Παχυσαρκία: Αίτια, Ορμόνες, Μεταβολισμός, Επιπλοκές και Αντιμετώπιση

Δημοσίευση: • Τελευταία ενημέρωση:
Η παχυσαρκία είναι χρόνια και συχνά υποτροπιάζουσα νόσος, όχι απλώς ένας αριθμός στη ζυγαριά. Αναπτύσσεται από σύνθετη αλληλεπίδραση γενετικής προδιάθεσης, εγκεφαλικών μηχανισμών πείνας και κορεσμού, διατροφικού περιβάλλοντος, φυσικής δραστηριότητας, ύπνου, φαρμάκων, ψυχοκοινωνικών παραγόντων και μεταβολικών προσαρμογών. Ο Δείκτης Μάζας Σώματος παραμένει ένα πρακτικό εργαλείο αρχικής αξιολόγησης, αλλά δεν περιγράφει μόνος του τη συνολική υγεία: η περίμετρος μέσης, η κατανομή του λίπους, η γλυκόζη, τα λιπίδια, η αρτηριακή πίεση, το ήπαρ και οι συνοδές παθήσεις έχουν επίσης μεγάλη σημασία. Οι ορμόνες μπορούν να επηρεάζουν το βάρος, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει μία μοναδική «ορμονική αιτία». Η αντιμετώπιση στοχεύει όχι μόνο στην απώλεια κιλών αλλά στη μείωση του καρδιομεταβολικού κινδύνου, στη βελτίωση της λειτουργικότητας και στη μακροχρόνια διατήρηση του αποτελέσματος. Ανάλογα με τη βαρύτητα και τις συννοσηρότητες, μπορεί να περιλαμβάνει αλλαγές τρόπου ζωής, οργανωμένη ιατρική παρακολούθηση, φαρμακευτική θεραπεία και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, μεταβολική/βαριατρική χειρουργική.

1Τι είναι η παχυσαρκία

Η παχυσαρκία χαρακτηρίζεται από υπερβολική συσσώρευση λιπώδους ιστού σε βαθμό που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την υγεία. Σήμερα αντιμετωπίζεται ως χρόνια, πολύπλοκη και συχνά υποτροπιάζουσα νόσος. Αυτός ο ορισμός είναι σημαντικός, γιατί μετακινεί τη συζήτηση μακριά από την απλουστευτική άποψη ότι η παχυσαρκία είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα «έλλειψης θέλησης».

Το σωματικό βάρος πράγματι επηρεάζεται από το ισοζύγιο ανάμεσα στην ενεργειακή πρόσληψη και την ενεργειακή κατανάλωση. Στον πραγματικό άνθρωπο, όμως, αυτό το ισοζύγιο ρυθμίζεται από πολλούς μηχανισμούς: γενετικούς παράγοντες, νευρικά κυκλώματα πείνας και κορεσμού, ορμόνες, μυϊκή μάζα, ύπνο, στρες, φαρμακευτική αγωγή, πρόσβαση σε τροφή, περιβάλλον και προηγούμενες προσπάθειες απώλειας βάρους.

Το αποτέλεσμα είναι ότι δύο άνθρωποι που καταναλώνουν παρόμοιες θερμίδες δεν έχουν απαραίτητα την ίδια μεταβολική απόκριση ούτε την ίδια τάση να αυξήσουν ή να μειώσουν το βάρος τους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το πού βρίσκεται το λίπος. Το υποδόριο λίπος στους γλουτούς και στα άκρα δεν έχει ακριβώς την ίδια μεταβολική συμπεριφορά με το σπλαχνικό λίπος που συσσωρεύεται βαθύτερα στην κοιλιά, γύρω από τα εσωτερικά όργανα.

Κεντρικό σημείο: η παχυσαρκία δεν αξιολογείται μόνο από το πόσα κιλά ζυγίζει κάποιος. Αξιολογείται και από το πού κατανέμεται το λίπος και από το αν υπάρχουν μεταβολικές ή άλλες επιπλοκές.

Έτσι, κάποιος μπορεί να έχει αυξημένο ΔΜΣ αλλά σχετικά ευνοϊκή εργαστηριακή εικόνα, ενώ ένα άλλο άτομο με μικρότερη αύξηση βάρους μπορεί να έχει σημαντική κοιλιακή παχυσαρκία, προδιαβήτη, υπέρταση και μεταβολική δυσλιπιδαιμία.

2ΔΜΣ, περίμετρος μέσης και πραγματικός κίνδυνος

Ο πιο γνωστός τρόπος αρχικής ταξινόμησης του σωματικού βάρους στους ενήλικες είναι ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ ή BMI). Υπολογίζεται διαιρώντας το βάρος σε κιλά με το τετράγωνο του ύψους σε μέτρα:

ΔΜΣ = βάρος (kg) / ύψος² (m²)
ΔΜΣΚατηγορία ενηλίκων
18,5–24,9 kg/m²Εύρος φυσιολογικού βάρους
25,0–29,9 kg/m²Υπέρβαρο
30,0–34,9 kg/m²Παχυσαρκία βαθμού I
35,0–39,9 kg/m²Παχυσαρκία βαθμού II
≥40 kg/m²Παχυσαρκία βαθμού III

Ο ΔΜΣ είναι χρήσιμος επειδή υπολογίζεται εύκολα και επιτρέπει μια γρήγορη πρώτη εκτίμηση. Έχει όμως περιορισμούς. Δεν ξεχωρίζει τη μυϊκή μάζα από το λίπος, δεν δείχνει την κατανομή του λιπώδους ιστού και δεν περιγράφει από μόνος του αν κάποιος έχει ήδη μεταβολικές επιπλοκές.

Ένας μυώδης άνθρωπος μπορεί να έχει υψηλό ΔΜΣ χωρίς αντίστοιχα υψηλή λιπώδη μάζα. Αντίθετα, ένας άνθρωπος με σχετικά φυσιολογικό ΔΜΣ μπορεί να έχει χαμηλή μυϊκή μάζα και αυξημένο σπλαχνικό λίπος.

Γι’ αυτό η περίμετρος μέσης και άλλες μετρήσεις κατανομής του λίπους μπορούν να δώσουν πρόσθετες πληροφορίες. Η αυξημένη κοιλιακή περίμετρος αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχει μεγαλύτερη ποσότητα κεντρικού και πιθανώς σπλαχνικού λίπους.

Ανάλογα με την περίπτωση, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι εκτίμησης σύστασης σώματος, αλλά δεν είναι απαραίτητες για κάθε άνθρωπο. Η ουσία παραμένει η ίδια: η αξιολόγηση δεν πρέπει να σταματά στον αριθμό του ΔΜΣ.

Πρακτικά: η παρουσία διαβήτη, υπέρτασης, υπνικής άπνοιας, MASLD, δυσλιπιδαιμίας ή άλλης επιπλοκής μπορεί να είναι σημαντικότερη για τις θεραπευτικές αποφάσεις από μια μικρή διαφορά στον ΔΜΣ.

3Γιατί η παχυσαρκία θεωρείται χρόνια νόσος

Η παχυσαρκία δεν είναι συνήθως ένα προσωρινό πρόβλημα που λύνεται οριστικά με μία δίαιτα μερικών εβδομάδων. Μετά την απώλεια βάρους, ο οργανισμός ενεργοποιεί μηχανισμούς που μπορούν να ευνοήσουν την επανάκτησή του: αυξάνεται η πείνα, μεταβάλλονται σήματα κορεσμού και μπορεί να μειωθεί η ενεργειακή κατανάλωση σε σχέση με το προηγούμενο βάρος.

Αυτό εξηγεί γιατί αρκετοί άνθρωποι μπορούν να χάσουν κιλά αλλά δυσκολεύονται πολύ περισσότερο να διατηρήσουν το νέο βάρος σε βάθος χρόνου. Η υποτροπή δεν σημαίνει ότι «απέτυχε» ο άνθρωπος. Σημαίνει ότι πρόκειται για κατάσταση με ισχυρούς βιολογικούς μηχανισμούς διατήρησης.

Η χρόνια φύση της παχυσαρκίας γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν υπάρχουν επιπλοκές όπως:

  • προδιαβήτης ή σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2,
  • υπέρταση,
  • αυξημένα τριγλυκερίδια ή άλλη δυσλιπιδαιμία,
  • μεταβολικά σχετιζόμενη στεατωτική νόσος ήπατος,
  • αποφρακτική υπνική άπνοια,
  • οστεοαρθρίτιδα και μειωμένη κινητικότητα,
  • PCOS και διαταραχές αναπαραγωγικής λειτουργίας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μακροχρόνια αντιμετώπιση του βάρους αποτελεί μέρος της θεραπείας των ίδιων των συνοδών προβλημάτων.

Ο θεραπευτικός στόχος δεν είναι ένας «τέλειος αριθμός» στη ζυγαριά. Είναι η σταθερή μείωση του κινδύνου, η βελτίωση της λειτουργικότητας και η διατήρηση του μεγαλύτερου δυνατού οφέλους σε βάθος χρόνου.

4Ποια είναι τα βασικά αίτια της παχυσαρκίας

Στους περισσότερους ανθρώπους δεν υπάρχει ένα μόνο αίτιο. Η παχυσαρκία δημιουργείται από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων που ευνοούν θετικό ενεργειακό ισοζύγιο και σταδιακή αποθήκευση λίπους.

Γενετική προδιάθεση

Το σωματικό βάρος έχει σημαντική κληρονομική συνιστώσα. Γενετικές διαφορές επηρεάζουν την όρεξη, τον κορεσμό, τον βασικό μεταβολισμό, την προτίμηση για συγκεκριμένες τροφές και την κατανομή του λίπους.

Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει ένα μοναδικό «γονίδιο παχυσαρκίας». Υπάρχουν πολλές μικρές γενετικές επιδράσεις που αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον.

Διατροφικό περιβάλλον

Η συνεχής διαθεσιμότητα τροφίμων υψηλής ενεργειακής πυκνότητας, μεγάλων μερίδων, σακχαρούχων ποτών και ιδιαίτερα εύγευστων επεξεργασμένων τροφών μπορεί να διευκολύνει την πρόσληψη περισσότερης ενέργειας από όση αντιλαμβάνεται το άτομο.

Χαμηλή φυσική δραστηριότητα

Η καθημερινή κίνηση έχει μειωθεί σημαντικά για πολλούς ανθρώπους λόγω καθιστικής εργασίας, αυτοκινήτου και πολλών ωρών μπροστά σε οθόνες. Η άσκηση είναι σημαντική, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως απλή «τιμωρία» για τις θερμίδες που καταναλώθηκαν. Έχει ανεξάρτητα οφέλη στη γλυκόζη, στην καρδιοαναπνευστική ικανότητα, στη μυϊκή μάζα, στον ύπνο και στην ψυχική υγεία.

Ύπνος

Η χρόνια στέρηση ύπνου μπορεί να επηρεάσει την πείνα, την επιλογή τροφίμων και την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Παράλληλα, η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο υπνικής άπνοιας, δημιουργώντας σε ορισμένους ανθρώπους έναν φαύλο κύκλο κόπωσης, κακού ύπνου και μειωμένης φυσικής δραστηριότητας.

Φάρμακα

Ορισμένα φάρμακα μπορούν να συμβάλουν στην αύξηση του βάρους. Μεταξύ αυτών μπορεί να βρίσκονται ορισμένα κορτικοστεροειδή, αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά, αντιεπιληπτικά και άλλες θεραπείες. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να διακόπτονται. Αν το βάρος αυξάνεται μετά την έναρξη μιας αγωγής, χρειάζεται συζήτηση με τον θεράποντα ιατρό για τις διαθέσιμες επιλογές.

Ψυχοκοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες

Το χρόνιο στρες, το συναισθηματικό φαγητό, η κατάθλιψη, η κοινωνική απομόνωση, η εργασιακή πίεση και η περιορισμένη πρόσβαση σε κατάλληλη διατροφή ή ασφαλείς χώρους άσκησης μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την πορεία του βάρους.

Η παχυσαρκία είναι πολυπαραγοντική. Το να αναζητείται μία μοναδική αιτία — «ο θυρεοειδής», «η ινσουλίνη», «ο μεταβολισμός» ή «η διατροφή» — συχνά απλοποιεί υπερβολικά μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα.

5Σπλαχνικό λίπος και μεταβολισμός

Το λίπος δεν είναι ένας παθητικός αποθηκευτικός ιστός. Ο λιπώδης ιστός συμμετέχει ενεργά στη ρύθμιση του μεταβολισμού και εκκρίνει ουσίες που επηρεάζουν την όρεξη, την ευαισθησία στην ινσουλίνη και τη φλεγμονώδη δραστηριότητα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το σπλαχνικό λίπος, δηλαδή το λίπος που συσσωρεύεται βαθύτερα μέσα στην κοιλιά γύρω από τα όργανα. Η αυξημένη ποσότητά του σχετίζεται στενότερα με μεταβολικές διαταραχές σε σχέση με την απλή συνολική αύξηση του υποδόριου λίπους.

Όταν υπάρχει αυξημένο σπλαχνικό λίπος, είναι συχνότερη η συνύπαρξη:

  • ινσουλινοαντίστασης,
  • υψηλών τριγλυκεριδίων,
  • χαμηλής HDL χοληστερόλης,
  • αυξημένης αρτηριακής πίεσης,
  • λιπώδους διήθησης του ήπατος,
  • προδιαβήτη και διαβήτη τύπου 2.

Αυτό εξηγεί γιατί η περίμετρος μέσης μπορεί να προσθέτει σημαντική πληροφορία στην αξιολόγηση του ΔΜΣ.

Η μεταβολική κατάσταση δεν είναι επίσης στατική. Ακόμη και πριν υπάρξει θεαματική αλλαγή στη ζυγαριά, η βελτίωση της διατροφής, η φυσική δραστηριότητα και η απώλεια ενός μέρους του αρχικού βάρους μπορούν να μειώσουν το σπλαχνικό λίπος και να βελτιώσουν σημαντικά ορισμένους μεταβολικούς δείκτες.

Γι’ αυτό δεν μετράμε μόνο κιλά. Η βελτίωση της περιμέτρου μέσης, της HbA1c, των τριγλυκεριδίων, της αρτηριακής πίεσης ή της ηπατικής εικόνας μπορεί να αποτελεί σημαντική θεραπευτική επιτυχία.

6Ορμόνες, πείνα και αύξηση βάρους

Οι ορμόνες έχουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της ενεργειακής ισορροπίας, αλλά το θέμα συχνά παρουσιάζεται υπερβολικά απλοποιημένο. Δεν υπάρχει συνήθως μία «ορμόνη που παχαίνει» και μία εξέταση που αποκαλύπτει όλη την αιτία.

Ινσουλίνη

Η ινσουλίνη επιτρέπει στα κύτταρα να χρησιμοποιούν και να αποθηκεύουν ενέργεια. Στην παχυσαρκία, ιδιαίτερα όταν υπάρχει κοιλιακό λίπος, μπορεί να μειωθεί η ευαισθησία των ιστών στην ινσουλίνη. Το πάγκρεας τότε παράγει περισσότερη ινσουλίνη για να διατηρήσει τη γλυκόζη σε φυσιολογικά επίπεδα.

Η κατάσταση αυτή ονομάζεται ινσουλινοαντίσταση. Δεν σημαίνει ότι η ίδια η ινσουλίνη αποτελεί τη μοναδική αιτία της παχυσαρκίας ούτε ότι η μέτρησή της είναι απαραίτητη σε όλους.

Λεπτίνη

Η λεπτίνη παράγεται κυρίως από τον λιπώδη ιστό και συμμετέχει στη μεταφορά πληροφορίας προς τον εγκέφαλο σχετικά με τα ενεργειακά αποθέματα. Τα επίπεδά της συχνά είναι αυξημένα στην κοινή παχυσαρκία, αλλά ο εγκέφαλος μπορεί να εμφανίζει μειωμένη ανταπόκριση στο σήμα της.

Γι’ αυτό η απλή μέτρηση λεπτίνης δεν αποτελεί routine εργαστηριακή εξέταση για τον συνηθισμένο έλεγχο της παχυσαρκίας.

Γκρελίνη και σήματα κορεσμού

Η γκρελίνη σχετίζεται κυρίως με την πείνα, ενώ πολλές άλλες ορμόνες του γαστρεντερικού συστήματος συμμετέχουν στην αίσθηση κορεσμού μετά το γεύμα. Τα βιολογικά αυτά συστήματα είναι ένας από τους λόγους που η όρεξη δεν ελέγχεται απλώς από συνειδητή απόφαση.

Κορτιζόλη

Η κορτιζόλη επηρεάζει τον μεταβολισμό και η παθολογική υπερπαραγωγή της μπορεί να προκαλέσει χαρακτηριστικές μεταβολές στο σώμα. Ωστόσο, το σύνδρομο Cushing είναι πολύ πιο σπάνιο από την κοινή παχυσαρκία.

Δεν χρειάζεται επομένως τυχαία μέτρηση κορτιζόλης σε κάθε άνθρωπο που έχει αυξημένο βάρος. Ειδικός έλεγχος γίνεται όταν υπάρχουν συγκεκριμένα κλινικά χαρακτηριστικά που δημιουργούν πραγματική υποψία υπερκορτιζολισμού.

Ορμονικός έλεγχος δεν σημαίνει «όλες οι ορμόνες». Με εξαίρεση τον θυρεοειδικό έλεγχο που έχει ευρεία θέση στην αξιολόγηση, οι περισσότερες άλλες ορμονικές εξετάσεις γίνονται όταν το ιστορικό και η κλινική εικόνα δημιουργούν συγκεκριμένη υποψία.

7Θυρεοειδής και παχυσαρκία

Ο θυρεοειδής αδένας συμμετέχει στη ρύθμιση της ενεργειακής κατανάλωσης και για αυτό είναι από τα πρώτα πράγματα που σκέφτονται πολλοί άνθρωποι όταν αυξάνεται το βάρος.

Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί πράγματι να προκαλέσει κόπωση, υπνηλία, δυσανεξία στο κρύο, δυσκοιλιότητα και αύξηση βάρους. Ένα μέρος αυτής της αύξησης μπορεί να σχετίζεται και με κατακράτηση υγρών.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να υπάρχει σωστή αναλογία. Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να συμβάλει στο βάρος, αλλά δεν εξηγεί τις περισσότερες περιπτώσεις σημαντικής παχυσαρκίας.

Η αρχική εργαστηριακή αξιολόγηση γίνεται συνήθως με TSH. Όταν η TSH είναι παθολογική, η FT4 βοηθά στην αποσαφήνιση της θυρεοειδικής λειτουργίας. Αν υπάρχει υποψία αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας, μπορεί να εξεταστούν και θυρεοειδικά αντισώματα.

Από την άλλη πλευρά, μικρές μεταβολές της TSH μπορούν να εμφανίζονται και σε ανθρώπους με παχυσαρκία χωρίς να σημαίνουν απαραίτητα ότι ο θυρεοειδής είναι η βασική αιτία της αύξησης βάρους. Η ερμηνεία χρειάζεται να γίνεται στο σωστό κλινικό πλαίσιο.

Αν ο θυρεοειδής είναι φυσιολογικός, η δυσκολία απώλειας βάρους δεν σημαίνει ότι «κάποια άλλη ορμόνη πρέπει οπωσδήποτε να είναι χαλασμένη». Η βιολογία της παχυσαρκίας είναι πολύ πιο σύνθετη.

8Ινσουλινοαντίσταση, προδιαβήτης και διαβήτης

Η ινσουλινοαντίσταση αποτελεί μία από τις συχνότερες μεταβολικές διαταραχές που συνδέονται με την κοιλιακή παχυσαρκία.

Σε φυσιολογικές συνθήκες, η ινσουλίνη βοηθά τη γλυκόζη να περάσει από το αίμα στα κύτταρα. Όταν οι ιστοί γίνουν λιγότερο ευαίσθητοι στη δράση της, το πάγκρεας χρειάζεται να παράγει μεγαλύτερες ποσότητες για να διατηρεί τη γλυκόζη σε φυσιολογικό επίπεδο.

Για ένα διάστημα αυτή η αντιρρόπηση μπορεί να είναι αποτελεσματική και η γλυκόζη να παραμένει φυσιολογική. Αν όμως το σύστημα δεν μπορεί πλέον να αντισταθμίσει επαρκώς, αρχίζουν να εμφανίζονται διαταραχές γλυκόζης.

Η εξέλιξη δεν είναι υποχρεωτική ούτε ίδια για όλους, αλλά το γενικό φάσμα είναι:

Ινσουλινοαντίσταση → διαταραχή γλυκόζης → προδιαβήτης → σε ορισμένους ανθρώπους διαβήτης τύπου 2

Η κοιλιακή παχυσαρκία, το οικογενειακό ιστορικό διαβήτη, η καθιστική ζωή, τα αυξημένα τριγλυκερίδια, η υπέρταση, το PCOS και ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά αυξάνουν τον κίνδυνο.

Δεν είναι απαραίτητο κάποιος να έχει συμπτώματα. Ο προδιαβήτης και τα αρχικά στάδια του διαβήτη συχνά ανακαλύπτονται σε εργαστηριακό έλεγχο.

Οι εξετάσεις που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της γλυκαιμικής κατάστασης περιλαμβάνουν κυρίως τη γλυκόζη νηστείας, την HbA1c και, όπου υπάρχει ένδειξη, την καμπύλη γλυκόζης.

Η μέτρηση ινσουλίνης και ο HOMA-IR μπορούν να χρησιμοποιούνται σε επιλεγμένα κλινικά πλαίσια, αλλά δεν αποτελούν καθολικά διαγνωστικά τεστ για όλους τους ανθρώπους με αυξημένο βάρος.

Η θετική πλευρά: η μείωση του βάρους και ιδιαίτερα του σπλαχνικού λίπους μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ευαισθησία στην ινσουλίνη και τον γλυκαιμικό έλεγχο.

9Λιπίδια, μεταβολικό σύνδρομο και λιπώδες ήπαρ

Λιπίδια

Η παχυσαρκία, και ιδιαίτερα η κοιλιακή συσσώρευση λίπους, συνδέεται συχνά με μια χαρακτηριστική εικόνα δυσλιπιδαιμίας. Τα τριγλυκερίδια μπορεί να είναι αυξημένα, η HDL χαμηλή και το συνολικό αθηρογόνο φορτίο αυξημένο.

Η LDL δεν είναι υποχρεωτικά πολύ υψηλή σε κάθε άνθρωπο με παχυσαρκία. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που η καρδιαγγειακή αξιολόγηση δεν πρέπει να βασίζεται σε έναν μόνο αριθμό.

Μεταβολικό σύνδρομο

Ο όρος μεταβολικό σύνδρομο χρησιμοποιείται για την παρουσία ενός συνδυασμού παραγόντων καρδιομεταβολικού κινδύνου, όπως κοιλιακή παχυσαρκία, διαταραχή γλυκόζης, υπέρταση, υψηλά τριγλυκερίδια και χαμηλή HDL.

Δεν πρόκειται για μία ξεχωριστή «ασθένεια» που εμφανίζεται ξαφνικά, αλλά για μια χρήσιμη περιγραφή ενός μεταβολικού προφίλ υψηλότερου κινδύνου.

MASLD – το σύγχρονο όνομα για το μεταβολικά σχετιζόμενο λιπώδες ήπαρ

Η συσσώρευση λίπους στο ήπαρ είναι συχνή σε ανθρώπους με παχυσαρκία, διαβήτη τύπου 2 και άλλους μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου. Η σύγχρονη ονομασία είναι μεταβολικά σχετιζόμενη στεατωτική νόσος του ήπατος (MASLD).

Η MASLD μπορεί να παραμένει για χρόνια χωρίς εμφανή συμπτώματα. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν φυσιολογικές τρανσαμινάσες, επομένως η φυσιολογική ALT δεν αποκλείει την παρουσία στεάτωσης.

Σε ένα μέρος των ασθενών μπορεί να εμφανιστεί φλεγμονή, ίνωση και σταδιακά σοβαρότερη ηπατική νόσος. Για αυτό σε ανθρώπους υψηλότερου κινδύνου χρειάζεται οργανωμένη αξιολόγηση και όχι απλώς η διαπίστωση «έχετε λιπώδες ήπαρ».

Το ήπαρ είναι συχνά μέρος της ίδιας μεταβολικής εικόνας. Κοιλιακό λίπος, προδιαβήτης ή διαβήτης, υψηλά τριγλυκερίδια και MASLD συχνά συνυπάρχουν και πρέπει να αξιολογούνται συνολικά.

10Παχυσαρκία στις γυναίκες και PCOS

Στις γυναίκες, το σωματικό βάρος αλληλεπιδρά με το αναπαραγωγικό και ορμονικό σύστημα σε διαφορετικές φάσεις της ζωής.

PCOS

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) είναι μια συχνή ενδοκρινική και μεταβολική κατάσταση. Μπορεί να συνοδεύεται από ακανόνιστο κύκλο, αραιή περίοδο, υπερτρίχωση, ακμή, δυσκολία σύλληψης και βιοχημικό υπερανδρογονισμό.

Η παχυσαρκία δεν είναι απαραίτητη για να υπάρχει PCOS. Ωστόσο, όταν συνυπάρχει αυξημένο βάρος και ιδιαίτερα αυξημένο κοιλιακό λίπος, μπορεί να επιδεινωθεί η ινσουλινοαντίσταση και η μεταβολική επιβάρυνση.

Οι γυναίκες με PCOS έχουν αυξημένη πιθανότητα διαταραχής γλυκόζης και χρειάζονται κατάλληλη μεταβολική αξιολόγηση ανεξάρτητα από το αν έχουν παχυσαρκία.

Η διάγνωση του PCOS δεν γίνεται από μία μεμονωμένη εξέταση ινσουλίνης ούτε από έναν απλό λόγο LH/FSH. Χρειάζεται συνολική αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του κύκλου, του υπερανδρογονισμού, των ωοθηκών όπου χρειάζεται και αποκλεισμός άλλων αιτιών.

Εγκυμοσύνη

Η παχυσαρκία πριν και κατά την εγκυμοσύνη συνδέεται με μεγαλύτερη πιθανότητα μεταβολικών και μαιευτικών επιπλοκών και χρειάζεται εξατομικευμένη παρακολούθηση από τον θεράποντα ιατρό.

Εμμηνόπαυση

Κατά την περιεμμηνόπαυση και μετά την εμμηνόπαυση αλλάζει συχνά η κατανομή του λίπους, με μεγαλύτερη τάση για κεντρική συσσώρευση. Παράλληλα, η μείωση μυϊκής μάζας με την ηλικία μπορεί να επηρεάσει την ενεργειακή κατανάλωση.

Στις γυναίκες με ακανόνιστο κύκλο, υπερτρίχωση ή ακμή, η αύξηση βάρους δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως διατροφικό ζήτημα. Μπορεί να χρειάζεται στοχευμένη αξιολόγηση για PCOS ή άλλη ορμονική διαταραχή.

11Παχυσαρκία στους άνδρες

Στους άνδρες, η παχυσαρκία — ιδιαίτερα η κεντρική — μπορεί να συνδέεται με μεταβολικές και ορμονικές αλλαγές.

Η αυξημένη λιπώδης μάζα μπορεί να συνυπάρχει με χαμηλότερες συγκεντρώσεις τεστοστερόνης. Ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε άνδρας με αυξημένο βάρος έχει παθολογικό υπογοναδισμό ούτε ότι απαιτείται τεστοστερόνη ως εξέταση ρουτίνας σε όλους.

Ορμονική διερεύνηση αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως:

  • επίμονη χαμηλή libido,
  • στυτική δυσλειτουργία,
  • μειωμένη ανάπτυξη ή απώλεια μυϊκής μάζας,
  • υπογονιμότητα,
  • άλλα κλινικά στοιχεία συμβατά με υπογοναδισμό.

Η απώλεια βάρους μπορεί να βελτιώσει ορισμένες από τις ορμονικές μεταβολές που σχετίζονται με την παχυσαρκία.

Υπνική άπνοια

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα και στα δύο φύλα, αλλά συχνό στους άνδρες με κεντρική παχυσαρκία, είναι η αποφρακτική υπνική άπνοια.

Δυνατό ροχαλητό, παύσεις στην αναπνοή που παρατηρούνται από τον σύντροφο, πρωινοί πονοκέφαλοι και έντονη υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν πρέπει να αγνοούνται.

Η υπνική άπνοια μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής, την αρτηριακή πίεση και τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο και χρειάζεται ειδική αξιολόγηση.

12Παχυσαρκία σε παιδιά και εφήβους

Η αξιολόγηση του βάρους στην παιδική και εφηβική ηλικία διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη των ενηλίκων. Δεν εφαρμόζονται απλώς τα ενήλικα όρια ΔΜΣ, επειδή το σώμα μεταβάλλεται συνεχώς με την ανάπτυξη.

Χρησιμοποιούνται ειδικές καμπύλες ανάπτυξης και ο ΔΜΣ αξιολογείται σε σχέση με την ηλικία και το φύλο.

Η παιδική παχυσαρκία έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή μπορεί να συνοδεύεται από:

  • διαταραχές γλυκόζης και διαβήτη τύπου 2,
  • δυσλιπιδαιμία,
  • υπέρταση,
  • λιπώδες ήπαρ,
  • υπνική άπνοια,
  • ορθοπεδικά προβλήματα,
  • σημαντική ψυχοκοινωνική επιβάρυνση.

Στο παιδί δεν πρέπει να εφαρμόζεται η λογική ενός ενήλικου «πακέτου εξετάσεων». Το οικογενειακό ιστορικό, η πορεία ύψους και βάρους, το στάδιο ανάπτυξης, η αρτηριακή πίεση και τυχόν σημεία ενδοκρινικής διαταραχής καθορίζουν την αξιολόγηση.

Επίσης, μία απότομη αύξηση βάρους που συνοδεύεται από επιβράδυνση του ύψους μπορεί να απαιτεί διαφορετική διερεύνηση από την κοινή παιδική παχυσαρκία.

Η αντιμετώπιση στα παιδιά πρέπει να είναι οικογενειακή και υποστηρικτική. Ο στόχος είναι η υγεία, η φυσιολογική ανάπτυξη και η δημιουργία βιώσιμων συνηθειών, όχι ο στιγματισμός του παιδιού.

13Επιπλοκές της παχυσαρκίας

Η σημασία της παχυσαρκίας δεν βρίσκεται μόνο στο σωματικό βάρος αλλά στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει σε πολλά όργανα και συστήματα.

ΣύστημαΠροβλήματα που μπορεί να συνδέονται με την παχυσαρκία
ΜεταβολικόΙνσουλινοαντίσταση, προδιαβήτης, διαβήτης τύπου 2, μεταβολικό σύνδρομο
ΚαρδιαγγειακόΥπέρταση, δυσλιπιδαιμία, αυξημένος καρδιαγγειακός κίνδυνος
ΉπαρMASLD, πιθανή εξέλιξη σε φλεγμονή και ίνωση σε ορισμένους ασθενείς
ΑναπνευστικόΑποφρακτική υπνική άπνοια, δύσπνοια και μειωμένη αντοχή
ΜυοσκελετικόΟστεοαρθρίτιδα, πόνος σε γόνατα και μέση, μειωμένη κινητικότητα
ΑναπαραγωγικόPCOS, διαταραχές κύκλου, υπογονιμότητα, λειτουργικές μεταβολές τεστοστερόνης
ΝεφροίΑυξημένος νεφρικός κίνδυνος, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν διαβήτης και υπέρταση
Ψυχική υγείαΚατάθλιψη, άγχος, διαταραγμένη εικόνα σώματος και επιβάρυνση από κοινωνικό στιγματισμό

Η παχυσαρκία συνδέεται επίσης με αυξημένο κίνδυνο για ορισμένες μορφές καρκίνου. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος με παχυσαρκία θα εμφανίσει κάποια από αυτές τις επιπλοκές. Ο πραγματικός κίνδυνος επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως ηλικία, διάρκεια παχυσαρκίας, οικογενειακό ιστορικό, κάπνισμα, φυσική δραστηριότητα και ήδη υπάρχουσες παθήσεις.

Πότε χρειάζεται πιο άμεση ιατρική αξιολόγηση

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν η αύξηση βάρους συνοδεύεται από συμπτώματα ή ευρήματα όπως έντονη δίψα και συχνουρία, πολύ υψηλή πίεση, δύσπνοια, υπνηλία με έντονο ροχαλητό, σημαντικό οίδημα, ακανόνιστο κύκλο με υπερτρίχωση, συμπτώματα υποθυρεοειδισμού ή ασυνήθιστα γρήγορη και ανεξήγητη μεταβολή του βάρους.

14Πώς αντιμετωπίζεται η παχυσαρκία

Η θεραπεία πρέπει να είναι εξατομικευμένη. Δεν υπάρχει μία δίαιτα ή μία παρέμβαση που να λειτουργεί το ίδιο για όλους.

Η επιλογή εξαρτάται από:

  • τον βαθμό και τη διάρκεια της παχυσαρκίας,
  • την κατανομή του λίπους,
  • την παρουσία διαβήτη ή άλλων συννοσηροτήτων,
  • τα προηγούμενα προγράμματα απώλειας βάρους,
  • την ηλικία και τη γενική κατάσταση υγείας,
  • τη φαρμακευτική αγωγή,
  • τις προτιμήσεις και τις πραγματικές δυνατότητες του ανθρώπου.

Διατροφή

Δεν υπάρχει μία μοναδική «σωστή δίαιτα παχυσαρκίας». Ένα αποτελεσματικό πρόγραμμα πρέπει να δημιουργεί βιώσιμη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης, να παρέχει επαρκή πρωτεΐνη και θρεπτικά συστατικά και να μπορεί να διατηρηθεί στην καθημερινή ζωή.

Ένα μοντέλο διατροφής με μεγαλύτερη συμμετοχή λαχανικών, οσπρίων, φρούτων, προϊόντων ολικής άλεσης, κατάλληλων πηγών πρωτεΐνης και λιγότερων ιδιαίτερα επεξεργασμένων τροφίμων μπορεί να αποτελέσει ισχυρή βάση.

Η αυστηρότερη δίαιτα δεν είναι απαραίτητα και η καλύτερη. Ένα πρόγραμμα που προκαλεί μεγάλη αρχική απώλεια αλλά εγκαταλείπεται σε λίγες εβδομάδες μπορεί να είναι λιγότερο χρήσιμο από μια πιο ήπια προσέγγιση που διατηρείται για χρόνια.

Φυσική δραστηριότητα

Η άσκηση βοηθά στη διατήρηση της μυϊκής μάζας, στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, στη φυσική κατάσταση και στη μακροχρόνια διατήρηση του βάρους.

Συνήθως έχει αξία ο συνδυασμός αερόβιας δραστηριότητας και ασκήσεων αντίστασης. Σε ανθρώπους με μεγάλη παχυσαρκία ή μυοσκελετικά προβλήματα, το πρόγραμμα πρέπει να προσαρμόζεται ώστε να είναι ασφαλές και εφικτό.

Ύπνος και συμπεριφορική υποστήριξη

Η βελτίωση του ύπνου, η αντιμετώπιση της υπνικής άπνοιας, η αναγνώριση της συναισθηματικής υπερφαγίας και η οργανωμένη συμπεριφορική υποστήριξη μπορούν να έχουν σημαντικό ρόλο.

Φαρμακευτική θεραπεία

Η φαρμακοθεραπεία αποτελεί πλέον καθιερωμένη θεραπευτική επιλογή για κατάλληλα επιλεγμένους ενήλικες και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «εύκολη λύση» ή αποτυχία των αλλαγών τρόπου ζωής.

Υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες φαρμάκων, μεταξύ των οποίων σύγχρονες θεραπείες που επηρεάζουν τα σήματα κορεσμού και την όρεξη. Οι αγωνιστές σχετιζόμενων γαστρεντερικών ορμονικών μονοπατιών έχουν αλλάξει σημαντικά το θεραπευτικό τοπίο της παχυσαρκίας.

Η επιλογή φαρμάκου χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση, επειδή πρέπει να συνεκτιμηθούν αποτελεσματικότητα, ανεπιθύμητες ενέργειες, αντενδείξεις, άλλα φάρμακα, συνοδά νοσήματα και δυνατότητα μακροχρόνιας θεραπείας.

Η διακοπή μιας αποτελεσματικής θεραπείας μπορεί σε αρκετούς ανθρώπους να συνοδευτεί από επανάκτηση βάρους. Αυτό συνδέεται με τη χρόνια φύση της νόσου και είναι ένας από τους λόγους που η θεραπεία πρέπει να σχεδιάζεται με μακροχρόνια προοπτική.

Μεταβολική και βαριατρική χειρουργική

Η μεταβολική χειρουργική αποτελεί αποτελεσματική επιλογή σε κατάλληλα επιλεγμένους ανθρώπους με παχυσαρκία, ιδιαίτερα όταν υπάρχει σημαντική μεταβολική νόσος ή όταν άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις δεν έχουν δώσει επαρκές αποτέλεσμα.

Δεν αποτελεί απλή αισθητική επέμβαση. Χρειάζεται προεγχειρητική αξιολόγηση, διατροφική και ψυχολογική εκτίμηση όπου ενδείκνυται και μακροχρόνια παρακολούθηση μετά την επέμβαση.

Μετά από ορισμένες βαριατρικές επεμβάσεις απαιτείται επίσης συστηματικός έλεγχος για ελλείψεις σιδήρου, βιταμίνης Β12, φυλλικού οξέος, βιταμίνης D, ασβεστίου και άλλων θρεπτικών στοιχείων.

Δεν υπάρχει μόνο ένα επίπεδο θεραπείας. Διατροφή, άσκηση, ύπνος, συμπεριφορική θεραπεία, φάρμακα και χειρουργική δεν είναι ανταγωνιστικές λύσεις. Μπορούν να χρησιμοποιούνται σε διαφορετικούς συνδυασμούς ανάλογα με τις ανάγκες του ανθρώπου.

Πόση απώλεια βάρους χρειάζεται;

Δεν χρειάζεται απαραίτητα κάποιος να φτάσει στο «ιδανικό βάρος» για να βελτιωθεί η υγεία του. Ακόμη και σχετικά μέτρια απώλεια του αρχικού βάρους μπορεί να βελτιώσει τη γλυκαιμία και άλλους καρδιομεταβολικούς δείκτες.

Μεγαλύτερη και διατηρούμενη απώλεια βάρους συνήθως προσφέρει πρόσθετα οφέλη, αλλά ο στόχος πρέπει να είναι εξατομικευμένος και ρεαλιστικός.

Η επιτυχία δεν είναι δυαδική. Η βελτίωση της HbA1c, των λιπιδίων, της πίεσης, του ύπνου, της κινητικότητας ή του λιπώδους ήπατος έχει πραγματική αξία ακόμη και αν ο άνθρωπος εξακολουθεί να βρίσκεται αριθμητικά στην κατηγορία της παχυσαρκίας.

15Ποιες εξετάσεις αίματος μπορεί να χρειαστούν

Οι εξετάσεις αίματος δεν χρησιμοποιούνται για να «διαγνώσουν τα κιλά». Χρησιμοποιούνται κυρίως για να εντοπίσουν μεταβολικές επιπλοκές, συνοδά προβλήματα και συγκεκριμένες καταστάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την αντιμετώπιση.

Στον βασικό έλεγχο ενός ενήλικα μπορεί, ανάλογα με το ιστορικό και την κλινική εικόνα, να ενδιαφέρουν:

  • γλυκόζη νηστείας και HbA1c για προδιαβήτη και διαβήτη,
  • χοληστερόλη, LDL, HDL και τριγλυκερίδια για το λιπιδαιμικό προφίλ,
  • ALT, AST και γ-GT στο πλαίσιο της ηπατικής αξιολόγησης,
  • κρεατινίνη και eGFR για τη νεφρική λειτουργία,
  • TSH για τον θυρεοειδή.

Ινσουλίνη νηστείας, HOMA-IR, καμπύλη γλυκόζης, ειδικές ορμόνες, φερριτίνη, βιταμίνη Β12, βιταμίνη D και άλλες εξετάσεις προστίθενται όταν υπάρχει συγκεκριμένη ένδειξη. Δεν χρειάζονται αυτόματα σε όλους.

Θέλετε τον πλήρη εργαστηριακό οδηγό;
Για αναλυτικό πίνακα εξετάσεων, γλυκόζη και HbA1c, λιπίδια, ηπατικά ένζυμα, TSH, νεφρά, ινσουλίνη/HOMA-IR, PCOS, βιταμίνες, προετοιμασία πριν την αιμοληψία και επανέλεγχο μετά από απώλεια βάρους:

Εξετάσεις Αίματος για Παχυσαρκία – Πλήρης Οδηγός

Με αυτόν τον τρόπο διαχωρίζεται η συνολική ιατρική κατανόηση της παχυσαρκίας από την πρακτική οργάνωση του εργαστηριακού check-up.

16Συχνές ερωτήσεις

Η παχυσαρκία είναι ασθένεια;
Ναι. Σήμερα αντιμετωπίζεται ως χρόνια και συχνά υποτροπιάζουσα νόσος που προκύπτει από σύνθετη αλληλεπίδραση βιολογικών, γενετικών, συμπεριφορικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Μπορεί να φταίει μόνο ο θυρεοειδής;
Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να συμβάλει στην αύξηση βάρους, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αποτελεί τη μοναδική αιτία σημαντικής παχυσαρκίας. Η TSH είναι χρήσιμη για τον θυρεοειδικό έλεγχο, αλλά η συνολική αξιολόγηση δεν σταματά εκεί.
Η ινσουλινοαντίσταση προκαλεί παχυσαρκία;
Η σχέση είναι αμφίδρομη και σύνθετη. Η κοιλιακή παχυσαρκία ευνοεί την αντίσταση στην ινσουλίνη, ενώ οι μεταβολικές μεταβολές που τη συνοδεύουν μπορούν να δυσκολέψουν τον έλεγχο του βάρους. Δεν είναι σωστό να αποδίδεται όλη η παχυσαρκία σε μία υψηλή τιμή ινσουλίνης.
Χρειάζεται να κάνω όλες τις ορμόνες;
Όχι. Ο θυρεοειδικός έλεγχος έχει ευρεία θέση στην αξιολόγηση, αλλά κορτιζόλη, τεστοστερόνη, γυναικείες ορμόνες και άλλες ενδοκρινικές εξετάσεις ζητούνται συνήθως όταν υπάρχουν συγκεκριμένα συμπτώματα ή κλινικές ενδείξεις.
Μπορώ να έχω φυσιολογικό σάκχαρο και παρ’ όλα αυτά μεταβολικό πρόβλημα;
Ναι. Η γλυκόζη νηστείας είναι μόνο ένα μέρος της μεταβολικής εικόνας. Μπορεί να υπάρχουν αυξημένα τριγλυκερίδια, κοιλιακό λίπος, υπέρταση, MASLD ή πρώιμες διαταραχές ανοχής στη γλυκόζη παρά μία φυσιολογική μεμονωμένη τιμή σακχάρου.
Πόσα κιλά πρέπει να χάσω για να βελτιωθεί η υγεία μου;
Δεν υπάρχει ένας ενιαίος στόχος για όλους. Ακόμη και μέτρια απώλεια του αρχικού βάρους μπορεί να βελτιώσει γλυκαιμία και άλλους μεταβολικούς δείκτες. Μεγαλύτερη διατηρούμενη απώλεια μπορεί να προσφέρει επιπλέον όφελος, ανάλογα με την αρχική κατάσταση.
Γιατί ξαναπαίρνω βάρος μετά από δίαιτα;
Μετά την απώλεια βάρους, ο οργανισμός μπορεί να αυξήσει τα σήματα πείνας και να προσαρμόσει την ενεργειακή κατανάλωση προς τα κάτω. Γι’ αυτό η μακροχρόνια διατήρηση χρειάζεται διαφορετική στρατηγική από μια σύντομη δίαιτα απώλειας κιλών.
Τα φάρμακα για την παχυσαρκία είναι μόνο για ακραίες περιπτώσεις;
Όχι απαραίτητα. Η φαρμακευτική θεραπεία αποτελεί πλέον μέρος της ολοκληρωμένης αντιμετώπισης σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς. Η ένδειξη και το κατάλληλο φάρμακο καθορίζονται από γιατρό με βάση το βάρος, τις συννοσηρότητες, τις προηγούμενες προσπάθειες και τη συνολική κατάσταση υγείας.
Αν χάσω βάρος, θα βελτιωθεί το λιπώδες ήπαρ;
Η απώλεια βάρους και η βελτίωση της μεταβολικής υγείας αποτελούν βασικά στοιχεία της αντιμετώπισης της MASLD. Η ανταπόκριση διαφέρει ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και για αυτό ορισμένοι ασθενείς χρειάζονται ειδικότερη ηπατική αξιολόγηση και παρακολούθηση.
Ποιες εξετάσεις πρέπει να κάνω;
Ο βασικός έλεγχος συχνά εστιάζει σε γλυκόζη/HbA1c, λιπίδια, ήπαρ, νεφρική λειτουργία και θυρεοειδή. Το ακριβές panel όμως εξατομικεύεται. Για την πλήρη εργαστηριακή προσέγγιση δείτε τον ξεχωριστό οδηγό Εξετάσεις Αίματος για Παχυσαρκία.
Τι να θυμάστε

  • Η παχυσαρκία είναι χρόνια νόσος και όχι απλώς αισθητικό ζήτημα.
  • Ο ΔΜΣ είναι χρήσιμος αλλά δεν περιγράφει μόνος του τον πραγματικό κίνδυνο.
  • Το σπλαχνικό λίπος έχει ιδιαίτερη μεταβολική σημασία.
  • Οι περισσότερες περιπτώσεις δεν οφείλονται σε μία μοναδική ορμονική πάθηση.
  • Ο θυρεοειδής ελέγχεται, αλλά δεν εξηγεί συνήθως μόνος του τη σημαντική παχυσαρκία.
  • Ινσουλινοαντίσταση, προδιαβήτης, δυσλιπιδαιμία και MASLD συχνά συνδέονται με την κοιλιακή παχυσαρκία.
  • Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει διατροφή, άσκηση, συμπεριφορική υποστήριξη, φάρμακα και μεταβολική χειρουργική.
  • Δεν χρειάζεται να επιτευχθεί «τέλειο βάρος» για να υπάρξει ουσιαστικό όφελος στην υγεία.
  • Οι εξετάσεις αίματος πρέπει να είναι στοχευμένες και να αξιολογούνται μαζί με την κλινική εικόνα.

17Ιατρική αξιολόγηση και βιβλιογραφία

Εργαστηριακός έλεγχος και αξιολόγηση αποτελεσμάτων
Ο κατάλληλος έλεγχος εξαρτάται από το ιστορικό, τα συμπτώματα, τα προηγούμενα αποτελέσματα και τις συνοδές παθήσεις. Στο εργαστήριό μας μπορείτε να πραγματοποιήσετε τις απαραίτητες εξετάσεις και να λάβετε ιατρική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
22310 66841   |   Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Βιβλιογραφία και κατευθυντήριες οδηγίες

World Health Organization. Obesity and overweight. Updated 8 December 2025.
WHO – Obesity and overweight
Pasquali R, Casanueva F, Haluzik M, et al. European Society of Endocrinology Clinical Practice Guideline: Endocrine work-up in obesity. European Journal of Endocrinology. 2020;182:G1–G32.
European Society of Endocrinology – Endocrine work-up in obesity
American Diabetes Association Professional Practice Committee. Obesity and Weight Management for the Prevention and Treatment of Diabetes: Standards of Care in Diabetes—2026. Diabetes Care. 2026.
ADA Standards of Care 2026 – Obesity and Weight Management
European Association for the Study of the Liver, European Association for the Study of Diabetes, European Association for the Study of Obesity. EASL–EASD–EASO Clinical Practice Guidelines on the management of metabolic dysfunction-associated steatotic liver disease (MASLD).
EASL–EASD–EASO MASLD Guidelines
International Evidence-based Guideline for the Assessment and Management of Polycystic Ovary Syndrome. 2023.
International PCOS Guideline
World Health Organization. WHO issues global guideline on the use of GLP-1 medicines in treating obesity. 1 December 2025.
WHO – GLP-1 therapies and obesity
Μικροβιολογικό Λαμία. Εξετάσεις Αίματος για Παχυσαρκία.
Εξετάσεις Αίματος για Παχυσαρκία – πρακτικός εργαστηριακός οδηγός
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος
Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας
Μικροβιολογικό Λαμία
Επισκόπηση απορρήτου

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για τη σωστή λειτουργία της και, εφόσον δώσετε συγκατάθεση, για την ανάλυση επισκεψιμότητας. Μπορείτε να αλλάξετε τις επιλογές σας οποιαδήποτε στιγμή από τις ρυθμίσεις cookies.