CHLAMYDIA TRACHOMATIS • ΧΛΑΜΥΔΙΑ • ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ • PCR • ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Chlamydia trachomatis – Χλαμύδια: Συμπτώματα, Μετάδοση, Εξέταση PCR και Θεραπεία

Τελευταία ενημέρωση: 15 Ιουλίου 2026

Τα χλαμύδια είναι μία συχνή, θεραπεύσιμη σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη που προκαλείται από το βακτήριο Chlamydia trachomatis. Πολλοί άνθρωποι δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα, αλλά μπορούν να μεταδώσουν τη λοίμωξη και να παρουσιάσουν επιπλοκές εάν δεν διαγνωστεί έγκαιρα.

Η καταλληλότερη εξέταση είναι συνήθως μοριακός έλεγχος NAAT/PCR σε ούρα πρώτης ούρησης ή σε κατάλληλο επίχρισμα, ανάλογα με το σημείο πιθανής έκθεσης. Ένα θετικό αποτέλεσμα χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση, σωστή αντιβιοτική αγωγή, ενημέρωση και αντιμετώπιση των πρόσφατων σεξουαλικών συντρόφων και αποχή από σεξουαλικές επαφές για το χρονικό διάστημα που θα υποδείξει ο θεράπων ιατρός.

Συχνά χωρίς συμπτώματαΗ απουσία ενοχλημάτων δεν αποκλείει τη λοίμωξη.
Εξέταση NAAT/PCRΑνιχνεύει το γενετικό υλικό του μικροβίου σε κατάλληλο δείγμα.
Θεραπεύσιμη λοίμωξηΗ θεραπεία γίνεται με αντιβιοτικά που επιλέγονται από ιατρό.
Πιθανή επαναμόλυνσηΗ προηγούμενη λοίμωξη δεν δημιουργεί αξιόπιστη προστατευτική ανοσία.

1Τι είναι το Chlamydia trachomatis

Το Chlamydia trachomatis είναι ένα βακτήριο που πολλαπλασιάζεται μέσα στα κύτταρα του ανθρώπινου οργανισμού. Ορισμένοι τύποι του μικροβίου προσβάλλουν κυρίως το γεννητικό και ουροποιητικό σύστημα, τον πρωκτό, τον φάρυγγα ή τους οφθαλμούς και μεταδίδονται κυρίως μέσω της σεξουαλικής επαφής. Η λοίμωξη που προκαλούν είναι γνωστή στην καθημερινή γλώσσα ως «χλαμύδια».

Τα χλαμύδια δεν είναι ιός και δεν είναι μύκητας. Πρόκειται για βακτηριακή λοίμωξη, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλη αντιβιοτική θεραπεία. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται οποιοδήποτε αντιβιοτικό χωρίς διάγνωση. Η επιλογή του φαρμάκου, η διάρκεια της αγωγής και η ανάγκη διερεύνησης για άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα καθορίζονται από τον ιατρό.

Η βασική δυσκολία είναι ότι η λοίμωξη συχνά παραμένει «σιωπηλή». Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι θετικός, να μην έχει εκκρίσεις, πόνο ή άλλα εμφανή συμπτώματα και παρ’ όλα αυτά να μεταδίδει το μικρόβιο. Για αυτό η εργαστηριακή εξέταση έχει κεντρικό ρόλο, ιδιαίτερα έπειτα από επαφή χωρίς προφυλακτικό, νέο σύντροφο, διάγνωση σε σύντροφο ή εμφάνιση συμπτωμάτων ουρηθρίτιδας ή τραχηλίτιδας.

Δεν πρέπει να συγχέεται το Chlamydia trachomatis με αναπνευστικά βακτήρια που παλαιότερα κατατάσσονταν επίσης στο γένος Chlamydia. Η σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη αφορά συγκεκριμένα στελέχη του C. trachomatis.

2Πώς μεταδίδονται τα χλαμύδια

Τα χλαμύδια μεταδίδονται κυρίως με κολπική ή πρωκτική σεξουαλική επαφή όταν υπάρχει επαφή μολυσμένων εκκρίσεων με ευαίσθητους βλεννογόνους. Μετάδοση μπορεί να συμβεί και κατά τη στοματική επαφή, αν και η πιθανότητα και η κλινική σημασία διαφέρουν ανάλογα με το σημείο έκθεσης.

Δεν είναι απαραίτητη η εκσπερμάτιση για να μεταδοθεί η λοίμωξη. Η μετάδοση μπορεί να γίνει από άτομο που δεν γνωρίζει ότι είναι θετικό, επειδή δεν εμφανίζει συμπτώματα. Επίσης, η λοίμωξη μπορεί να μεταφερθεί μεταξύ διαφορετικών ανατομικών σημείων μέσω σεξουαλικών βοηθημάτων όταν αυτά δεν καθαρίζονται ή δεν καλύπτονται με νέο προφυλακτικό μεταξύ των χρήσεων.

Κατά τον τοκετό, μία έγκυος με ενεργή τραχηλική λοίμωξη μπορεί να μεταδώσει το μικρόβιο στο νεογνό. Η νεογνική λοίμωξη μπορεί να εκδηλωθεί με επιπεφυκίτιδα ή πνευμονία και χρειάζεται ειδική παιδιατρική αντιμετώπιση.

Τα χλαμύδια δεν μεταδίδονται με τη συνήθη κοινωνική επαφή, το αγκάλιασμα, τη χειραψία, τα μαχαιροπίρουνα, το φαγητό, τα καθίσματα τουαλέτας ή την κοινή χρήση πισίνας. Το βακτήριο δεν επιβιώνει και δεν μεταδίδεται αποτελεσματικά μέσω καθημερινών αντικειμένων με τον τρόπο που συχνά φοβούνται οι ασθενείς.

Σημαντικό: Ένα θετικό αποτέλεσμα δεν επιτρέπει συνήθως να καθοριστεί με ακρίβεια πότε αποκτήθηκε η λοίμωξη ή από ποιο συγκεκριμένο άτομο μεταδόθηκε.

3Πόσο συχνά είναι τα χλαμύδια

Η χλαμυδιακή λοίμωξη συγκαταλέγεται στα συχνότερα βακτηριακά σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα παγκοσμίως. Η πραγματική συχνότητά της είναι δύσκολο να αποτυπωθεί πλήρως, επειδή μεγάλο μέρος των λοιμώξεων δεν προκαλεί συμπτώματα και δεν διαγιγνώσκεται.

Η λοίμωξη μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε σεξουαλικά ενεργό άτομο. Μεγαλύτερος αριθμός περιστατικών καταγράφεται συνήθως σε νεότερες ηλικιακές ομάδες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι μεγαλύτεροι ενήλικες δεν κινδυνεύουν. Η ηλικία από μόνη της δεν προστατεύει από τα χλαμύδια.

Παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα έκθεσης είναι ο νέος σεξουαλικός σύντροφος, οι πολλαπλοί σύντροφοι, η ασυνεπής χρήση προφυλακτικού, προηγούμενο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, η διάγνωση χλαμυδίων σε σύντροφο και η σεξουαλική δραστηριότητα μέσα σε δίκτυο όπου παρατηρείται αυξημένη κυκλοφορία ΣΜΝ.

Η αυξημένη διάγνωση σε ορισμένες ομάδες δεν πρέπει να οδηγεί σε στιγματισμό. Τα χλαμύδια δεν αποτελούν ένδειξη «κακής υγιεινής» ή ηθικής συμπεριφοράς. Είναι μία συχνή λοίμωξη που μπορεί να συμβεί μετά από μία μόνο έκθεση. Η σωστή αντιμετώπιση βασίζεται στην ενημέρωση, την εμπιστευτικότητα, την εξέταση, τη θεραπεία και την πρόληψη επαναμόλυνσης.

4Συμπτώματα χλαμυδίων στις γυναίκες

Στις γυναίκες η λοίμωξη εντοπίζεται συχνά στον τράχηλο της μήτρας και μπορεί να προκαλέσει τραχηλίτιδα. Πολλές γυναίκες, όμως, δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα ή έχουν τόσο ήπια ενοχλήματα ώστε να τα αποδίδουν σε ουρολοίμωξη, διαταραχή του κύκλου ή κολπίτιδα.

Πιθανά συμπτώματα είναι:

  • ασυνήθιστες κολπικές ή τραχηλικές εκκρίσεις,
  • κάψιμο ή πόνος κατά την ούρηση,
  • αιμορραγία μετά τη σεξουαλική επαφή,
  • αιμορραγία ανάμεσα στις περιόδους,
  • πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή,
  • πόνος ή βάρος χαμηλά στην κοιλιά,
  • ευαισθησία στην περιοχή της πυέλου.

Τα συμπτώματα αυτά δεν είναι ειδικά μόνο για τα χλαμύδια. Μπορεί να εμφανιστούν σε γονόρροια, τριχομονάδες, κολπίτιδα, ουρολοίμωξη, φλεγμονώδη νόσο της πυέλου ή άλλες γυναικολογικές καταστάσεις. Επομένως, δεν είναι ασφαλές να επιλέγεται θεραπεία μόνο από την περιγραφή των συμπτωμάτων.

Έντονος πόνος χαμηλά στην κοιλιά, πυρετός, ναυτία, έμετος, πόνος κατά την κινητοποίηση του τραχήλου ή επιδείνωση της γενικής κατάστασης μπορεί να υποδηλώνουν ανιούσα λοίμωξη και φλεγμονώδη νόσο της πυέλου. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται άμεση ιατρική εκτίμηση και όχι απλή αναμονή για ένα εργαστηριακό αποτέλεσμα.

5Συμπτώματα χλαμυδίων στους άνδρες

Στους άνδρες τα χλαμύδια προσβάλλουν συχνότερα την ουρήθρα και προκαλούν ουρηθρίτιδα. Όπως και στις γυναίκες, η λοίμωξη μπορεί να είναι ασυμπτωματική. Η απουσία εκκρίσεων ή πόνου δεν αποκλείει ένα θετικό μοριακό τεστ.

Πιθανά συμπτώματα είναι:

  • κάψιμο ή τσούξιμο κατά την ούρηση,
  • διαυγής, λευκωπή ή βλεννώδης έκκριση από την ουρήθρα,
  • ενόχληση ή κνησμός στο άνοιγμα της ουρήθρας,
  • συχνουρία ή αίσθημα ερεθισμού μετά την ούρηση,
  • πόνος ή ευαισθησία στον έναν όρχι,
  • σπανιότερα, οίδημα στην περιοχή του οσχέου.

Η χλαμυδιακή ουρηθρίτιδα μπορεί να μοιάζει με γονοκοκκική ουρηθρίτιδα ή με λοίμωξη από Mycoplasma genitalium. Για αυτό συχνά ζητείται παράλληλος μοριακός έλεγχος για περισσότερα από ένα παθογόνα, ανάλογα με το ιστορικό και την κλινική εικόνα.

Οξύς ή έντονος πόνος στον όρχι, σημαντικό οίδημα, πυρετός ή αιφνίδια έναρξη πόνου χρειάζονται επείγουσα ιατρική εξέταση. Δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα στα χλαμύδια, επειδή πρέπει να αποκλειστούν άλλες καταστάσεις, όπως συστροφή όρχεως ή οξεία επιδιδυμίτιδα.

6Χλαμύδια στο ορθό, τον φάρυγγα και τα μάτια

Το Chlamydia trachomatis δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον τράχηλο ή την ουρήθρα. Ανάλογα με τις σεξουαλικές πρακτικές και το σημείο έκθεσης, μπορεί να προσβάλει το ορθό, τον φάρυγγα ή τους οφθαλμούς. Για αυτό το δείγμα πρέπει να επιλέγεται με βάση το πραγματικό ιστορικό έκθεσης.

Η ορθοπρωκτική λοίμωξη είναι συχνά ασυμπτωματική. Όταν προκαλεί συμπτώματα, μπορεί να εμφανιστούν πόνος, έκκριση, τεινεσμός, αίσθημα ατελούς κένωσης ή μικρή αιμορραγία από το ορθό. Ορισμένα ειδικά στελέχη προκαλούν αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα, μία διαφορετική και πιο διεισδυτική μορφή λοίμωξης που χρειάζεται εξειδικευμένη αξιολόγηση και μεγαλύτερης διάρκειας θεραπεία.

Η φαρυγγική λοίμωξη συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα. Ένας απλός πονόλαιμος είναι πολύ συχνότερο να οφείλεται σε ιό ή άλλο αίτιο και δεν αποτελεί από μόνος του ένδειξη χλαμυδίων. Όταν υπήρξε στοματική έκθεση, ο ιατρός μπορεί να κρίνει αν απαιτείται φαρυγγικό επίχρισμα.

Η οφθαλμική λοίμωξη στους ενήλικες μπορεί να προκαλέσει ερυθρότητα, εκκρίσεις και επίμονη επιπεφυκίτιδα. Η μόλυνση μπορεί να συμβεί μέσω επαφής μολυσμένων εκκρίσεων με το μάτι. Επίμονη ή έντονη επιπεφυκίτιδα χρειάζεται οφθαλμολογική ή ιατρική εκτίμηση και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με τυχαίες οφθαλμικές σταγόνες.

7Περίοδος επώασης και χρόνος εμφάνισης συμπτωμάτων

Η περίοδος επώασης είναι το διάστημα ανάμεσα στη μόλυνση και στην πιθανή εμφάνιση συμπτωμάτων. Στα χλαμύδια τα ενοχλήματα, όταν εμφανίζονται, μπορεί να ξεκινήσουν μετά από ημέρες ή εβδομάδες. Σε πολλούς ανθρώπους δεν εμφανίζονται ποτέ σαφή συμπτώματα.

Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η ημερομηνία μετάδοσης μόνο από την ημέρα που ξεκίνησε το κάψιμο στην ούρηση ή οι εκκρίσεις. Μία λοίμωξη μπορεί να έχει παραμείνει αδιάγνωστη για σημαντικό διάστημα. Παράλληλα, ένα πολύ πρώιμο τεστ αμέσως μετά την έκθεση μπορεί να μη διαθέτει ακόμη το μέγιστο δυνατό διαγνωστικό όφελος.

Δεν υπάρχει ένα απόλυτα ίδιο «παράθυρο» για κάθε μοριακή μέθοδο, κάθε είδος δείγματος και κάθε κλινική περίπτωση. Μετά από πολύ πρόσφατη επαφή, το εργαστήριο και ο θεράπων ιατρός πρέπει να γνωρίζουν την ημερομηνία έκθεσης, ώστε να αποφασιστεί αν η εξέταση πρέπει να γίνει άμεσα, να επαναληφθεί αργότερα ή να συνδυαστεί με εξέταση για άλλα ΣΜΝ.

Η αναμονή δεν είναι σωστή όταν υπάρχουν έντονα συμπτώματα, εγκυμοσύνη, γνωστό θετικό αποτέλεσμα συντρόφου ή κλινική υποψία επιπλοκής. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ιατρική αξιολόγηση πρέπει να γίνεται χωρίς καθυστέρηση, ακόμη και αν χρειαστεί επαναληπτικός εργαστηριακός έλεγχος.

8Πότε χρειάζεται εξέταση για χλαμύδια

Η εξέταση δεν αφορά μόνο όσους έχουν συμπτώματα. Επειδή η λοίμωξη είναι συχνά ασυμπτωματική, ο προληπτικός έλεγχος έχει ιδιαίτερη σημασία σε άτομα με αυξημένη πιθανότητα έκθεσης.

Έλεγχος μπορεί να χρειάζεται όταν:

  • υπήρξε κολπική, πρωκτική ή στοματική επαφή χωρίς προφυλακτικό,
  • ο σεξουαλικός σύντροφος διαγνώστηκε με χλαμύδια,
  • υπάρχουν εκκρίσεις, δυσουρία, τραχηλίτιδα ή ουρηθρίτιδα,
  • υπάρχει νέος ή πολλαπλοί σεξουαλικοί σύντροφοι,
  • διαγνώστηκε άλλο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα,
  • υπάρχει φλεγμονώδης νόσος της πυέλου ή επιδιδυμίτιδα,
  • η γυναίκα είναι έγκυος και ανήκει σε ομάδα για την οποία συνιστάται έλεγχος,
  • προγραμματίζεται έναρξη PrEP ή γίνεται περιοδική παρακολούθηση σε πλαίσιο αυξημένου κινδύνου.

Οι διεθνείς συστάσεις συχνά προβλέπουν ετήσιο έλεγχο για σεξουαλικά ενεργές γυναίκες κάτω των 25 ετών και για μεγαλύτερες γυναίκες με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου. Οι ακριβείς συστάσεις προσαρμόζονται στο ιστορικό, την εγκυμοσύνη, τις σεξουαλικές πρακτικές και τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.

Ένα «γενικό check-up αίματος» δεν ανιχνεύει τα χλαμύδια. Χρειάζεται ειδική εξέταση στο σωστό δείγμα. Φυσιολογική γενική αίματος, χαμηλή CRP ή απουσία πυρετού δεν αποκλείουν εντοπισμένη χλαμυδιακή λοίμωξη.

9Εξέταση PCR και NAAT για Chlamydia trachomatis

Οι δοκιμασίες ενίσχυσης νουκλεϊκών οξέων, γνωστές ως NAAT, αποτελούν τη βασική εργαστηριακή προσέγγιση για την ανίχνευση του Chlamydia trachomatis. Στην καθημερινή γλώσσα χρησιμοποιείται συχνά ο όρος PCR, αν και η ακριβής τεχνολογία μπορεί να διαφέρει μεταξύ των αναλυτικών συστημάτων.

Η εξέταση αναζητά γενετικό υλικό του μικροβίου στο δείγμα. Δεν βασίζεται στην ανάπτυξή του σε μία συνηθισμένη βακτηριακή καλλιέργεια. Το C. trachomatis είναι ενδοκυττάριο βακτήριο και δεν ανιχνεύεται αξιόπιστα με την κλασική καλλιέργεια ούρων ή το απλό κολπικό επίχρισμα που χρησιμοποιείται για κοινά βακτήρια και μύκητες.

Η υψηλή αναλυτική ευαισθησία των μοριακών μεθόδων δεν αναιρεί τη σημασία της προαναλυτικής διαδικασίας. Λανθασμένο δείγμα, λάθος ανατομικό σημείο, πολύ πρόσφατη έκθεση, ανεπαρκής συλλογή ή λήψη αντιβιοτικών μπορούν να επηρεάσουν την κλινική ερμηνεία.

Σε αρκετά συστήματα, το ίδιο δείγμα μπορεί να ελεγχθεί ταυτόχρονα για Chlamydia trachomatis και Neisseria gonorrhoeae. Ανάλογα με το ιστορικό, μπορεί να ζητηθεί ευρύτερο μοριακό panel που περιλαμβάνει και άλλα παθογόνα. Το ευρύτερο panel δεν είναι πάντοτε απαραίτητο και πρέπει να επιλέγεται με βάση την έκθεση και τα συμπτώματα.

Περισσότερες πληροφορίες για τη μεθοδολογία υπάρχουν στον οδηγό PCR: Εξέταση Μοριακού Ελέγχου για Ιούς, Μικρόβια και Μεταλλάξεις.

10Ούρα ή επίχρισμα: ποιο δείγμα χρειάζεται

Το σωστό δείγμα εξαρτάται από την ανατομική περιοχή που ενδέχεται να έχει μολυνθεί. Δεν υπάρχει ένα μόνο δείγμα που να αποκλείει πάντα τη λοίμωξη σε όλα τα σημεία του σώματος.

Πιθανό σημείο λοίμωξηςΕνδεικτικό δείγμαΠαρατήρηση
Ουρήθρα άνδραΠρώτα ούρα ή ουρηθρικό επίχρισμαΤα πρώτα ούρα δεν είναι το ίδιο με ούρα μέσης ροής για καλλιέργεια.
Κόλπος ή τράχηλοςΚολπικό ή τραχηλικό επίχρισμαΗ επιλογή εξαρτάται από το σύστημα εξέτασης και την κλινική ένδειξη.
ΟρθόΟρθοπρωκτικό επίχρισμαΧρειάζεται όταν υπήρξε σχετική έκθεση ή υπάρχουν ορθικά συμπτώματα.
ΦάρυγγαςΦαρυγγικό επίχρισμαΔεν αντικαθίσταται από εξέταση ούρων.
ΟφθαλμόςΕιδικό οφθαλμικό δείγμαΣυλλέγεται μόνο με ειδική ιατρική ή εργαστηριακή καθοδήγηση.

Σε μία γυναίκα, ένα κατάλληλα συλλεγμένο κολπικό επίχρισμα αποτελεί συχνά εξαιρετικό δείγμα για μοριακό έλεγχο. Σε έναν άνδρα με πιθανή ουρηθρική λοίμωξη χρησιμοποιούνται συχνά τα πρώτα ούρα. Το «γενικό κολπικό επίχρισμα» ή η κλασική καλλιέργεια κολπικού ή τραχηλικού επιχρίσματος δεν πρέπει να θεωρούνται αυτόματα ισοδύναμα με ειδικό NAAT/PCR για χλαμύδια.

11Προετοιμασία για την εξέταση

Οι ακριβείς οδηγίες εξαρτώνται από το είδος του δείγματος και το μοριακό σύστημα του εργαστηρίου. Για αυτό ο εξεταζόμενος πρέπει να ακολουθεί τις συγκεκριμένες οδηγίες που θα του δοθούν και όχι γενικούς κανόνες από διαφορετικές εξετάσεις.

Για δείγμα πρώτων ούρων συνήθως ζητείται να συλλεχθεί το αρχικό τμήμα της ούρησης και όχι ούρα μέσης ροής. Συχνά συστήνεται να μην έχει προηγηθεί ούρηση για ένα διάστημα πριν από τη συλλογή. Το δοχείο, ο απαιτούμενος όγκος και οι συνθήκες μεταφοράς πρέπει να είναι αυτά που προβλέπει το εργαστήριο.

Για κολπικό, τραχηλικό, ουρηθρικό, φαρυγγικό ή ορθοπρωκτικό επίχρισμα χρησιμοποιείται ειδικός στυλεός και ειδικό υλικό μεταφοράς. Δεν είναι όλα τα βαμβακοφόρα στυλεά κατάλληλα για κάθε αναλυτικό σύστημα.

Πριν από τη λήψη ενημερώστε το εργαστήριο ή τον ιατρό για:

  • την ημερομηνία της πιθανής έκθεσης,
  • τα σημεία σεξουαλικής επαφής,
  • την ύπαρξη συμπτωμάτων,
  • πρόσφατη ή τρέχουσα αντιβιοτική θεραπεία,
  • εγκυμοσύνη ή πιθανότητα εγκυμοσύνης,
  • γνωστό θετικό αποτέλεσμα συντρόφου.

Η έμμηνος ρύση δεν αποκλείει πάντοτε τη δυνατότητα εξέτασης, αλλά μπορεί να επηρεάζει την επιλογή ή τη συλλογή ορισμένων δειγμάτων. Το εργαστήριο θα δώσει εξατομικευμένη οδηγία.

12Τι σημαίνει θετικό αποτέλεσμα

Θετικό NAAT/PCR σημαίνει ότι στο εξεταζόμενο δείγμα ανιχνεύθηκε γενετικό υλικό του Chlamydia trachomatis. Σε συμβατό κλινικό και προαναλυτικό πλαίσιο, το αποτέλεσμα θεωρείται ένδειξη χλαμυδιακής λοίμωξης και χρειάζεται ιατρική αντιμετώπιση.

Το θετικό αποτέλεσμα δεν δείχνει:

  • την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία έγινε η μόλυνση,
  • ποιος σύντροφος μετέδωσε τη λοίμωξη,
  • πόσο διάστημα υπάρχει το μικρόβιο στον οργανισμό,
  • αν έχουν ήδη δημιουργηθεί επιπλοκές,
  • αν υπάρχει λοίμωξη σε όλα τα υπόλοιπα ανατομικά σημεία.

Μετά από θετικό αποτέλεσμα χρειάζεται αξιολόγηση για συμπτώματα, πιθανή εγκυμοσύνη, αλλεργίες, φάρμακα, ανατομικό σημείο λοίμωξης και πιθανή συνύπαρξη άλλων ΣΜΝ. Ο ιατρός θα επιλέξει την κατάλληλη θεραπεία και θα καθορίσει ποιους συντρόφους πρέπει να ενημερώσει ο ασθενής.

Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί επιβεβαίωση ή νέα λήψη δείγματος, για παράδειγμα όταν υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ αποτελέσματος, δείγματος και κλινικής εικόνας. Δεν πρέπει όμως να αναβάλλεται αυθαίρετα η ιατρική επικοινωνία περιμένοντας δεύτερη εξέταση.

Ένα θετικό αποτέλεσμα δεν αποτελεί λόγο ντροπής ή κατηγορίας. Το πρακτικό ζητούμενο είναι η έγκαιρη θεραπεία, η προστασία των συντρόφων και η αποφυγή επαναμόλυνσης.

13Τι σημαίνει αρνητικό αποτέλεσμα

Αρνητικό αποτέλεσμα σημαίνει ότι δεν ανιχνεύθηκε γενετικό υλικό του Chlamydia trachomatis στο συγκεκριμένο δείγμα, με τη συγκεκριμένη μέθοδο και κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Στις περισσότερες περιπτώσεις ένα σωστά συλλεγμένο αρνητικό δείγμα είναι καθησυχαστικό.

Δεν πρέπει, όμως, να ερμηνεύεται απομονωμένα όταν:

  • η εξέταση έγινε πολύ σύντομα μετά την πιθανή έκθεση,
  • εξετάστηκε διαφορετικό ανατομικό σημείο από εκείνο που εκτέθηκε,
  • το δείγμα ήταν ανεπαρκές ή δεν συλλέχθηκε σωστά,
  • είχε προηγηθεί αντιβιοτική αγωγή,
  • τα συμπτώματα παραμένουν ή επιδεινώνονται,
  • υπάρχει επιβεβαιωμένη λοίμωξη σε σύντροφο.

Για παράδειγμα, αρνητικά ούρα δεν αποκλείουν απαραίτητα μία εντοπισμένη ορθική ή φαρυγγική λοίμωξη. Αντίστοιχα, ένα αρνητικό κολπικό δείγμα δεν αποτελεί εξέταση για σύφιλη, HIV, ηπατίτιδες ή άλλα παθογόνα.

Επίμονο κάψιμο, εκκρίσεις ή πόνος μετά από αρνητικό τεστ χρειάζονται επανεκτίμηση. Μπορεί να ευθύνονται γονόρροια, Mycoplasma genitalium, τριχομονάδες, κοινή ουρολοίμωξη, κολπίτιδα ή μη λοιμώδη αίτια. Η επανάληψη του ίδιου τεστ χωρίς νέο κλινικό σχεδιασμό δεν είναι πάντοτε η καλύτερη επόμενη κίνηση.

14Θεραπεία των χλαμυδίων και αντιβιοτικά

Τα μη επιπλεγμένα χλαμύδια θεραπεύονται με κατάλληλη αντιβιοτική αγωγή. Στις σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες η δοξυκυκλίνη χρησιμοποιείται συχνά ως βασική επιλογή για μη επιπλεγμένη ουρογεννητική, ορθική ή φαρυγγική λοίμωξη, ενώ υπάρχουν εναλλακτικά σχήματα για συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Η θεραπεία δεν πρέπει να αντιγράφεται από παλαιότερη συνταγή ή από θεραπεία συντρόφου. Η επιλογή αλλάζει όταν υπάρχει:

  • εγκυμοσύνη ή θηλασμός,
  • αλλεργία ή αντένδειξη σε συγκεκριμένο αντιβιοτικό,
  • ορθική λοίμωξη,
  • φλεγμονώδης νόσος της πυέλου,
  • επιδιδυμίτιδα,
  • υποψία αφροδίσιου λεμφοκοκκιώματος,
  • συνύπαρξη ή πιθανότητα γονόρροιας,
  • δυσκολία ολοκλήρωσης πολυήμερης αγωγής.

Η δοξυκυκλίνη χρειάζεται σωστή λήψη και τήρηση των οδηγιών του ιατρού ή του φύλλου οδηγιών. Μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερικές ενοχλήσεις, ερεθισμό του οισοφάγου και φωτοευαισθησία. Δεν πρέπει να λαμβάνεται αυθαίρετα και απαιτεί προσοχή σε αλληλεπιδράσεις και ειδικές καταστάσεις. Αναλυτικές πληροφορίες υπάρχουν στον οδηγό Vibramycin – Δοξυκυκλίνη: Χρήσεις, Λήψη και Παρενέργειες.

Τα συμπτώματα μπορεί να βελτιωθούν πριν εξαλειφθεί πλήρως η λοίμωξη. Η αγωγή πρέπει να ολοκληρώνεται ακριβώς όπως συνταγογραφήθηκε. Παράλειψη δόσεων, πρόωρη διακοπή ή σεξουαλική επαφή πριν ολοκληρωθεί το προβλεπόμενο διάστημα αυξάνουν τον κίνδυνο αποτυχίας ή επαναμόλυνσης.

Ιατρική επισήμανση: Οι πληροφορίες για τα αντιβιοτικά είναι ενημερωτικές. Το φάρμακο, η δόση, η διάρκεια και η καταλληλότητα της αγωγής καθορίζονται αποκλειστικά από τον θεράποντα ιατρό.

15Αντιμετώπιση και ενημέρωση των σεξουαλικών συντρόφων

Η αντιμετώπιση των συντρόφων αποτελεί βασικό μέρος της θεραπείας. Εάν θεραπευτεί μόνο το ένα άτομο και ο σύντροφος παραμείνει αδιάγνωστος ή χωρίς αγωγή, μπορεί να συμβεί γρήγορη επαναμόλυνση.

Ο θεράπων ιατρός θα καθορίσει ποιοι πρόσφατοι σεξουαλικοί σύντροφοι πρέπει να ενημερωθούν, να εξεταστούν και ενδεχομένως να λάβουν θεραπεία. Η περίοδος αναζήτησης συντρόφων εξαρτάται από τις κατευθυντήριες οδηγίες, την ημερομηνία διάγνωσης, τα συμπτώματα και το ιστορικό επαφών.

Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με απλό, ουδέτερο τρόπο: «Η εξέτασή μου για χλαμύδια βγήκε θετική και μου συνέστησαν να ενημερώσω τους πρόσφατους συντρόφους, ώστε να εξεταστούν και να μιλήσουν με ιατρό». Δεν είναι απαραίτητες κατηγορίες ή προσπάθεια προσδιορισμού του ποιος μετέδωσε τη λοίμωξη.

Το ζευγάρι πρέπει να ακολουθήσει τις ιατρικές οδηγίες για αποχή από σεξουαλικές επαφές. Η χρήση προφυλακτικού μειώνει τον κίνδυνο, αλλά κατά το διάστημα θεραπείας δεν αντικαθιστά την προβλεπόμενη αποχή. Η επαφή επαναλαμβάνεται όταν έχει ολοκληρωθεί η κατάλληλη αγωγή, έχει περάσει το απαιτούμενο χρονικό διάστημα και έχουν αντιμετωπιστεί οι σύντροφοι.

Σε περίπτωση φόβου βίας, εξαναγκασμού ή σοβαρής σύγκρουσης, η ενημέρωση του συντρόφου πρέπει να σχεδιάζεται με τη βοήθεια επαγγελματία υγείας και με προτεραιότητα στην προσωπική ασφάλεια.

16Επανέλεγχος μετά τη θεραπεία

Υπάρχουν δύο διαφορετικές έννοιες που συχνά συγχέονται: ο έλεγχος ίασης και ο επανέλεγχος για πιθανή επαναμόλυνση.

Ο έλεγχος ίασης γίνεται για να επιβεβαιωθεί ότι η θεραπεία εξάλειψε τη λοίμωξη. Δεν απαιτείται πάντοτε σε κάθε μη έγκυο άτομο με μη επιπλεγμένα χλαμύδια, όταν η αγωγή ολοκληρώθηκε σωστά, τα συμπτώματα υποχώρησαν και δεν υπήρξε νέα έκθεση. Χρειάζεται όμως σε ειδικές περιπτώσεις, όπως η εγκυμοσύνη, η αμφιβολία για συμμόρφωση, η παραμονή συμπτωμάτων ή η υποψία επαναμόλυνσης.

Ο επανέλεγχος για επαναμόλυνση συνιστάται επειδή ένα σημαντικό μέρος των νέων θετικών αποτελεσμάτων μετά τη θεραπεία οφείλεται σε νέα έκθεση από σύντροφο που δεν αντιμετωπίστηκε ή από νέο σύντροφο. Συχνά προτείνεται επανέλεγχος περίπου τρεις μήνες μετά τη θεραπεία, σύμφωνα με την ιατρική οδηγία.

Η μοριακή εξέταση δεν πρέπει να γίνεται αυθαίρετα πολύ νωρίς μετά την ολοκλήρωση της αγωγής. Για ένα διάστημα μπορεί να ανιχνεύεται υπολειμματικό γενετικό υλικό μη βιώσιμων μικροοργανισμών και να δημιουργείται δυσκολία στην ερμηνεία. Όταν απαιτείται έλεγχος ίασης, ο ιατρός καθορίζει το κατάλληλο χρονικό σημείο.

Εάν τα συμπτώματα δεν βελτιωθούν, δεν πρέπει να λαμβάνεται δεύτερη αγωγή χωρίς αξιολόγηση. Χρειάζεται να εξεταστούν η συμμόρφωση, η επανέκθεση, το σωστό ανατομικό σημείο, πιθανή συνλοίμωξη και εναλλακτική διάγνωση.

17Επιπλοκές των χλαμυδίων στις γυναίκες

Η σημαντικότερη επιπλοκή στις γυναίκες είναι η ανιούσα επέκταση της λοίμωξης από τον τράχηλο προς τη μήτρα και τις σάλπιγγες, με αποτέλεσμα φλεγμονώδη νόσο της πυέλου. Η επιπλοκή μπορεί να εμφανιστεί με έντονα συμπτώματα, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις η φλεγμονή είναι ήπια ή υποκλινική.

Πιθανές συνέπειες είναι:

  • χρόνιος πυελικός πόνος,
  • ουλές ή απόφραξη των σαλπίγγων,
  • αυξημένος κίνδυνος εξωμήτριας κύησης,
  • δυσκολία σύλληψης ή σαλπιγγικός παράγοντας υπογονιμότητας,
  • απόστημα ή σοβαρότερη πυελική λοίμωξη σε επιλεγμένες περιπτώσεις.

Δεν θα παρουσιάσει κάθε γυναίκα με χλαμύδια υπογονιμότητα. Ο κίνδυνος αυξάνεται όταν η λοίμωξη παραμένει χωρίς θεραπεία, επαναλαμβάνεται ή έχει ήδη προκαλέσει ανιούσα φλεγμονή. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία μειώνουν τον κίνδυνο επιπλοκών, αλλά η αντιβιοτική αγωγή δεν μπορεί να αντιστρέψει ουλές που έχουν ήδη σχηματιστεί.

Πόνος χαμηλά στην κοιλιά, πυρετός, δύσοσμες εκκρίσεις, αιμορραγία, πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή ή έντονη ευαισθησία στην πύελο χρειάζονται άμεση γυναικολογική αξιολόγηση. Η απλή λήψη ενός κολπικού δείγματος δεν υποκαθιστά την κλινική εξέταση όταν υπάρχει υποψία φλεγμονώδους νόσου της πυέλου.

18Επιπλοκές των χλαμυδίων στους άνδρες

Στους άνδρες η λοίμωξη μπορεί να επεκταθεί από την ουρήθρα προς την επιδιδυμίδα και να προκαλέσει επιδιδυμίτιδα. Τα πιθανά συμπτώματα περιλαμβάνουν μονόπλευρο πόνο, ευαισθησία ή οίδημα στο όσχεο, με ή χωρίς ουρηθρικές εκκρίσεις.

Ο πόνος στον όρχι δεν πρέπει να θεωρείται αυτόματα χλαμυδιακή επιδιδυμίτιδα. Η συστροφή του όρχεως αποτελεί επείγουσα κατάσταση και μπορεί να εμφανιστεί με αιφνίδιο, έντονο πόνο. Απαιτείται άμεση ιατρική εξέταση, ιδιαίτερα σε νεότερους άνδρες ή όταν ο πόνος ξεκίνησε απότομα.

Η επίδραση των χλαμυδίων στην ανδρική γονιμότητα είναι λιγότερο ξεκάθαρη από τη γνωστή σχέση της λοίμωξης με σαλπιγγική βλάβη στις γυναίκες. Σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη φλεγμονή της επιδιδυμίδας μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική λειτουργία, αλλά ένα θετικό τεστ δεν σημαίνει αυτόματα υπογονιμότητα.

Σπανιότερα, μετά από χλαμυδιακή λοίμωξη μπορεί να εμφανιστεί αντιδραστική αρθρίτιδα. Πρόκειται για φλεγμονώδη αντίδραση που μπορεί να περιλαμβάνει πόνο ή οίδημα αρθρώσεων, συμπτώματα από την ουρήθρα και οφθαλμικό ερεθισμό. Δεν οφείλεται συνήθως σε άμεση παρουσία του μικροβίου μέσα στην άρθρωση και χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση.

Επίμονα συμπτώματα μετά τη θεραπεία μπορεί να οφείλονται σε επαναμόλυνση, άλλο παθογόνο ή μη λοιμώδη φλεγμονή. Δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη αντοχής του μικροβίου στο αντιβιοτικό.

19Χλαμύδια και εγκυμοσύνη

Η χλαμυδιακή λοίμωξη στην εγκυμοσύνη χρειάζεται έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία με σχήμα κατάλληλο για την κύηση. Η έγκυος δεν πρέπει να λάβει μόνη της δοξυκυκλίνη ή οποιοδήποτε άλλο αντιβιοτικό επειδή το είδε σε γενική οδηγία. Η επιλογή της αγωγής γίνεται από τον μαιευτήρα ή τον θεράποντα ιατρό.

Ο έλεγχος συστήνεται ιδιαίτερα σε εγκύους νεότερης ηλικίας και σε εγκύους με αυξημένο κίνδυνο, όπως νέο σύντροφο, πολλαπλούς συντρόφους ή σύντροφο με ΣΜΝ. Ανάλογα με το ιστορικό και τις οδηγίες, μπορεί να χρειαστεί επανάληψη του ελέγχου αργότερα στην εγκυμοσύνη.

Μετά τη θεραπεία μιας εγκύου συνιστάται συνήθως έλεγχος ίασης περίπου τέσσερις εβδομάδες αργότερα και νέος επανέλεγχος μέσα στους επόμενους μήνες. Το ακριβές πρόγραμμα καθορίζεται από τον μαιευτήρα.

Κατά τον τοκετό, το νεογνό μπορεί να εκτεθεί σε μολυσμένες τραχηλικές εκκρίσεις. Η νεογνική χλαμυδιακή λοίμωξη μπορεί να εκδηλωθεί με επιπεφυκίτιδα κατά τις πρώτες εβδομάδες ζωής ή με πνευμονία αργότερα. Η προγεννητική ανίχνευση και θεραπεία της μητέρας είναι ουσιαστικό μέτρο πρόληψης.

Θετικό αποτέλεσμα στην εγκυμοσύνη δεν αποτελεί λόγο πανικού. Χρειάζεται άμεση επικοινωνία με τον ιατρό, ολοκλήρωση της κατάλληλης αγωγής, αντιμετώπιση του συντρόφου και τήρηση του προγράμματος επανελέγχου.

20Χλαμύδια, γονόρροια και άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα

Η διάγνωση χλαμυδίων δεν αποκλείει την ταυτόχρονη παρουσία άλλου σεξουαλικώς μεταδιδόμενου νοσήματος. Τα ίδια πρότυπα έκθεσης μπορούν να μεταδώσουν περισσότερα από ένα παθογόνα, ενώ τα συμπτώματα ουρηθρίτιδας ή τραχηλίτιδας συχνά επικαλύπτονται.

Ανάλογα με το ιστορικό, ο ιατρός μπορεί να συστήσει έλεγχο για:

  • γονόρροια με μοριακή εξέταση,
  • HIV με εξέταση αντιγόνου και αντισωμάτων,
  • σύφιλη με ορολογικό έλεγχο,
  • ηπατίτιδα Β και ηπατίτιδα C,
  • Mycoplasma genitalium σε επιλεγμένες περιπτώσεις,
  • τριχομονάδες ή άλλα αίτια κολπίτιδας, ανάλογα με τα συμπτώματα.

Δεν υπάρχει ένα ενιαίο «πλήρες panel» που να είναι κατάλληλο για όλους. Το σωστό panel εξαρτάται από το είδος της επαφής, την ημερομηνία έκθεσης, τα ανατομικά σημεία, την ύπαρξη συμπτωμάτων, προηγούμενες εξετάσεις, εμβολιασμούς και τη χρήση PrEP.

Ένα αρνητικό τεστ χλαμυδίων δεν σημαίνει ότι όλα τα υπόλοιπα ΣΜΝ είναι αρνητικά. Κάθε λοίμωξη έχει τη δική της εξέταση και το δικό της διαγνωστικό παράθυρο. Αναλυτική παρουσίαση υπάρχει στον οδηγό Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα: Εξετάσεις, Συμπτώματα και Πρόληψη.

21Πρόληψη και συχνές παρανοήσεις

Η συνεπής και σωστή χρήση προφυλακτικού μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης. Το προφυλακτικό πρέπει να χρησιμοποιείται από την αρχή μέχρι το τέλος της επαφής και να αλλάζει όταν αλλάζει ανατομικό σημείο ή χρησιμοποιείται νέο σεξουαλικό βοήθημα.

Η πρόληψη περιλαμβάνει επίσης τακτικό έλεγχο όταν υπάρχει σχετική ένδειξη, ειλικρινή επικοινωνία με τους συντρόφους, άμεση εξέταση μετά από γνωστή έκθεση, ολοκλήρωση της θεραπείας και επανέλεγχο όταν συστήνεται.

Συχνές παρανοήσεις:

  • «Δεν έχω συμπτώματα, άρα δεν έχω χλαμύδια»: Λάθος. Πολλές λοιμώξεις είναι ασυμπτωματικές.
  • «Έκανα γενική ούρων και ήταν καθαρή»: Η γενική ούρων δεν αποτελεί ειδικό μοριακό τεστ για χλαμύδια.
  • «Η καλλιέργεια κολπικού ήταν αρνητική»: Η συνηθισμένη καλλιέργεια δεν αντικαθιστά ειδικό NAAT/PCR.
  • «Μία φορά θεραπεία σημαίνει μόνιμη ανοσία»: Δεν δημιουργείται αξιόπιστη προστασία και είναι δυνατή νέα μόλυνση.
  • «Το θετικό τεστ αποδεικνύει πρόσφατη απιστία»: Δεν μπορεί συνήθως να καθοριστεί πότε αποκτήθηκε η λοίμωξη.
  • «Μπορώ να πάρω το ίδιο αντιβιοτικό με τον σύντροφό μου»: Η θεραπεία εξατομικεύεται, ιδιαίτερα σε εγκυμοσύνη, αλλεργίες ή επιπλοκές.
  • «Μεταδίδεται από την τουαλέτα»: Η συνήθης μετάδοση γίνεται μέσω σεξουαλικής επαφής και όχι από καθίσματα τουαλέτας.

Συχνές ερωτήσεις

Μπορεί να έχω χλαμύδια για χρόνια χωρίς να το γνωρίζω;

Η λοίμωξη μπορεί να παραμείνει ασυμπτωματική και να διαγνωστεί καθυστερημένα. Από ένα θετικό αποτέλεσμα δεν μπορεί συνήθως να προσδιοριστεί η ακριβής διάρκεια της λοίμωξης.

Φαίνονται τα χλαμύδια σε εξέταση αίματος;

Η διάγνωση της ενεργής ουρογεννητικής λοίμωξης γίνεται κυρίως με ειδικό μοριακό έλεγχο σε ούρα ή επίχρισμα. Οι συνήθεις εξετάσεις αίματος και η γενική αίματος δεν επιβεβαιώνουν ούτε αποκλείουν την ενεργή λοίμωξη.

Μπορούν τα χλαμύδια να φύγουν μόνα τους;

Δεν πρέπει να αναμένεται αυτόματη υποχώρηση. Χωρίς θεραπεία η λοίμωξη μπορεί να παραμείνει, να μεταδοθεί και να προκαλέσει επιπλοκές. Ένα θετικό αποτέλεσμα χρειάζεται ιατρική αντιμετώπιση.

Μπορώ να κολλήσω ξανά μετά τη θεραπεία;

Ναι. Η θεραπεία της προηγούμενης λοίμωξης δεν δημιουργεί μόνιμη ανοσία. Η επαναμόλυνση είναι δυνατή εάν ο σύντροφος δεν αντιμετωπιστεί ή υπάρξει νέα έκθεση.

Χρειάζεται να εξεταστεί και ο σύντροφός μου;

Ναι, οι πρόσφατοι σύντροφοι χρειάζονται ενημέρωση και ιατρική καθοδήγηση για εξέταση ή θεραπεία. Διαφορετικά αυξάνεται ο κίνδυνος επαναμόλυνσης.

Πόσο γρήγορα μετά τη θεραπεία μπορώ να έχω σεξουαλική επαφή;

Πρέπει να ολοκληρωθεί η αγωγή, να περάσει το χρονικό διάστημα που όρισε ο ιατρός και να έχουν αντιμετωπιστεί οι σύντροφοι. Η ακριβής οδηγία εξαρτάται από το θεραπευτικό σχήμα.

Η αρνητική PCR αποκλείει κάθε σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα;

Όχι. Ένα αρνητικό αποτέλεσμα αφορά μόνο το παθογόνο και το ανατομικό σημείο που εξετάστηκαν. Για HIV, σύφιλη, ηπατίτιδες, γονόρροια ή άλλα παθογόνα χρειάζονται οι αντίστοιχες εξετάσεις.

22Κλείστε Ραντεβού και Βιβλιογραφία

Μοριακός έλεγχος για Chlamydia trachomatis στη Λαμία

Επικοινωνήστε με το εργαστήριο πριν από την προσέλευση, ώστε να ενημερωθείτε για το κατάλληλο δείγμα, την απαιτούμενη προετοιμασία και τη δυνατότητα συνδυαστικού ελέγχου για άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.

Διεύθυνση: Έσλιν 19, 2ος όροφος, Λαμία
Ωράριο: Δευτέρα–Παρασκευή 07:00–13:30

Επιστημονικές πηγές

Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας – Χλαμυδιακή Λοίμωξη

https://eody.gov.gr/el/nosimata/metadotika/epidimiologiki-epitirisi-kai-prolipsi-hiv-aids-smn-kai-ipatitidon/xlamydiaki-loimoksi.html

ΕΟΔΥ – Πρακτικός Οδηγός για την Αντιμετώπιση των ΣΜΝ στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας

https://www.eody.gov.gr/images/nosimata/metadotika/Πρακτικός-Οδηγός-για-την-αντιμετώπιση-ΣΜΝ-στην-ΠΦΥ.pdf

World Health Organization – Chlamydia Fact Sheet

https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/chlamydia

CDC – Chlamydial Infections, STI Treatment Guidelines

https://www.cdc.gov/std/treatment-guidelines/chlamydia.htm

Μικροβιολογικό Λαμία – Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα

https://mikrobiologikolamia.gr/smn-sexoualikos-metadidomena-nosimata-odigos/

Επιστημονική επιμέλεια: Παντελής Αναγνωστόπουλος, Ιατρός Μικροβιολόγος – Βιοπαθολόγος.

Ιατρική επισήμανση: Το περιεχόμενο είναι ενημερωτικό και δεν αντικαθιστά την κλινική εξέταση, την εξατομικευμένη διάγνωση ή τη θεραπεία από ιατρό. Η επιλογή εξέτασης, δείγματος, αντιβιοτικού, δόσης και διάρκειας αγωγής καθορίζεται με βάση το ιστορικό, την εγκυμοσύνη, το ανατομικό σημείο λοίμωξης και τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες.

Μικροβιολογικό Λαμία
Επισκόπηση απορρήτου

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για τη σωστή λειτουργία της και, εφόσον δώσετε συγκατάθεση, για την ανάλυση επισκεψιμότητας. Μπορείτε να αλλάξετε τις επιλογές σας οποιαδήποτε στιγμή από τις ρυθμίσεις cookies.