Αντιθρομβίνη ΙΙΙ: Τι είναι, πότε χρειάζεται η εξέταση, πώς ερμηνεύεται – Φιλικός Οδηγός

Αντιθρομβίνη-ΙΙΙ-.jpg

Αντιθρομβίνη ΙΙΙ (AT III): Πλήρης Οδηγός – Τιμές, Ερμηνεία, Θρόμβωση, Ηπαρίνη & Εγκυμοσύνη

Τελευταία ενημέρωση:

Τι να θυμάστε: Η χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και μπορεί να προκαλέσει «αντίσταση» στην ηπαρίνη. Η ερμηνεία γίνεται πάντα σε συνδυασμό με Protein C/S και κλινικά δεδομένα.


1

Τι είναι η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ

Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ (AT III) είναι ένας από τους σημαντικότερους φυσικούς αντιπηκτικούς παράγοντες του ανθρώπινου οργανισμού. Πρόκειται για πρωτεΐνη του πλάσματος που παράγεται κυρίως στο ήπαρ και ανήκει στην οικογένεια των σερπινών (serine protease inhibitors).

Ο βασικός της ρόλος είναι να αναστέλλει τη θρομβίνη καθώς και ενεργοποιημένους παράγοντες της πήξης (IXa, Xa, XIa, XIIa), λειτουργώντας ως «φρένο» στο σύστημα αιμόστασης και αποτρέποντας τον ανεξέλεγκτο σχηματισμό θρόμβων.

Η δράση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ενισχύεται εκθετικά από την ηπαρίνη. Χωρίς επαρκή επίπεδα AT III, η ηπαρίνη δεν μπορεί να ασκήσει το πλήρες αντιπηκτικό της αποτέλεσμα — φαινόμενο που στην κλινική πράξη περιγράφεται ως αντίσταση στην ηπαρίνη.

Κλινικά σημαντικό: Η έλλειψη Αντιθρομβίνης ΙΙΙ οδηγεί σε υπερπηκτικότητα και αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής (εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση, πνευμονική εμβολή), ενώ ταυτόχρονα μειώνει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ηπαρίνη.

Η ανεπάρκεια μπορεί να είναι κληρονομική (σπάνια, αλλά υψηλού κινδύνου) ή επίκτητη, όπως σε σηψαιμία, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC), ηπατική ανεπάρκεια ή νεφρωσικό σύνδρομο. Για τον λόγο αυτό, η μέτρηση της AT III αποτελεί βασικό τμήμα του σύγχρονου ελέγχου θρομβοφιλίας.


2

Πότε ζητείται η εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ

Η εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ζητείται όταν υπάρχει υποψία διαταραχής του φυσικού αντιπηκτικού μηχανισμού ή όταν η κλινική εικόνα υποδηλώνει αυξημένη τάση για θρόμβωση.

  • Ανεξήγητη φλεβική θρόμβωση ή πνευμονική εμβολή, ιδιαίτερα σε νεαρή ηλικία ή χωρίς προφανείς προδιαθεσικούς παράγοντες.
  • Υποτροπιάζουσες θρομβώσεις ή θρόμβωση σε ασυνήθεις εντοπίσεις (εγκεφαλικές, σπλαχνικές φλέβες).
  • Οικογενειακό ιστορικό θρομβοφιλίας ή αιφνίδιων θρομβωτικών επεισοδίων.
  • Ανεπαρκής ανταπόκριση στην ηπαρίνη (χαμηλό aPTT ή anti-Xa παρά τη σωστή δοσολογία).
  • Καθ’ έξιν αποβολές, επιπλοκές κύησης ή αποκόλληση πλακούντα.
  • Πλήρης έλεγχος υπερπηκτικότητας, μαζί με Πρωτεΐνη C, Πρωτεΐνη S, Παράγοντα V Leiden, Προθρομβίνη G20210A και αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα.
  • Σοβαρές οξείες καταστάσεις (σήψη, DIC, βαριά ηπατική νόσος, νεφρωσικό σύνδρομο), για εκτίμηση κατανάλωσης AT III.
Πρακτικά: Η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ δεν ερμηνεύεται μεμονωμένα. Πάντα αξιολογείται σε συνδυασμό με άλλους δείκτες θρομβοφιλίας και την κλινική εικόνα του ασθενούς.


3

Πώς γίνεται η εξέταση

Η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ πραγματοποιείται με απλή φλεβική αιμοληψία, συνήθως σε σωληνάριο κιτρικού νατρίου, και το αποτέλεσμα αφορά είτε τη λειτουργική δραστικότητα είτε τη συγκέντρωση της πρωτεΐνης στο πλάσμα.

Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία. Παρ’ όλα αυτά, συνιστάται να αποφεύγονται αλκοόλ και βαριά λιπαρά γεύματα τις προηγούμενες ώρες, ώστε να μειωθούν προαναλυτικές παρεμβολές.

  • Τύπος δείγματος: Φλεβικό αίμα (πλάσμα).
  • Νηστεία: Όχι υποχρεωτική.
  • Χρόνος απάντησης: Συνήθως εντός 1–2 εργάσιμων ημερών.
  • Συνδυασμός εξετάσεων: Συχνά λαμβάνεται ταυτόχρονα δείγμα για Πρωτεΐνη C, Πρωτεΐνη S και λοιπούς δείκτες θρομβοφιλίας.

Είναι σημαντικό να ενημερωθεί το εργαστήριο για αντιπηκτική αγωγή (ηπαρίνη, LMWH, από του στόματος αντιπηκτικά), καθώς και για ορμονική θεραπεία ή αντισυλληπτικά, επειδή μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα.

Pre-analytical σημείωση: Κατά τη διάρκεια οξείας θρόμβωσης, σηψαιμίας ή θεραπείας με ηπαρίνη, τα επίπεδα μπορεί να εμφανίζονται παροδικά χαμηλότερα. Όπου είναι δυνατόν, προτιμάται επανέλεγχος μετά τη σταθεροποίηση της κλινικής κατάστασης.

Η σωστή χρονική επιλογή της εξέτασης και η παράλληλη αξιολόγηση των υπολοίπων παραμέτρων πήξης εξασφαλίζουν αξιόπιστη ερμηνεία.


4

Φυσιολογικές τιμές

Τα αποτελέσματα εκφράζονται συνήθως ως δραστικότητα (%) ή λιγότερο συχνά ως συγκέντρωση (mg/L). Τα ακριβή όρια εξαρτώνται από τη μέθοδο κάθε εργαστηρίου.

  • Δραστικότητα: περίπου 80–120%.
  • Συγκέντρωση: περίπου 150–350 mg/L.

Τιμές κάτω από το φυσιολογικό εύρος υποδηλώνουν μειωμένη αντιπηκτική ικανότητα, ενώ υψηλότερες τιμές σπάνια έχουν πρακτική κλινική σημασία.

Σημαντικό: Για τη διάγνωση ανεπάρκειας απαιτείται συνήθως επιβεβαίωση με επαναληπτικό έλεγχο και παράλληλη εκτίμηση Πρωτεΐνης C, Πρωτεΐνης S και γενετικών δεικτών, ιδιαίτερα όταν υπάρχει προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό θρόμβωσης.

Η ερμηνεία γίνεται πάντα σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα, καθώς παροδικές μεταβολές μπορεί να εμφανιστούν σε οξείες νόσους ή κατά τη διάρκεια αντιπηκτικής αγωγής.


5

Χαμηλή Αντιθρομβίνη – τι σημαίνει

Η χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ υποδηλώνει μειωμένη φυσική αντιπηκτική προστασία και συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής. Παράλληλα, μπορεί να εξηγεί ανεπαρκή ανταπόκριση στην ηπαρίνη, ακόμη και όταν η δοσολογία φαίνεται επαρκής.

Ανάλογα με το αίτιο, η μείωση διακρίνεται σε:

  • Κληρονομική ανεπάρκεια: Σπάνια, αλλά υψηλού κινδύνου. Διακρίνεται σε Τύπο Ι (χαμηλή ποσότητα και δραστικότητα) και Τύπο ΙΙ (φυσιολογική ποσότητα, μειωμένη λειτουργικότητα). Συχνά εκδηλώνεται με θρόμβωση σε νεαρή ηλικία.
  • Επίκτητη ανεπάρκεια: Παρατηρείται σε σηψαιμία, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC), βαριά ηπατική νόσο, νεφρωσικό σύνδρομο, εκτεταμένες χειρουργικές επεμβάσεις ή κατά τη διάρκεια θεραπείας με ηπαρίνη (λόγω κατανάλωσης).

Σε κλινικό επίπεδο, τα χαμηλά επίπεδα σχετίζονται με:

  • εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση και πνευμονική εμβολή,
  • υποτροπιάζοντα θρομβωτικά επεισόδια,
  • αποβολές ή επιπλοκές κύησης,
  • μειωμένη αποτελεσματικότητα της αντιπηκτικής αγωγής.
Συχνό κλινικό λάθος: Η διάγνωση ανεπάρκειας δεν πρέπει να βασίζεται σε μία μόνο μέτρηση κατά την οξεία φάση θρόμβωσης ή υπό ηπαρίνη. Απαιτείται επανέλεγχος μετά τη σταθεροποίηση και παράλληλη αξιολόγηση Πρωτεΐνης C/S.

Η έγκαιρη αναγνώριση επιτρέπει εξατομικευμένη πρόληψη (π.χ. σε εγκυμοσύνη ή χειρουργείο) και, σε ειδικές περιπτώσεις, χορήγηση συμπληρωματικής αντιθρομβίνης.


6

Υψηλή Αντιθρομβίνη

Η αυξημένη Αντιθρομβίνη ΙΙΙ είναι σχετικά σπάνια και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία.

Μπορεί να παρατηρηθεί παροδικά μετά από χορήγηση συμπληρωματικής αντιθρομβίνης σε νοσοκομειακό περιβάλλον ή σε ορισμένες φλεγμονώδεις καταστάσεις. Σε αντίθεση με τα χαμηλά επίπεδα, οι υψηλές τιμές δεν σχετίζονται με αυξημένο αιμορραγικό ή θρομβωτικό κίνδυνο.

Στην πράξη, η κλινική προσοχή εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στη μειωμένη δραστικότητα.


7

Κληρονομική vs επίκτητη ανεπάρκεια

Η ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ διακρίνεται σε κληρονομική και επίκτητη, με διαφορετική παθοφυσιολογία και κλινική συμπεριφορά.

  • Κληρονομική ανεπάρκεια: Οφείλεται σε μεταλλάξεις του γονιδίου SERPINC1. Χωρίζεται σε:
    • Τύπος Ι: μειωμένη ποσότητα και μειωμένη δραστικότητα (ποσοτικό έλλειμμα).
    • Τύπος ΙΙ: φυσιολογική ποσότητα αλλά μειωμένη λειτουργικότητα (ποιοτικό έλλειμμα).

    Συνήθως εκδηλώνεται με θρόμβωση σε νεαρή ηλικία και υψηλό κίνδυνο υποτροπών.

  • Επίκτητη ανεπάρκεια: Προκύπτει από αυξημένη κατανάλωση, μειωμένη παραγωγή ή απώλεια της πρωτεΐνης, όπως σε:
    • σήψη και σηπτικό shock,
    • διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC),
    • βαριά ηπατική ανεπάρκεια,
    • νεφρωσικό σύνδρομο (απώλεια από τα ούρα),
    • μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις ή τραύμα,
    • θεραπεία με ηπαρίνη (λόγω κατανάλωσης).

Σε αντίθεση με την κληρονομική μορφή, η επίκτητη ανεπάρκεια είναι συχνά παροδική και βελτιώνεται με την αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας.

Κλινική ένδειξη: Θρόμβωση σε ηλικία <40 ετών ή επαναλαμβανόμενα επεισόδια χωρίς εμφανή λόγο πρέπει πάντα να εγείρουν υποψία συγγενούς ανεπάρκειας και να οδηγούν σε πλήρη έλεγχο θρομβοφιλίας.


8

Αντιθρομβίνη & Ηπαρίνη

Η αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης εξαρτάται άμεσα από την παρουσία επαρκούς Αντιθρομβίνης ΙΙΙ. Η ηπαρίνη δρα ως «καταλύτης», επιταχύνοντας έως και χιλιάδες φορές τη δέσμευση της θρομβίνης και του παράγοντα Xa από την AT.

Όταν τα επίπεδα είναι χαμηλά, παρατηρείται το φαινόμενο της αντίστασης στην ηπαρίνη: παρά την αύξηση της δόσης, το aPTT ή το anti-Xa δεν φτάνουν στους θεραπευτικούς στόχους.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απλή αύξηση της ηπαρίνης συχνά δεν επαρκεί. Μπορεί να απαιτηθεί:

  • χορήγηση συμπυκνωμένης αντιθρομβίνης,
  • προσαρμογή της αντιπηκτικής στρατηγικής,
  • στενή εργαστηριακή παρακολούθηση με anti-Xa.
Πρακτικό μήνυμα: Σε ασθενή με χαμηλή AT III και αποτυχία επίτευξης θεραπευτικών στόχων, η μέτρηση της Αντιθρομβίνης είναι απαραίτητη πριν χαρακτηριστεί η αγωγή ως «ανθεκτική».


9

Εγκυμοσύνη & αποβολές

Η εγκυμοσύνη αποτελεί από μόνη της κατάσταση υπερπηκτικότητας. Όταν συνυπάρχει ανεπάρκεια Αντιθρομβίνης ΙΙΙ, ο κίνδυνος φλεβικής θρόμβωσης και επιπλοκών πλακούντα αυξάνεται σημαντικά.

Σε γυναίκες με χαμηλή AT III έχουν περιγραφεί αυξημένα ποσοστά:

  • εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης κατά την κύηση ή τη λοχεία,
  • καθ’ έξιν αποβολών,
  • ενδομήτριας καθυστέρησης ανάπτυξης,
  • προεκλαμψίας και αποκόλλησης πλακούντα.

Η προσέγγιση είναι πάντοτε εξατομικευμένη και βασίζεται στο προσωπικό ιστορικό θρόμβωσης, το οικογενειακό ιστορικό και το επίπεδο της ανεπάρκειας. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις απαιτείται στενή εργαστηριακή παρακολούθηση και προφυλακτική αντιπηκτική αγωγή υπό ιατρική καθοδήγηση.

Κλινική πράξη: Σε γυναίκες με επαναλαμβανόμενες αποβολές ή θρόμβωση στην κύηση, ο έλεγχος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ εντάσσεται στον βασικό εργαστηριακό έλεγχο θρομβοφιλίας πριν ή νωρίς στην εγκυμοσύνη.

Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει προληπτικό σχεδιασμό και μειώνει τον κίνδυνο σοβαρών μητρικών και εμβρυϊκών επιπλοκών.


10

Σχετικές εξετάσεις

Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ σπάνια αξιολογείται μεμονωμένα. Συνήθως αποτελεί μέρος ενός ολοκληρωμένου ελέγχου θρομβοφιλίας, ο οποίος περιλαμβάνει:

  • Πρωτεΐνη C & Πρωτεΐνη S: συμπληρωματικοί φυσικοί αντιπηκτικοί παράγοντες.
  • Παράγοντας V Leiden (FV G1691A): συχνή γενετική αιτία υπερπηκτικότητας.
  • Μετάλλαξη προθρομβίνης G20210A: σχετίζεται με αυξημένη παραγωγή θρομβίνης.
  • Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα: lupus anticoagulant, αντικαρδιολιπινικά, anti-β2GPI, ιδίως σε αποβολές ή αρτηριακές θρομβώσεις.
  • D-dimer: δείκτης ενεργού θρόμβωσης ή ινωδόλυσης.
  • Anti-Xa: παρακολούθηση δράσης ηπαρίνης, ιδιαίτερα όταν υπάρχει υποψία αντίστασης.

Ο συνδυασμός αυτών των εξετάσεων επιτρέπει στον θεράποντα ιατρό να διαμορφώσει πλήρη εικόνα της αιμοστατικής ισορροπίας και να καθορίσει την κατάλληλη προληπτική ή θεραπευτική στρατηγική.


11

Πότε χρειάζεται επανέλεγχος

Ο επανέλεγχος της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ είναι ουσιώδης όταν το αρχικό αποτέλεσμα έχει ληφθεί σε μη σταθερές κλινικές συνθήκες.

Στις περισσότερες περιπτώσεις συνιστάται επαναληπτική μέτρηση:

  • 2–4 εβδομάδες μετά την υποχώρηση οξείας θρόμβωσης ή σοβαρής φλεγμονής.
  • Μετά τη διακοπή ηπαρίνης, ώστε να αποφευχθεί η επίδραση κατανάλωσης της πρωτεΐνης.
  • Εκτός κύησης ή λοχείας, όταν διερευνάται συγγενής ανεπάρκεια.
  • Μετά την αποκατάσταση ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας, εφόσον αυτές επηρεάζουν τα επίπεδα.

Ο στόχος του επανελέγχου είναι να διαπιστωθεί αν η μείωση ήταν παροδική (επίκτητη) ή αν επιμένει, γεγονός που εγείρει υποψία κληρονομικής ανεπάρκειας.

Πρακτική συμβουλή: Η επιβεβαίωση χαμηλών τιμών απαιτεί τουλάχιστον δύο μετρήσεις σε σταθερή κατάσταση, μαζί με παράλληλο έλεγχο Πρωτεΐνης C και Πρωτεΐνης S.

Αυτή η προσέγγιση μειώνει τον κίνδυνο υπερδιάγνωσης και επιτρέπει ορθό σχεδιασμό μακροχρόνιας πρόληψης.


12

Περιορισμοί εξέτασης

Όπως κάθε εξέταση αιμόστασης, έτσι και η μέτρηση της Αντιθρομβίνης ΙΙΙ επηρεάζεται από κλινικούς και προαναλυτικούς παράγοντες.

  • Οξεία θρόμβωση ή φλεγμονή: μπορεί να προκαλέσουν ψευδώς χαμηλές τιμές λόγω κατανάλωσης.
  • Θεραπεία με ηπαρίνη: οδηγεί σε λειτουργική μείωση μέσω αυξημένης δέσμευσης.
  • Ηπατική ανεπάρκεια: μειωμένη σύνθεση.
  • Νεφρωσικό σύνδρομο: απώλεια της πρωτεΐνης από τα ούρα.
  • Κύηση και λοχεία: φυσιολογικές μεταβολές του αιμοστατικού συστήματος.

Επιπλέον, διαφορετικές εργαστηριακές μέθοδοι (λειτουργικές έναντι αντιγονικών) μπορεί να δώσουν ελαφρώς διαφορετικά αποτελέσματα, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη σύγκριση τιμών στο ίδιο εργαστήριο.

Σημαντικό: Καμία μεμονωμένη τιμή δεν αρκεί για διάγνωση. Η ερμηνεία γίνεται πάντα με βάση το κλινικό πλαίσιο και τα συνοδά εργαστηριακά ευρήματα.

Η κατανόηση αυτών των περιορισμών βοηθά στην αποφυγή λανθασμένων συμπερασμάτων και περιττής αγωγής.


13

Κλινικά παραδείγματα

Στην καθημερινή πράξη, ο έλεγχος Αντιθρομβίνης ΙΙΙ εντάσσεται σε συγκεκριμένα κλινικά σενάρια:

  • Νεαρός ασθενής με εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση χωρίς προφανή αιτία: Πραγματοποιείται πλήρης έλεγχος θρομβοφιλίας (AT III, Πρωτεΐνη C/S, FV Leiden, προθρομβίνη). Η ανίχνευση συγγενούς ανεπάρκειας καθορίζει τη διάρκεια της αντιπηκτικής αγωγής και τη μελλοντική πρόληψη.
  • Γυναίκα με καθ’ έξιν αποβολές: Ο έλεγχος περιλαμβάνει Αντιθρομβίνη, αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα και γενετικούς δείκτες. Σε επιβεβαιωμένη ανεπάρκεια, ο προγραμματισμός επόμενης κύησης γίνεται με εξατομικευμένη προφυλακτική στρατηγική.
  • Νοσηλευόμενος με αποτυχία επίτευξης θεραπευτικών στόχων υπό ηπαρίνη: Η χαμηλή AT III εξηγεί την “αντίσταση”. Η μέτρηση οδηγεί σε προσαρμογή της αγωγής και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, σε χορήγηση συμπληρωματικής αντιθρομβίνης.

Τα παραδείγματα αυτά αναδεικνύουν ότι η εξέταση δεν έχει απλώς διαγνωστικό χαρακτήρα, αλλά επηρεάζει άμεσα τις θεραπευτικές αποφάσεις.

Κλινική ουσία: Η αναγνώριση ανεπάρκειας Αντιθρομβίνης αλλάζει τη στρατηγική πρόληψης — όχι μόνο για το παρόν επεισόδιο, αλλά για ολόκληρη τη ζωή του ασθενούς.


14

Τι να θυμάστε

  • Η Αντιθρομβίνη ΙΙΙ αποτελεί βασικό ρυθμιστή της πήξης και προϋπόθεση για τη δράση της ηπαρίνης.
  • Χαμηλές τιμές αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και επιπλοκών κύησης.
  • Η διάγνωση απαιτεί επιβεβαίωση σε σταθερή φάση και συνδυασμό με άλλους δείκτες θρομβοφιλίας.
  • Η έγκαιρη αναγνώριση επιτρέπει στοχευμένη πρόληψη και εξατομικευμένη παρακολούθηση.


15

Συχνές Ερωτήσεις

Χρειάζεται νηστεία για την εξέταση;

Όχι. Δεν απαιτείται αυστηρή νηστεία, αλλά συνιστάται αποφυγή αλκοόλ και βαριών γευμάτων πριν την αιμοληψία.

Τι σημαίνει χαμηλή Αντιθρομβίνη ΙΙΙ;

Σημαίνει αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και πιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα της ηπαρίνης, ιδίως αν επιβεβαιωθεί σε επαναληπτικό έλεγχο.

Πότε πρέπει να επαναληφθεί η εξέταση;

Συνήθως 2–4 εβδομάδες μετά την οξεία φάση ή τη διακοπή ηπαρίνης, σε σταθερή κλινική κατάσταση.

Μπορεί η ηπαρίνη να επηρεάσει το αποτέλεσμα;

Ναι. Η ηπαρίνη μπορεί να μειώσει λειτουργικά τα επίπεδα λόγω κατανάλωσης, γι’ αυτό προτιμάται έλεγχος εκτός ενεργού αγωγής όπου είναι εφικτό.

Σχετίζεται με αποβολές;

Ναι. Η ανεπάρκεια αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών κύησης και καθ’ έξιν αποβολών, γι’ αυτό εντάσσεται στον έλεγχο θρομβοφιλίας.

Αρκεί μία μόνο μέτρηση για διάγνωση;

Όχι. Απαιτείται επιβεβαίωση σε δεύτερο δείγμα και συνδυασμός με άλλους δείκτες πήξης και την κλινική εικόνα.


16

Κλείστε Ραντεβού

Ερμηνεία αποτελεσμάτων από ιατρό στο εργαστήριό μας. Μπορείτε να προγραμματίσετε εξέταση ή να δείτε τον πλήρη κατάλογο διαθέσιμων εξετάσεων.

Κλείστε εύκολα εξέταση Αντιθρομβίνης ΙΙΙ ή δείτε τον πλήρη κατάλογο:
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30


17

Βιβλιογραφία

Κατάλογος Εξετάσεων – Μικροβιολογικό Λαμία
https://mikrobiologikolamia.gr/katalogos-eksetaseon/
Antithrombin deficiency. Blood.
https://ashpublications.org/…
StatPearls – Antithrombin Deficiency.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/…
Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος
Μικροβιολογικό Εργαστήριο Λαμίας, Έσλιν 19, Λαμία 35100
📞 +30-22310-66841 • Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Το Εργαστήριό μας

Από το 2004 προσφέρουμε διαγνωστικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου με εξελιγμένο ιατρικό εξοπλισμό
και αφοσιωμένο προσωπικό. Δέσμευσή μας είναι η αξιοπιστία, η άμεση και ανθρώπινη φροντίδα σε κάθε ασθενή.

Social Networks

Facebook
Twitter

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

22310 66841
6972 860905
Έσλιν 19, Λαμία 35100
©2025 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

©2023 Παντελής Αναγνωστόπουλος. All rights reserved.

Μικροβιολογικό Λαμία
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.