ουδετεροπενία,
αλλά οι αιματολογικές αλλοιώσεις
μπορεί να απουσιάζουν
στα πρώιμα στάδια.
Η θεραπεία της ανεπάρκειας βιταμίνης Β12
στοχεύει όχι μόνο
στην αποκατάσταση της τιμής στο αίμα,
αλλά κυρίως
στην επαναφορά της βιταμίνης στους ιστούς
και στην πρόληψη μόνιμης νευρολογικής βλάβης.
Η επιλογή του τρόπου χορήγησης
εξαρτάται από την αιτία της ανεπάρκειας.
Σε περιπτώσεις απλής μειωμένης πρόσληψης,
η από του στόματος χορήγηση
σε υψηλές δόσεις
μπορεί να είναι επαρκής.
Όταν όμως υπάρχει δυσαπορρόφηση,
οι ενέσεις είναι απαραίτητες.
Η αρχική φάση θεραπείας
περιλαμβάνει συχνές δόσεις
για την ταχεία αναπλήρωση
των ιστικών αποθηκών,
ιδίως σε νευρολογικά συμπτώματα.
Ακολουθεί φάση συντήρησης,
η οποία μπορεί να είναι δια βίου
σε καταστάσεις όπως
η κακοήθης αναιμία ή η βαριατρική χειρουργική.
Η βελτίωση της αναιμίας
είναι ταχεία,
ενώ η νευρολογική αποκατάσταση
είναι πιο αργή
και μπορεί να είναι ατελής
αν η θεραπεία καθυστερήσει.
Η αντιμετώπιση της ανεπάρκειας βιταμίνης Β12
δεν ολοκληρώνεται με την αρχική αναπλήρωση.
Η διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων
στους ιστούς απαιτεί
μακροχρόνια παρακολούθηση,
ιδιαίτερα σε άτομα με χρόνια δυσαπορρόφηση.
Σε ασθενείς με κακοήθη αναιμία,
ατροφική γαστρίτιδα ή μετά από βαριατρική χειρουργική,
η ανεπάρκεια θα επανεμφανιστεί
αν η θεραπεία διακοπεί.
Για τον λόγο αυτό,
αυτές οι ομάδες χρειάζονται
δια βίου υποκατάσταση.
Η παρακολούθηση περιλαμβάνει
κλινική εκτίμηση,
γενική αίματος,
και περιοδικό έλεγχο λειτουργικών δεικτών,
ώστε να διασφαλίζεται
ότι η βιταμίνη παραμένει
βιολογικά διαθέσιμη.
Υπάρχουν ομάδες πληθυσμού
στις οποίες η ανεπάρκεια βιταμίνης Β12
είναι ιδιαίτερα συχνή
και κλινικά πιο επικίνδυνη.
Σε αυτές τις καταστάσεις,
ακόμη και ήπια μείωση
μπορεί να έχει
σοβαρές νευρολογικές και αιματολογικές συνέπειες.
Οι ηλικιωμένοι παρουσιάζουν συχνά
ατροφία του γαστρικού βλεννογόνου
και μειωμένη παραγωγή γαστρικού οξέος και ενδογενούς παράγοντα,
γεγονός που περιορίζει την απορρόφηση της Β12.
Αυτό εξηγεί γιατί η ανεπάρκεια
είναι συχνή ακόμη και με επαρκή διατροφή.
Οι αυστηρά χορτοφάγοι και οι άτομα που αποφεύγουν
όλα τα ζωικά προϊόντα
στερούνται την κύρια διατροφική πηγή Β12.
Χωρίς συστηματικό συμπλήρωμα,
η εξάντληση των ηπατικών αποθηκών
είναι αναπόφευκτη.
Οι έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες
έχουν αυξημένες ανάγκες,
καθώς η Β12 απαιτείται
για τη σωστή ανάπτυξη
του νευρικού συστήματος του εμβρύου και του νεογνού.
Η ανεπάρκεια σε αυτή τη φάση
συνδέεται με
νευροαναπτυξιακές διαταραχές.
Η βιταμίνη Β12 δεν λειτουργεί
ως απομονωμένο θρεπτικό στοιχείο.
Αποτελεί βασικό τμήμα
ενός μεταβολικού τριγώνου
που περιλαμβάνει
το φυλλικό οξύ
και την ομοκυστεΐνη.
Η ισορροπία μεταξύ αυτών
καθορίζει τη μεθυλίωση του DNA
και τη σταθερότητα των κυττάρων.
Η Β12 είναι απαραίτητη
για τη μετατροπή του φυλλικού οξέος
στη βιολογικά ενεργή του μορφή.
Όταν η Β12 λείπει,
το φυλλικό οξύ «παγιδεύεται»
σε ανενεργή μορφή,
γεγονός που οδηγεί
σε διαταραχή της σύνθεσης του DNA,
ακόμη και αν το φυλλικό οξύ στο αίμα είναι φυσιολογικό.
Παράλληλα,
η ομοκυστεΐνη αυξάνεται
όταν δεν υπάρχει επαρκής Β12.
Η αυξημένη ομοκυστεΐνη
είναι τοξική για τα αγγεία
και τους νευρώνες
και συνδέεται με
καρδιαγγειακό κίνδυνο
και νευροεκφυλισμό.
Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη,
η αυξημένη βιταμίνη Β12 στο αίμα
δεν σημαίνει πάντα καλή υγεία
ή επαρκή διατροφική κατάσταση.
Σε πολλές περιπτώσεις
αποτελεί βιοχημικό δείκτη νόσου.
Η βιταμίνη Β12 στο αίμα
μετράται δεσμευμένη
σε πρωτεΐνες μεταφοράς.
Σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις
αυξάνεται η απελευθέρωση
ή η μειωμένη κάθαρση αυτών των πρωτεϊνών,
με αποτέλεσμα
ψευδώς υψηλές τιμές Β12.
Οι συχνότερες καταστάσεις
που σχετίζονται με υψηλή Β12 είναι:
Σε αυτές τις καταστάσεις,
η Β12 μπορεί να είναι αυξημένη στο αίμα
χωρίς να είναι διαθέσιμη στους ιστούς,
ή να αποτελεί απλώς
αντανάκλαση κυτταρικής καταστροφής.
Η ανεπάρκεια της βιταμίνης Β12
προσβάλλει το νευρικό σύστημα
ανεξάρτητα από την ύπαρξη αναιμίας.
Οι νευρικές ίνες
χάνουν τη μυελίνη τους,
με αποτέλεσμα διαταραχή
της αγωγιμότητας των νεύρων.
Η βλάβη αυτή ξεκινά συνήθως
από τα περιφερικά νεύρα
και τον νωτιαίο μυελό
και μπορεί να εξελιχθεί
σε εκτεταμένη νευρολογική δυσλειτουργία
αν δεν αντιμετωπιστεί.
Τα συχνότερα νευρολογικά συμπτώματα είναι:
Σε προχωρημένες περιπτώσεις
αναπτύσσεται
εκφύλιση του νωτιαίου μυελού,
με μόνιμη αναπηρία
εάν δεν δοθεί θεραπεία εγκαίρως.
Η βιταμίνη Β12
διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο
στη ρύθμιση της ομοκυστεΐνης.
Όταν η Β12 είναι ανεπαρκής,
η ομοκυστεΐνη συσσωρεύεται στο αίμα
και δρα τοξικά στο ενδοθήλιο των αγγείων.
Η υπερομοκυστεϊναιμία
σχετίζεται με:
Παρότι η διόρθωση της Β12
δεν αντικαθιστά
την κλασική καρδιολογική θεραπεία,
η αποκατάσταση της
μειώνει τη μεταβολική επιβάρυνση
στα αγγεία.
Η βιταμίνη Β12
είναι απαραίτητη
για τη λειτουργία του εγκεφάλου.
Η έλλειψή της
διαταράσσει
τη σύνθεση νευροδιαβιβαστών
και τη δομή των νευρικών κυττάρων.
Ασθενείς με ανεπάρκεια Β12
μπορεί να εμφανίσουν:
Σε ηλικιωμένους,
η ανεπάρκεια Β12
αποτελεί συχνή και αναστρέψιμη αιτία
γνωστικής έκπτωσης.
Κατά τη γήρανση,
η απορρόφηση της βιταμίνης Β12 μειώνεται
λόγω υποαχλωρυδρίας
και ατροφίας του γαστρικού βλεννογόνου.
Έτσι, ακόμη και με επαρκή διατροφή,
οι ιστοί μπορεί να στερούνται Β12.
Η έλλειψη Β12
συμβάλλει
στην απώλεια μυϊκής μάζας (σαρκοπενία),
στην ελάττωση της ισορροπίας
και στον αυξημένο κίνδυνο πτώσεων.
Ταυτόχρονα,
επιδεινώνει
τη γνωστική λειτουργία
και την κινητικότητα,
οδηγώντας σε λειτουργική έκπτωση
και εξάρτηση.
Η ανεπάρκεια βιταμίνης Β12
δεν είναι πάντα μια ήπια
ή χρόνια διατροφική κατάσταση.
Σε ορισμένες περιπτώσεις
αποτελεί ιατρικό επείγον.
Επείγουσα θεωρείται όταν συνυπάρχουν:
Σε αυτές τις περιπτώσεις
η θεραπεία πρέπει να ξεκινά άμεσα
με ενέσιμη βιταμίνη Β12,
χωρίς να αναμένεται
η πλήρης εργαστηριακή διερεύνηση.
Η θεραπεία της ανεπάρκειας βιταμίνης Β12
δεν ολοκληρώνεται με την πρώτη δόση.
Απαιτείται συστηματική παρακολούθηση
για να διασφαλιστεί
ότι οι ιστοί έχουν πραγματικά αποκατασταθεί.
Η αναμενόμενη πορεία μετά την έναρξη θεραπείας είναι:
Σε μόνιμα αίτια δυσαπορρόφησης,
η θεραπεία πρέπει να είναι
διά βίου.
Η ανεπάρκεια βιταμίνης Β12
είναι η συχνότερη αιτία
μακροκυτταρικής αναιμίας,
αλλά όχι η μοναδική.
Η σωστή διάγνωση
απαιτεί αποκλεισμό
άλλων παθολογικών καταστάσεων.
Οι κύριες αιτίες μακροκυττάρωσης περιλαμβάνουν:
Η διάκριση μεταξύ Β12 και φυλλικού
είναι κρίσιμη,
καθώς μόνο η ανεπάρκεια Β12
προκαλεί νευρολογική βλάβη.
Ορισμένες ομάδες του πληθυσμού
έχουν ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο
ανεπάρκειας βιταμίνης Β12
και απαιτούν διαφορετική προσέγγιση
στην πρόληψη και στη θεραπεία.
Οι σημαντικότερες ομάδες είναι:
Στις εγκύους,
η έλλειψη Β12
σχετίζεται με
διαταραχές νευροανάπτυξης του εμβρύου.
Στους διαβητικούς υπό μετφορμίνη,
η δυσαπορρόφηση είναι συχνή
και συστηματική.
Σε γαστρεντερικές παθήσεις
και μετά από βαριατρική χειρουργική,
η απορρόφηση της Β12
μπορεί να χαθεί μόνιμα,
απαιτώντας διά βίου θεραπεία.
Η σημερινή ιατρική προσέγγιση
στην ανεπάρκεια βιταμίνης Β12
δεν βασίζεται μόνο
στη μέτρηση της Β12 στο αίμα,
αλλά σε συνδυασμό
κλινικών και λειτουργικών δεδομένων.
Ο ορθολογικός αλγόριθμος περιλαμβάνει:
Στις σοβαρές ή νευρολογικές μορφές,
η θεραπεία ξεκινά άμεσα
με ενέσιμη Β12,
χωρίς αναμονή επιβεβαίωσης,
για να προληφθεί μόνιμη βλάβη.
Στις ήπιες μορφές,
οι υψηλές από του στόματος δόσεις
είναι ισοδύναμες
με τις ενέσεις,
εφόσον η συμμόρφωση είναι καλή.
Η βιταμίνη Β12
είναι θεμελιώδης
για την αιμοποίηση,
τη νευρολογική ακεραιότητα
και τη σταθερότητα του γενετικού υλικού.
Η ανεπάρκειά της
δεν είναι απλώς διατροφικό πρόβλημα,
αλλά συχνά ένδειξη
παθολογίας απορρόφησης.
Η σύγχρονη προσέγγιση
δίνει έμφαση
στην έγκαιρη αναγνώριση
της λειτουργικής ανεπάρκειας,
πριν εμφανιστούν
μη αναστρέψιμες βλάβες.
Η σωστή διάγνωση
βασίζεται στον συνδυασμό
κλινικής εικόνας,
αιματολογικών ευρημάτων
και ειδικών μεταβολικών δεικτών.
Η θεραπεία,
όταν εφαρμόζεται έγκαιρα,
είναι εξαιρετικά αποτελεσματική
και αποκαθιστά
την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Το γονίδιο JAK2 (Janus Kinase 2) κωδικοποιεί μια τυροσινική κινάση που παίζει βασικό ρόλο στη σηματοδότηση κυτταροκινών – πρωτεϊνών που ρυθμίζουν την αιμοποίηση, την ανοσία και τη φλεγμονώδη αντίδραση.
Ανήκει στην οικογένεια JAK/STAT, ένα μονοπάτι σηματοδότησης που ενεργοποιείται από κυτταροκίνες και συμβάλλει στη μεταφορά σημάτων από την κυτταρική μεμβράνη στον πυρήνα, επηρεάζοντας την έκφραση γονιδίων.
Συγκεκριμένα, το JAK2 ενεργοποιείται από παράγοντες όπως η ερυθροποιητίνη (EPO), η θρομβοποιητίνη (TPO) και οι ιντερλευκίνες, επιδρώντας στον πολλαπλασιασμό, διαφοροποίηση και επιβίωση αιμοποιητικών κυττάρων.
Το γονίδιο JAK2 βρίσκεται στο χρωμόσωμα 9p24 και αποτελείται από περισσότερα από 25 εξώνια. Παράγει μια κινάση περίπου 1132 αμινοξέων.
Σε φυσιολογικές συνθήκες, η ενεργοποίηση του JAK2 είναι παροδική και ελέγχεται αυστηρά από μηχανισμούς αρνητικής ρύθμισης, όπως οι πρωτεΐνες SOCS (Suppressor of Cytokine Signaling).
Η JAK2 V617F είναι η πιο κοινή παθολογική μετάλλαξη στο γονίδιο JAK2 και παρατηρείται κυρίως σε μυελοϋπερπλαστικά νοσήματα (MPNs). Η JAK2 μετάλλαξη μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία.
Η ονομασία “V617F” αναφέρεται σε μία αντικατάσταση του αμινοξέος βαλίνης (Val, V) στη θέση 617 με φαινυλαλανίνη (Phe, F) στο ψευδοκινάσης τμήμα του JAK2. Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια φυσιολογικής αυτορρύθμισης της κινάσης.
1849 G>T στο εξώνιο 14Η μετάλλαξη JAK2 V617F προκαλεί συνεχή ενεργοποίηση του μονοπατιού JAK-STAT χωρίς την ανάγκη εξωτερικών σημάτων. Αυτό οδηγεί σε:
Η ανίχνευση της V617F αποτελεί διαγνωστικό και προγνωστικό δείκτη σε MPNs, αλλά και θεραπευτικό στόχο για την ανάπτυξη ειδικών αναστολέων (π.χ. Ruxolitinib).
Αν και η V617F είναι η πιο συχνή μετάλλαξη, υπάρχουν και άλλοι παθολογικοί τύποι μεταλλάξεων του JAK2 που σχετίζονται με αιματολογικές κακοήθειες και διαταραχές της αιμοποίησης. Η κατανόησή τους είναι κρίσιμη για τη διάγνωση και τη θεραπευτική προσέγγιση.
Οι μεταλλάξεις του εξωνίου 12 του JAK2 ανιχνεύονται σχεδόν αποκλειστικά σε ασθενείς με Πολυκυτταραιμία vera (PV) που είναι αρνητικοί για V617F.
K539L, F537-K539delinsL, N542-E543delΟι μεταλλάξεις στη θέση R683 (π.χ. R683G, R683S) έχουν ανιχνευθεί σε μορφές οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας (ALL), κυρίως:
Οι μεταλλάξεις αυτές προκαλούν και πάλι παθολογική ενεργοποίηση του μονοπατιού JAK/STAT, αλλά είναι πιο συχνές στη λεμφοειδή παρά στη μυελοειδή σειρά.
Μελέτες έχουν δείξει ότι μεταλλάξεις του JAK2 (κυρίως V617F) εμφανίζονται και σε ασυμπτωματικά άτομα μεγάλης ηλικίας με “κλωνική αιμοποίηση αδιευκρίνιστης σημασίας” (CHIP). Αυτή η κατάσταση σχετίζεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και προδιάθεση για MPNs.
Οι μεταλλάξεις του γονιδίου JAK2, και κυρίως η V617F, έχουν έντονη συσχέτιση με μια ομάδα αιματολογικών διαταραχών που ονομάζονται χρόνια μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα (MPNs), αλλά και με άλλες νοσολογικές οντότητες.
Πρόκειται για την παρουσία κλωνικών μεταλλάξεων σε αιμοποιητικά κύτταρα, κυρίως σε ηλικιωμένους χωρίς εμφανή κακοήθεια.

Η διάγνωση των μεταλλάξεων του JAK2 βασίζεται σε εξειδικευμένες μοριακές τεχνικές που ανιχνεύουν τη μετάλλαξη V617F ή άλλες σπανιότερες μεταλλάξεις (όπως στο εξώνιο 12). Οι εξετάσεις αυτές είναι κρίσιμες για τη διαφορική διάγνωση των MPNs και για την επιλογή κατάλληλης θεραπείας.
Η Διεθνής Ταξινόμηση του ΠΟΥ (WHO) για τα MPNs βασίζεται σε συνδυασμό μοριακών, μορφολογικών και κλινικών κριτηρίων. Η παρουσία της JAK2 V617F συχνά αποτελεί ένα από τα “major criteria”.
| Αποτέλεσμα | Ερμηνεία |
|---|---|
| Αρνητικό | Δεν ανιχνεύθηκε JAK2 V617F – Δεν αποκλείεται MPN |
| Θετικό (π.χ. 35%) | Επιβεβαιωμένη παρουσία μεταλλαγμένου JAK2 – πιθανή διάγνωση MPN |
| Υψηλό ποσοστό (>50%) | Πιθανή μονοκλωνική προέλευση – αυξημένος κίνδυνος εξέλιξης |
Οι θεραπείες για τις παθήσεις που σχετίζονται με τη JAK2 μετάλλαξη εξαρτώνται από το είδος της νόσου (π.χ. PV, ET, PMF), την ηλικία, τα συνοδά νοσήματα και το επίπεδο κινδύνου. Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν από συντηρητική παρακολούθηση έως εξειδικευμένη μοριακή στοχευμένη θεραπεία.
Οι στοχευμένοι αναστολείς της JAK2 κινάσης έχουν φέρει επανάσταση στη θεραπεία των MPNs με JAK2 μετάλλαξη.
Η παρουσία της μετάλλαξης JAK2, ιδιαίτερα σε γυναίκες με μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές όπως η Πολυκυτταραιμία Vera (PV) ή η Ιδιοπαθής Θρομβοκυτταραιμία (ET), μπορεί να επηρεάσει την κύηση, καθώς αυξάνει τον κίνδυνο θρόμβωσης, αποβολής και προεκλαμψίας.
Η JAK2 V617F φαίνεται να αυξάνει τον θρομβωτικό κίνδυνο μέσω υπερλειτουργίας των αιμοπεταλίων και ενδοθηλιακής ενεργοποίησης. Σε έγκυες με PV/ET που είναι JAK2+, ο κίνδυνος επιπλοκών είναι σημαντικά αυξημένος σε σύγκριση με JAK2- ασθενείς.
Παρότι η μετάλλαξη JAK2 σχετίζεται με επιπλοκές, πολλές γυναίκες με σωστή παρακολούθηση και θεραπεία έχουν επιτυχημένη κύηση και υγιές νεογνό.
Αν και οι περισσότερες μεταλλάξεις του JAK2 είναι επίκτητες (somatic), δηλαδή συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ζωής και δεν μεταβιβάζονται από γονέα σε παιδί, η γενετική συμβουλευτική έχει ιδιαίτερη σημασία για τους ασθενείς και τις οικογένειές τους.
Έρευνες έχουν δείξει ότι οι συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με MPN έχουν 2–5 φορές αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν αντίστοιχα νοσήματα.
Είναι μια σημειακή μετάλλαξη στο γονίδιο JAK2, όπου η βαλίνη (V) αντικαθίσταται από φαινυλαλανίνη (F) στη θέση 617. Προκαλεί παθολογική ενεργοποίηση του μονοπατιού JAK/STAT και σχετίζεται με μυελοϋπερπλαστικά νοσήματα όπως PV, ET και PMF.
Όχι. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η μετάλλαξη είναι επίκτητη (somatic) και δεν μεταβιβάζεται γενετικά. Υπάρχουν ωστόσο σπάνιες μορφές οικογενών MPNs με γενετική προδιάθεση.
Οι βασικές εξετάσεις περιλαμβάνουν PCR για JAK2 V617F, qPCR για ποσοτικοποίηση, NGS για εξωνικές μεταλλάξεις, καθώς και ιστολογική αξιολόγηση μυελού οστών. Επίσης, έλεγχος αιματοκρίτη, αιμοπεταλίων, και LDH.
Ανάλογα με την πάθηση και το προφίλ του ασθενούς: Hydroxyurea, Anagrelide, Interferon-α, Ruxolitinib, Fedratinib, LMWH, ασπιρίνη, και φλεβοτομές. Η επιλογή εξατομικεύεται με βάση το risk stratification.
Ναι, με στενή παρακολούθηση από αιματολόγο και μαιευτήρα υψηλού κινδύνου. Συχνά χορηγείται ασπιρίνη και ηπαρίνη (LMWH) για την πρόληψη θρομβώσεων. Αντενδείκνυται η χρήση hydroxyurea και JAK αναστολέων στην εγκυμοσύνη.
Όχι πλήρως. Η JAK2 μετάλλαξη είναι δύσκολο να εξαλειφθεί. Ορισμένες θεραπείες (π.χ. Interferon-α) μπορεί να μειώσουν το ποσοστό του μεταλλαγμένου αλληλόμορφου, αλλά δεν θεωρούνται θεραπευτικές. Μόνο η μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων προσφέρει πιθανή ίαση.
Το WHO 2022 περιλαμβάνει: αυξημένες τιμές αιματοκρίτη/αιμοπεταλίων, παρουσία JAK2/CALR/MPL μεταλλάξεων, μορφολογικά χαρακτηριστικά μυελού, και αποκλεισμό άλλων αιτίων (π.χ. BCR-ABL). Χρειάζονται συνδυαστικά “major” και “minor” κριτήρια για οριστική διάγνωση.
Είναι το ποσοστό των αιμοποιητικών κυττάρων που φέρουν τη μετάλλαξη JAK2. Π.χ. 50% σημαίνει ότι το ήμισυ του κλώνου έχει τη μετάλλαξη. Υψηλό allele burden σχετίζεται με βαρύτερη νόσο και μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών.
Εμφανίζεται κυρίως σε ασθενείς με Πολυκυτταραιμία vera που δεν έχουν τη μετάλλαξη V617F. Χρειάζεται εξειδικευμένος μοριακός έλεγχος. Συνοδεύεται συνήθως από έντονη ερυθροκυττάρωση, χωρίς σημαντική θρομβοκυττάρωση.
Ναι. Η παρουσία της JAK2 V617F σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αρτηριακής και φλεβικής θρόμβωσης, ακόμη και σε ασθενείς χωρίς MPN (π.χ. με CHIP). Ιδιαίτερα προσοχή απαιτείται σε άτομα με παράγοντες κινδύνου.
Όχι, εκτός αν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις. Η μετάλλαξη είναι επίκτητη και δεν μεταβιβάζεται κατά κανόνα. Σε σπάνιες περιπτώσεις οικογενούς προδιάθεσης μπορεί να συζητηθεί η γενετική αξιολόγηση από ειδικό.
Τελευταία ενημέρωση:
Τα λευκά αιμοσφαίρια, ή λευκοκύτταρα (WBC), είναι κύτταρα του αίματος που αποτελούν τη βασική γραμμή άμυνας του οργανισμού.
Παράγονται στον μυελό των οστών και κυκλοφορούν στο αίμα και στο λεμφικό σύστημα, αναγνωρίζοντας και καταστρέφοντας μικρόβια, ιούς και ανώμαλα κύτταρα.
Υπάρχουν πέντε κύριοι τύποι:
ουδετερόφιλα, λεμφοκύτταρα, μονοκύτταρα, ηωσινόφιλα και βασεόφιλα.
Ο καθένας έχει διαφορετικό ρόλο – από άμεση καταπολέμηση λοιμώξεων έως παραγωγή αντισωμάτων.
Στους περισσότερους ενήλικες, τα φυσιολογικά WBC κυμαίνονται περίπου μεταξύ
4.000 και 11.000 κύτταρα ανά μL αίματος (4.0–11.0 ×10⁹/L).
Οι τιμές ερμηνεύονται πάντα μαζί με τον λευκοκυτταρικό τύπο και τα συμπτώματα, όχι απομονωμένα.
Η αύξηση των WBC ονομάζεται λευκοκυττάρωση.
Συνήθως υποδηλώνει ότι ο οργανισμός αντιδρά σε λοίμωξη ή φλεγμονή.
Η μείωση των WBC λέγεται λευκοπενία και αυξάνει την ευαισθησία σε λοιμώξεις.
Οι αποκλίσεις των WBC δεν έχουν πάντα παθολογική σημασία.
Υπάρχουν όμως επίπεδα που απαιτούν άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Οι μεταβολές των λευκών αιμοσφαιρίων συχνά συνοδεύονται από μη ειδικά συμπτώματα:
Η παρουσία τέτοιων συμπτωμάτων μαζί με παθολογικές τιμές WBC χρειάζεται άμεσο εργαστηριακό έλεγχο.
| Χαρακτηριστικό | Λευκοκυττάρωση | Λευκοπενία |
|---|---|---|
| Ορισμός | Αύξηση WBC | Μείωση WBC |
| Συχνές αιτίες | Λοιμώξεις, φλεγμονή, στρες | Ιώσεις, φάρμακα, μυελός |
| Κίνδυνος | Υποκείμενη νόσος | Λοιμώξεις |
| Αντιμετώπιση | Έλεγχος αιτίας | Διόρθωση αιτίας |
Η λευχαιμία είναι κακοήθεια του αίματος όπου παράγονται ανώριμα ή δυσλειτουργικά λευκά αιμοσφαίρια.
Συνήθως συνοδεύεται από πολύ υψηλά ή πολύ χαμηλά WBC και διαταραχή των υπόλοιπων κυττάρων του αίματος.
Τα βασικά προειδοποιητικά σημεία περιλαμβάνουν:
Η διάγνωση βασίζεται σε γενική αίματος, επίχρισμα και — όταν χρειάζεται — μυελόγραμμα.
Η αξιολόγηση των λευκών αιμοσφαιρίων ξεκινά πάντα από τη Γενική Αίματος και τον λευκοκυτταρικό τύπο.
Ανάλογα με τα ευρήματα, μπορεί να απαιτηθούν συμπληρωματικές εξετάσεις.
Η επιλογή των εξετάσεων εξατομικεύεται ανάλογα με την κλινική εικόνα.
Ναι — το έντονο στρες ή η άσκηση μπορούν να προκαλέσουν παροδική αύξηση.
Συνήθως μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες αν υπάρχει παθολογική τιμή χωρίς σαφή αιτία.
Όχι — τις περισσότερες φορές οφείλονται σε λοιμώξεις ή φλεγμονή.
Η σωστή διατροφή βοηθά, αλλά η αιτία πρέπει πάντα να διερευνάται ιατρικά.
Περίπου 4.000–11.000/μL, με μικρές φυσιολογικές αποκλίσεις ανά εργαστήριο.
Συνήθως δείχνουν ενεργή φλεγμονή ή λοίμωξη και χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση αν επιμένουν.
Υποδηλώνουν λευκοπενία και αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων, ιδίως αν είναι επίμονη.
Ναι — πολλές ιογενείς λοιμώξεις προκαλούν παροδική λευκοπενία.
Συνήθως μέσα σε 1–4 εβδομάδες όταν υπάρχει παθολογικό εύρημα χωρίς σαφή αιτία.
Ναι — στα παιδιά τα φυσιολογικά όρια είναι συχνά υψηλότερα, ανάλογα με την ηλικία.
Ναι — ορισμένα αντιβιοτικά, αντιθυρεοειδικά και χημειοθεραπευτικά μπορούν να μειώσουν τα λευκά.
Όταν τα WBC είναι πολύ υψηλά ή χαμηλά και συνοδεύονται από πυρετό, κόπωση ή συχνές λοιμώξεις.
Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας.
Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.
Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.